*όπου ''Ενός'' στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ''άνθρωπος''. Έν=Ένα=One=Ο.Ν.Ε.=Ο.Η.Ε=UN=Γυνή=Οίνος=Venus/Αφροδίτη.

Η ''Πλειοψηφία του Ενός'' δεν αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι στην ζυγαριά της οικονομίας οι πολλοί βουλιάζουν και ο ένας διασώζεται αλλά, επιπροσθέτως, σημαίνει ότι αυτός ο ένας (1) άνθρωπος διασώζει κυρία και έλκει το πλοίο της κυβέρνησης, τον κύβο που ερρίφθη και βυθίζεται (όπως ακριβώς σε μιαν ζυγαριά όπου η μάζα των πολλών χάνεται λόγω του βάρους). Η βάση της ερευνητικής μεθόδου στηρίζεται στην διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία και την έκδοση αποτελεσμάτων μετρήσεων, ερευνών, ψηφοφορίας, εκλογής στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Κ. που διασώζουν μιαν χώρα -άνευ δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο)- από την ανισορροπία του Δημοσίου και από το “φούντο” του ταμείου της, δηλ. το Δ.Ν.Τ., με βάση τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και το εσωτερικό δίκτυο INNERNET πληρωμής της εργασίας των Ελλήνων κατ' οίκον: είναι το μοναδικό οικονομικό και τραπεζικό σύστημα στον κόσμο που λειτουργεί ως ραδιο-τηλεοπτικό κανάλι θετικών ειδήσεων και νέων μέσω προγραμμάτων και ταινιών με σκοπό την επικοινωνία με το κοινό. Αφενός χρησιμεύει ως Τράπεζα (Data Bank) πληροφοριών, δεδομένων και αίματος με προσωπική περιουσία 300 τρις Φοινίκων και αφετέρου βασίζεται στους θεσμούς της Ελεύθερης Οικονομίας ("Free Market"), στην απόλυτη τραπεζική πίστη, στο επιτόκιο Labor και στο ελληνικό νόμισμα οίκου (I.Q., συμβολική ονομασία για τον Φοίνικα, ο οποίος είναι το νόμισμα των Ελλήνων που αγαπούν την πατρίδα τους, που γνωρίζουν επαρκώς αρχαία και νέα Ελληνικά, Λατινικά, Αγγλικά, Γαλλικά κ.τ.λ., αγαπούν την έντεχνη μουσική, ελληνική και ξένη, και την ίδια την Τέχνη ενώ, με βάση την κατά κεφαλήν καλλιέργεια του Α.Ε.Π. αποτελεί την πλέον ανθούσα οικονομία στην Ευρώπη). Πρόκειται για μιαν νομισματική μονάδα που χαμηλότερη από αυτήν στον κόσμο σε αξία πλούτου δεν υπάρχει διότι πρωτίστως η νοημοσύνη και το νόμισμα των πολιτών που την χρησιμοποιούν δεν υποτιμάται ΠΟΤΕ: ειδικότερα, στηρίζεται στο νόμισμα της Αναγέννησης -ο Φοίνιξ- με βάση την ρήτρα E.C.U., δηλαδή 1 Φοίνιξ=3 Δολλάρια ενώ το Ευρώ υπολογίζεται με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των υπολοίπων νομισμάτων με βάση το E.C.U., το E.C.U. όμως υπολογίζεται ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!

ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΑ ΠΟΡΤΑΛ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΜΠΛΕΤ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ:

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ: www.my-insense.blogspot.com ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΕΞΥΠΝΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ: wwwpropagenda.blogspot.gr
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΡΧ.ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ: wwwmetafrasths.blogspot.com ΣΕΛΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ TYΠΟ: www.prothexousia.blogspot.com ΜΥ-INSENSE: wwwmiss-insense.blogspot.com
ΕΔΩ ΚΑΤΕΒΑΖΩ ΤΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ: www.scribd.com/user/22895639/ChrysJazz

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

"H ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ" Πανεπιστημιακή μελέτη


ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1997
ΤΑ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ,
ΟΙ ΕΥΝΟΪΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΗΠΑ ΤΟ 1996
ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ:
Η
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
ΧΡΗΣΤΟΥ Π. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Η περίοδος ανάπτυξης που γνώρισε η οικονομία των ΗΠΑ την οκταετία 1982-1989 [μέσο ποσοστό ανάπτυξης-growth 2,7%] με την εφαρμογή των Reaganomics είχε θετικό αντίκτυπο και στις υπόλοιπες αναπτυγμένες χώρες παρά το δεδομένο ότι οι ΗΠΑ αποτελούν ουσιαστικά μιαν κλειστήν οικονομία εφόσον οι εισαγωγές και εξαγωγές τους δεν υπερβαίνουν το 20% του Α.Ε.Π. της χώρας.
Εις επίρρωσιν του επιχειρήματος αυτού, καταγράφεται από τον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» ότι «στην περίοδο αυτή ο ρυθμός ανάπτυξης των χωρών του ΟΟΣΑ του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) ξεκίνησε από το 2,7% το 1983 (μετά από αρνητική αύξηση 0,3% το 1982) και στη συνέχεια κυμάνθηκε από το 3,0% μέχρι το 4,7% ετησίως, με όλες τις χώρες “ισχυρές” κατά περιόδους. Το κύριο χαρακτηριστικό, δηλαδή, ήταν ότι μολονότι οι ΗΠΑ αναπτύχθηκαν κατά κανόνα με ταχύτερους ρυθμούς, τα υπόλοιπα βιομηχανικά ανεπτυγμένα κράτη δεν έμειναν πίσω».
Την ίδια χρονική περίοδο, τα κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας σημείωναν εξαιρετικά υψηλές οικονομικές επιδόσεις συνδυάζοντας ένα «ιδιότυπο μίγμα ελεύθερης οικονομίας, πολιτικής δικτατορίας και κοινωνικού (Communitarian) καπιταλισμού. Στα ίδια βήματα με την Ταϊβάν, τη Σιγκαπούρη, το Χονγκ-Κονγκ και τη Νότιο Κορέα ακολουθούν η Ταϋλάνδη, η Μαλαισία, η Ινδονησία».
Ωστόσο, στις ΗΠΑ, αν και διαψεύστηκαν οι προβλέψεις ότι τα ιαπωνικά «προϊόντα και το γιεν θα προκαλούσαν ύφεση στην αμερικανική χρηματαγορά και τη βιομηχανία και ότι η πολιτική ακτινοβολία και η δραστηριότητα της ενωμένης Ευρώπης θα υπεσκέλιζε τη δυναμική του δολαρίου και του ΝΑΤΟ», κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ‘80, αυξήθηκε το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών των ΗΠΑ και εγκαινιάστηκε η αύξηση του ομοσπονδιακού χρέους, με αποτέλεσμα την δημοσιονομική απορρύθμιση. Ο τριπλασιασμός των στρατιωτικών δαπανών την περίοδο Reagan οδήγησε το κράτος σε δανεισμό για να καλυφθούν τα ελλείμματα και την οικονομία σε αδιέξοδο που αντιμετώπισε και η επόμενη διοίκηση Bush. Η περίοδος διακυβέρνησης 1989-92 υπό τον Τζωρτζ Μπους χαρακτηρίζεται από την αύξηση των φόρων, των δαπανών
Η αύξηση δαπανών στην περίοδο 4 ετών κυβέρνησης Μπους ήταν η μεγαλύτερη στις ΗΠΑ από την εποχή Κέννεντυ και έφτασε το 20% ενώ κατά τα 8 έτη της διακυβέρνησης Ρέηγκαν οι δαπάνες αυξήθηκαν με ρυθμό 12,5%. Βλ. τις εκθέσεις του ΟΟΣΑ για την οικονομία των ΗΠΑ και ιδιαίτερα των ετών 1994, 1995 και 1996 που χρησιμοποιήθηκαν για την τεκμηρίωση της σύντομης αυτής εργασίας.
και των κρατικών ρυθμίσεων ενώ αξιοσημείωτη είναι η επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1% για την τετραετία, το χαμηλότερο ποσοστό από την κρίση του 1929.
Πάντως, το 1992 οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν αντιμετωπίσει με επιτυχία το πρόβλημα της «ύφεσης» αλλά η επικείμενη βελτίωση των δεικτών δεν αποκρυσταλλώθηκε έγκαιρα στην καθημερινή ζωή των Αμερικάνων πολιτών, με αποτέλεσμα την εκλογή Κλίντον. Ας σημειωθεί ότι σε γενικές γραμμές
Στην ελληνική βιβλιογραφία, τα πληρέστερα εγχειρίδια για το πολιτικό και κομματικό σύστημα των ΗΠΑ είναι: «ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΩΝ Η.Π.Α.» ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΟΥ, εκδ. ΚΡΙΤΙΚΗ/«ΤΡΙΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ (ΑΓΓΛΙΑ, ΓΑΛΛΙΑ, Η.Π.Α.)» ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΛΛΙΑ, εκδ. ΠΙΤΣΙΛΟΥ. Στην αγγλική γλώσσα, τα βιβλία «THE AMERICAN SYSTEM OF GOVERNMENT» Ernest Griffith, New York and London Methenum/«Parties and Politics in America» Clinton Rossiter, New York Mentor/ «The Political System of the U.S.» John Lees, London’s Faber and Faber/«The American Political Tradition» Richard Hofstadter, New York’s Vintage Books/«Beyond Liberal and Democratic Reassing the political spectrum» W. Maddox and Stuart Lillie, New York’s Kato Institute/«The Rise and Decline of Western Liberalism» Anthony Arblaster, New York/«The Pursuit of Equality in American History» J. Pole, University of California Press.
«το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είναι εκείνο το οποίο χαρακτηρίζεται για το συντηρητικό του προσανατολισμό και την προστασία των συμφερόντων της επιχειρηματικής τάξης. Οι Ρεπουμπλικανοί διακηρύττουν» ανέκαθεν «την πίστη τους για ισολογισμένο προϋπολογισμό και υπεύθυνη οικονομική διαχείριση και αρνούνται τον κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομική δραστηριότητα και την επιβολή ρυθμίσεων στην επιχειρηματική δράση». Την εκλογική τους βάση αποτελούν οι ανώτερες εισοδηματικά τάξεις, οι επιχειρηματίες, όσοι έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση, οι εργαζόμενοι σε μη χειρωνακτική εργασία καθώς και οι αγρότες που κατέχουν γη μεγάλης έκτασης.
Αντίθετα, το Δημοκρατικό Κόμμα θεωρείται ως το «κόμμα των ψηφοφόρων του επιπέδου μέσης οικονομικής ευχέρειας και ως το κόμμα των χειρωνακτών εργατών και έχει κερδίσει την υποστήριξη των χαμηλοτέρων κοινωνικά και εισοδηματικά στρωμάτων του πληθυσμού. «Οι Δημοκρατικοί τείνουν πάντοτε να υποστηρίζουν τον κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία, την κατάρτιση προγραμμάτων μεγάλων χρηματικών παροχών σε τομείς όπως είναι η κοινωνική ασφάλιση, η φαρμακο-ιατρική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η κοινωνική πρόνοια. Στις πολιτικές τους αυτές βρίσκουν υποστήριξη από τις εμπορικές ενώσεις και τις μειονοτικές εθνικές ομάδες».
Ύστερα από την πρώτη εκλογή Κλίντον στην προεδρία, οι ΗΠΑ προκειμένου «να βγουν από την ύφεση της περιόδου 1990-1991 υϊοθέτησαν ένα “μείγμα” οικονομικής πολιτικής που συνίστατο στην τήρηση μιας αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής (ταχεία μείωση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού, μέσω δραστικού περιορισμού των κρατικών δαπανών) και μιας ευλύγιστης νομισματικής πολιτικής (χαμηλά τραπεζικά επιτόκια και εύκολες πιστώσεις – ασθενές εθνικό νόμισμα). Η πολιτική αυτή εξασφάλισε στις ΗΠΑ σταθερούς και υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης (γύρω στο 2.8% ετησίως) χωρίς πληθωρισμό (κάτω του 2,7%) και σημαντική άνοδο της απασχόλησης (κατά τα τελευταία 4 χρόνια η αμερικάνικη οικονομία δημιούργησε περί τα 10.000.000 νέες θέσεις εργασίας), ενώ επέτρεψε στις αμερικάνικες επιχειρήσεις να ξανακυριαρχήσουν σε ολόκληρο τον κόσμο.
Είναι ενδεικτικά τα στοιχεία που αναφέρονται στην αποδοτικότητα των επιχειρήσεων, όπου η υπεροχή των αμερικανικών μονάδων είναι αναμφισβήτητη» [Βλ. πίνακα] «Μετά το 1991 αρχίζει στις ΗΠΑ, μια περίοδος μαζικών επενδύσεων, στο χώρο της βιομηχανίας και των υπηρεσιών, με στόχο την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας και την προσαρμογή της οικονομίας στα δεδομένα του 2000. Ο όγκος των παραγωγικών επενδύσεων κατά την περίοδο 1990-95 αυξήθηκε κατά 22,5% στις ΗΠΑ, ενώ μειώθηκε, κατά 4,3% στην Ενωμένη ευρώπη και κατά 14,1% στην Ιαπωνία» [Βλ. πίνακα] «Παράλληλα, αρχίζει μια γενική κινητοποίηση στον τομέα της βιομηχανικής έρευνας με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναζωογόνηση του παραγωγικού δυναμικού, την ανανέωση της προσφοράς και τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Τέλος, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης των αγορών, οι αμερικανικές επιχειρήσεις επενδύουν όλο και περισσότερο στο εξωτερικό, αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των δυναμικά αναπτυσσόμενων περιοχών και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία στο εσωτερικό της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μέσος ετήσιος όρος των άμεσων αμερικανικών επενδύσεων στο εξωτερικό ανάμεσα στις περιόδους 1983-88 και 1989-94 αυξήθηκε κατά 183% όταν ο αντίστοιχος της Ε.Ε. αυξήθηκε μόνο κατά 130%»[Βλ. πίνακα].
Όπως και στην περίπτωση των μεταρρυθμίσεων στην Ιαπωνία, η απόφαση εκείνη που ενδείκνυται για περαιτέρω μελέτη και αναδεικνύεται μεταξύ των πολιτικών που εφαρμόζονται στις ΗΠΑ για να γίνουν δομικές αλλαγές εν όψει του 21ου αιώνα έχει σχέση με τις τηλεπικοινωνίες.
Η πλέον σημαντική απόφαση της Διοίκησης Κλίντον ήταν στις 8 Φεβρουαρίου 1996 η υπογραφή της Πράξης για την Μεταρρύθμιση των Τηλεπικοινωνιών (Telecommunications Reform Act). Η αναδιάρθρωση της βιομηχανίας των τηλεπικοινωνιών έχει ήδη ξεκινήσει και εφαρμόζεται στην περίπτωση της εταιρείας Bell [όπως και στην προηγούμενη εκτεταμένη αναδιάρθρωση του 1984] καθώς προβλέπει το άνοιγμα της εγχώριας τηλεφωνίας και της καλωδιακής τηλεόρασης στον ανταγωνισμό μέσω της άρσης όλων των νομικών, ρυθμιστικών και μονοπωλιακών εμποδίων και περιορισμών. Στην σφαίρα της δημοσιότητας, τρεις θεμελιώδεις πληροφορίες αποκαλύφθηκαν από την Στατιστική Υπηρεσία των ΗΠΑ στα τέλη ’96, οι οποίες αποδεικνύουν και ενδυναμώνουν μεταξύ άλλων και τις κοινωνικές διαστάσεις της αναπτυξιακής εμπειρίας των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά:
α)Το 1995 για πρώτη φορά από το 1989 το μέσο ετήσιο εισόδημα μιας αμερικανικής οικογένειας «παρουσίασε αύξηση (+2,7%, σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά), φθάνοντας τα 34.076 δολάρια».
β)«Η φτώχεια –το όριο της οποίας υπολογίζεται στο ετήσιο εισόδημα των 15.569 δολαρίων για μια τετραμελή αμερικανική οικογένεια–» μειώθηκε αισθητά και έφθασε «στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 27 ετών, περνώντας από το 14,5% του αμερικανικού πληθυσμού (1994) στο 13,8% μια χρονιά αργότερα, με κύριους ευνοημένους από την εξέλιξη αυτή τους μαύρους και τους ηλικιωμένους».
γ)Το τμήμα «του εθνικού εισοδήματος που αποκτήθηκε το 1995, από το ασθενέστερο οικονομικά 60% του αμερικανικού πληθυσμού (φτωχοί, εργάτες, μεσαία τάξη) αυξήθηκε κατά μισή εκατοστιαία μονάδα, ενώ εκείνο που αποκτήθηκε από το 40% των οικονομικά ισχυρότερων αμερικανών (ετήσιο οικογενειακό εισόδημα ανώτερο των 65.124 δολ) μειώθηκε αντίστοιχα και αυτό παρατηρείται για πρώτη φορά από το 1990. Τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από την αμερικάνικη αναπτυξιακή εμπειρία –η οποία οπωσδήποτε δύσκολα μπορεί να μεταφερθεί, ως έχει, στον ευρωπαϊκό χώρο– είναι» τρία:
Κατ’ αρχάς, όσο «λιγότερες είναι οι κρατικές δαπάνες, τα δημόσια ελλείμματα και οι φορολογικές αφαιμάξεις των οικονομικά ενεργών ατόμων, τόσο υψηλότεροι είναι οι αναπτυξιακοί ρυθμοί της χώρας». Αυτό συμβαίνει, διότι οι «κρατικές δαπάνες στις ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν μόνο το 30% του ΑΕΠ ενώ το έλλειμμα του προϋπολογισμού τους δεν υπερβαίνει το 1,7% του ΑΕΠ (το μικρότερο, ίσως, ποσοστό στο κόσμο).
Οι υποχρεωτικές, εξάλλου, κρατήσεις των εργαζόμενων (φόροι και κοινωνικές εισφορές) αντιπροσωπεύουν στις ΗΠΑ το 29,7 του ΑΕΠ, όταν ο σχετικός μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 39,4% και το αντίστοιχο ποσοστό, για τη Γαλλία είναι 44,2% για την Ιταλία 42,3% και τη Γερμανία 39,2%».
Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι όσο λιγότερο το κράτος παρεμβαίνει στην λειτουργία των αμερικανικών κυβερνήσεων, τόσο περισσότερες νέες επιχειρήσεις δημιουργούνται. Αναλυτικότερα:
Κατά την διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, ένας σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων διήλθε κρίσεων που οδήγησαν σε κλείσιμο των μη ανταγωνιστικών από αυτές, δίχως το κράτος να δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον για τις σχετικές συνέπειες. Πίσω από την πρακτική αυτή υποκρύπτεται το επιχείρημα ότι χάρη στους υψηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς των ΗΠΑ και του δυναμισμού της φιλελεύθερης οικονομίας κάθε επιχείρηση που κλείνει –δημιουργική καταστροφή– αντικαθίσταται εν ριπή οφθαλμού από μιαν άλλη, πιο ανταγωνιστική εταιρεία, με συνέπεια να είναι περιττή η σπατάλη κρατικών πόρων για την προστασία προβληματικών επιχειρήσεων. Για τον λόγο αυτό, το κράτος στις ΗΠΑ αφήνει την πρωτοβουλία των κινήσεων στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα καθώς ένα μεγάλο τμήμα των νέων επιχειρήσεων δημιουργείται «από πρώην στελέχη οικονομικών οργανισμών που τολμούν να διακινδυνεύσουν τις υψηλές –λόγω χαμηλής φορολογίας– ατομικές τους αποταμιεύσεις σε ένα χώρο με σαφείς, σταθερούς και δελεαστικούς όρους “παιχνιδιού”»
Εκ των υστέρων, παραθέτω περικοπή άρθρου του συγγραφέα στην εφημερίδα «Χώρα» (24/12/2000) με θέμα «ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΝΦΕΑΡ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ»: «Ακρογωνιαίο λίθο, για να κατανοήσει σε βάθος ο αναγνώστης τα αίτια της κρίσης του ελληνικού Χρηματιστηρίου και την βασική αιτία της κατάρρευσης, αποτελεί η έννοια του «Fair Play». Σε κάθε άλλη χώρα του κόσμου το Χρηματιστήριο είναι ένας θεσμός της ελεύθερης, μεικτής οικονομίας, όπου λειτουργεί το εδραιωμένο από την Γαλλική Επανάσταση «Laisez faire, Laissez Passer» και η «αόρατος χειρ» του φιλελεύθερου Άνταμ Σμιθ. Είναι, επίσης, δεδομένο ότι όλοι οι επενδυτές διεθνώς συμμετέχουν στον χρηματιστηριακό θεσμό, δίχως να έχουν εσωτερική πληροφόρηση για τις μετοχές, έχοντας επίγνωση ότι όλοι ανεξαιρέτως βρίσκονται εξίσου κάτω από το «πέπλο της άγνοιας» που είναι απαραίτητο για να λειτουργήσει ιδανικά η ανθρώπινη κοινωνία των πολιτών (βλ. και την «Θεωρία περί Δικαιοσύνης» του Αμερικανού «liberal» διανοητή John Rawls).Οι ξένοι επενδυτές, ωστόσο, ριψοκινδυνεύουν τα χρήματά τους, διότι έχουν εμπιστοσύνη στο κράτος, το οποίο –εάν είναι σοβαρό– τους προστατεύει δίνοντας σε κάθε πολίτη ίσα δικαιώματα ζωής, ιδιοκτησίας και περιουσίας και παρέχοντας ίσες ευκαιρίες ανάδειξης στους θεσμούς. Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν πλήρως καταργηθεί και το «Fair Play» δεν τηρείται καν σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Η παρέμβαση του κράτους στην χρηματιστηριακή αγορά καταστρατηγεί τους κανόνες με αποτέλεσμα να χάνει εντελώς την αξία της η συμμετοχή στο παιχνίδι. Η κατάρρευση του θεσμού του Χρηματιστηρίου έχει στην ρίζα του αυτό το θεμελιώδες γεγονός: οι Έλληνες επενδυτές αποστρέφονται την Σοφοκλέους, διότι ξέρουν ενδόμυχα ότι πρόκειται για ένα Χρηματιστήριο Ανφέαρ». Βλ. το έργο «ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ».
[Άλλωστε, στο σημείο αυτό εντοπίζεται και ένα ουσιώδες ζήτημα –η έκταση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία– επί του οποίου αντιτίθενται δύο μεγάλες ιδεολογικές τάσεις του φιλελευθερισμού στις ΗΠΑ, οι Liberals και οι Libertarians].
Για τις ιδεολογικές διαφορές μεταξύ Liberals και Libertarians στα θέματα της ελευθερίας, της ισότητας και της οικονομίας βλ. στην ελληνική βιβλιογραφία τα έργα «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ» RONALD DWORKIN, εκδ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ/«ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΙ Ή ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΤΕΣ;» ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΝΤΙ τεύχος 370/ «Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟ» ΜΑΝΩΛΗ ΑΓΓΕΛΙΔΗ, Επιθεώρηση Κοινωνικών Επιστημών τεύχος 1/«Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ» F.A. Hayek, εκδ.ΚΠΕΕ/ «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ» MILTON FRIEDMAN, εκδ. ΕΛΛ. ΕΥΡΩΕΚΔΟΤΙΚΗ/«Η ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ», «Η ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΛΥΣΗ», «ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ» τριλογία GUY SORMAN, εκδ. ΒΙΒΛΙΟΡΟΕΣ/«ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ» ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, εκδ. LIBRO.
Στην Αγγλική γλώσσα, βλ. «Political Liberalism» John Rawls, Columbia University Press/ «A theory of Justice» John Rawls, Harvard and Oxford University Press/«The liberal theory of Justice» Brian Barry, Oxford University Press/«Reading Rawls» Norman Daniels, Oxford’s Blackwell/«Liberalism and the limits of Justice» Michael Santel, Cambridge/«The theory of Public Choice» James Buchanan and Robert Tollison, Michigan University Press/«Anarchy, State and Utopia» Robert Nozic, New York’s Basic Books/«The Capitalism tomorrow» Henry Lepage, Ell. Euroekdotiki editions.
Το τρίτο συμπέρασμα που πηγάζει από την πρακτική που ακολουθήθηκε στις ΗΠΑ και που οδήγησε στο φαινόμενο να μειώνονται ταυτόχρονα πληθωρισμός και ανεργία είναι πως όσο λιγότερο ρυθμίζεται διοικητικά η αγορά εργασίας στις ΗΠΑ, τόσο περισσότερες θέσεις εργασίας δημιουργούνται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα συντελούνται καθόλου μεταβολές στην αγορά εργασίας –ακριβώς το αντίθετο, οι μεταβολές θα αποσκοπούν στην μείωση του φυσικού επιπέδου της ανεργίας [βλ. και σύνδεση με NAIRU: Non Accelerating Inflation Rate of Unemployment] «επιτρέποντας στην απασχόληση να αναπτύσσεται χωρίς να προκαλεί πληθωριστικές πιέσεις».
Για τους Αμερικανούς θεωρείται ως προτιμότερο να υπάρχουν περισσότεροι εργαζόμενοι (έστω και αν οι αμοιβές είναι ανεπαρκείς) παρά να υπάρχουν περισσότεροι άνεργοι (με ικανοποιητικά και υψηλά επιδόματα ανεργίας, που τους εθίζουν στην αποχή από την εργασία).
Άλλωστε, η αγορά εργασίας στις ΗΠΑ είναι ήδη μία από τις πλέον ευέλικτες διεθνώς και από πλευράς απασχόλησης εξακολουθεί να υπερέχει των υπολοίπων αναπτυγμένων κρατών. Ως δύο ενδεικτικά αποτελέσματα των οικονομικών επιλογών που περιγράφηκαν ήδη θεωρούνται το χαμηλό ποσοστό ανόδου
Για την ακρίβεια, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των μισθών για την περίοδο 1970-1994 ήταν στις ΗΠΑ 0,5% όταν στην Ιαπωνία ήταν 2,5%, στην Αγγλία και την Ιταλία 2,1%, στην Γαλλία 1,9% και στην Γερμανία 1,7%.
των μέσων μισθών στις ΗΠΑ σε σύγκριση με τις υπόλοιπες οικονομικές δυνάμεις και η σχεδόν πλήρης απουσία του κράτους από τον προσδιορισμό της πολιτικής μισθών των αμερικανικών επιχειρήσεων.
Ο μοναδικός τομέας όπου προβλέπεται κρατική παρέμβαση είναι αυτός του ελάχιστου ωριαίου μισθού. Η παρέμβαση, ωστόσο, είναι σπάνια: π.χ. το κράτος παρενέβη για να επαναπροσδιορίσει τον ελάχιστο ωριαίο μισθό το 1991 και κατόπιν το 1996. Παρά τις αυξήσεις αυτές, ο κατώτατος μισθός αφορά ένα ελάχιστο μέρος των εργαζομένων στις ΗΠΑ ενώ το επίπεδό του των 5,15 δολλαρίων σε πραγματικές τιμές βρίσκεται στο κατώτατο σημείο της 40ετίας.
Τον Αύγουστο του 1996, εξάλλου, ο δείκτης της ανεργίας ως ποσοστό του ενεργού πληθυσμού μειώθηκε στο 5,1% που αποτελεί την καλύτερη επίδοση των τελευταίων 7 ετών. Επίσης, η αύξηση του ΑΕΠ για το 1996 ήταν 2,4% ενώ για το 1997 «προβλέπεται οριακή επιβράδυνση σε 2,1%. Ο πληθωρισμός αναμένεται να κυμανθεί σε χαμηλότερα επίπεδα το 1997, στα χαμηλότερα από το 1965, ενώ η ανεργία θα διατηρηθεί στα επίπεδα του 5,5%» και το ύψος των επενδύσεων παραμένει υψηλό «λόγω της ραγδαίας αύξησης των επιχειρηματικών κερδών. Το έλλειμμα του δημοσίου τομέα μειώνεται σταθερά καθώς το μερίδιο της κατανάλωσης της γενικής κυβέρνησης στο εθνικό εισόδημα μειώθηκε κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία δεκαετία. Το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών επίσης μειώθηκε».
Η επιτυχία αυτής της οικονομικής πολιτικής στηρίχθηκε στο τρίπτυχο: καινοτομίες/παραγωγικές επενδύσεις/διεθνοποίηση.
Τα προβλήματα, επομένως, τα οποία θα εμφανιστούν εντοπίζονται σε τρεις πτυχές. Το μεγαλύτερο πρόβλημα «είναι η πιθανή επιδείνωση των δημοσιονομικών τα επόμενα χρόνια. Το ομοσπονδιακό έλλειμμα αναμένεται να αυξηθεί ξανά» το 1997 «έπειτα από αρκετά χρόνια πτώσης, φθάνοντας τα 400 δισ. δολάρια σε μια δεκαετία».
Ένα άλλο πρόβλημα είναι αυτό της ανακατανομής «εισοδήματος. Ο πρόεδρος Κλίντον επιχείρησε να το αντιμετωπίσει εμμέσως στην πρώτη τετραετία του, προωθώντας κοινωνική νομοθεσία με στόχο την επέκταση του (στοιχειώδους σήμερα) συστήματος προνοίας και ασφαλείας, αλλά το Κογκρέσο αντέδρασε. Ακόμη και όταν την πλειοψηφία του είχαν οι Δημοκρατικοί (1993-94). Είναι απίθανο να έχουν καλύτερη τύχη παρόμοιες προτάσεις στο νέο Κογκρέσο, που ελέγχεται από τους πλέον συντηρητικούς Ρεπουμπλικάνους σήμερα».
Το τρίτο εν δυνάμει πρόβλημα, αίφνης, συνδέεται με την διεύρυνση του ΝΑΤΟ, με το ερώτημα ποιός «θα καλύψει το κόστος της τεχνολογικής αναδιάρθρωσης του οπλισμού των χωρών που θα ενταχθούν στο ΝΑΤΟ;
Με τους πιο συγκρατημένους υπολογισμούς, αυτό υπερβαίνει τα 120 δισ. δολάρια (για μια δεκαετία). Φυσικά, οι ενδιαφερόμενες χώρες μικρό ποσοστό θα μπορέσουν να καταβάλουν. Θα δεχθεί όμως το Κογκρέσο να πληρώσει τον λογαριασμό;
Αν δεχθεί, λογικό είναι να αναμένεται έντονη αντίδραση από εκείνους που θα στερηθούν τα κονδύλια της κοινωνικής πρόνοιας».
Ολοκληρώνοντας, το 1997 «βρίσκει τις Ην. Πολιτείες με τους καλύτερους οικονομικούς δείκτες των τελευταίων 25 ετών. Οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι σταθερά πάνων από 2%, ο πληθωρισμός δεν απομακρύνεται επί 18 μήνες από το 3,4%, το ποσοστό ανεργίας κυμαίνεται γύρω από το 5,2%, οι ξένες επενδύσεις παραμένουν σταθερά στο επίπεδο των 30-32 δισ. δολαρίων το χρόνο, το έλλειμμα του προϋπολογισμού συρρικνώνεται σταθερά επί ένα σχεδόν χρόνο και η» απόδοση του Χρηματιστηρίου της Wall Street είναι εξαιρετική.
Ωστόσο, το «ECONOMIC ANALYSIS & DOCUMENTATION, το πιο έγκυρο και υπεύθυνα πληροφορημένο ασφαλώς έντυπο του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, διεπίστωνε στις 12 Δεκεμβρίου ότι “η παρατηρούμενη ευφορία είναι μάλλον συγκυριακή”, επισήμαινε ότι “εσωτερικά προβλήματα τα οποία για λόγους κάποιων ισορροπιών απωθήθηκαν για αργότερα δεν είναι δυνατόν να παραμένουν στην σημερινή ληθαργική τους νιρβάνα” και προειδοποιούσε ότι “τα περιθώρια για μια ουσιαστική και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση ορισμένων εξ αυτών έχουν, δυστυχώς, περιοριστεί,” γεγονός το οποίο “απαιτεί λύσεις παραγωγικές και ριζικές”».
ΠΙΝΑΚΑΣ – 15/11/1996
Οι ΗΠΑ διατηρούν βάση στην Okinawa της Ιαπωνίας, όπου και έχει δημιουργηθεί ζήτημα κυριαρχίας. Με βάση την Συνθήκη Ασφαλείας ΗΠΑ-Ιαπωνίας, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (και με αφορμή την ανοικοδόμηση, οι ΗΠΑ διατηρούν 40.000 στρατιώτες.
Το Σύνταγμα της Ιαπωνίας απαγορεύει την ύπαρξη επιθετικού στρατού και εν δυνάμει επιτρέπει την σύσταση δυνάμεων για αμυντικούς σκοπούς. Από το 1992 υπάρχει νόμος, ο οποίος επιτρέπει την αποστολή στρατευμάτων του ΟΗΕ ως δυνάμεων διατήρησης της ειρήνης.
Η Ιαπωνική Βουλή διαθέτει 500 έδρες.
Το Φιλελεύθερο Κόμμα έχει 239 έδρες.
Η Ιαπωνία ομαλοποίησε τις σχέσεις της με την Κίνα το 1972.
Μετά την κρίση με την «οικονομία της φούσκας» στην Ιαπωνία έγινε έκκληση για λιγότερη δουλειά.
Πλουσιότερο κόμμα στην Ιαπωνία είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το Ιαπωνικό θαύμα – οι κρίσεις – η φούσκα
ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΝ
Μια σύνοψη
– οι ρωγμές – κατά διαδοχήν οικονομικά πακέτα – η επιρροή –
η Μεταρρύθμιση
ΙΑΠΩΝΙΑ ΚΑΙ ΣΙΑ, ΥΠ.ΦΟ. ΚΑΙ «ΚΑΣΟΥΜΙΓΚΑΣΕΚΙ»
Το Υπουργείο του Φόβου – το τρίγωνο της Ιαπωνίας και Σία – Διαφθορά – Γραφειοκρατία
ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ
Το Κράτος Κατασκευαστής – Η υπόθεση N.T.T. –
To ζήτημα των φυσικών Μονοπωλίων
ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Νέο αρνητικό ρεκόρ ανεργίας – το νέο και το παλαιό – πρόσφατες τάσεις
ΙΑΠΩΝΙΑ ΚΑΙ ΑΣΙΑ
Το μπλοκ του γιεν – Ο ανταγωνισμός
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η οικονομία της Ιαπωνίας αντιπροσωπεύει ένα ποσοστό 17% της οικονομίας του κόσμου, σε όρους ΑΕΠ, γεγονός που δίδει σε αυτήν την χώρα της Ανατολικής Ασίας τον τίτλο της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομικής δύναμης παγκοσμίως μετά τις ΗΠΑ.
Η Ιαπωνία και οι υπόλοιπες «τίγρεις» ή «δράκοι» του τόπου έχουν αποδείξει ότι η μέθοδος μείωσης των κοινωνικών και εισοδηματικών ανισοτήτων και, κατά τον ίδιο χρόνο, διάχυσης των κερδών της οικονομικής ένταξης σε ολόκληρη την κοινωνία επιταχύνουν, πράγματι, την οικονομική μεγέθυνση.
Η εμπειρία διδάσκει –και αυτό μπορεί να είναι ένα τέλειο μοντέλο για την Ευρώπη, η οποία βαδίζει προς την Οικονομική και Νομισματική Ένωση δίχως ισχυρό προϋπολογισμό και δίχως να παρέχει οικονομική στήριξη προς τα πιο φτωχά μέλη αυτής της «ένωσης»– ότι εάν ένα κράτος μειώνει την εξτρά βοήθεια που η κυβέρνηση δίνει προς την υψηλή κοινωνία (ως επίδομα ανοχής για δωρεάν υγεία και εκπαίδευση) ενώ παράλληλα αυξάνει την παραγωγικότητα των χαμηλοτέρων τάξεων αλλά και των εργαζομένων (ως μια πολιτική κατακύρωσης σε πλειστηριασμό, εκ νέου) τότε τα αποτελέσματα μπορεί να είναι εξίσου εκπληκτικά όσο και εκείνα που επέτυχε το «Ιαπωνικό θαύμα».
Η μεγέθυνση του πραγματικού ΑΕΠ της Ιαπωνίας έχει εκτιμηθεί σε ένα 3,1% κατά μέσον όρο σε ετήσια βάση για την περίοδο ανάμεσα στα έτη 1981 και 1995.
Αξίζει, ακόμα, να σημειωθεί ότι το γιεν από το 1973 ως το 1989 κέρδιζε ένα 5% κάθε έτος σε σύγκριση με το δολλάριο, εφόσον η Ιαπωνία υπήρξε η μοναδική χώρα στον αναπτυγμένο κόσμο που ήταν σε θέση να περάσει «αβρόχοις ποσί» δια μέσου της πετρελαϊκής κρίσεως του 1974 αλλά και των υφέσεων της προηγηθείσης δεκαετίας.
«Οι υφέσεις στα χρόνια του 1980 συνδέονταν με εκτιμήσεις ως προς τον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, κάτι το οποίο συνέβαλε επιπρόσθετα στην πτώση των εγχώριων τιμών εξαιτίας της υποχώρησης των τιμών στις εισαγωγές. Υπάρχουν ισχυρά οικονομετρικά στοιχεία από τις δύο υφέσεις κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ‘80 που αποτελούν απόδειξη και δείχνουν ότι οι προσδοκίες παίζουν ρόλο-κλειδί στις αποφά(ν)σεις και κρίσεις περί τιμών».
Από την άλλη πλευρά, είναι χειροπιαστό γεγονός ότι διεξήχθη μια εντυπωσιακή δημόσια συζήτηση κατά την διάρκεια της τελευταίας 4ετίας ως προς τα αίτια της δυσλειτουργίας στα θεμελιώδη και βασικά οικονομικά στοιχεία της χώρας, στα «fundamentals», φαινόμενο γνωστό ως «η οικονομία της φούσκας».
Η φούσκα εξερράγη το 1991 και οι αναλυτές εκτιμούν πως οι απώλειες έκτοτε υπερβαίνουν σε ποσότητα το διπλάσιο απ’ ότι ήταν το ετήσιο ΑΕΠ της Ιαπωνίας.
Ωστόσο, η Ιαπωνία σήμερα είναι η μοναδική αναπτυγμένη χώρα με ένα πλεόνασμα (έστω κι αν αυτό είναι 1%) στον προϋπολογισμό της και με ένα συναλλακτικό απόθεμα που περιέχει 213 δις. δολλάρια, το οποίο είναι τριπλάσιο από αυτό της δεύτερης χώρας, της Γερμανίας.
Η μελέτη αυτή εκπονήθηκε στα πλαίσια του σεμιναρίου με θέμα την Ιαπωνία που λαμβάνει χώρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έχει ως στόχο να συνοψίσει τα πορίσματα της αναλύσεως που έγινε –με το μέσο της βιβλιογραφίας– στο υποκείμενο θέμα των τελευταίων οικονομικών γεγονότων στην Ιαπωνία και την χρήση παραπομπών στο παρελθόν ως αναγκαίου προσαρτήματος, εφόσον ο σκοπός του σεμιναρίου είναι να δημιουργηθεί ένα «στοκ» γνώσεως για την επόμενη γενιά φοιτητών επιπέδου μεταπτυχιακού τύπου.
ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΝ: ΣΥΝΟΨΗ
Καθώς το γιεν έφθασε σε νέα ύψη σε αντίθεση προς το δολλάριο στα τέλη των ‘80, οι πρώτες ρωγμές και κλυδωνισμοί στην πολιτική, οικονομική και βιομηχανική δομή της Ιαπωνίας άρχισαν να εμφανίζονται. Τα προϊόντα παραγωγής της χώρας (κατηγορίας της πιο ποιοτικής και ανταγωνιστικής στο παρελθόν) έχασαν την λάμψη της επιτυχίας-éclat. Οι μεγάλες εμπορικές εταιρείες υποχρεώθηκαν να μεταφέρουν την παραγωγή τους στο εξωτερικό, κάτι το οποίο επηρέασε ολόκληρο το οικονομικό πλαίσιο στην χώρα.
«Οι Ιαπωνικές εταιρείες αντέδρασαν σε αυτές τις ακατάλληλες εξελίξεις με την μείωση της εργασίας, με την μεταφορά των ανέσεων παραγωγής πέραν των χωρικών υδάτων και με την αύξηση των αγορών εισαγόμενων εξαρτημάτων». Ωστόσο, «η Ιαπωνία έχει που χάνει σταθερά σε διεθνή ανταγωνιστικότητα ήδη από το 1990» και «η δημοσιονομική σταθεροποίηση στο τέλος των ‘80 εμφανίζεται ότι έχει σχεδόν ολοκληρωτικά ανατραπεί. Μεταξύ του 1990 και 1995, έχει υπάρξει μια περιστασιακή επιδείνωση στα δημόσια οικονομικά και το συνδυασμένο ισοζύγιο της κεντρικής και τοπικής κυβέρνησης χορεύει σουΐγκ μεταξύ κατά προσέγγιση του σημείου ισοζυγίου και του σημείου ελλείμματος κάτω από το 8% του ΑΕΠ.
Η έκταση της πτώσης της δραστηριότητας και της ενέργειας –που άρχισε το 1992– απεικονίζεται από την οξεία επιδείνωση των επιχειρηματικών συνθηκών οι οποίες έπεσαν
Σύμφωνα με τις τετραμηνιαίες επιχειρηματικές έρευνες της Τραπέζης της Ιαπωνίας (Tankan).
κατά την διάρκεια του 1993 στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών όπως αυτά κατεγράφησαν στην ύφεση του 1974/75. Η πρωταρχική δύναμη που κρυβόταν πίσω από αυτήν την φτωχή επίδοση» ήταν «η συνεχιζόμενη πτώση των επενδύσεων του επιχειρηματικού τομέα. Ως το τέλος του 1993, η μεγέθυνση του επιχειρηματικού αποθεματικού κεφαλαίων έπεσε ακριβώς κάτω από το 5%, δηλαδή στον χαμηλότερο ρυθμό αύξησης μεγέθους για τα τελευταία τριάντα χρόνια. Το 1992-93, η Ιαπωνική οικονομία είχε την εμπειρία της πιο αβυσσαλέας πτώσης από την εποχή της πρώτης πετρελαϊκής κρίσεως».
Στο Χρηματιστήριο του Τόκυο, 54 εταιρείες απεσύρθησαν –δίχως να αναφέρουμε την τεράστια πτώση του δείκτη.
Το Χρηματιστήριο Αξιών του Τόκυο (Kabuto-Cho) ήταν αυτό που κυριαρχούσε επί του Χρηματιστηρίου της οδού Γουώλ Νέας Υόρκης την περίοδο 1985-89, όταν τα κεφάλαιά του ήταν αυξημένα κατά 4 τρισ. δολλάρια. Κατά την διάρκεια της ύφεσης ήταν εκ νέου δεύτερο αλλά οι επενδύσεις εκεί απέδιδαν πίσω κέρδη τάξεως εκτίμησης 300%.
Η γενική τάση εκείνην την εποχή ήταν ότι τα κεφάλαια «τα πέταξαν» έξω. Η κυβέρνηση καθ’ όλην αυτήν εκείνη την σκληρή περίοδο απαντούσε με οικονομικά και φορολογικά κίνητρα για να ενθαρρύνει την ξένη επένδυση.
——— ——— ——— ———
Οι προσπάθειες αυτές είχαν ένα ορισμένο αποτέλεσμα, όχι το επιθυμητό αλλά ένα αποτέλεσμα ικανοποιητικό. Η Υπηρεσία Οικονομικού Σχεδιασμού επισήμως ανακοίνωσε ότι η ύφεση που άρχισε τον Απρίλιο του 1991 ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο 1993.
«Η Ιαπωνία είχε την εμπειρία του τρίτου συνεχόμενου έτους μικρής μεγέθυνσης το 1994 καθώς η ανάκαμψη που είχε εμφανιστεί ως πολλά υποσχόμενη στις αρχές του έτους αποδείχθηκε αδύνατη».
Η οικονομία της Ιαπωνίας «είχε την εμπειρία μιας εξαιρετικά καθυστερημένης ανάκαμψης η οποία προοδευτικά κατέστη αδύναμη. Το πραγματικό ΑΕΠ, το οποίο αυξήθηκε κατά μόνον 0,6% το 1994, υποχώρησε στο πρώτο ήμισυ του 1995 και ήγειρε ανησυχίες ως προς την πιθανότητα μιας εκ νέου πτώσης στην δραστηριότητα και στην ενέργεια».
Κάτι περισσότερο έπρεπε να γίνει.
Πράγματι, τον Οκτώβριο του 1994, η κυβέρνηση αποφάσισε να ανακοινώσει για τις δημόσιες επενδύσεις ένα πρόγραμμα νέο – 10 ετών.
——— ——— ——— ———
Το πρόγραμμα έθετε τον στόχο της επίτευξης 630 τρις γιεν σε δημόσιες επενδύσεις κατά την διάρκεια της περιόδου 1995-2004 προκειμένου να προωθήσει την ποιότητα ζωής, να ανορθώσει τα επίπεδα διαβίωσης και να βελτιώσει τις εγκαταστάσεις και διευκολύνσεις ως προς την ευημερία και τον πολιτισμό. «Δύο παράγοντες αλληλεπίδρασαν ώστε να παραταθεί η υποχώρηση: η συνεχιζόμενη αναδιάρθρωση των σωματείων και η ταχύτατη ανατίμηση του γιεν. Η κλίμακα της ύφεσης ώθησε τις Ιαπωνικές επιχειρήσεις σε μιαν σημαντική αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων τους. Η ανάγκη για αναδόμηση κατέστη πιο εντατική λόγω της ταχύτατης ανατίμησης του γιεν η οποία, ωστόσο, επέφερε –αντιστρόφως– σκληρές συνέπειες για την κερδοφορία των σωματείων και την ανταγωνιστικότητα. Αντιμέτωπες πρόσωπο με πρόσωπο με την πτωτική κερδοφορία αλλά και με τις αυξημένες ανταγωνιστικές πιέσεις, οι επιχειρήσεις της Ιαπωνίας αντέδρασαν με χαρακίρι: «κόψιμο» των επενδύσεων, μείωση των αποθεματικών των ταμείων –συμπεριλαμβανομένων και των μειώσεων των μισθών– και, σε ορισμένους κλάδους, μέσω της μείωσης της ανεργίας».
Η «κυβέρνηση του Σεπτεμβρίου 1995 έκανε την παρουσίαση ενός νέου οικονομικού πακέτου το οποίο περιείχε και την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων. Ένας νέος, συμπληρωματικός προϋπολογισμός εμφανίστηκε τον Οκτώβριο ώστε να ολοκληρώσει το νέο οικονομικό πακέτο που είχε ανακοινωθεί τον Σεπτέμβριο 1995 για να παράσχη έτι περαιτέρω στήριξη στην ενεργό δραστηριότητα. Το πακέτο αυτό –το πέμπτο από το 1992– συνολικά έχει ύψος 14,2 τρις» γιεν.
Αυτή η εκτεταμένη και παρατεταμένη οικονομική παρέμβαση, η οποία εκφράζεται μέσω αλληλοδιαδοχικών οικονομικών πακέτων, υπήρξε κρίσιμος ώστε να εντυπωθούν ως αντισταθμιστικά οφέλη τα αρνητικά αποτελέσματα-εφφέ της αυστηρής και σκληρής πολιτικής που ακολούθησε την έκρηξη της «φούσκας».
Η καλή, θετική όψη είναι ότι όχι μόνο αυξήθηκε κατά 50% το ύψος της συνολικής δημόσιας επένδυσης μεταξύ 1991 και 1996 και η απόδοση της παραγωγής ανέβηκε κατά 4% αλλά, επιπλέον, ότι αυτά τα προγράμματα εξισορρόπησαν την έκταση της άσχημης (και, ταυτόχρονα, μείωσαν την κλίμακά της) κατάστασης κατά το έτερόν της ήμισυ.
Φυσικά, η επιρροή τους δεν ήταν ικανοποιητική και επαρκής ώστε να «γυρίσει» την οικονομία από την άλλη πλευρά. Κατά την διάρκεια αυτών των 5 ετών, η δημόσια σπατάλη έφθασε στο ύψος των 9 τρις γιεν (2% του ΑΕΠ).
Ως απότοκο, το έλλειμμα της γενικής κυβερνήσεως άγγιξε ένα 4% του ΑΕΠ. Ακόμη πιο κύρια, το δημόσιο χρέος άγγιξε ένα 100% του ΑΕΠ και αυτά τα επίπεδα αποτελούν σημαντικό πρόβλημα για τα επόμενα χρόνια, αφού αυτές είναι σπατάλες Ιταλικές και Ελληνικές, τόσο υψηλού επιπέδου!
——— ——— ——— ———
Το γεγονός είναι ότι κανένα από τα κλασσικά οικονομικά μοντέλα μέτρων δεν έχει θεραπεύσει την οικονομία της Ιαπωνίας. Η Ιαπωνία επί μιαν συνεχή 4ετία είχε «μιαν ετήσια μεγέθυνση μικρότερη από 0,5%. Ο ρυθμός αυτός έχει ήδη προκαλέσει ζημία στο κοινωνικό μοντέλο που στήριζε το “Ιαπωνικό θαύμα” και» το ερώτημα που προβάλλεται πηγαία προς τα έξω είναι ποιο πρόκειται να είναι το κοινωνικό κόστος της κρίσης, λαμβανομένης υπ’ όψιν της υψηλής ακρίβειας της ζωής.
Οι προβλέψεις του 1997 συγκλίνουν στην άποψη ότι η ετήσια αύξηση μεγέθους θα είναι μόνο 1,5% ή ακόμα λιγότερο.
ΕΡΕΥΝΑ ΜΕΛΕΤΩΝ NOMURA
«Ανάγκα και θεοί πείθονται» αλλά οι δείκτες αυτοί ανάγκη καθιστούν τις μεταρρυθμίσεις, γεγονός ωστόσο το οποίο πρέπει να συνδυαστεί και με τον πόλεμο κατά της γραφειοκρατίας η οποία είναι επίσης συνδεδεμένη με την νέα ικανότητα του πρωθυπουργού Χασειμότο να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τους «βαρώνους» του δικού του κόμματος.
Αυτό συνέβη γιατί οι «βαρώνοι» του κόμματος εν ισχύϊ στην κυβέρνηση ήταν συνδεδεμένοι μαζί για 38 ολόκληρα χρόνια με το ρεύμα της εξουσίας και ο ηγέτης της κόμματος της αντιπολίτευσης Ozaua είχε θέσει τον σκοπό της «Μεταρρυθμίσεως» ως τον πρώτιστο λόγο ύπαρξης.
Το 5 ετών Πρόγραμμα Χασειμότο περί Μεταρρυθμίσεων μοιάζει με τις Ριζοσπαστικές Μεταρρυθμίσεις που έγιναν στην Βρεττανία από την Μ. Τάτσερ (είναι γνωστές ως «Μπινγκ Μπανγκ») αλλά αυτό είναι πιο μετριοπαθές.
ΙΑΠΩΝΙΑ ΚΑΙ ΣΙΑ, ΥΠ.ΦΟ. ΚΑΙ… ΚΑΣΟΥΜΙΓΚΑΣΕΚΙ
Το πιο ισχυρό όργανο της πολιτικής σε οποιοδήποτε προχωρημένο έθνος είναι το Υπουργείο Οικονομικών (MoF ή Υπ.Φο.) της Ιαπωνίας, το οποίο ευρέως γνωστό ως «το Υπουργείο του Φόβου».
«Το Υπουργείο ελέγχει, με μιαν ατσάλινη μέγγενη, τον προϋπολογισμό, τα φορολογικά έσοδα και μεγάλο τμήμα των αποταμιεύσεων του έθνους με τις μεγαλύτερες πιστώσεις στον κόσμο.
Μια προσοντούχος αξιοκρατία των καλύτερων και ευφυέστερων της Ιαπωνίας –σχεδόν αποκλειστικά εκπαιδευμένη στο Πανεπιστήμιο του Τόκυο– περικλείει μέσα της τις εξουσίες των Αμερικανικών Υπηρεσιών Θησαυροφυλακίου, Διοίκησης και Προϋπολογισμού, Επιτροπής Ασφαλιστικών και Συναλλακτικών Δραστηριοτήτων, Γραφείου Εσωτερικής Φορολόγησης Εισοδημάτων και πολλές άλλες δίχως να μπορεί καμιά άλλη Αμερικάνα ή Ευρωπαία να την συναγωνιστεί. Και το Υπ.Φο. αυτοπροστατεύεται από μια ντε φάκτο “αστυνομική δύναμη”. Μέσω της υπηρεσίας συλλογής και διαχείρισης φόρων, έχει συγκεντρώσει φορολογικές και προσωπικές-οικονομικές πληροφορίες για τους πολιτικούς του έθνους. Ο εναγκαλισμός του Υπ.Φο. επί της οικονομίας μπλοκάρει την θεμελιώδη νομοθεσία και κανόνες που απαιτούνται ώστε να εγερθεί η Ιαπωνία από την κατάρρευση και την κρίση. Ενώ το έθνος έχει αφήσει πίσω την εποχή της υψηλής μεγέθυνσης –τον οικονομικό συντονισμό και συμπόρευση με την Δύση που διήρκεσε από τα τέλη του 19ου αιώνος ως τα ‘80– οι πατερναλιστικές θεσμικές αρχές που ιδρύθηκαν από εκείνην την περίοδο εξακολουθούν να είναι καθυστερημένες. Η ισχύς αυτών των Θεών, βλέπετε, δεν ανήκουν στα πλαίσια της σοφιστικέ, ώριμης οικονομίας».
Το Υπουργείο «έχει δημόσια κηλιδωθεί από την διαφθορά και την μηχανορραφία των οικονομικών του στοιχείων προς απόλαυσιν των πολυάριθμων επιχειρηματικών και εκτελεστικών μελών των εταιρειών ή των πολιτικών που προσήλκυσαν τα μοντέλα των Ιαπωνικών φυλακών στα τελευταία χρόνια ενώ οι μανδαρίνοι απέδρασαν από την κατηγορία απόδοσης ευθυνών».
Η σχέση τριγώνου που κρατούσε την εξουσία στην Ιαπωνία ήταν γνωστή με την ονομασία «Ιαπωνία Δημ. & Σία» και η σύνθεσή της αποτελείτο από Πολιτικούς, Επιχειρηματίες και Γραφειοκράτες. «Επί αιώνες, οι γραφειοκράτες έχουν υπάρξει η πραγματική δύναμη στην Ιαπωνία∙ οι πολιτική είχαν μιαν σημασία πολύ μικρότερη. Από το 1945 η ισχύς τους είχε αποδώσει ακόμα και τις τιμές του σεβασμού. Αυτός ο σεβασμός και η υπόληψη, ωστόσο, είναι σε τροχιά εξαφανίσεως. Πολύ μακράν του να είναι ιδιοφυΐες αφιερωμένες στην παραγωγή ευημερίας, στα ‘80 οι γραφειοκράτες ήταν απλά άνθρωποι των οποίων τα σφάλματα συνετέλεσαν ώστε να δημιουργηθούν οι τρέχουσες οικονομικές ωδίνες της Ιαπωνίας∙ εξίσου αξιοκατάκριτη υπήρξε η λαϊκή πεποίθηση ότι οι γραφειοκράτες δεν θα επέτρεπαν ποτέ στις τιμές των μετοχών ή στις τιμές αγοράς ιδιοκτησίας να πέσουν ή να χτυπηθεί κανείς. Τέτοιου είδους ηρωϊκές πράξεις όχι μόνο έχουν πήλινα πόδια αλλά –όπως έχουν δείξει τα τραπεζικά σκάνδαλα– έχουν αντιστρόφως αποδειχθεί ανησυχητικά εύκολες στην διαφθορά».
Η διαφθορά προκύπτει από τα κοινωνικά πρακτικά ήθη της δωροδοκίας στην Ιαπωνία. Είναι πολύ δύσκολο να γίνει η διάκριση
Ακόμα και ο Πρωθυπουργός Χάσειμότο προσφάτως παρεδέχθη ότι εδέχθη προ των εκλογών 2 εκατομμύρια γιεν από μιαν εταιρεία συνδεόμενη με το «Σκάνδαλο Okamitshu».
προς το παρόν ανάμεσα στο δόσιμο ενός δώρου και της δωροδοκίας. Ο λαός και οι άνθρωποι της Ιαπωνίας πληρώνει 55 εκατομμύρια λίρες ανά έτος για δώρα που δίδονται σε κας μέσα σε μιαν κλειστήν επιστολή ή φακελάκι. Η υποχρέωση να δίδει κανείς πίσω αυτό το «δωράκι» καθιστά τα πράγματα πιο δύσκολα. Αυτά είναι τα γεγονότα που κάνουν τα πράγματα ακόμη πιο σκληρά: «Η δημόσια αγανάκτηση του κοινού που τροφοδοτήθηκε από 5 χρόνια ύφεσης, το εκρηκτικό εσωτερικά τραπεζικό σύστημα καθώς και η διάλυση της παλαιάς συμμαχίας μεταξύ γραφειοκρατών, επιχειρηματιών και πολιτικών εξερράγη με την μορφή πρωτοσέλιδων, τοκ-σώους και πολιτικής. Οι μεγαλύτερες επιχειρηματικές εφημερίδες του έθνους με τις ροζ σελίδες τους ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των όπλων ενάντια στην αλαζονεία του υπουργείου και στην εμφανή κατάχρηση εξουσίας. Και οι προτάσεις τους είναι εκπληκτικά εντυπωσιακές μέσα στην έλλειψη σεμνότητάς τους: διαλύστε το Υπ.Φο. και σπάστε σε κομμάτια την δύναμή του».
«Στο μεγαλύτερο τμήμα της σύγχρονης ιστορίας τους, οι Ιάπωνες έχουν επενδύσει τους γραφειοκράτες τους –και ειδικά αυτούς του Υπ.Φο.– με αναστήματα Ολυμπίων αγαλματένιων Θεών που δεν απαντούσαν και δεν αποκρίνονταν σε κανέναν, ούτε κι αν ήταν πολιτικοί ή πρόεδροι τραπεζών –και οπωσδήποτε όχι σε γραμματείς Υπουργών του Θησαυροφυλακίου των ΗΠΑ– και δεν φοβούνταν κανέναν. Θεωρούσαν ότι το μεταπολεμικό “οικονομικό θαύμα” συνάμα ήταν έργο των δικών τους χειρών και ότι καλώς φέρουν αυτό το όνομα που δικαιώνει κατ’ εικόνα την θέση τους εν μέσω των ανθρώπων. “Είμαστε το Όρος Φούτσι”, αρέσκονταν να λένε οι γραφειοκράτες του Οικονομικών. “Τα άλλα λειτουργήματα στα υπουργεία είναι απλώς η μορφή των συνηθισμένων ορέων”». Η Γραφειοκρατία στα Ιαπωνικά καλείται “Kashumigasheki”.
Αυτή η αξίωση, εξαιτίας των σκανδάλων και των εκλογών του 1996, έχει πλέον γίνει μια ανάγκη επείγουσα.
ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Για να ανταποκριθεί στην λαϊκή απαίτηση και αξίωση καταπολέμησης της γραφειοκρατίας, ο νέος πρωθυπουργός της Ιαπωνίας ανακοίνωσε προσφάτως την ίδρυση μιας ειδικής επιτροπής εξειδικευμένης στην εξάσκηση ελέγχου και επιρροής επί των οικονομικών θεσμών και ιδρυμάτων της χώρας.
Μετά από την εγκαθίδρυση ως κατεστημένου αυτού του εποπτικού οργάνου-σώματος, τα μέλη του θα υποβάλλουν τα εξαγόμενά τους πορίσματα ως προς τις τράπεζες και άλλους οικονομικούς οργανισμούς στον Πρωθυπουργό και προς τον νέο Υπουργό Οικονομικών Hiroshi Mitshizuka. Στο παρελθόν, οι τοπικές Ιαπωνικές συμμορίες
Μοιάζουν με την Γιακούζα. Βλ. υπόθεση «Kizu».
είχαν δημιουργήσει πραγματικές-real estate-«εταιρείες» για να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους στο επίκεντρο του τραπεζικού συστήματος. Είχαν κάνει χρήση οικονομικών θεσμών και οργανισμών ώστε να δέχονται δάνεια. Όταν έπεσαν οι τιμές στον τομέα του real estate το 1991, οι «εταιρείες» αυτές χρεωκόπησαν.
Υπάρχει ένας τεράστιος κατάλογος με Τράπεζες ή Ενώσεις Πιστωτικών Ιδρυμάτων που ήταν έτοιμες να πέσουν υπό το φάσμα της κατάρρευσης, όπως η Πιστωτική Ένωση Kizu της Osaka και η Τράπεζα Hyogo. Αυτές ήταν οι πρώτες μεταπολεμικά αποτυχίες στον κλάδο των τραπεζών της Ιαπωνίας.
Μετά την κρίση, μέσα στα 3 τελευταία χρόνια, μια «σημαντική» νέα –με σημασία– προσπάθεια αναπτύσσεται προκειμένου να καταστήσει την γραφειοκρατική διαδικασία λήψης αποφά(ν)σεων ή γραφειοκρατική απόφαση (που οδήγησε σε αυτά τα φαινόμενα) περισσότερο διαφανή και λιγότερο αυθαίρετη: πρόκειται για την Νομοθεσία Διαχειριστικών Μεθόδων (APL) η οποία επιβάλλει «ενιαίους κανόνες στην προώθηση των αιτήσεων, τον χειρισμό των αμφιλεγομένων ζητημάτων και τα πρακτικά της διαχειριστικής καθοδήγησης. Κάθε υπουργείο και υπηρεσία πρέπει τώρα να ορίσουν δημοσίως καθαρά χρονοδιαγράμματα και λήξεις προθεσμιών για την προώθηση των αιτήσεων –και δεν θα είναι πλέον ικανές να αρνούνται την αποδοχή αιτήσεων. Οι κρίσεις και αποφάσεις πρέπει να βασίζονται σε συνεκτικά και συγκεκριμένα κριτήρια ενώ πρέπει να εξηγούνται και οι αρνητικές απαντήσεις και να δίνεται η ευκαιρία έναντι των μερών ή των κομμάτων που επηρεάζονται ώστε να παρουσιάζουν τις απόψεις τους. Τέλος, η Νομοθεσία Διαχειριστικών Μεθόδων περιορίζει την χρήση της διαχειριστικής καθοδήγησης (gyoseishido) που είναι η πρώτιστη πηγή γραφειοκρατικής ισχύος».
Ωστόσο, η Νομοθεσία εξαιρεί πολλούς σημαντικούς τομείς, όπως είναι οι αστυνομικές ενέργειες και η δημόσια ασφάλεια, οι ρυθμίσεις φόρων και τελωνείων, οι εφαρμογές πατέντων σημάτων και θέματα μετανάστευσης και φυσιολογίας. Επιπροσθέτως, δεν παρέχει καμίαν απολύτως κύρωση κατά γραφειοκρατών που παραβιάζουν την νέα νομοθεσία.
ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΙΑΠΩΝΙΑΣ
«Οι κανονιστικοί νόμοι ελέγχου εκ μέρους της κυβερνήσεως είναι ένας παράγοντας που καθιστά το κόστος ζωής στην Ιαπωνία σχετικώς ακριβό σε σύγκριση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ». Τα πλέον πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι «βιομηχανίες που ελέγχονταν από την κυβέρνηση ευθύνονταν λογιστικά για περίπου το 42% της συνολικής αξίας που αποδιδόταν στην οικονομία σε σύγκριση με όλο το υπόλοιπο σύνολο του ιδιωτικού τομέα».
Ο κατασκευαστικός κλάδος/βραχίονας της οικονομίας αυτής είναι ένας από τους πιο πανίσχυρους στον κόσμο, με 6 εκατομμύρια υπαλλήλους και εμπορικό κύκλο εργασιών 80 εκατομμυρίων γιεν, δηλαδή αυτό το ποσό ισοδυναμεί ευθέως με ολόκληρον τον προϋπολογισμό.
Το φαινόμενο αυτό καλείται «Το Κράτος ως Κατασκευαστής».
Το 1996 στην Ιαπωνία έλαβαν χώρα μερικές από τις πλέον εντυπωσιακές χρεωκοπίες ή μηχανορραφίες καθώς πολλές εταιρείες βούλιαξαν κάτω από το βάρος των χρεών τους στην εποχή της φούσκας.
Η πιο σημαντική χρεωκοπία της ιστορίας της Ιαπωνίας συνέβη τον Οκτώβριο όταν η εταιρεία δανεισμού «Nichiei Finance Co. Ltd.» κατέρρευσε. Τα χρέη της ήταν 1 τρις. γιεν. Η Απόλλων Finance επίσης χρωστούσε 111 εκατομμύρια γιεν στους δανειστές χρημάτων της. Οι χρεωκοπίες τραπεζών υπερέβησαν σε αριθμό τις 7.045 ενώ τα άσχημα δάνεια κοστίζουν 350 δισ. δολλάρια.
Τον Ιούνιο ‘96 οι κόκκινοι κωδικοί του σκανδάλου του «θεϊκού χαλκού» αποκαλύφθηκαν από την κολοσσιαία εταιρεία της Ιαπωνίας «Sumitomo Δημ. & Σία» και προκάλεσαν μεγάλο σοκ σε ολόκληρον τον κόσμο. Η Sumitomo ανακοίνωσε ότι η παράνομη και άνευ εξουσιοδότησης συναλλαγή του χαλκού που έγινε κατά την διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας στην Χρηματαγορά του Λονδίνου από τον ντήλερ, προμηθευτή και σπεκουλαδόρο Yashuo Hamanaka κόστισε μιαν απώλεια 2,6 δισ. δολλαρίων.
Η Τράπεζα Sumitomo, ωστόσο, έκανε καθαρό ότι θα βοηθήσει την «Sumitomo Δημ. & Σία» εφόσον οι δονήσεις απορροφήθηκαν στο εσωτερικό χάρη στο γεγονός ότι η Δημ. Επιχείρηση έχει έναν ετήσιο δείκτη πωλήσεων που ανέρχεται σε 152 εκατομμύρια δολλάρια μέσα σε αυτά τα 10 χρόνια».
Τον Νοέμβριο, μετά από μιαν απόφαση του Δικαστηρίου των Ανωτάτων ΗΠΑ, η «DaiwaBank» εξαναγκάστηκε να σταματήσει κάθε δραστηριότητα στην Ιαπωνία κατηγορούμενη για απάτη.
Η Τράπεζα Daiwa κατηγορήθηκε από την Αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα F.E.D. επειδή ο αντιπρόσωπος του ομίλου της και κορυφαίος ντήλερ Toshihinde Igutshi έκανε παράνομες συναλλαγές ομολόγων με την Χρηματαγορά της Νέας Υόρκης με μιαν συνολική απώλεια ζημιών ύψους 1,1 δισ. δολλαρίων.
Το ερώτημα στην Ιαπωνία περί ιδιωτικοποίησης βρίσκεται σε ενδιαφέρουσα όψη περισσότερο από ποτέ διότι προέκυψε κατά την διάρκεια αυτής της μελέτης ως ένα θέμα υποκείμενο σε μελλοντική έρευνα (ειδικά η υπόθεση N.T.T.).
Στις ΗΠΑ η ιδιωτικοποίηση έχει επικεντρωθεί στην φιλελευθεροποίηση των πεδίων που ήταν «φυσικά μονοπώλια» όπως οι αερογραμμές και οι τηλεπικοινωνίες.
Στην Ελλάδα, η φιλελευθεροποίηση αυτών των «μονοπωλίων της φύσεως» (και όχι μόνο) έχει ολοκληρωτικώς απορριφθεί από όλες τις πτέρυγες των πολιτικών κομμάτων.
Στην Ιαπωνία, ωστόσο, η απορρύθμιση υπήρξε πρωταρχικώς μια βαθμιαία αποκλιμάκωση του διαστροφικού ρόλου του κράτους στην οικονομία. «Μετά από το επιτυχές πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων στα μέσα των ‘80, μικρότερη πρόοδος κατέστη εφικτή ως προς την μείωση των πολυάριθμων κανονισμών που επηρέαζαν ποικίλους τομείς της Ιαπωνικής οικονομίας. Αυξημένη έμφασις εδόθη στις διαρθρωτικές αλλαγές και στην μεταρρύθμιση-απορρύθμιση στην Ιαπωνία ήδη από τις αρχές των ‘90, ως ένα μέτρο συνάμα για την υποκίνηση της οικονομικής μεγέθυνσης και για την διευκόλυνση της πρόσβασης των ξένων στην εγχώρια αγορά. Η εστίαση στην απορρύθμιση αντικατόπτριζε, εξάλλου, την αναγνώριση πως τα μακρο-οικονομικά μέτρα μόνα δεν θα επαρκούσαν ώστε να οδηγήσουν την οικονομία εκτός της κρίσεως».
«Το περίγραμμα των βασικών αρχών της οικονομικής μεταρρύθμισης δόθηκε με μιαν έκθεση –γνωστής ως “Αναφορά Hiraiwa”– η οποία εκδόθηκε στα τέλη των ‘93 από την Συμβουλευτική Ομάδα για την Οικονομική Διαρθρωτική Μεταρρύθμιση. Η κυβέρνηση παρουσίασε δέσμες εξειδικευμένων προτάσεων για την απορρύθμιση και τις διαρθρωτικές αλλαγές στα πακέτα παροχών οικονομικών κινήτρων του Σεπτεμβρίου 1993 και Φεβρουαρίου 1994».
«Το περίγραμμα των προτάσεων για μιαν νέα φάση απορρύθμισης σχηματοποιήθηκε στην έκθεση του 1988 από το Προβλεπτικό Συμβούλιο για την Προώθηση της Μεταρρύθμισης της γραφειοκρατικής Διοικήσεως. Η απορρύθμιση είχε σχεδιαστεί ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο ζωής, να διευκολυνθεί η βιομηχανική αναδιάρθρωση και να καταστεί πιο εύκολη η πρόσβαση στην αγορά. Η έκθεση πρότεινε αλλαγές σε 8 τομείς, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος διανομής, των τηλεπικοινωνιών και των οικονομικών».
Έκτοτε, είχαν υπάρξει 3 ακόμα σχέδια απορρύθμισης στα έτη 1992, 1995, 1996. «Ο ρητός και εκπεφρασμένος αντικειμενικός σκοπός του τρέχοντος οικονομικού προγράμματος απορρύθμισης είναι “η ελευθερία ως αρχή και απορρύθμιση ως η εξαίρεση” και καθιστά αναγκαία την κλήση ώστε να μειωθούν οι κυβερνητικοί έλεγχοι σε έξη πεδία τα οποία έχουν ήδη φανερωθεί απογυμνωμένα στο τρέχον πρόγραμμα απορρύθμισης: τηλεπικοινωνίες, διανομή, οικονομικά, γη και κατοικία, εργασία και ιατρική πρόνοια και ευημερία. Η κυβέρνηση έκανε αξιοσημείωτες προσπάθειες στην περιοχή αυτή με την ολοκλήρωση σχεδόν 2000 μέτρων κατά την διάρκεια της τελευταίας 3ετίας. Αν και πολλές από αυτές τις μετρήσεις ήταν σχετικώς μικρές και τεχνικές, έχουν υπάρξει σημαντικές μεταβολές σε ορισμένα πεδία, με πλέον αξιοσημείωτα την διανομή, την τηλεπικοινωνία, την ενέργεια και την οικονομική».
ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αυτές οι 2 λέξεις –ανεργία, εργασία– φαίνονται να είναι αγνοημένες ή αμελητέες στην σύγχρονη και συγχρονισμένη οικονομική βιβλιογραφία. Ωστόσο, ο δείκτης της ανεργίας είναι ίσως ο πλέον αποφασιστικός για ένα κράτος και τους πολίτες του, ειδικώς για την Ιαπωνία όπου το κόστος ζωής βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο.
Η χώρα αυτή, ενάντια «στα εξωτερικά σοκ των 1970 και στην οξύτατη ανατίμηση του γιεν των 1980 υπέστη μια σχετικώς μετριοπαθή επιρροή και επίπτωση στο θέμα της ανεργίας. Κατά μεγάλην έκταση, η επίδοση της Ιαπωνίας μπορεί να αποδοθεί ως φόρος τιμής στα πρακτικά της αγοράς εργασίας της που στηρίζουν την σταθερότητα της απασχόλησης μάλλον παρά την είσπραξη εισοδήματος και, άρα, επιτρέπουν τις οικονομικές ροές ώστε αυτές να αντικατοπτριστούν στα καθαρά έσοδα και στις εξελίξεις με βάση τον χρόνον εργασίας».
Σήμερα –αφού ουδέν θαύμα διαρκεί πάνω από 3 ημέρες– οι αριθμοί δείχνουν ότι η ανεργία άγγιξε ένα 3,5%, όπερ σημαίνει 2 εκατομμύρια άνεργα. Αυτό που χτυπά κύρια συναγερμό είναι ότι αυτός ο δείκτης μοιάζει κάπως διπλός σε σχέση με το εάν η ανεργία υπολογιζόταν με βάση το Αμερικανικό σύστημα.
Για να είμαι ακριβής, η ανεργία θα ήταν πάνω από 7% εάν αφηνόταν στην άκρη το κριτήριο «ολοκληρωτικά άνεργος» (το οποίο χρησιμοποιείται στην Ιαπωνία) και υϊοθετείτο μια πιο διευρυμένη ερμηνεία μετάφρασης.
Είναι σίγουρο, πάντως, ότι ο ρυθμός του 3,5% αποτελεί νέο υψηλό μεταπολεμικό ρεκόρ. «Η μεγαλύτερη άνοδος ανεργίας σημειώνεται εν μέσω των γέρων και εν μέσω των νέων, για αμφότερους τους οποίους ο ρυθμός ανεργίας αυξήθηκε με περισσότερη ταχύτητα ανάμεσα σε 3 και 4 φορές σε σχέση με αυτήν των εργαζομένων στο άνθος της ηλικίας».
Θα πρέπει, εξάλλου, να έχουμε βάλει καλά στον νου μας ότι η «αγορά εργασίας επηρεάζεται από πολλές δυνάμεις δια-αρθρωτικές στις οποίες ανήκει και η πτώση των εν δυνάμει ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, το ανατέλλον μέρισμα των υπερπόντιων παραγωγών με Ιαπωνικές εταιρείες, η απορρύθμιση της οικονομίας, η αέναος και ταχύτατη τεχνολογική πρόοδος, οι αλλαγές στην κυβέρνηση επί των σωματείων, η ενηλικίωση ή γήρανση του πληθυσμού και η απόλυτος υποχώρηση του αριθμού των νεαρών προσώπων. Αυτές οι τάσεις είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε αλλαγές σε ορισμένες πρακτικές στην αγορά εργασίας».
Θα ήταν επιπλέον χρήσιμο να προσέξουμε τις τάσεις της ενηλικίωσης ή γήρανσης στην χώρα κατ΄εξοχήν. «Έως τα τέλη των ’90, η μετοχή του εργαζόμενου πληθυσμού πέραν των ‘60 στην Ιαπωνία θα είναι μια από τις ψηλότερες» στον κόσμον ολόκληρο, «μια τάση η οποία θα συνεχιστεί στην αρχή του επομένου αιώνα. Η ανάπτυξη αυτή θα συντελέσει τελικά σε μιαν αξιοσημείωτη αύξηση στα πληρώματα των συντάξεων. Τα κόστη για την κοινωνική ευημερία αναμένεται να ανέβουν αρκετά εάν υπολογιστούν οι ηλικιακές κλίμακες του πληθυσμού. Η κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει ένα “Νέο Χρυσό Σχέδιο” 10 ετών προκειμένου να παράσχη ευκολίες όπως η οικιακή φροντίδα των νοσοκόμων και οι ευκολίες να επιτρέπει στα χούφταλα να παραμένουν ακόμα περισσότερο κατ’ οίκον. Ώστε –με βάση τις παρούσες δημογραφικές τάσεις και σε χρωματική αντίθεση με το τρέχον πλεόνασμα κοινωνικής ασφάλειας– θα απαιτηθούν αυξήσεις των ρυθμών συνδρομής στο Ιαπωνικό συντακτικό σύστημα».
Θα παρουσιαστεί, άλλωστε, και μια ανάγκη «να καλυφθούν οι ανατέλλουσες αυξήσεις των εξόδων περί υγείας», η ευημερία «καθώς και η βασική εθνική σύνταξη που θα συνδεθεί με την γήρανση ή ενηλικίωση του πληθυσμού».
ΙΑΠΩΝΙΑ ΚΑΙ ΑΣΙΑ-ΑΞΙΑ
«Κάθε πρόσφατη εξύψωση του γιεν έχει δώσει φρέσκια και έτι περαιτέρω ώθηση σε ένα νεαρό, μοδάτο επιχείρημα: ότι η Ιαπωνία κλίνει αμείλικτα προς την Ασία και δένεται εκεί μαζί της σε ένα «μπλοκ του γιεν» ενώ απομακρύνεται από την Δύση.
Το επιχείρημα παίρνει το έναυσμα της έκρηξης από το μέγεθος της επένδυσης στην Ιαπωνία και από τους εμπορικούς δεσμούς με την Ασία».
Η Ιαπωνία τα βγάζει τώρα «ένα τέταρτο περισσότερο στην Ασία απ’ ό,τι στην Αμερική» τα προϊόντα εξαγωγών της∙ και σχεδόν τριπλάσιες φορές προς την Ασία παρά προς την Ευρώπη. Το ερώτημα είναι για πόσο ακόμα θα υπάρχει ανοχή απέναντι σε αυτήν την τάση.
Η άνοδος των εξαγωγών της Ιαπωνίας επί της Ασίας έχει δεθεί με μιαν βασική διαρθρωτική αλλαγή στάσης. Καθώς το ισχυρό γιεν έχει οδηγήσει την χειροτεχνική κατασκευή προς το εξωτερικό, ομοίως το μέρισμα των καταναλωτικών αγαθών στις εξαγωγές τις Ιαπωνίας έχει κι αυτό πέσει –από το 31% το 1985 στο 20% πέρυσι. Τα Ιαπωνικά αυτοκίνητα και βιντεοκάμερες κύρια πωλούνται σε πλούσιους καταναλωτές της Δύσεως. Αντιστρόφως, οι περισσότερες πρασινομάτες βιομηχανίες αγροτικής παραγωγής εντοπίζονται στην Ασία: είναι ολόκληρες μηχανές με εξαρτήματα που προμηθεύονται από τις γονικές επιχειρήσεις τους. Ως εκ του αποτελέσματος, τα κεφαλαιουχικά αγαθά –μαζί με τις συστατικές τους επιστολές και τα εργαλειακά μέρη– ανήλθαν ως μετοχή επί των Ιαπωνικών εξαγωγών από 47% το 1985 σε 60% πέρυσι. Η τάση αυτή, όμως, θα υποστεί κλυδωνισμούς καθώς η χειροτεχνική επένδυση της Ιαπωνίας στην Ασία αγγίζει το σημείο κορεσμού. Για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί, οι Ιάπωνες κατασκευαστές είναι πιθανόν ότι θα συνεχίσουν να παράγουν με εκρηκτικούς ρυθμούς προς την Ασία».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
–OECD ECONOMIC SURVEYS «JAPAN» 1994/1995/1996
–ECONOMIST INTELLIGENCE UNIT «COUNTRY REPORTS FOR JAPAN» 1990-6
–«JAPAN ECONOMIC COMMENT», MORGAN STANLEY, (JUNE 1994)
–«THE RECENT RISE IN JAPAN’S LAND PRICES: ITS BACKGROUND AND IMPLICATIONS», BANK OF JAPAN, SPECIAL PAPER No.193 (1990)
–«JAPAN IN THE WORLD ECONOMY» BALASSA, BELA AND MARCUS NOLAND, INSTITUTE FOR INTERNATIONAL ECONOMICS (1988)
–«MADE IN JAPAN», AKIO MORITA
–«THE JAPANESE ECONOMY», TAKATOSHI ITO, THE M.I.T. PRESS, CAMBRIDGE, MASSACHUSSETTS (1992)
–«THE HIRAIWA REPORT: GOALS OF ECONOMIC RESTRUCTURING», YASHIRO NAOHIRO, THE ECONOMIC EYE (SPRING 1994)
–THE MOODY’S INVESTOR SERVICE, REPORTS FOR JAPAN.
–«THE JAPANESE MAIN BANK SYSTEM», M. AOKI/H. PATRICK, OXFORD UNIVERSITY PRESS (1994)
–«RECENT CHANGES IN JAPAN’S LABOR MARKET AND THEIR IMPACT», BANK OF JAPAN, SPECIAL PAPER No. 202 (1991)
–«ECONOMIC SURVEYS OF JAPAN» 1991-95, ECONOMIC PLANNING AGENCY OF JAPAN.
–«THE RACE FOR GLOBAL LEADERSHIP: EUROPE, USA, JAPAN», P. MOURDOUKOUTAS, EUROPEAN BUSINESS REVIEW, Vol. 96, No. 4 (1996)
–«THE ECONOMIST», APRIL 1995.
–«NEWSWEEK», OCTOBER 1995

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου