*όπου ''Ενός'' στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ''άνθρωπος''. Έν=Ένα=One=Ο.Ν.Ε.=Ο.Η.Ε=UN=Γυνή=Οίνος=Venus/Αφροδίτη.

Η ''Πλειοψηφία του Ενός'' δεν αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι στην ζυγαριά της οικονομίας οι πολλοί βουλιάζουν και ο ένας διασώζεται αλλά, επιπροσθέτως, σημαίνει ότι αυτός ο ένας (1) άνθρωπος διασώζει κυρία και έλκει το πλοίο της κυβέρνησης, τον κύβο που ερρίφθη και βυθίζεται (όπως ακριβώς σε μιαν ζυγαριά όπου η μάζα των πολλών χάνεται λόγω του βάρους). Η βάση της ερευνητικής μεθόδου στηρίζεται στην διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία και την έκδοση αποτελεσμάτων μετρήσεων, ερευνών, ψηφοφορίας, εκλογής στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Κ. που διασώζουν μιαν χώρα -άνευ δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο)- από την ανισορροπία του Δημοσίου και από το “φούντο” του ταμείου της, δηλ. το Δ.Ν.Τ., με βάση τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και το εσωτερικό δίκτυο INNERNET πληρωμής της εργασίας των Ελλήνων κατ' οίκον: είναι το μοναδικό οικονομικό και τραπεζικό σύστημα στον κόσμο που λειτουργεί ως ραδιο-τηλεοπτικό κανάλι θετικών ειδήσεων και νέων μέσω προγραμμάτων και ταινιών με σκοπό την επικοινωνία με το κοινό. Αφενός χρησιμεύει ως Τράπεζα (Data Bank) πληροφοριών, δεδομένων και αίματος με προσωπική περιουσία 300 τρις Φοινίκων και αφετέρου βασίζεται στους θεσμούς της Ελεύθερης Οικονομίας ("Free Market"), στην απόλυτη τραπεζική πίστη, στο επιτόκιο Labor και στο ελληνικό νόμισμα οίκου (I.Q., συμβολική ονομασία για τον Φοίνικα, ο οποίος είναι το νόμισμα των Ελλήνων που αγαπούν την πατρίδα τους, που γνωρίζουν επαρκώς αρχαία και νέα Ελληνικά, Λατινικά, Αγγλικά, Γαλλικά κ.τ.λ., αγαπούν την έντεχνη μουσική, ελληνική και ξένη, και την ίδια την Τέχνη ενώ, με βάση την κατά κεφαλήν καλλιέργεια του Α.Ε.Π. αποτελεί την πλέον ανθούσα οικονομία στην Ευρώπη). Πρόκειται για μιαν νομισματική μονάδα που χαμηλότερη από αυτήν στον κόσμο σε αξία πλούτου δεν υπάρχει διότι πρωτίστως η νοημοσύνη και το νόμισμα των πολιτών που την χρησιμοποιούν δεν υποτιμάται ΠΟΤΕ: ειδικότερα, στηρίζεται στο νόμισμα της Αναγέννησης -ο Φοίνιξ- με βάση την ρήτρα E.C.U., δηλαδή 1 Φοίνιξ=3 Δολλάρια ενώ το Ευρώ υπολογίζεται με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των υπολοίπων νομισμάτων με βάση το E.C.U., το E.C.U. όμως υπολογίζεται ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!

ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΑ ΠΟΡΤΑΛ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΜΠΛΕΤ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ:

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ: www.my-insense.blogspot.com
ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΕΞΥΠΝΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ: wwwpropagenda.blogspot.gr
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΡΧ.ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ: wwwmetafrasths.blogspot.com ΣΕΛΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ TYΠΟ: www.prothexousia.blogspot.com MY-INSENSE: wwwmiss-insense.blogspot.com

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

"Η ΕΥΕΛΙΚΤΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ" - Διπλωματική εργασία του Χρήστου Π. Παπαχριστόπουλου Α' ΜΕΡΟΣ

Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Ευρωπαϊκή Οργάνωση και Διπλωματία"
Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης
Τομέας Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών

ΙΟΥΝΙΟΣ 1997


ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Εισαγωγή: Διαφοροποιημένη και Ευέλικτη Ολοκλήρωση - Μοντέλα Πολιτικής Θεωρίας και Ε.Ε. - Εναρκτήριος σχολιασμός

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Το δίλημμα της Ε.Ε. - Η επιλογή μεταξύ Ομοσπονδίας και Κοινοποιλιτείας - Η εμπειρία των ΗΠΑ - Η ισχύς των εθνικών κρατών, η υπερεθνικότητα και ο ευρωσκεπτικισμός - Ο θεσμικός διακυβερνητισμός - Η αγορά και η δημοκρατία - Νομιμοποίηση στην Ε.Ε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Η ιστορική εμπειρία της διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης - Από το παράγωγο στο πρωτογενές δίκαιο - Νομικές πτυχές και τεχνικά ζητήματα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Τα μοντέλα της Ε.Κ.: Η ευέλικτη ολοκλήρωση - Πολλαπλές ταχυτήτες - Σκληρός Πυρήνας - Μεταβλητή Γεωμετρία - Ευρώπη "a la carte" - Ομόκεντροι κύκλοι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Α. Η έκθεση Shauble-Lamers
1. Θεσμική ανάπτυξη στην Ε.Ε. και υλοποίηση της αρχής της επικουρικότητας
2. Ενίσχυση του σκληρού πυρήνα
Β. Οι Γαλλο-Γερμανικές πρωτοβουλίες
1. Η Γενική Ρήτρα Ευελιξίας
2. Οι ενισχυμένες μορφές αλληλεγγύης και η Ευρώπη των ανεξάρτητων εθνών-κρατών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Πολιτική Άμυνα (Protection Politique) - Πρωτόκολλο Άμυνας και Ευελιξία - Η Ρήτρα Αμοιβαίας Συνδρομής - Ε.Ε., ΝΑΤΟ και Δ.Ε.Ε. - Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Ταυτότητα - Η διπλωματία των υποσημειώσεων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Η ελληνική διαπραγματευτική στρατηγική - Το υπόμνημα για την Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔκΔ) - Το υπόμνημα για την Ευελιξία - Οι θέσεις των πολιτικών κομμάτων - Η διαφοροποίηση του Κ.Κ.Ε. στο ζήτημα των συνόρων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Οι διαπραγματεύσεις για την ευελιξία στην ΔκΔ - Όροι και προϋποθέσεις - Γενική και Ειδική Ρήτρα - Κομισιόν και Ευρ. Κοινοβούλιο - Το τελικό σχέδιο της Ολλανδικής προεδρίας

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η Νέα Συνθήκη της Ε.Ε. - Η σύνοδος του Άμστερνταμ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στην σφαίρα της δημοσιότητας κυριαρχούν πλέον, έστω και επιφανειακά, οι τροποποιήσεις οι οποίες συμφωνήθηκαν από την Σύνοδο Κορυφής στο Άμστερνταμ να επέλθουν στο κείμενο της ιδρυτικής Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Συνθήκης του Μάαστριχτ.
Στο Άμστερνταμ συζητήθηκε ένα κείμενο 157 σελίδων με 6 βασικές ενότητες αφιερωμένες στην ασφάλεια, την ελευθερία και την δικαιοσύνη, στις σχέσεις Ε.Ε.-πολίτη, στην κοινή εξωτερική πολιτική, στα θεσμικά όργανα, στις διατάξεις για την ευελιξία και, τέλος, στην απλούστευση και την κωδικοποίηση των Συνθηκών.
Ήδη, μετά την ολοκλήρωση της Συνόδου Κορυφής στο Άμστερνταμ, έχει ξεκινήσει μια τεχνική και νομική επεξεργασία για να κωδικοποιηθούν όλες οι τροπολογίες που κατατέθηκαν εκεί σε ένα τελικό κείμενο, το οποίο θα τεθεί υπόψιν των εκπροσώπων των 15 κρατών στην Διακυβερνητική Διάσκεψη ώστε να λυθούν και οι τελευταίες διαφωνίες.
Η επίσημη υπογραφή της νέας Συνθήκης της Ε.Ε. θα γίνει την 1η Οκτωβρίου 1997 ενώ θα ακολουθήσει η διαδικασία της επικύρωσής της από τα εθνικά κοινοβούλια των 15.
Στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 16ης Ιουνίου 1997 αποκρυσταλλώθηκε η σύνθεση των αντιλήψεων των 15 κρατών-μελών της Ε.Ε. για την μελλοντική οργάνωση της συμμαχίας τους, όπως αυτές εκφράσθηκαν σε μιαν ακόμη συλλογική διαπραγμάτευση στα πλαίσια του ιδιότυπου Ευρωπαϊκού Οργανισμού που διανύει το 40ο έτος λειτουργίας του. Άλλωστε, όλες οι προηγηθείσες στην ιστορική εμπειρία της Ε.Ε. διακυβερνητικές διασκέψεις συνεκλήθησαν προκειμένου να μεταβάλουν εκ των υστέρων με το κέρδος της αποκτηθείσας γνώσης το νομικό και θεσμικό πλαίσιο των θεμελιωδών Συνθηκών.
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, ωστόσο, ήταν η πρώτη από τις Συνθήκες που περιείχε σαφώς διάταξη με την οποία προβλεπόταν η διεξαγωγή Διακυβερνητικής Διάσκεψης (ΔΚΔ) για την αναθεώρησή της 4 έτη ύστερα από την εφαρμογή της. Αξιοσημείωτο είναι, ακόμη, το γεγονός ότι η Συνθήκη αυτή δεν έλαβε καμίαν απολύτως πρόνοια για την μελλοντική διεύρυνση της Ε.Ε. με νέα κράτη-μέλη, με αποτέλεσμα να γίνει αντιληπτό την περίοδο 1992-1996 ότι είχε δημιουργηθεί συνωστισμός στον προενταξιακό θάλαμο από κράτη τα οποία επιθυμούσαν την εισδοχή τους στην Ε.Ε. αλλά (και αντιστρόφως) ήταν επιβεβλημένο για διαφόρους λόγους να προσδεθούν στην Ε.Ε.
Στο επιχείρημα που αντιτάσσεται ότι το θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε. απορρόφησε στο παρελθόν τους κραδασμούς που προκλήθηκαν από 4 διευρύνσεις, το αντεπιχείρημα είναι ότι τούτο συνέβη διότι, προκειμένου να μην σημειωθούν ρωγμές στην ευρωπαϊκή δομή, εφαρμόστηκε σε αυτές τις περιπτώσεις με επιτυχία η λογική της «διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης». Με την λειτουργία του προτύπου της «διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης» δόθηκε η δυνατότητα στα κράτη που ήδη είχαν ενταχθεί να απολαμβάνουν με ομόφωνη απόφαση της Ε.Ε. ευνοϊκής μεταχείρισης μέσω ειδικών προσυμφωνημένων ρυθμίσεων ώστε να μπορούν να ενσωματωθούν με την πλέον αποδοτική, συμφέρουσα και ομαλή διαδικασία στους θεσμούς, στα όργανα και στο πλαίσιο λειτουργίας της Ε.Ε.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση συμβάδισε, επομένως, με την «διαφοροποιημένη ολοκλήρωση» σε διάφορες περιόδους όπου αυτό εκρίθη αναγκαίο: μάλιστα, με την Συνθήκη του Μάαστριχτ και ειδικά τις διατάξεις για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση αποδέχτηκε,[1] επισημοποίησε[2] και προσέδωσε ξανά ενδιαφέρον σε αυτήν την έννοια τόσο από την οπτική του Ευρωπαϊκού Δικαίου όσο και από την προοπτική της επικείμενης διεύρυνσης.
Το ζήτημα των μορφών που θα λάβει η «διαφοροποιημένη ολοκλήρωση» τίθεται εκ νέου στο επίκεντρο διότι αναφέρεται διαρκώς το τελευταίο διάστημα σε συνάρτηση με το εγχείρημα της Ε.Ε. να προσεγγίσει σταδιακά τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μέσω των συμφωνιών εταιρικής σχέσης και συνεργασίας, των συμφωνιών σύνδεσης και των ευρωπαϊκών συμφωνιών. Στον δημόσιο διάλογο που διεξήχθη στα 15 κράτη της Ε.Ε. παράλληλα με την πρόοδο των εργασιών της ΔΚΔ για την αναθεώρηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η «διαφοροποιημένη ολοκλήρωση» (μεταξύ όλων των παραλλαγών με τις οποίες έχει παρουσιαστεί ως τώρα ή θα μπορούσε να εμφανιστεί) ενσαρκώνεται στην εξειδικευμένη της μορφή υπό το σχήμα της «ευέλικτης ολοκλήρωσης».
Η «ευέλικτη ολοκλήρωση» αποτελεί μιαν σύνθετο θεωρητική κατασκευή που προβλήθηκε με σκοπό να επιλυθεί ένα παράδοξο, το δίχως άλλο, ζήτημα και να συμβιβάσει δύο –φαινομενικά αντίθετες– επιλογές: την θεσμική εμβάθυνση και την διεύρυνση της Ε.Ε.
Η ευελιξία-flexibility είναι, άλλωστε, η ουσιαστική καινοτομία της νέας Συνθήκης του Άμστερνταμ με πεδίο ισχύος τον πρώτο και τον τρίτο πυλώνα της Ε.Ε.
Η «ευέλικτη ολοκλήρωση» θα τεθεί στο επίκεντρο της ανάλυσης στην μελέτη αυτή διότι εκτιμάται ότι θα ήταν η προσφορότερη εναλλακτική λύση για να ξεπεραστεί η αντίθεση ανάμεσα στο αίτημα για θεσμική εμβάθυνση και στην ανάγκη να υπάρξει διεύρυνση με νέα μέλη της Ε.Ε. Στην πορεία, πάντως, θα περιγραφούν –για να ισχύει η υποστήριξη της «ευέλικτη ολοκλήρωση»– άκαμπτες, εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις ώστε να είναι αποδοτική αυτή η σύζευξη ευέλικτης ολοκλήρωσης-εμβάθυνσης-διεύρυνσης.
Θα ήταν τουλάχιστον δογματικό να λάβει κανείς τις δύο ακραίες θέσεις: είτε πως η ευέλικτη ολοκλήρωση αποτελεί πανάκεια είτε πως, επειδή πράγματι περιέχει κινδύνους για επέκταση του δημοκρατικού ελλείμματος, θα πρέπει εκ των προτέρων να απορριφθεί.
Την χρυσή τομή σε ό,τι αφορά τον κίνδυνο να διαρραγεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και να οδηγηθεί σε παράλυση όσον αφορά την διαμόρφωση πολιτικής και την λήψη αποφάσεων, την προσδιορίζουν διάφορα μοντέλα θεσμικής εμβάθυνσης της Ε.Ε., τα οποία έχουν κατατεθεί στην δημόσια συζήτηση για το δύσκολο αυτό ζήτημα. Αυτά τα μοντέλα[3] έχουν αναπτυχθεί στην εξιδανικευμένη τους μορφή με εμφανή την προσπάθεια να εξαλειφθούν οι όποιες ενδεχομένως αρνητικές τους επιπτώσεις και ταυτόχρονα να εμφανιστούν τα θετικά στοιχεία στην πλέον βελτιωμένη εκδοχή τους.
Ο μελετητής οφείλει να είναι προσεκτικός και να αντιλαμβάνεται τα λεπτά εκείνα όρια που τον βοηθούν στην σωστή διάκριση των ιδεοτύπων που εξετάζει. Π.χ. οι ιδεότυποι για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτελούν αποφάνσεις όχι μόνο για το τι είναι η Ε.Ε. και για το πώς αυτή λειτουργεί αλλά και για το πώς θα πρέπει να λειτουργεί.
Επιπλέον, ο μελετητής οφείλει να διακρίνει από ποια στάδια διήλθε ένα τέτοιο μοντέλο στο παρελθόν ώστε να κατανοήσει το πλήρες περιεχόμενό του σήμερα, καθώς το μοντέλο που τώρα επικρατεί έχει παραχθεί και διαμορφωθεί ύστερα από μια διαδικασία απόρριψης ή αφομοίωσης προγενέστερων ιδεών,[4] δηλ. είναι και το ίδιο ένα αμάλγαμα αντιλήψεων.
Η «ευέλικτη ολοκλήρωση» ως τέτοιο πρότυπο ενοποίησης έχει –στην βασική της φιλοσοφία– αποσπάσει ήδη την συγκατάθεση εντός της Ε.Ε. ενώ υποστηρίζεται από την ευρωπαϊκή ελίτ και τους διαμορφωτές κοινής γνώμης.
Η τεκμηρίωση που ακολουθεί στο πρώτο κεφάλαιο υποστηρίζει το επιχείρημα ότι όλοι έχουν αντιληφθεί την ανάγκη να εξελιχθεί η Ε.Ε. σε μιαν χαλαρή Συν-Ομοσπονδία (Loose Federation-Staatenbund-Federated Union of National States κατά Ζακ Ντελόρ). Η Συνομοσπονδία αυτή θα λειτουργεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο υπερεθνικών θεσμικών διαδικασιών με σκοπό να υπερασπίζει το κοινό συμφέρον των ανεξάρτητων κρατών που ηθελημένα τίθενται κάτω από τον έλεγχό της αλλά διατηρούν ανέπαφη την εθνική τους κυριαρχία (εκτός εάν πρόκειται να παραχωρήσουν αμοιβαία τμήμα αυτής της κυριαρχίας προκειμένου το σύνολο της Ε.Ε. να αποκτήσει μεγαλύτερα πλεονεκτήματα). Τα προβλήματα που εγκυμονεί μια τέτοια εξέλιξη δεν είναι ασφαλώς αμελητέα –αντίθετα, οι περισσότερες κριτικές συμπυκνώνονται στο σημείο ότι πρόκειται για μιαν επικίνδυνη σχοινοβασία, μιαν παρατεταμένη αμφιταλάντευση σε αντίθεση με το παράδειγμα των ΗΠΑ, οι οποίες επέλεξαν να συγκροτήσουν ενιαίο ομοσπονδιακό κράτος. Εδώ ακριβώς ξεκινά η διαφοροποίηση μεταξύ των μοντέλων που εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία της «ευέλικτης ολοκλήρωσης». Πρόκειται για αντιλήψεις που, αντλώντας διδάγματα από την συσσωρευμένη εμπειρία των 40 ετών της Ε.Ε., συνιστούν σύγχρονες μεθόδους ώστε να προχωρήσει ταχύτερα η «ευρωπαϊκή νηοπομπή».
Πράγματι, από τις Συνθήκες προκύπτει –όπως θα περιγραφεί στο δεύτερο κεφάλαιο– ότι η «διαφοροποιημένη» ολοκλήρωση συνετέλεσε στην ενοποιητική προσπάθεια διότι λειτουργούσε σε μεταβατικό στάδιο, κατ’ εξαίρεσιν μόνο, ενώ τώρα προτείνεται αυτές οι προσωρινές διατάξεις να θεσμοποιηθούν. Γίνεται εδώ προσπάθεια να κωδικοποιηθούν συνοπτικά τα νομικά ζητήματα που δημιουργούνται από το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων για την υπογραφή της Νέας Συνθήκης για την Ε.Ε. ως προς την έννοια της διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης και των μοντέλων που απορρέουν από αυτήν. Επίσης, να τεθεί ένα πλέγμα συνθηκών οι οποίες θεωρούνται απαραίτητες για την αποδοτική λειτουργία της Ε.Ε. μετά το έτος 2000.
Αναδρομή στο ιστορικό εκείνων των παραλλαγών και αποχρώσεων που συναποτελούν την «διαφοροποιημένη» και την «ευέλικτη» ολοκλήρωση γίνεται στο κεφάλαιο τρίτο. Στην δέσμη αυτών των ιδεών περικλείονται ακραιφνείς ή ήπιες διακυβερνητικές αντιλήψεις (a la carte-ομόκεντροι κύκλοι) καθώς και ποικίλες μορφές ενισχυμένης συνεργασίας (σκληρός πυρήνας-μαγνητικό πεδίο-πολλαπλές ταχύτητες-μεταβλητή γεωμετρία).
Η επιχειρηματολογία υπέρ και κατά αυτού του μοντέλου της μεταβλητής γεωμετρίας καθώς και των «ενισχυμένων μορφών αλληλεγγύης» βρίσκεται στο τέταρτο κεφάλαιο, όπου αναλύεται επίσης το πλέγμα των σχέσεων Γερμανίας-Γαλλίας-Μεγ. Βρεττανίας.
Κεντρική θέση στην εργασία είναι η άποψη ότι η «ευέλικτη ολοκλήρωση» και, ειδικότερα, το μοντέλο της «μεταβλητής γεωμετρίας» θα οδηγήσει στην συγκρότηση μεταβαλλόμενων ενδοευρωπαϊκών συσπειρώσεων που θα ανασυντίθενται και θα μεταλλάσσονται για διαπραγματευτικούς λόγους. Σε αυτούς τους άξονες θα είναι αναπόφευκτη η συνδρομή των μικρών χωρών όπως η Ελλάδα, η οποία θα μπορεί να συντάσσεται για να προστατεύσει τα θεμιτά εθνικά της συμφέροντα με τις ισχυρές χώρες. Η ανάδειξη της Μεγ. Βρεττανίας σταδιακά σε τρίτον ευρωπαϊκό πόλο συμβάλλει προς την κατεύθυνση αυτή, αν και η Ελλάδα διαθέτει περισσότερες ελπίδες αν στραφεί στην δημιουργία γεφυρών και δεσμών πιο μόνιμων με την Γερμανία.
Αυτό αποδεικνύεται, εξάλλου, και στο πέμπτο κεφάλαιο όπου αναπτύσσεται το επιχείρημα ότι η ευέλικτη ολοκλήρωση στο πεδίο της ΟΝΕ θα μπορούσε να μεταφερθεί στο πεδίο της Άμυνας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στο Άμστερνταμ συμφωνήθηκε να μην ισχύει η «ευελιξία» στον δεύτερο πυλώνα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Άμυνας (ΚΕΠΠΑ), υπάρχει η υπογραφή πρωτοκόλλου για την Άμυνα που δημιουργεί αισιοδοξία προς την κατεύθυνση αυτή. Πόσο μάλλον όταν υπάρχει ήδη εκπεφρασμένη η θέληση 8 κρατών της Ε.Ε. υπέρ της υπογραφής πρωτοκόλλου για την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα. Οι στόχοι αυτοί είναι εφικτοί, καθώς απαιτείται από την ελληνική διπλωματία να προωθήσει μιαν νέα στρατηγική σε σχέση με το παρελθόν. Η στρατηγική αυτή θα πρέπει να είναι, κατά κάποιον τρόπο, «επαναστατική», εντελώς νέα συγκριτικά με τις καθιερωμένες συνήθειες και την συμβατική σοφία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Στο έκτο κεφάλαιο αυτής της εργασίας παρατίθενται οι θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, όπως διαμορφώθηκαν κατά την διάρκεια της ΔΚΔ για τα ζητήματα της ευέλικτης ολοκλήρωσης, της μεταβλητής γεωμετρίας, των πολλαπλών ταχυτήτων και για το δικαίωμα αρνησικυρίας/βέτο. Είναι, βέβαια, θλιβερό και απαισιόδοξο το συμπέρασμα ότι ο δημόσιος διάλογος για τα ζητήματα αυτά περιορίζεται μόνο σε ακαδημαϊκό επίπεδο, καθώς η προβολή τους στην σφαίρα της δημοσιότητας είναι αντιστρόφως ανάλογη με την σημασία που πράγματι διαθέτουν. Λυπηρό είναι, επίσης, να επικρατεί και στην πολιτική ηγεσία τεράστια σύγχυση για τις έννοιες που αναλύονται στην εργασία αυτή και να μην υπάρχει στοιχειώδης κατανόηση των ευρωπαϊκών εξελίξεων.
Για τον λόγο αυτό, στο έβδομο κεφάλαιο γίνεται σύγκριση με την στάση των υπολοίπων 11 ευρωπαϊκών κυβερνήσεων γύρω από αυτά τα ζητήματα και τους όρους που τίθενται για την αποδοχή της «ευέλικτης ολοκλήρωσης». Γίνεται, επίσης, η καταγραφή των διαπραγματεύσεων στην ΔΚΔ και της συνεισφοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ομάδας Προβληματισμού, με έμφαση στο θέμα της αρχής της «ευελιξίας».
Ας ληφθεί υπόψιν ότι η τελευταία συνεδρίαση των εκπροσώπων των 15 στα πλαίσια της ΔΚΔ έγινε στις 28 Μαΐου 1997. Το τελικό σχέδιο της νέας Συνθήκης, όπως διαμορφώθηκε ύστερα από το σύνολο των διαπραγματεύσεων, υποβλήθηκε από την Ολλανδική προεδρία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Άμστερνταμ.
Η Σύνοδος Κορυφής έκανε δεκτή τελικά την πρόταση να αναβληθεί προσωρινά η λήψη οποιασδήποτε απόφασης σχετικά με την αναμόρφωση των θεσμών της Ε.Ε. Συμφωνήθηκε, όμως, ότι στο μέλλον θα γίνει μια νέα Διακυβερνητική Διάσκεψη, πριν φτάσει η Ε.Ε. στα 20 της κράτη-μέλη, για να αναζητηθούν συμβιβαστικές λύσεις σε δύο κρίσιμα ζητήματα: στον αριθμό των Επιτρόπων της Κομμισσιόν και στην αντιστάθμιση των ψήφων στο πλαίσιο του Συμβουλίου Υπουργών. Έως τότε, θα διατηρηθεί το υπάρχον καθεστώς.
Σημειώνεται ότι η συγγραφή της κυρίας ενότητας της μελέτης αυτής ολοκληρώθηκε λίγες ημέρες μετά την Διάσκεψη Κορυφής του Άμστερνταμ. Στον επίλογο, άρα, περιλαμβάνονται οι νέες ρυθμίσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Το τελευταίο διάστημα 3 κεντρικά ζητήματα προβληματισμού κερδίζουν έδαφος στην δημόσια συζήτηση ανάμεσα σε όσους διαθέτουν κριτική σκέψη και ασχολούνται με θέματα ευρωπαϊκής ενοποίησης. Πρόκειται για 3 ενότητες θεμάτων, οι οποίες αναδείχθηκαν στο προσκήνιο κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την τροποποίηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ ενώ μόνο στην Ελλάδα παραμένουν, δυστυχώς, στο περιθώριο.
Είναι πρωταρχικής σημασίας για όποιον ενδιαφέρεται για την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής τα επόμενα χρόνια να γνωρίζει τον προβληματισμό γύρω από αυτά τα θέματα, προκειμένου να δικαιούται να τοποθετηθεί και να εκφέρει γνώμη σχετικά. Στην συνέχεια, θα επιχειρηθεί μέσα από τις διαθέσιμες πηγές να αναπλαστεί αυτός ο σύγχρονος προβληματισμός υπό το πρίσμα της ανάγκης να γίνει κατανοητή η βασική θεωρητική προσέγγιση από την οποία διαπνέεται αυτή η εργασία.
——— ——— ——— ———
Α. Η πρώτη ενότητα, λοιπόν, συνδέεται με το ερώτημα εάν η Ε.Ε. θα αποκτήσει τελικά συγκεντρωτικούς μηχανισμούς εξουσίας που θα λειτουργούν με βάση την αρχή της αντιπροσωπευτικότητας και με αποκεντρωμένους θεσμούς διοίκησης. Εάν, δηλαδή, θα γίνει ενιαία ομοσπονδία όπως οι ΗΠΑ και με την μορφή των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.
Μια τόσο φιλόδοξη επιλογή, πάντως, θα προϋπέθετε ότι στο ευρωπαϊκό αυτό οικοδόμημα θα υπήρχε βαθμιαία απαλλοτρίωση της κυριαρχίας και των 15 κρατών της Ε.Ε. και, επιπλέον, θα εγκαθιδρυόταν μια ενιαία κυριαρχία, την οποία θα ασκούσαν όργανα τα οποία θα εκλέγονταν από ένα ενιαίο εκλογικό σώμα και θα λογοδοτούσαν σε αυτό. Σε αυτήν την περίπτωση, η Ε.Ε. θα αποτελούσε ουσιαστικά ενιαίο κράτος.
Το εναλλακτικό μοντέλο που θα μπορούσε η Ε.Ε. να υϊοθετήσει είναι αυτό της Κοινοπολιτείας («Commonwealth»), κάτι το οποίο προϋποθέτει χωριστές και διακριτές κυριαρχίες καθώς και λήψη των αποφάσεων για τις κοινές πολιτικές της Ε.Ε. σε διακυβερνητική βάση.
Αντιμετωπίζει, επομένως, η Ε.Ε. το δίλημμα,[5] το οποίο αντιμετώπισε η Αμερικανική Συμπολιτεία τον 19ο αιώνα. Το αρχικό Σύνταγμα των ΗΠΑ όριζε ότι το πολίτευμα περιείχε ταυτόχρονα λειτουργίες Κοινοπολιτείας και λειτουργίες Ομοσπονδίας. Το δίλημμα απαντήθηκε ύστερα από τον Εμφύλιο Πόλεμο 1860-64 με την επιλογή της ενιαίας ομοσπονδίας.
Οι ΗΠΑ υπήρξαν με τον τρόπο αυτό το πρώτο βιώσιμο και το πλέον επιτυχημένο ομοσπονδιακό κράτος και αυτό διότι οι περισσότερες απόπειρες συγκρότησης ομοσπονδίας διεθνώς απέτυχαν.[6]
Στις ΗΠΑ, όμως, υπήρχε κοινή γλώσσα, κοινός πολιτισμός, κοινή θρησκεία, αντιπροσωπευτικοί θεσμοί και ενιαίο δίκαιο. Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό ότι το Αμερικανικό Σύνταγμα εξετάστηκε και εγκρίθηκε από ειδική Συντακτική Συνέλευση, ετέθη σε δημόσια συζήτηση σε κάθε πόλη των ΗΠΑ, επικυρώθηκε από τις Πολιτείες, ψηφίστηκε από δημοκρατικά εκλεγμένες αντιπροσωπείες και, κατόπιν, εμπλουτίστηκε με ειδικές τροπολογίες.
Η παράθεση αυτών των γεγονότων απέναντι στην ιστορία της Ε.Ε. είναι ιδιαίτερα διδακτική.[7]
Στην Ευρώπη υπάρχουν διαφορετικοί γλωσσικοί κώδικες, πολλαπλές πολιτισμικές ιδιαιτερότητες καθώς και διαφορετικά θρησκευτικά σχήματα. Επιπλέον, δεν υπάρχει κοινή νομοθετική και κοινοβουλευτική παράδοση. Αντίθετα, τα κράτη της Ευρώπης για δεκαετίες στο παρελθόν επιδίδονταν σε στρατιωτικές συγκρούσεις, κάτι το οποίο επέτεινε τον διχασμό στο εσωτερικό της.
Για αυτούς ακριβώς τους λόγους, άλλωστε, αναδείχθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η ανάγκη να προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση. Και βέβαια, από την πλευρά της ευρωπαϊκής ασφάλειας και σταθερότητας, το εγχείρημα πέτυχε απόλυτα. Για αυτόν τον λόγο δεν αμφισβητείται η ομοσπονδιακή προοπτική της Ε.Ε.
Σε αυτήν την προοπτική, ωστόσο, υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο η ενοποίηση δεν πρέπει και δεν μπορεί να επεκταθεί.
Οι περισσότεροι αναλυτές, ήδη από την στιγμή που υπεγράφη η Συνθήκη της Ε.Ε., αντιλήφθηκαν[8] ότι η Ευρώπη δημιουργεί ένα ιστορικά πρωτόγνωρο πρότυπο ενοποίησης, που εμπνέεται από το ομοσπονδιακό μοντέλο και προσεγγίζει σε αυτό, αλλά δεν είναι μια κλασσική Ομοσπονδία, τύπου ΗΠΑ. Αντιλήφθηκαν, επίσης, ότι η Ε.Ε. δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κλίβανος (melting pot) μέσα στον οποίο θα ισοπεδώνονται οι διαφορετικές πολιτιστικές ταυτότητες και θα εξαφανίζεται πλήρως η κυριαρχία των κρατών που την αποτελούν.
Ο προβληματισμός για αυτήν την πρώτη ενότητα θεμάτων μας εισάγει στην δεύτερη ενότητα, στο ζήτημα της ισχύος των εθνικών κρατών εντός της Ε.Ε.
——— ——— ——— ———
Β. Στον ευρωπαϊκό χώρο αυτήν την στιγμή συγκρούονται 2 μεγάλες τάσεις ιδεών.
Την πρώτη τάση αντιπροσωπεύουν οι δυνάμεις οι οποίες θεωρούν ότι, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι διεθνείς εξελίξεις στον οικονομικό και τεχνολογικό τομέα, θα πρέπει να υπάρξει υπέρβαση των εθνικών θεσμικών πλαισίων και να αναδειχθεί η έννοια της υπερεθνικότητας.
Η υπερεθνικότητα βασίζεται στην αρχή της μη διάκρισης μεταξύ των κρατών και μεταξύ των πολιτών, στον αμετάκλητο χαρακτήρα της αμοιβαίας εκχώρησης τμημάτων της εθνικής τους κυριαρχίας και, τέλος, στην ικανότητα της Ε.Ε. να παράγει δίκαιο υπέρτερο από τις εθνικές νομοθεσίες.
Η δεύτερη τάση ιδεών τάσσεται, κυρίως στο πολιτικό επίπεδο, υπέρ του διακυβερνητικού προτύπου και της επανεθνικοποίησης στην λήψη των αποφάσεων σε διάφορους τομείς άσκησης πολιτικής. Η τάση αυτή συγκεντρώνει υποστήριξη και από τις τάξεις των Ευρω-σκεπτικιστών, οι οποίοι θεωρούν ότι οι Βρυξέλλες επιθυμούν να καταστρέψουν την εθνική κυριαρχία και να την αντικαταστήσουν από υπερεθνικές, ανεξέλεγκτες δομές.
Το επιχείρημα αυτό επενδύεται, εξάλλου, και με την άποψη ότι υπάρχει ασυμμετρία μεταξύ του πολιτικού μοντέλου διακυβέρνησης της Ε.Ε. και της πλήρους νομισματικής ενοποίησης. Θεωρούν ότι υπάρχει θεσμική ανισορροπία ανάμεσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την –υπό εκκόλαψη– Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με αποτέλεσμα αυτή η ασυμμετρία να κυοφορεί ένα διαρκώς αυξανόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα».
Από την παράθεση αυτών των δύο τάσεων γίνεται σαφές ότι οι υποστηρικτές της υπερεθνικότητας κάνουν σωστές εκτιμήσεις για την παγκοσμιοποίηση των αγορών και την ανάγκη η Ε.Ε. να γίνει πιο ανταγωνιστική και να ισχυροποιηθεί σε διεθνές επίπεδο. Είναι γεγονός, όμως, ότι η ενοποίηση που εμβαθύνει στο οικονομικό επίπεδο δεν συνοδεύεται από παράλληλη ενοποίηση σε πολιτικό επίπεδο.
Οι υποστηρικτές της αντίθετης τάσης αμφιβάλλον έντονα για την ανάγκη να μειωθεί η κυριαρχία των εθνικών κρατών προκειμένου να ισχυροποιηθεί η Ε.Ε. και θέλουν να είναι οι εθνικές κυβερνήσεις εκείνες οι οποίες θα λαμβάνουν τις αποφάσεις εξετάζοντας το εθνικό συμφέρον και έχοντας την αποδοχή του λαού με δημοκρατικές διαδικασίες.
Η σύγκρουση των 2 τάσεων οδηγεί σε μιαν δημιουργική σύνθεση, την οποία αποδέχεται η πλειοψηφία της Ε.Ε. όπως εκφράζεται από τα επίσημά της όργανα,[9] από τις διάφορες ελίτ και τους διαμορφωτές κοινής γνώμης: η Ε.Ε. θα πρέπει να προασπίζει τα συμφέροντα των κρατών-μελών της, αυτά τα κράτη θα πρέπει να συμβιώνουν ειρηνικά, να είναι ανεξάρτητα ως προς την επιδίωξη των εθνικών τους δικαίων αλλά να πειθαρχούν[10] στο πολιτικό μοντέλο διακυβέρνησης (από την στιγμή που κάθε κράτος της Ε.Ε. εκχωρεί ηθελημένα τμήμα της εθνικής του κυριαρχίας για ένα ευρύτερο κοινό συμφέρον).
Ειδικά ως προς την επιδίωξη των εθνικών συμφερόντων μέσα από τον σεβασμό της Ένωσης, θεμελιώδης είναι η συνεισφορά της θεωρίας του θεσμικού διακυβερνητισμού.[11]
Η θεωρία αυτή προσφέρει το ερμηνευτικό πλαίσιο για να κατανοηθεί το γεγονός ότι η δημιουργία και η επιτυχία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οφείλεται στις σκληρές διακρατικές διαπραγματεύσεις και σους συμβιβασμούς (στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή) μεταξύ των κυβερνητικών ελίτ που συνεργάστηκαν σε διακυβερνητική βάση προκειμένου να προστατεύσουν την εθνική τους κυριαρχία.
Σε αυτές τις διαπραγματεύσεις συχνά δίνονται ισχυρά ανταλλάγματα οικονομικής ή επιχειρηματικής φύσεως, ανταλλάσσονται πληροφορίες, αποκτάται εμπειρία για την διεκδίκηση των εθνικών επιδιώξεων ενός κράτους και ουσιαστικά διαμορφώνεται η ρέουσα πολιτική ιστορία της Ε.Ε. (ακόμα και μέσω μικρών λεπτομερειών που συνδέονται με την προσωπικότητα των διαπραγματευτών ή την τύχη και όχι τόσο από την ιδεολογική θέση κάθε χώρας).
——— ——— ——— ———
Γ. Η τρίτη ενότητα προβληματισμού πηγάζει από το γεγονός ότι οι οικονομικές δομές, οι οποίες υϊοθετούνται αυτήν την στιγμή από την Ε.Ε., δεν λύνουν προβλήματα δημοκρατίας, κυριαρχίας και –εν τέλει– νομιμοποίησης. Απαιτούνται επιπλέον εξισσοροππητικοί θεσμοί πολιτικής ολοκλήρωσης.
Αν θεωρηθεί ότι η ΟΝΕ και η οικονομία της αγοράς μπορεί να υποκαταστήσουν την δημοκρατία, τότε τίθεται σε κίνδυνο και η δημοκρατία και η ευρωπαϊκή ενοποίηση. Χρειάζονται, επομένως, συμπληρωματικοί θεσμοί.
Σήμερα, η δημοκρατική νομιμοποίηση εκφράζεται μέσω των εθνικών κυβερνήσεων. Είναι, όμως, αδιευκρίνιστα ακόμη τα όρια μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων, Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Συμβουλίου Υπουργών. Είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς με ποιον τρόπο και για ποια θέματα αντλούν την νομιμοποίησή τους οι θεσμοί και τα όργανα της Ε.Ε. Προς το παρόν, η δημοκρατική νομιμότητα και η διαφάνεια με την λήψη κατά πλειοψηφία αποφάσεων δεν είναι εύκολο να υπάρξει όσο δεν διαμορφώνεται για μεγάλα ζητήματα στην Ευρώπη κοινή ευρωπαϊκή συνείδηση από τους πολίτες της Ε.Ε.[12]
Η κατάσταση αυτή επιχειρήθηκε το τελευταίο διάστημα να αλλάξει, όταν στην δημόσια συζήτηση για την αναθεώρηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ (με την οποία θεσπίστηκε η ιθαγένεια της Ε.Ε. και αναγνωρίστηκε ο σεβασμός της εθνικής ταυτότητας που φέρει κάθε πολίτης της Ένωσης) κατατέθηκαν διάφορες καινοτόμες προτάσεις με σκοπό ακριβώς να διευρύνουν την δημοκρατική νομιμοποίηση και υποστήριξη των επιλογών της Ε.Ε. από τους πολίτες της.
Οι προτάσεις αυτές συζητήθηκαν ευρύτατα σε όλες τις χώρες –πλην της Ελλάδας– και κωδικοποιούνται σε μιαν συνολική δέσμη, η οποία αποτελείται από τα εξής αιτήματα:
i) να διεξάγονται δημοψηφίσματα σε όλες τις χώρες-μέλη της Ε.Ε. για μεγάλα ζητήματα όπως η ευρωπαϊκή άμυνα.[13]
ii)να θεσπιστεί ρήτρα για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ε.Ε. και, όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται σοβαρά και διαρκώς από ένα κράτος της Ε.Ε.,[14] τότε να αναστέλλεται η συμμετοχή του σε αυτήν ή προσωρινά να του αφαιρείται το δικαίωμα ψήφου.
iii)να απαγορευθεί κάθε είδους διάκριση στην ευρωπαϊκή επικράτεια εις βάρος των πολιτών της Ε.Ε.
Ανοιχτό, βέβαια, παραμένει και το ζήτημα της ψήφισης Συντάγματος της Ε.Ε., το οποίο να αντιμετωπίζει το κεντρικό ζήτημα της έλλειψης νομιμοποίησης και να διαλύει την σύγχυση για τα όρια αρμοδιοτήτων μεταξύ Ε.Ε., εθνικών κυβερνήσεων, Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εθνικών κοινοβουλίων και Επιτροπής Περιφερειών.
Το ζήτημα θα παραμείνει ανοιχτό εάν δεν αποφασιστεί πρώτα ποιο όργανο και με ποιαν νομιμότητα θα συντάξει ένα τέτοιο συνταγματικό κείμενο.
Η ύπαρξη της νομιμοποίησης είναι εντελώς απαραίτητη[15] για να επιτευχθεί το πρότυπο ενοποίησης που απορρέει από την ως τώρα περιγραφή του σύγχρονου προβληματισμού (σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο) γύρω από την ευρωπαϊκή προοπτική.
Η επιβίωση, βέβαια, της Ε.Ε. σε διεθνές επίπεδο ως χαλαρής συνομοσπονδίας εξαρτάται και από την ερμηνεία που θα δοθεί στην συσσωρευμένη γνώση για τις συνθήκες υπό τις οποίες λειτούργησε στο παρελθόν η «διαφοροποιημένη ολοκλήρωση».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Στην ακαδημαϊκή ορολογία με τον μανδύα της έννοιας της «διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης» καλύπτονται διαφορετικοί ρυθμοί ολοκλήρωσης οι οποίοι εμφανίστηκαν τόσο στο πλαίσιο της εφαρμογής των ιδρυτικών Συνθηκών όσο και παράλληλα ή συμπληρωματικά με αυτές.
Ο όρος «διαφοροποιημένη ολοκλήρωση»[16] δεν χρησιμοποιείται πάντοτε ενιαία –με αποτέλεσμα να νοηματοδοτείται με διαφορετικό εκάστοτε περιεχόμενο από πληθώρα επιστημόνων.
Γενικά, η «διαφοροποιημένη ολοκλήρωση» χαρακτηρίζει τις ισχύουσες ρυθμίσεις και πρακτικές των Συνθηκών που δεν επιτρέπουν σε ορισμένα κράτη της Ε.Ε. να παρακολουθούν πλήρως (ή να συμμετέχουν σε) συγκεκριμένα πεδία
της ενοποιητικής προσπάθειας.
Η δυνατότητα να εμφανισθούν διαφοροποιημένες μορφές ενοποίησης μεταξύ των κρατών της Ε.Ε. υπήρχε ανέκαθεν στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο. Αυτές οι δυνατότητες σταδιακά εντάσσονται και στο πρωτογενές δίκαιο (το άρθρο 235 επιτρέπει, άλλωστε, την δράση εκτός των θεσμών της Ε.Ε. με ύπαρξη ομοφωνίας).
Αν εξεταστεί από την αρχή η διαδικασία ολοκλήρωσης στην Ε.Ε. θα γίνει σαφές ότι η στενότερη συνεργασία μεταξύ ορισμένων κρατών-μελών σε συγκεκριμένους τομείς αποτελούσε αποδεκτή πρακτική μόνο όταν δεν απέβαινε εις βάρος των κοινοτικών πολιτικών και διαδικασιών.[17]
Οι ιδρυτικές Συνθήκες για εξαιρετικές περιπτώσεις έκτακτων πολιτικών καταστάσεων προέβλεπαν ανέκαθεν ειδικές ρυθμίσεις.[18]
Χαρακτηριστικότερο είναι το παράδειγμα της παραχώρησης προθεσμιών από την Ε.Ε. προς τα κράτη-μέλη της για την εκτέλεση οδηγιών λόγω της ύπαρξης και της αναγνώρισης ειδικών προβλημάτων.
Οι προθεσμίες αυτές ποτέ δεν υπήρξαν αόριστες αλλά καθορίζονταν συγκεκριμένα,[19] αν και μπορούσαν σε μεμονωμένες περιπτώσεις να είναι εξαιρετικά μεγάλες. Οι διαφορετικής διάρκειας μεταβατικές περίοδοι που παραχωρούνται στα κράτη-μέλη για την προσαρμογή του νομικού τους συστήματος στο Κοινοτικό Δίκαιο αποτελούν τυπική περίπτωση «διαφοροποιημένης» ολοκλήρωσης.
Ωστόσο, μπορεί να υπάρξει διάκριση μεταξύ αυτών των περιπτώσεων που ρητά περιέχονταν στις Συνθήκες και των πρακτικών «διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης» που αναπτύχθηκαν δίχως να εδράζονται σε συγκεκριμένες ρυθμίσεις.
Η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση (Δ.Ε.Ε.) αποτέλεσε μιαν μορφή ολοκλήρωσης που βρισκόταν ανέκαθεν εκτός του θεσμικού πλαισίου της Ε.Κ. Σύμφωνα με την Συνθήκη της Ε.Ε., η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί «αναπόσπαστο μέρος της ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Παράλληλα, όμως, δεν είναι όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης μέλη της Δ.Ε.Ε. ούτε και υποχρεούνται να γίνουν.
Οι χώρες οι οποίες δεν συμμετέχουν σήμερα στην Δ.Ε.Ε. έχουν επιλέξει αυτήν την αποχή από μέτρα αμυντικής πολιτικής κυρίως για λόγους πολιτικής ουδετερότητας αλλά, παράλληλα, δεν εμποδίζουν τα κράτη που συμμετέχουν να αναπτύξουν στενότερη συνεργασία στον τομέα αυτό.
Εντελώς έξω από το νομικό πλαίσιο των Συνθηκών βρίσκεται και η Συμφωνία του Σέγιεν σχετικά με την κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, βρίσκεται όμως σε αρμονία με αυτές και επιτρέπει την προσχώρηση οποιουδήποτε κράτους-μέλους το επιθυμεί.[20]
Για τους λόγους αυτούς, για την ενσωμάτωση της Δ.Ε.Ε. και της Συμφωνίας Σέγιεν στην Ε.Ε. απαιτείται να υπογραφεί ξεχωριστό πρωτόκολλο.
Προκύπτει, επομένως, ότι δεν επηρεάζεται το θεσμικό καθεστώς της Ε.Ε. από την στιγμή που καμία χώρα δεν αποκλείεται παρά την θέλησή της από ορισμένες πολιτικές δραστηριότητες που προωθούν ταχύτερα την ευρωπαϊκή ενοποίηση ούτε στερείται διαπραγματευτικών δυνατοτήτων.
Άλλωστε, από την διατύπωση των διατάξεων της Συνθήκης της Ε.Ε. προκύπτει ο μεταβατικός χαρακτήρας των ρυθμίσεων «διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης» [Στο ζήτημα της Ο.Ν.Ε. επιτρέπονται διαφορετικοί ρυθμοί ολοκλήρωσης στην βάση της συναίνεσης όλων των κρατών-μελών, ιδιαίτερα όσον αφορά την χρονικά απεριόριστη εξαίρεση, εφόσον ένα κράτος-μέλος δεν πληροί τα κριτήρια συμμετοχής στην γ’ φάση].
Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι ακόμα και στο ζήτημα του πρωτοκόλλου για την κοινωνική πολιτική, η θέληση της Μεγ. Βρεττανίας να το επικυρώσει εκ των υστέρων/a posteriori αποδεικνύει ότι κανένα κράτος-μέλος δεν αποκλείεται από την ενοποίηση. Παρομοίως, η συμμετοχή στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών εξαρτάται από την εκπλήρωση κριτηρίων (για την διακύμανση της ισοτιμίας των νομισμάτων) που έχουν τεθεί εκ των προτέρων/a priori, με ομοφωνία από το σύνολο των κρατών της Ε.Ε. και σε ισότιμη βάση.
Υπάρχουν, ασφαλώς, δεκάδες τεχνικά ζητήματα που μπορεί να προκύψουν από την εκτεταμένη εφαρμογή στο μέλλον της «μεταβλητής γεωμετρίας», όπως το εάν θα καθορίζονται από κοινού οι στόχοι και οι κανόνες των διαφόρων κύκλων ολοκλήρωσης από όλα τα κράτη που συμμετέχουν στην διαδικασία ολοκλήρωσης ή αυτόνομα από τον εκάστοτε κύκλο. Επίσης, εάν θα εξαρτάται η συμμετοχή στους διάφορους κύκλους ολοκλήρωσης μόνον από αντικειμενικά κριτήρια και από την πολιτική βούληση κάθε κράτους-μέλους ή μπορεί να υπάρχουν «στεγανοποιημένοι» κύκλοι.
Η πολιτική αναμέτρηση στο πλαίσιο της Ε.Ε. μεταξύ των υποστηρικτών της διατήρησης του κοινοτικού κεκτημένου και των υποστηρικτών της ευελιξίας/ευλυγισίας, οδήγησε σε μιαν δημιουργική σύνθεση η οποία αποτελείται από ένα σύνολο συνθηκών εκ των ων ουκ άνευ/sine qua non για την αποδοτική λειτουργία της διευρυμένης Ε.Ε.
Κατ’ αρχάς, θεωρείται ως απαραίτητο να δοθεί σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. πλήρες δικαίωμα να συμμετέχουν στην διαμόρφωση των όρων της ευελιξίας.
Ως επιβαλλόμενη θεωρείται και η πρόβλεψη για μίαν, ενιαία προσωπικότητα νομική της Ε.Ε. ώστε να μην υπάρχει ξεχωριστή εκπροσώπηση για τα κράτη του ηγετικού πυρήνα.
Οι «βραδυπορούντες» δεν θα εμποδίζουν την εμβάθυνση στις πολιτικές της Ε.Ε., όμως η πλειοψηφία θα πρέπει να δέχεται την αδυναμία της μειοψηφίας και να την σέβεται. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα προχωρά στην ίδρυση Διευθυντηρίου ή κλειστής Λέσχης και θα ενισχύει την κοινοτική αλληλεγγύη.
Θα πρέπει, επίσης, να απαγορευθεί ρητά η σύσταση ιδιαιτέρων οργάνων από τα κράτη του «σκληρού» πυρήνα/hard core για να μην λειτουργούν εκ παραλλήλου με το κοινό θεσμικό πλαίσιο.
Οποιαδήποτε λύση προς την κατεύθυνση της διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από την αρχή της μεταβατικότητας.
Οι μεταβατικές περίοδοι, διάρκειας 5-12 ετών, θα πρέπει να οδηγούν σε πλήρη ένταξη και όχι σε κατηγοριοποίηση σε διαφορετικές ταχύτητες ενώ θα πρέπει να αναφέρεται σαφώς η σχέση μεταξύ των κρατών που αποτελούν τον «σκληρό πυρήνα» και την «περιφέρεια» της Ένωσης.
Οπωσδήποτε, θα πρέπει να δοθεί στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.) η δυνατότητα μέσα από τις αποφάσεις του να θέσει αυτό το πλαίσιο ερμηνείας και λύσεως των όποιων ερμηνευτικών μεθοδολογικών προβλημάτων προκύψουν.
Τέλος, ακόμη και εάν η νέα Συνθήκη του Άμστερνταμ προβλέπει περαιτέρω δυνατότητες διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης σε ορισμένους τομείς, επιβάλλεται οι αποφάσεις για να χρησιμοποιηθούν αυτές οι δυνατότητες να λαμβάνονται με ομοφωνία.
Με στήριγμα αυτήν ακριβώς την εμπειρία η οποία προκύπτει από την «διαφοροποιημένη ολοκλήρωση» προτάθηκε, ενόψει της διεύρυνσης της Ε.Ε. με νέα μέλη, ένα πιο εξειδικευμένο πρότυπο ενοποίησης, η «ευέλικτη ολοκλήρωση».
Και η «ευέλικτη ολοκλήρωση» (η οποία προβάλλεται ως μια νέα στρατηγική αντίληψη για την ευρωπαϊκή ενοποίηση) απέκτησε, ωστόσο, ιδεολογικά παρακλάδια που –όπως θα αναλυθεί κατόπινδημιουργούν σύγχυση στην Ευρώπη, δυσφορία και την αποστροφή της απέναντι σε τόσο ενδιαφέρουσες εξελίξεις.
Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι όλοι αρνούνται και απορρίπτουν την ιδέα των «πολλαπλών ταχυτήτων» την στιγμή που αυτή είναι ήδη σε λειτουργία στην Ε.Ε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Είναι περίεργο, πράγματι, το αίσθημα να συνειδητοποιεί κανείς ότι από τις διάφορες εκδοχές του ευρύτερου προτύπου της «διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης» εκείνη η εκδοχή η οποία εφαρμόστηκε, αναγνωρίστηκε και είναι ήδη θεσμοθετημένη είναι αυτή των «πολλαπλών ταχυτήτων». Αυτή η πρακτική, ωστόσο, θεωρείται τώρα ανεπαρκής ενόψει της διεύρυνσης και για αυτόν ακριβώς τον λόγο προβλήθηκε ως εναλλακτική λύση το μοντέλο της «μεταβλητής γεωμετρίας» με το περιτύλιγμα της αρχής της «ευελιξίας».
——— ——— ——— ———
Α. Στην Ευρώπη αρχικά, ύστερα από την λειτουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, έγινε αντιληπτό ότι θα έπρεπε να δοθεί νέα ώθηση στην ενοποίηση, να υπάρξει μια αναζωογόνηση.
Ήδη, με την έκθεση του τέως πρωθυπουργού του Βελγίου Leo Tindemans το 1975 είχε προταθεί η οικονομική[21] ενοποίηση 2 ταχυτήτων: «λαμβάνοντας υπόψιν τις αντικειμενικές δυσκολίες ορισμένων κρατών, πρόοδος σε σχέση με την οικονομική και νομισματική πολιτική μπορεί να επιδιωχθεί αρχικά μεταξύ ορισμένων κρατών, σύμφωνα με την πρακτική της Κοινότητας. Τα κράτη που έχουν λόγους να μην μπορούν να προχωρήσουν –και τους οποίους λόγους το Συμβούλιο αναγνωρίζει ως ισχυρούς– δεν θα προχωρήσουν εφόσον το επιθυμούν, όμως συγχρόνως θα λάβουν από τα άλλα κράτη-μέλη κάθε βοήθεια που μπορεί να τους δοθεί ώστε να φτάσουν τα άλλα».[22]
Σταδιακά στην Ε.Ε. έγινε συνήθης πρακτική η ολοκλήρωση με την συνδρομή των «πολλαπλών ταχυτήτων» που επέτρεπε σε ορισμένα κράτη να συνεργαστούν στενότερα σε διάφορους τομείς άσκησης πολιτικής. Τα υπόλοιπα κράτη δεν αποκλείονταν από την εφαρμογή των συγκεκριμένων δράσεων αλλά εξακολουθούσαν να διαθέτουν την δυνατότητα να φτάσουν στο ίδιο επίπεδο συνεργασίας την κατάλληλη στιγμή. Εκείνην την στιγμή, έστω και με χρονική καθυστέρηση, τα κράτη των κατωτέρων ταχυτήτων πηδούσαν στην αμέσως επόμενη.
Το πιο ενδιαφέρον, πάντως, είναι σε μιαν κατάσταση «πολλαπλών ταχυτήτων» ότι αυτές οι ταχύτητες είναι εκ των προτέρων καθορισμένες με χρονοδιαγράμματα καθώς και ότι τα βραδυπορούντα κράτη έχουν το δικαίωμα να εμποδίσουν τα υπόλοιπα ώστε να μην προχωρήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη συνεργασία πριν καν υπάρξει συνολική προσαρμογή.
Είναι σημαντικό ότι με την πρακτική αυτή, όπως εκ των πραγμάτων αποδείχθηκε, το κοινοτικό κεκτημένο όχι μόνο διαφυλάχθηκε αλλά αναπτύχθηκε έτι περαιτέρω σε νέους τομείς άσκησης πολιτικής, εντός του ενιαίου θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε.[23]
Ενόψει της διεύρυνσης, όμως, θεωρήθηκε ότι απαιτείται μια προσέγγιση νέα, η οποία θα δίνει την δυνατότητα στα κράτη που βρίσκονται στην πρωτοπορία να εμβαθύνουν σε ενοποίηση δίχως να εμποδίζονται από τα κράτη που αδυνατούν να εφαρμόσουν αυτές τις πολιτικές. Το κρίσιμο σημείο είναι, ασφαλώς, εάν αυτή η νέα προσέγγιση θα σέβεται το κοινοτικό κεκτημένο και το ενιαίο θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε.
Στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρητικές κατασκευές που εμπλουτίζουν με καινούργια στοιχεία την πρακτική των «πολλαπλών ταχυτήτων» και κατηγοριοποιούνται πάντα κάτω από τον γενικό τίτλο «διαφοροποιημένη ολοκλήρωση» και, ειδικότερα, «ευέλικτη ολοκλήρωση». Ακόμη και οι επικριτές των μοντέλων αυτών που θεωρούν ότι ανατρέπεται το ενιαίο θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε. και εγκαταλείπεται το κοινοτικό κεκτημένο, τελικά καταλήγουν στην άποψη ότι αυτά τα μοντέλα[24] θα μπορούσαν να δώσουν τις απαραίτητες λύσεις ώστε να συνδυαστεί επιτυχώς η διεύρυνση με την εμβάθυνση της Ε.Ε. Βεβαίως, οι υποστηρικτές αυτών των θεωρητικών υποδειγμάτων εξιδανικεύουν τις αναλύσεις τους και αρνούνται ότι παραβιάζεται το κοινοτικό κεκτημένο.
Άλλωστε, και η ίδια η εμπειρία των διαπραγματεύσεων για την ΔΚΔ έδειξε ότι σε κάθε επίσημη πρόταση για την ρήτρα ευελιξίας μόνιμη επωδός ήταν ο σεβασμός του ενιαίου θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε. Το ερώτημα είναι, φυσικά, τι θα γίνει μελλοντικά στην πράξη.
——— ——— ——— ———
Β. Στο επιχείρημα των σκεπτικιστών ότι η δημιουργία «σκληρού πυρήνα» αποτελεί θεσμικό έγκλημα εις βάρος της ευρωπαϊκής ενοποίησης διότι θα διχάσει τα ισχυρά και τα μικρά κράτη της Ε.Ε. σε δύο ή περισσότερες αντίπαλες συσπειρώσει, η απάντηση των υποστηρικτών της «ευέλικτης ολοκλήρωσης» είναι πως, αντίθετα, ο πυρήνας που θα δημιουργηθεί θα αποτελεί έναν συμπαγή πόλο έλξης που θα καθοδηγεί τα υπόλοιπα κράτη.
Η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται ακόμα στην άποψη ότι όπως σε μιαν δημοκρατική Πολιτεία η πολιτική ισότητα δεν αναιρεί την δυνατότητα ανάδειξης πολιτικής ηγεσίας, κατά την ίδια λογική το ενιαίο πλαίσιο και η διατήρηση του θεσμικού ισοζυγίου της Ε.Ε. δεν αποκλείει σε κανένα κράτος την δυνατότητα συμμετοχής στον ηγετικό πυρήνα. Αντίθετα, μάλιστα, η ανάδειξη ηγετικού πυρήνα είναι πολιτικά επιβεβλημένη προκειμένου να συνδυαστεί η θεσμική εμβάθυνση της Ε.Ε. με την διεύρυνση.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εφαρμογή από τα κράτη του σκληρού πυρήνα των διαφόρων πολιτικών θα μπορεί να αφορά τον πυρήνα του κοινοτικού κεκτημένου, να αφορά μόνο τα νέα πεδία που δημιούργησε η Συνθήκη του Μάαστριχτ είτε να επεκταθεί περαιτέρω σε νέα πεδία πολιτικής.
Θα δημιουργηθεί τότε ένα είδος «μαγνητικού πεδίου», το οποία θα ασκεί την έλξη του σε όλους τους «εκτός» και θα τους προτρέπει να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους ώστε να ενταχθούν στην κοινοτική εμπροσθοφυλακή.
Ήδη, πάντως, η έκφραση «σκληρός πυρήνας» έχει αντικατασταθεί στο λεξιλόγιο όσων τάσσονται υπέρ της «ευέλικτης ολοκλήρωσης» από την έκφραση «πρωτοπορία-avant garde» προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο ηγετικός πυρήνας θα είναι, βέβαια, σταθερός αλλά όχι μόνιμος –καθώς θα εντάσσονται σε αυτόν αυτόματα τα κράτη που το επιθυμούν και είναι ικανά να το κάνουν The Coalition of Willing»).
——— ——— ——— ———
Γ. Διαμορφώνεται τώρα, όπως είναι φανερό, το ιδεολογικό οπλοστάσιο του μοντέλου της «μεταβλητής γεωμετρίας»[25] για να συμπληρώσει, ενόψει της διεύρυνσης, την πρακτική των «πολλαπλών ταχυτήτων».
Η ιδιαιτέρα λεπτή διαφορά των 2 υποδειγμάτων έγκειται στο πρόσθετο στοιχείο που χαρακτηρίζει την «μεταβλητή γεωμετρία» ώστε να επιτρέπει σε όλα ανεξαιρέτως τα κράτη της Ε.Ε. να δημιουργούν ιδιαίτερους συνασπισμούς στενότερης συνεργασίας και προχωρημένων βαθμών ολοκλήρωσης σε συγκεκριμένους τομείς, δίχως όσοι καθυστερούν να μπορούν να το εμποδίσουν αλλά και να εμποδιστούν από την προοπτική αυτή.
Το μοντέλο της «μεταβλητής γεωμετρίας» στηρίζεται σε άξονες συνεργασίας μεταξύ των κρατών της Ε.Ε., άξονες που δεν είναι κατ’ ανάγκην μόνιμοι καθώς κάθε χώρα-μέλος θα μπορεί να διαμορφώνει αυτόνομη πολιτική συμμαχιών για να προωθεί τα εθνικά της συμφέροντα, με βάση τον θεσμικό διακυβερνητισμό.
Οι άξονες συνεργασίας θα είναι περισσότεροι από έναν –και όχι αναγκαστικά με τους ίδιους συμμάχους (partners), θα μπορούν δηλ. να μεταβάλλονται.
Ο στόχος του μοντέλου αυτού είναι διττός, σύμφωνα με τους θιασώτες του:
α) Να διασφαλίσει τα εθνικά συμφέροντα των κρατών του ηγετικού, «σκληρού» πυρήνα της Ε.Ε., κατοχυρώνοντας αυτά τα κράτη έναντι της απειλής από την διαγραφόμενη διεύρυνση. Η απειλή αυτή είναι ο κίνδυνος να μετατραπούν σε μειοψηφικό συνασπισμό ακριβώς λόγω της μερικής κατάργησης του δικαιώματος αρνησικυρίας/veto. Η προοπτική αυτή δίνει την δυνατότητα καθαίρεσης των «διευθυντηρίων»/directories και ανταποκρίνεται στην λειτουργία μιας Συν-Ομοσπονδίας, κάτι που συνεισφέρει στην σταθερότητα του εγχειρήματος της διεύρυνσης και ολοκλήρωσης της Ευρώπης.
β) Να εξασφαλίσει τα εθνικά συμφέροντα και τις φιλοδοξίες των υπολοίπων κρατών που συμμετέχουν ισότιμα στην Ε.Ε. και δεν ανήκουν στην avant garde. Η ισότιμη συμμετοχή των κρατών αυτών στην Ε.Ε. δεν είναι ασυμβίβαστη με την ανάδειξη πρωτοπορίας και ηγετικού πυρήνα, διότι θα είναι οπωσδήποτε νομικώς κατοχυρωμένα απέναντι στην Ε.Ε.
Με τον τρόπο αυτό, ενθαρρύνονται τα μικρά κράτη της Ε.Ε. (που θα αποτελούν πλέον πλειοψηφία) να αυξήσουν την τοπική επιρροή τους στις χώρες εκτός Ε.Ε., προκειμένου να ενισχύσουν το κύρος τους εντός της Ε.Ε. Το αποτέλεσμα θα είναι να μεγιστοποιήσουν το ειδικό βάρος τους και –γιατί όχι– να μπορέσουν να ενταχθούν στον ηγετικό πυρήνα.
Τα μικρά κράτη, επιπλέον, θα διαθέτουν την δυνατότητα να διαπραγματεύονται ισότιμα και να αναζητούν διαρκώς συμμαχίες και μάλιστα προς την κατεύθυνση και των ισχυρών κρατών, χρησιμοποιώντας όλα τα διαπραγματευτικά όπλα που διαθέτουν και κανείς δεν τους αφαιρεί (π.χ. μιαν μόνιμη συνεργασία Ελλάδας-Γερμανίας).
Από την επιχειρηματολογία αυτή –που οπωσδήποτε παρουσιάζεται στην ιδανική μορφή της– προκύπτει σαφώς ότι η «μεταβλητή γεωμετρία» βασίζεται στην αντίληψη πως η διαδικασία ολοκλήρωσης δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδέα της μη συμμετοχής όλων των κρατών-μελών σε όλες τις από κοινού καθοριζόμενες πολιτικές, εάν η απόφαση σχετικά με το θέμα της μη συμμετοχής μεμονωμένων κρατών-μελών και τους όρους εφαρμογής που θα ισχύουν στην συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνεται από κοινού από όλα τα κράτη-μέλη.
Στηρίζεται, τέλος, στην πολιτική των αξόνων που (όπως δείχνει και η ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης) επιτρέπει στα κράτη της Ε.Ε. να προωθούν τα εθνικά τους συμφέροντα μέσα από περιφερειακές συμμαχίες.
——— ——— ——— ———
Για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων των ευρωπαϊκών κρατών έχει εκπονηθεί ένα ακόμη σχέδιο ενοποίησης της Ε.Ε. που αποτελεί παρακλάδι όχι της «ευέλικτης» αλλά της «διαφοροποιημένης» ολοκλήρωσης. Οι θιασώτες της «κατ’ επιλογήν»/a la carte Ευρώπης (ομολογουμένως με μεγαλύτερη πειστικότητα) θεωρούν ότι η πρότασή τους επίσης κινείται εντός του ενιαίου θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε. και με σεβασμό στο κοινοτικό κεκτημένο.
Πρόκειται για ένα ακραιφνές διακυβερνητικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο η Ε.Ε. πρέπει να είναι μια κοινότητα δημοκρατικών κρατών που δεν θα επιβάλλει την ομοιομορφία αλλά θα χαρακτηρίζεται από ευκαμψία και διαφορετικότητα. Τα κράτη, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, θα επιλέγουν ελεύθερα να συνεργαστούν σε ορισμένους[26] τομείς μόνο, κατά βούληση, και ιδιαίτερα στον τομέα της ενιαίας αγοράς.
Οι υποστηρικτές αυτών των θέσεων ζητούν να λάβει η Ε.Ε. την μορφή ενός «Συνεταιρισμού Εθνών»,[27] όπου i) η κοινοτική νομοθεσία δεν θα υπερέχει των εθνικών νομοθεσιών, ii) θα υφίσταται πλήρως το δικαίωμα αρνησικυρίας, βέτο, iii)η εξουσία δεν θα διαρρέει προς τις υπερεθνικές δομές, iv) δεν θα υπάρχει προοπτική συγκρότησης μιας Ε.Ε. μονολιθικής, συγκεντρωτικής και ομοσπονδιακής και όπου v) τα εθνικά κοινοβούλια θα είναι η πρωταρχική εστία δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Το κεντρικό σημείο σε αυτήν την επιχειρηματολογία είναι ότι μια πολιτική οντότητα, όπως η Ε.Ε., μπορεί να προκύψει μόνον οργανικά –ως φυσική έκφραση κοινών στόχων και κοινής ταυτότητας. Γενικότερα, η φιλοσοφία που υποκρύπτεται της «κατ’ επιλογήν» Ευρώπης είναι ότι η ενοποίηση δεν επιτρέπεται να προηγηθεί της διαμόρφωσης κοινής συνείδησης από τους ευρωπαϊκούς λαούς.[28]
——— ——— ——— ———
E. Μια ακόμη πρόταση για τον συμβιβασμό εμβάθυνσης και διεύρυνσης περιλαμβάνει την ανάπτυξη της Ε.Ε. με βάση «ομόκεντρους κύκλους».[29]
Το σχέδιο αυτό έχει ως κύριο στόχο να βοηθήσει την ένταξη των κρατών της Κεντρικής Ευρώπης και να αποκρούσει τα διάφορα συμφέροντα τα οποία θα μπορούσαν να εμποδίσουν τα κράτη αυτά να ενταχθούν στην Ένωση για μιαν περίοδο τουλάχιστον 20 ετών.
Το επιχείρημα των υποστηρικτών αυτής της άποψης είναι ότι οι παρούσες ρυθμίσεις, οι οποίες συνίστανται σε ξεχωριστές διμερείς συμφωνίες σύνδεσης, επιτρέπουν μιαν περιορισμένη πρόσβαση των κεντροευρωπαϊκών κρατών στην αγορά της Ε.Ε. αλλά δεν βοηθούν καθόλου στην προώθηση του εμπορίου μέσα στην Κεντρική Ευρώπη και καταπνίγουν την επενδυτική δραστηριότητα στην περιοχή.
Για να πληρωθούν τα κενά που υπάρχουν στις παρούσες ρυθμίσεις ώσπου να φτάσει η στιγμή της πλήρους εντάξεως, προτείνεται η δημιουργία δύο ομόκεντρων κύκλων –οι οποίοι θα διευκολύνουν την σταδιακή ενσωμάτωση– γύρω από τον σημερινό πυρήνα της Ε.Ε.
Ο εξωτερικός κύκλος θα μπορούσε να περιλαμβάνει όλην την Κεντρική Ευρώπη, παρέχοντας μια ζώνη απελευθερωμένη από δασμούς για τα βιομηχανικά προϊόντα. Επιπλέον, κάθε νέα απελευθέρωση σε έναν τομέα πολιτικής προς ένα μέλος θα πρέπει να επεκτείνεται και στα υπόλοιπα, προωθώντας σε πανευρωπαϊκή βάση το εμπόριο και τις επενδύσεις.
Ο δεύτερος κύκλος θα μπορούσε να ονομαστεί Οργανισμός Ευρωπαϊκής Ενσωμάτωσης[30] και να περιλαμβάνει τα κράτη με τις καλύτερες επιδόσεις που να προσεγγίζουν την Ε.Ε.
Το σχέδιο αυτό είχε σκοπό να επεκτείνει την ενιαία αγορά απαγορεύοντας, όμως, την ελεύθερη διακίνηση εργασίας και να δεχθεί αυτομάτως στους κόλπους του κάθε κεντροευρωπαϊκή χώρα που θα κατόρθωνε να πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις.
——— ——— ——— ———
Όλα τα παρόμοια σχέδια ενοποίησης που αναλύθηκαν στο κεφάλαιο αυτό έχουν θεωρητικές καταβολές, ιδεολογική κάλυψη καθώς και την στήριξη συγκεκριμένων κρατών της Ε.Ε. με διαφορετικές επιδιώξεις για την λειτουργία της. Στην συνέχεια της εργασίας θα παρουσιαστούν οι προτάσεις των 3 κρατών που, ουσιαστικά, κυριάρχησαν στις διαπραγματεύσεις για την τροποποίηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ καθώς επίσης και οι συσχετισμοί ισχύος που αναπτύσσονται μεταξύ τους.
Θα στηριχθεί η θέση ότι αυτοί οι συσχετισμοί θα διευκολύνουν την συμβολή των μικροτέρων κρατών στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και θα διευρύνουν τα περιθώρια ελιγμών που διαθέτουν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Α. Η Γερμανία εξάσκησε κατά την διάρκεια του β΄ εξαμήνου του 1994 την προεδρία της Ε.Ε., διάστημα στο οποίο επισήμως εγκαινιάστηκε ο δημόσιος διάλογος για το περιεχόμενο[31] της αναθεώρησης της Συνθήκης του Μάαστριχτ.
Στην χώρα αυτή, μάλιστα, συμμετείχαν στην συζήτηση και τα ομόσπονδα κράτη (Laender), που αποτελούν το γερμανικό ομοσπονδιακό κράτος, με αλλεπάλληλες Διασκέψεις σε ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο.
Αίφνης, το κυβερνών κόμμα CDU και η βαυαρική του πτέρυγα CSU κατέθεσαν τις προτάσεις τους, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έκθεση των ηγετικών του στελεχών Wolfgang Shaeuble και Karl Lamers με τίτλο:[32] «ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ».
Σύμφωνα με την βασική φιλοσοφία αυτής της πολυσυζητημένης έκθεσης, θα έπρεπε στο εξής να υϊοθετηθεί η ιδέα της «μεταβλητής γεωμετρίας» ως μοντέλο για την μελλοντική λειτουργία της Ε.Ε.
Βασική θέση του κειμένου αποτελεί η αντίληψη ότι της διεύρυνσης προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης πρέπει να προηγηθεί η εμβάθυνση και η εσωτερική σταθεροποίηση της Ε.Ε. Η διεύρυνση, ωστόσο, έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει σύντομα προκειμένου να μην υπάρξει ένα κενό εξουσίας (power vacuum) αποσταθεροποιητικό στην Κεντρική Ευρώπη.
Η Γερμανία είχε, συνεπώς, θεμελιώδες συμφέρον να βρεθεί μια μέθοδος συμφιλίωσης μεταξύ των δύο αναγκών (για διεύρυνση και για εμβάθυνση) καθώς, στην απευκταία περίπτωση που δεν επετύγχανε το εγχείρημα, θα μπορούσε να κληθεί ή να μπει στον πειρασμό –λόγω των δικών της προβλημάτων ασφαλείας– να επιχειρήσει μόνη της να λύσει το ζήτημα της θέσης της στο επίκεντρο των συγκρούσεων της Ευρώπης με την παραδοσιακή, αποδεδειγμένα αποτυχημένη μέθοδο της άσκησης πολιτικής ηγεμονισμού.[33]
Προκειμένου να μην υλοποιηθεί αυτή ακριβώς η –ουσιαστικά– απειλή, οι συντάκτες του κειμένου για να αρθεί το αδιέξοδο διατύπωσαν την ιδέα της «μεταβλητής γεωμετρίας», η οποία[34] αποτρέπει την επικράτηση των διακυβερνητικών μορφών συνεργασίας και της «κατ’ επιλογήν» Ευρώπης.
Η πρόταση για την προώθηση της οικοδόμησης της Ε.Ε. επί τη βάσει του μοντέλου της «μεταβλητής γεωμετρίας» είχε ως στόχο να μην υποστεί η Ε.Ε. τις συνέπειες των φυγόκεντρων δυνάμεων και, ταυτόχρονα, να προλάβει διπλωματικά την όξυνση των προβλημάτων που όλοι στην Ε.Ε. αναγνωρίζουν.
Οι δυσχέρειες αυτές είναι: α) το γεγονός ότι οι θεσμοί της Ε.Ε. δημιουργήθηκαν για 6 κράτη αλλά καλούνται πλέον να λειτουργήσουν με +15 κράτη-μέλη, β) η διαφορετική αντίληψη των προτεραιοτήτων της Ε.Ε. σε κάθε κράτος-μέλος και γ) η ενίσχυση του «επιθετικού» εθνικισμού –επίσης σε όλα τα κράτη της Ε.Ε.– εξαιτίας των εσωτερικών προβλημάτων ανάπτυξης των σύγχρονων κοινωνιών και των εξωτερικών απειλών που δημιουργεί η μετανάστευση.
Η έκθεση καταλήγει σε 2 προτάσεις γύρω από τις οποίες κινήθηκε από τον Σεπτέμβριο του 1994 ο δημόσιος διάλογος για τις μεταρρυθμίσεις στην Ε.Ε. μέσω της ΔΚΔ.
Οι προτάσεις αυτές, που έχουν επικροτηθεί και κατακριθεί ταυτόχρονα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ανάλογα με την ιδιαίτερη οπτική γωνία και τα εθνικά συμφέροντα των κρατών-μελών της Ε.Ε., αναλύονται ως εξής:
1. ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ Ε.Ε. & ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑΣ
Η πτυχή αυτή συνοδεύεται από μίαν πρόσθετη δέσμη σημαντικών, επί μέρους προϋποθέσεων που πρέπει να τηρηθούν και θεωρούνται ως εκ των ων ουκ άνευ για την λειτουργία του μοντέλου.
α. Όλα τα κράτη-μέλη συμμετέχουν στην Ε.Ε. ισότιμα, με βάση την αρχή της θεσμικής ισότητας. β. Η νέα θεσμική ισορροπία πρέπει να χαρακτηρίζεται από συνοχή, ελαστικότητα και ευλυγισία. γ. Πρέπει να καταρτιστεί ένα συνταγματικό κείμενο, το οποίο θα εμπνέεται από το ομοσπονδιακό πρότυπο ολοκλήρωσης και θα ορίζει τις θεμελιακές αξίες που στηρίζουν την Ε.Ε. δ. Το δικαίωμα αρνησικυρίας ή βέτο πρέπει να καταργηθεί, ώστε να μην γίνεται κατάχρησή του από ελάχιστα κράτη που εμποδίζουν την υλοποίηση της στρατηγικής της Ε.Ε. και ε. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να εξελιχθεί σε νομοθετικό όργανο με ενισχυμένες εξουσίες και να λειτουργεί σε ισότιμη βάση με το δεύτερο νομοθετικό σώμα, το Συμβούλιο Υπουργών, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα προσλάβει τα χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Κυβέρνησης.
2. ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΥ ΣΚΛΗΡΟΥ ΠΥΡΗΝΑ ΤΗΣ Ε.Ε.
Η πρόταση αυτή στηριζόταν στο επιχείρημα ότι καμία απόφαση της Ε.Ε. δεν μπορεί να λαμβάνεται δίχως την συγκατάθεση της Γερμανίας και της Γαλλίας, διότι η ιστορία του γαλλογερμανικού άξονα συνεργασίας διδάσκει πως και τώρα η Ε.Ε. πρέπει να στηριχθεί σε αυτόν και, επιπλέον, να ενισχύσει την λειτουργία του.
Σύμφωνα με την έκθεση, ο ηγετικός σκληρός πυρήνας θα περιλάβει αρχικά 5-6 κράτη (Γερμανία/Γαλλία/Βέλγιο/Λουξεμβούργο/Ολλανδία + ένα από τα δύο κράτη που βρίσκονται κοντά στην επίτευξη των κριτηρίων της Ο.Ν.Ε. και της σύγκλισης: Δανία ή Ιρλανδία). Ωστόσο, θα διατηρεί ανοιχτές πύλες προς τα υπόλοιπα κράτη που επιθυμούν και είναι ικανά να ενταχθούν σε περαιτέρω στάδιο ολοκλήρωσης. Ο σκληρός πυρήνας θα είναι ανοιχτός και θα ικανοποιεί το αίτημα αυτόματης συμμετοχής όποιου κράτους εκπληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις.
Σύμφωνα με την έκθεση CDU/CSU, προκειμένου να αποφευχθούν οι ομαδοποιήσεις των νοτιοδυτικών ή βορειοανατολικών μελών της Ε.Ε., θα πρέπει στον ηγετικό πυρήνα να συμπεριληφθούν (στην δεύτερη ταχύτητα, όμως) και η Ιταλία, η Ισπανία και η Μεγ. Βρεττανία. Όλα τα κράτη που θα συμμετέχουν στον ηγετικό πυρήνα, βεβαίως, δεν θα έχουν μόνο τα ίδια δικαιώματα αλλά και τις ίδιες υποχρεώσεις, χωρίς δυνατότητα opt-out.
Το κείμενο προτάσεων της 1/9/1994 προκάλεσε, ασφαλώς, αμφισβητήσεις και χαρακτηρίστηκε ως αμφιλεγόμενο. Ο Καγκελάριος της Γερμανίας Χέλμουτ Κωλ δήλωσε πως το έγγραφο της CDU/CSU δεν δεσμεύει την γερμανική κυβέρνηση ούτε τον ίδιο αλλά μόνο την κοινοβουλευτική ομάδα (αν και ο αρχηγός της Wolfgang Shaeuble θεωρείται στενότατος συνεργάτης του). Πάντως, ο Κωλ –παρά την αποστασιοποίησή του– δεν επέκρινε τις προτάσεις που συμπεριλαμβάνονταν στο έγγραφο. Αντίθετα, επικρότησε ουσιαστικά την εκτίμηση ότι ο γαλλογερμανικός άξονας αποτελεί κεντρικό στοιχείο στην ιστορική εμπειρία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.[35]
Η υφυπουργός της γερμανικής κυβέρνησης Seiler-Albering δήλωσε ότι το κείμενο δεν αποτελεί την επίσημη θέση του κράτους ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Kinkel ανακοίνωσε στις 21/2/1995 τις επίσημες γερμανικές θέσεις, δηλώνοντας ότι «δεν μπορεί ο βραδύτερος να προσδιορίζει την ταχύτητα πλεύσης ολόκληρης της νηοπομπής».[36]
Το υπουργικό συμβούλιο στις 13/6/1995 ενέκρινε τις θέσεις Kinkel και εξέδωσε πρόγραμμα για την Διακυβερνητική Διάσκεψη, το οποίο προσδιορίζει ότι στην «νηοπομπή» της Ε.Ε. υπάρχουν οι «βραδύτεροι». Έμμεσα, επομένως, αναγνώρισε ότι υπάρχουν και «ταχείς».[37]
Στην κατεύθυνση της αποδοχής του μοντέλου της «μεταβλητής γεωμετρίας» εκινείτο και η νεώτερη έκθεση της CDU/CSU, με την οποία γινόταν σαφές ότι το κοινοτικό κεκτημένο θα πρέπει να παραμείνει άθικτο ενώ θα λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα αλληλεγγύης προς τους «βραδυπορούντες», προκειμένου να επιταχύνουν τον βηματισμό τους και να προσεγγίσουν τους υπολοίπους (καθώς δεν θα μπορεί να αφαιρείται από κανένα κράτος η δυνατότητα εμβάθυνσης σε μιαν δεδομένη δράση ή κοινή πολιτική που έχει νωρίτερα συμφωνηθεί από κοινού). Στην έκθεση αυτή αναγνωριζόταν η ύπαρξη «διαφοροποιημένων ρυθμίσεων ολοκλήρωσης» στην Ε.Ε. που, όμως, προωθούνται και για την μελλοντική λειτουργία της –ώστε να θεσμοποιηθούν.
Το ουσιαστικό νέο στοιχείο ήταν η πρόταση να τεθεί χρονοδιάγραμμα για την ενσωμάτωση της Δυτικο-Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ε.Ε. με το επιχείρημα εκ μέρους της Καθοδηγητικής Επιτροπής του οργάνου (Steering Committee) ότι η ύπαρξη κοινής Άμυνας θεωρείται ως συνθήκη sine qua non για την επιτυχία της ΚΕΠΠΑ.[38] Παράλληλα, προτεινόταν οι αποφάσεις για την ΚΕΠΠΑ να λαμβάνονται με πλειοψηφία από την στιγμή που δεν είναι στρατιωτικού χαρακτήρα. Αντίθετα, σύμφωνα με το κείμενο, οι αποφάσεις στρατιωτικού χαρακτήρα θα έπρεπε να λαμβάνονται με τέτοιο τρόπο που η μειοψηφία να απέχει από την δράση, στην οποία θα προχωρά η πλειοψηφία.
Γενικότερα, προτεινόταν η επέκταση της λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία σε όλες τις πτυχές της νέας Συνθήκης.
Τέλος, η CDU/CSU θεωρούσε δεδομένη την ύπαρξη «σκληρού πυρήνα» ως εκ των πραγμάτων και διεκδικούσε με αυτό το δεύτερο κείμενο να γίνει η ένταξη των πρώτων χωρών του κύκλου ΚΑΕ, που εκπληρώνουν τις απαραίτητες πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις, περίπου το έτος 2000.[39]
Β. Κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την τροποποίηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ, ωστόσο, τέθηκαν σε λειτουργία και άλλοι συμπληρωματικοί μηχανισμοί (εκτός από την υποβολή γραπτών κειμένων και ντοκουμέντων) με σκοπό την απόκτηση, προληπτικά, πρόσθετης διαπραγματευτικής ισχύος ενώ συνέβησαν και γεγονότα τα οποία απέκτησαν ευρεία δημοσιότητα διεθνώς με διαφορετικό ειδησεογραφικό περιτύλιγμα αλλά στην πραγματικότητα ερμηνεύονται μόνον εάν σκεφτεί κανείς ότι εντάσσονταν στην δημιουργία του κατάλληλου κλίματος ενόψει της Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Εννοείται εδώ ευθέως ότι δύο τέτοια σημαντικά γεγονότα ήταν οι γαλλικές πυρηνικές δοκιμές[40] καθώς και η δημοσιοποίηση των επιπτώσεων της νόσου «Kreutzfeld-Jacob».[41]
Παράλληλα, λειτούργησε ένας συνεκτικός μοχλός πίεσης αποτελούμενος από κοινές πρωτοβουλίες του γαλλογερμανικού άξονα υπέρ της εισαγωγής στο θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε. εννοιών όπως η «ευελιξία» και η «ενισχυμένη συνεργασία».
Η Γαλλία και η Γερμανία αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως την κινητήρια δύναμη της Ε.Ε. και, όπως δημοσίως έχουν ανακοινώσει,[42] ετοίμασαν από κοινού την ΔΚΔ αν και διατηρούσαν γόνιμες διαφορές μεταξύ τους. Ήδη, ο καγκελάριος της Γερμανίας Χέλμουτ Κωλ και ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Ζακ Σιράκ είχαν θέσει με κοινή επιστολή τους τον Δεκέμβριο του 1995 το θέμα της «ευέλικτης ολοκλήρωσης».
Και σε κατώτερο επίπεδο, εξάλλου, υπήρξαν κοινές προτάσεις όπως το σχέδιο που κατέθεσαν οι εκπρόσωποι Γερμανίας και Γαλλίας στην ΔΚΔ, υπουργοί Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Βένερ Χόϊερ και Μισέλ Μπαρνιέ.
Το σχέδιο προέβλεπε την διεύρυνση της Ε.Ε. με την συμμετοχή 27 χωρών-μελών, χωρίς όμως να απειλείται η προοπτική για στενότερη πολιτική και οικονομική συνεργασία ανάμεσα στις πιο αναπτυγμένες χώρες.
Στόχος αυτών των προτάσεων ήταν να επιτρέψουν μεγαλύτερη ευελιξία σε όλες τις χώρες-μέλη, μέσα όμως σε κάποια συγκεκριμένα όρια. Τα όρια αυτά αφορούν κυρίως στην στενή συνεργασία εντός –και όχι εκτόςτης Κοινότητας και, παράλληλα, την πιστή τήρηση των κανονισμών της Κομμισσιόν (όπως το ίδιο το κείμενο αναφέρει).
Κατόπιν, τον Μάϊο του 1996,[43] ύστερα από τον πρώτο γύρο διαπραγματεύσεων στην ΔΚΔ έγινε γνωστό ότι μόνον η Γερμανία και η Γαλλία υποστήριζαν την εισαγωγή στην νέα Συνθήκη της Ε.Ε. μιας Γενικής Ρήτρας για την καθιέρωση της αρχής της «ευελιξίας» στην εφαρμογή επιμέρους κοινοτικών πολιτικών (σε αντίθεση με την πλειοψηφία των υπολοίπων κρατών-μελών που αναγνώριζαν την δυνατότητα αυτή, διαφωνούσαν όμως στην καθιέρωση Γενικής Ρήτρας και ήθελαν το θέμα να αντιμετωπιστεί με ειδικές ρήτρες).
Πράγματι, στις 18 Οκτωβρίου 1996 κατατέθηκε[44] στην συνεδρίαση της ΔΚΔ στις Βρυξέλλες η εξειδικευμένη πλέον και λεπτομερής πρόταση της Γερμανίας και της Γαλλίας για την αναθεώρηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ.
Στο κείμενο διατυπώνεται το σχέδιο μιας Γενικής Ρήτρας για την «Ενισχυμένη Συνεργασία» μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. (η ρήτρα αυτή προτείνεται να ενταχθεί στην νέα Συνθήκη ως νέο άρθρο Γ1) καθώς και 3 Ειδικών Ρητρών για τους 3 πυλώνες της Συνθήκης της Ε.Ε. Ειδικότερα:
α) όσον αφορά την Γενική Ρήτρα για την «Ενισχυμένη Συνεργασία», στην πρώτη παράγραφο αναφέρεται ότι «ούτε οι διατάξεις της παρούσας συνθήκης, ούτε οι διατάξεις των συνθηκών για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν εμποδίζουν την καθιέρωση ή την ανάπτυξη μιας ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών-μελών, στον βαθμό που η συνεργασία αυτή δεν αντίκειται ούτε παρεμποδίζει την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων».
Γίνεται, επίσης, αναφορά στην προστασία του ενιαίου θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε. καθώς και στον σεβασμό του κοινοτικού δικαίου και του κοινοτικού κεκτημένου [Προτείνεται να ασκεί πλήρως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τις ελεγκτικές του λειτουργίες].
Διευκρινίζεται ότι η απόφαση για να υπάρξει «ενισχυμένη συνεργασία» θα λαμβάνεται σε επίπεδο Συμβουλίου και μόνο με ομοφωνία (ακόμη και για τις εξαιρέσεις) ενώ, αντίθετα, για την εφαρμογή συγκεκριμένων δράσεων οι αποφάσεις θα λαμβάνονται πάλι από το Συμβούλιο αλλά, αυτήν την φορά, μόνο από τις χώρες που θα συμμετέχουν στην «ενισχυμένη συνεργασία».
Γίνεται, επίσης, σαφές ότι κανένα κράτος που θα είναι σε θέση να συμμετάσχει δεν θα αποκλείεται από την «ενισχυμένη συνεργασία» και ότι (επειδή ακριβώς ο στόχος θα είναι να συμμετέχει ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός κρατών) η ένταξη εκ των υστέρων/a posteriori ενός κράτους θα πραγματοποιείται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται για τις χώρες που συμμετέχουν από την αρχή στην «ενισχυμένη συνεργασία».
Υπάρχουν, ωστόσο, δύο «αδιευκρίνιστα» σημεία σε αυτό το σχέδιο Γενικής Ρήτρας, καθώς αναφέρεται ότι πρέπει να καταργηθεί ολοκληρωτικά το δικαίωμα αρνησικυρίας/veto (ακόμη και σε ζητήματα συνταγματικής φύσεως;) και –το σπουδαιότερο– ότι είναι δυνατόν κράτη μέλη της Ε.Ε. που συμμετέχουν στην «ενισχυμένη συνεργασία» να δεχθούν στους κόλπους της κράτη που δεν ανήκουν καν στην Ε.Ε. (την ίδια στιγμή που μερικά κράτη της Ε.Ε. δεν θα συμμετέχουν).[45]
β) όσον αφορά στην Ειδική Ρήτρα για τον πρώτο πυλώνα, το γαλλο-γερμανικό κείμενο θέτει απλώς ως προϋπόθεση να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, να μην διακυβευθεί η ενιαία αγορά και να μην θιγούν οι ισχύουσες συνοδευτικές κοινές πολιτικές.
γ) όσον αφορά στην Ειδική Ρήτρα για την ΚΕΠΠΑ, αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται στον τομέα των εξοπλισμών και στους τομείς της κοινής αμυντικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας, εφόσον συμμετέχει στην «ενισχυμένη συνεργασία» η πλειοψηφία τουλάχιστον των κρατών της Ε.Ε.
δ) η Ειδική Ρήτρα για τον τρίτο πυλώνα, τέλος, μπορεί να καλύπτει όλους τους τομείς που συνδέονται με τις Εσωτερικές Υποθέσεις, το Δικαιοδοτικό σύστημα της Ε.Ε. και την προστασία[46] των πολιτικών ελευθεριών.
Βεβαίως, οι προτάσεις που συντάχθηκαν από κοινού μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας δεν έμειναν σταθερές και απαράλλαχτες (ούτε φυσικά αναφέρονται μόνο στα ζητήματα που αναπτύσσονται[47] στα πλαίσια της συγκεκριμένης εργασίας).
Από την εκδήλωση της ανωτέρω επίσημης πρότασης τον Οκτώβριο του 1996 στην ΔΚΔ ως την Έκτακτη Σύνοδο Κορυφής του Νόρντβικ, στις κοινές γαλλο-γερμανικές θέσεις προστέθηκε μια συμπληρωματική δέσμη ιδεών, σύμφωνα με τις οποίες θα πρέπει η «ενισχυμένη συνεργασία» i) να αφορά ζητήματα με αποκλειστικά ευρωπαϊκή διάσταση, ii) να καθορίζουν όλα τα μέλη της Ε.Ε. τους όρους ένταξης σε μιαν πολιτική που κατ’ αρχήν θα εφαρμόζεται μόνον από μία ομάδα, iii) να εφαρμόζεται με τρόπο ώστε να διακρίνονται οι αρμοδιότητες των οργάνων της Ένωσης από τα όργανα λήψης των αποφάσεων για τους πυρήνες κρατών που ια εφαρμόζουν επιμέρους πολιτικές.
Γ. Πάντως, εάν θα ήθελε κανείς να εντοπίσει σημεία διαφοροποίησης μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας, το πρώτο ασφαλώς θα ήταν ότι η Γαλλία τάσσεται υπέρ της διακυβερνητικής προσέγγισης ανέκαθεν ενώ η Γερμανία υπέρ της ομοσπονδιακής.
Επιπλέον, η γαλλική κυβέρνηση απορρίπτει απλώς την έκφραση «σκληρός πυρήνας» και στην διπλωματικής της ορολογία δεν την χρησιμοποιεί (προωθεί, όμως, την έκφραση «ενισχυμένες μορφές αλληλεγγύης»).[48]
Την γαλλική αντίληψη περί της μελλοντικής λειτουργίας της Ε.Ε. συνοψίζουν άριστα οι δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού A. Juppe:[49] «Ας έχουμε
το θάρρος να το πούμε. Η αυριανή Ευρωπαϊκή Ένωση αναμφίβολα θα αποτελείται από δύο διαφορετικά επίπεδα: μια Ένωση που θα έχει κοινό δίκαιο και θα συμπεριλαμβάνει τα 15 σημερινά μέλη καθώς και εκείνα που θα έχουν τα προσόντα να μπουν σε αυτήν. Στην καρδιά αυτής της Ε.Ε., αυτού του πρώτου κύκλου, θα υπάρχει ένας δεύτερος κύκλος, πιο περιορισμένος αλλά διαμορφώσιμος, αποτελούμενος από μικρό αριθμό κρατών γύρω από την Γαλλία και την Γερμανία, κρατών που θα είναι ταυτόχρονα έτοιμα και διατεθειμένα να προχωρήσουν πιο μακριά ή πιο γρήγορα από τους άλλους σε θέματα όπως το νόμισμα ή η άμυνα».
Δεν πρέπει, πάντως, να λησμονηθεί το γεγονός ότι ο γαλλο-γερμανικός άξονας ύστερα από τις βρεττανικές και τις γαλλικές εκλογές του Μαΐου 1997 δεν θα είναι τόσο ρωμαλέος όσο στο παρελθόν.
Η νέα γαλλική κυβέρνηση Ζοσπέν αναμένεται να εξισορροπήσει μεταξύ ομοσπονδιακής και διακυβερνητικής προσέγγισης αποκαθιστώντας τις γέφυρες συνεργασίας με την κυβέρνηση Τόνυ Μπλαιρ, με αποτέλεσμα να υπάρξει μια σύνθεση μεταξύ του ομοσπονδιακού γερμανικού προτύπου, του γαλλικού της δυναμικής και ανεξάρτητης Ευρώπης στο διεθνές πεδίο και του αγγλικού της διακυβερνητικής συνεργασίας και των ισχυρών εθνικών ταυτοτήτων.
Άλλωστε, ο Ζακ Σιράκ από την έναρξη των εργασιών της ΔΚΔ είχε καλέσει[50] και τους Βρεττανούς να συμμετάσχουν στην οικοδόμηση του μέλλοντος της Ευρώπης για να μην βρεθεί η ΔΚΔ σε αδιέξοδο. Θεωρεί ότι χρειάζεται μια συμφωνία μεταξύ των 3 χωρών, η οποία θα αποτελέσει τον μέσο ή τον σωστό δρόμο για την Ε.Ε.
Έκκληση στους Βρεττανούς να κατευθυνθούν «προς την καρδιά της Ευρώπης» απηύθυνε πρόσφατα και ο Κλάους Κίνκελ[51] σημειώνοντας, ωστόσο, ότι η ρήτρα ευελιξίας που η Γερμανία προωθεί στην ΔΚΔ δεν πρέπει να οδηγήσει σε μία μορφή «κατ’ επιλογήν» Ε.Ε., όπως αυτοί επιθυμούν.
Σε κάθε περίπτωση, από τις πρώτες ανακοινώσεις της νέας βρεττανικής κυβέρνησης προκύπτει η αποφασιστικότητά της να εγκαταλείψει την περιχαράκωση και να καταστεί «βασικός παίκτης στην Ευρώπη των ανεξάρτητων εθνών-κρατών».[52]
Αντίθετα, δεν φαίνεται διατεθειμένη να δεχθεί τις προτάσεις για σταδιακή απορρόφηση της Δυτικο-Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ε.Ε. διότι θεωρεί πως κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την υπονόμευση του ΝΑΤΟ και όχι την ενίσχυση της κοινής αμυντικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας της Ε.Ε.
Το κεφάλαιο αυτό της Πολιτικής Άμυνας θα εξεταστεί στην συνέχεια της εργασίας, καθώς σε συνδυασμό με την δυνατότητα των ενδιαφερόμενων κρατών της Ε.Ε. να υπογράφουν στο εξής πρωτόκολλα για συγκεκριμένες πολιτικές και σε συνάρτηση με την μετατροπή του ΝΑΤΟ από μηχανισμό συλλογικής ασφάλειας σε μηχανισμό περιφερειακής ασφάλειας, είναι αυτή που παρέχει στην Ελλάδα την ευκαιρία να δοκιμάσει την αντοχή της στις κοινοτικές διαδικασίες και να εκπονήσει μιαν αποτελεσματική διαπραγματευτική στρατηγική.


[1] «Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΚΔ ‘96 ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ» άρθρο του Στέφανου Σταθάτου στο περιοδικό «ΕΠΙΛΟΓΗ», τεύχος Δεκεμβρίου 1995.
[2] «ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ Ε.Ε.» Ηλία Κουσκουβέλη, σελ. 244-245, εκδ. Παπαζήση 1995.
[3] «ΜΟΝΤΕΛΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» DAVID HELD, σελ.20-22, εκδ. Στάχυ, 1995.
[4] Για την χρήση των μοντέλων στην πολιτική θεωρία, βλ. «Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» CRAWFORD MacPHERSON, σελ. 13-21, εκδ. Γνώση. Η ανάλυση μέσω μοντέλων συνεισφέρει, άλλωστε, και στην εκτίμηση των μελλοντικών κατευθύνσεων στις οποίες μπορεί να κινηθεί η Ε.Ε.
[5] Βλ. το άρθρο του Χρύσανθου Λαζαρίδη με τίτλο «Ο ευρωσκεπτικισμός κερδίζει έδαφος» στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 17/04/1997.
[6] «E.U. IGNORES THE U.S. EXPERIENCE Paul Johnson, «THE WALL STREET JOURNAL»- «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 9/3/97.
[7] Στις ΗΠΑ, επίσης, στον τομέα της οικονομίας ισχύει το Αυτόματο Σύστημα μεταβιβάσεων: εάν μια Πολιτεία υστερεί σε ανάπτυξη, η ανεργία είναι υψηλή και υπάρχει οικονομική ανέχεια, η κεντρική κυβέρνηση μεταφέρει αυτόματα χρηματικούς πόρους από τον ενιαίο κρατικό προϋπολογισμό προς αυτήν την Πολιτεία. Στην Ε.Ε., αντίθετα, δεν υπάρχει πολιτική αναδιανομής εισοδημάτων ούτε ισχυρός προϋπολογισμός.
[8] Βλ. «ΠΩΣ ΘΑ ΞΕΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ», άρθρο του Π. Ιωακειμίδη, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ 3/6/93 και το παλαιότερο άρθρο του ιδίου «ΕΓΕΝΝΗΘΗ Ε.Ε. ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ», ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ 19/12/91.
[9] Βλ. δήλωση Ζακ Σαντέρ: «Τα επιχειρήματα των «ευρωσκεπτικιστών» ότι οι Βρυξέλλες επιθυμούν να καταστρέψουν την εθνική κυριαρχία είναι λάθος. Διαφυλάττουμε την εθνική κυριαρχία δίνοντας στις Βρυξέλλες τα μέσα να ενδυναμώσουν διεθνώς τα εθνικά συμφέροντα. Η Ε.Ε. δεν είναι ο εχθρός της εθνικής κυριαρχίας. Αντίθετα, όσοι θέλουν να ενισχύσουν την εθνική κυριαρχία στον σημερινό και μελλοντικό κόσμο, μπορούν να το κάνουν μόνο με μια Ε.Ε. δυνατή, που να μπορεί να ασκεί επιρροή. Κανένα κράτος δεν μπορεί να δρα από μόνο του». ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΡΩΫΤΕΡ, 11/12/1996.
[10] «Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ», άρθρο του Π. Ιωακειμίδη, «Οικονομικός Ταχυδρόμος», 13/2/97.
[11] Η αντίληψη περί «θεσμικού διακυβερνητισμού» διατυπώθηκε από τον Andrew Moravcsik στα πλαίσια μελέτης για την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ενόψει της ΔΚΔ ‘96 . Βλ. «Negotiating the Single European Act : National Interests and Conventional Statecraft in the E.C»,45,I, Winter 1991, International Organization. Βλ. ακόμη την μελέτη του Andrew Moravcsik με τίτλοPreferences and Power in the European Community: A Liberal Intergovenmentalist Approachστο τεύχος Δεκεμβρίου 1993 «Journal of Common Market Studies» σελ. 473-524. Και του ίδιου, «Liberal Intergovernmentalism and Integration: A Rejoinder» στο τεύχος Δεκεμβρίου 1995 της «Journal of Common Market Studies», σελ. 611- 627. Βλ. το βιβλίο του Ηλία Κουσκουβέλη «Διπλωματία και Στρατηγική της Ε.Ε», εκδ. Παπαζήση 1995 ευρύτερα για τις θεωρίες των διεθνών σχέσεων.
[12] Βλ. «ΟΙ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΛΗΤΗΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ», άρθρο του Γ. Μαρκοπουλιώτη, «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 8/1/95.
[13] Ο αρμόδιος για οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις Επίτροπος της Ε.Ε. Υβ Τιμπό ντε Σιλγκί ζήτησε να γίνει περισσότερο διαφανής η διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ε.Ε. και πρόσθεσε ότι αυτό θα επιτευχθεί μόνο με την διεξαγωγή δημοψηφισμάτων σε όλες τις χώρες μέλη της Ένωσης για να εκφράσουν οι πολίτες την γνώμη τους. Μάλιστα, έφερε ως παράδειγμα την ευρωπαϊκή άμυνα και είπε ότι θα ήταν απολύτως λογικό να συμβουλευθεί η Ε.Ε. τους πολίτες της για το είδος της άμυνας που θέλουν για την Ευρώπη (ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΡΩΫΤΕΡ).
[14] Σε κοινή συνέντευξη Τύπου, που παραχώρησαν ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Λαμπέρτο Ντίνι και ο καγκελάριος της Αυστρίας Βόλφγκανγκ Σούσελ, ζήτησαν να ενσωματωθεί στην αναθεωρημένη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης παράγραφος για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να επιβληθούν ποινές στις χώρες που δεν συμμορφώνονται αναλόγως, Οι δύο χώρες κάλεσαν τα κράτη-μέλη της Κοινότητας να προσυπογράψουν συλλογικά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα δικαιώματα. Επίσης, δήλωσαν ότι με την πρότασή τους αυτή προσπάθησαν να υπογραμμίσουν στους πολίτες των χωρών τους τα πλεονεκτήματα της συμμετοχής στην Κοινότητα.
[15] «THE UNITING OF EUROPE» Ernst Haas, σελ. 16-84, STANFORD UNIVERSITY PRESS, 1958. Σύμφωνα με τον ορισμό του Ernst Haas, ολοκλήρωση είναι η «μετατόπιση πίστης και νομιμοποίησης, αναμονών και πολιτικών δραστηριοτήτων προς ένα νέο κέντρο του οποίου οι θεσμοί έχουν ή διεκδικούν αρμοδιότητες εις βάρος των αρμοδιοτήτων των κρατών που προϋπήρχαν».
[16] Για μιαν ολοκληρωμένη παρουσίαση και ανάλυση της έννοιας: ο ευρωβουλευτής Δημήτρης Τσάτσος έχει υποβάλει «Έκθεση προς την Επιτροπή Θεσμικών Θεμάτων του Ευρ. Κοινοβουλίου» ενώ το σχέδιο εργασίας δημοσιεύθηκε στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» στις 9/2/1995 με τίτλο «Η ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ Ε.Ε.».
[17] Παραδείγματα τέτοιων συνεργασιών αποτελούν η νομισματική ένωση Βελγίου-Λουξεμβούργου ή η συνεργασία των κρατών της BENELUX (άρθρο 233 Συνθήκης της Ρώμης).
[18] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το συνημμένο στην Συνθήκη Ε.Ο.Κ. πρωτόκολλο περί εσωτερικού γερμανικού εμπορίου. Τα δυσεπίλυτα προβλήματα που θα προκαλούσε η εφαρμογή του εν λόγω πρωτοκόλλου μετά την ολοκλήρωση της δημιουργίας της εσωτερικής αγοράς δεν χρειάστηκε να αντιμετωπιστούν, δεδομένου ότι με την γερμανική ενοποίηση εξέλιπαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
[19] Υπήρχε πάντα μια καταληκτική ημερομηνία, μετά την παρέλευση της οποίας το κοινοτικό δίκαιο ήταν δεσμευτικό κατά τον ίδιο τρόπο για όλα τα κράτη-μέλη. Η ανώτατη διάρκεια των προθεσμιών ήταν τα 10 έτη.
[20] Ένα ακόμη παράδειγμα αποτελεί η Σύμβαση για το δίκαιο περί ευρεσιτεχνίας, η οποία –ενώ ως προς το περιεχόμενο συνδέεται αναμφισβήτητα με την δημιουργία της εσωτερικής αγοράς– είναι νομικώς ανεξάρτητη από τις Συνθήκες και μάλιστα έχει δημιουργήσει ιδιαίτερη θεσμική δομή (Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας). Επίσης, η Σύμβαση περί Δικαιοδοσίας που –ενώ συνάφθηκε εκτός των συνθηκών– εκχωρεί στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αρμοδιότητα νομολογίας.
[21] «EUROPEAN UNION: REPORT BY Mr. LEO TNDEMANS TO THE EUROPEAN COUNCIL» 29/12/75 Bulletin of the European Communities, Συμπλήρωμα 1/76. Βλ. επίσης «THE DYNAMICS OF EUROPEAN UNION» που επιμελήθηκε ο R. PRYCE, Λονδίνο, Groom Helm, 1987.
[22] «ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ», άρθρο του Ι. ΚΙΝΝΑ στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», 22/10/1992.
[23] «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΚΔ» άρθρο του Π. Καζάκου, «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 11/6/1995.
[24] Βλ. «A CATEGORIZATION OF DIFFERENTIATED INTEGRATION» ALEXANDER STUBB, Journal of Common Market Studies, Volume 34, No. 2, June 1996: «Hence, in responding to these challenges, differentiated integration, using variants of multi-speed and variable geometry, might provide the necessary solutions».
[25] «ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΒΛΗΤΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ» άρθρο του Χρύσανθου Λαζαρίδη, «Οικονομικός Ταχυδρόμος», 1/12/1994.
[26] Η πρόταση αυτή ανταποκρινόταν στην στρατηγική της προηγούμενης βρεττανικής κυβέρνησης να μην υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική πρόοδος στην αναθεώρηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ που θα ενίσχυε την ομοσπονδιακή προοπτική της Ε.Ε. Ο πρωθυπουργός της Βρεττανίας John Major πρότεινε αμέσως μετά το Μάαστριχτ την δημιουργία Ε.Ε. «a la carte», δηλ. μιας Ένωσης των κρατών και των αγορών. Βλ. άρθρο στο περιοδικό «ΤΗΕ ΕCOOMIST» 25/9/1993 και συνέντευξη στην εφημερίδα «FINANCIAL TIMES» του John Major, 20/12/1994. Υπέρ της μορφής αυτής λόγω των ειδικών ρυθμίσεων αυτοεξαίρεσης που επιδιώκουν, τάσσονται η Φινλανδία και η Δανία. Το μοντέλο αυτό έχουν απορρίψει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η πλειοψηφία των κρατών της Ε.Ε.
[27] «WHITE PAPER OF THE BRITISH GOVERNMENT». Παρουσιάστηκε στην Βουλή των Κοινοτήτων από τον Υπ. Εξ. της Μεγ. Βρεττανίας Malcolm Rifkind στις 12/3/1996 και δημοσιεύθηκε στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» στις 19/3/1996.
[28] Είναι συναρπαστική η μελέτη των πρακτικών της συζήτησης Major-Blair στο Βρεττανικό Κοινοβούλιο (1/3/1995) για την ευρωπαϊκή πολιτική της Μεγ. Βρεττανίας και την ΔΚΔ. Από την συζήτηση προκύπτουν σημαντικά συμπεράσματα και για την πολιτική της νέας κυβέρνησης υπό τον Tony Blair.
[29] Στην βάση παλαιότερης ιδέας του Jacques Delors (βλ. AGENCE EUROPE, 18/1/1990), ο τέως πρωθυπουργός της Γαλλίας Eduard Balladur υπέβαλε το 1994 πρόταση για την δημιουργία Ε.Ε. «ομόκεντρων κύκλων». Πίστευε ότι, επειδή η Ευρώπη δομείται επί της βάσεως της γαλλογερμανικής συνεργασίας σε όλους τους τομείς, θα έπρεπε οι υπόλοιπες χώρες να εναλλάσσονται σε διαφορετικούς προκαθορισμένους κύκλους δραστηριοτήτων. Στο κέντρο θα έπρεπε να βρίσκονται η Γαλλία και η Γερμανία. Η πρόταση Balladur συνδυαζόταν με την εκτίμηση ότι η ένταξη των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (ΚΑΕ) είναι αναπόφευκτη και, γι’ αυτό, πρέπει να προηγηθεί θεσμική εμβάθυνση και ενδυνάμωση ώστε να μην αλλοιωθεί το κοινοτικό κεκτημένο. Βλ. άρθρο E. Balladur στην εφημερίδα «LE MONDE», 30/11/1994, όπου αναφερόταν ότι «μια διευρυμένη Ευρώπη που θα περιλαμβάνει έναν μεγάλο αριθμό χωρών δεν μπορεί να είναι ομοσπονδιακή» και συνέντευξή του στο AGENCE EUROPE, 3/9/1994.
[30] Έκθεση της Ε.Ε. την οποία συνέταξε ο Richard Baldwin για το κέντρο Ερευνών Οικονομικής Πολιτικής.
[31] Βλ. εφημερίδα «EUROPAISCHE ZEITUNG» (Νο. 4. Απρίλιος ‘95). Οι απόψεις των γερμανικών κρατιδίων διατυπώθηκαν από τον εκπρόσωπό τους Karl-Heinz Klar στις 3/3/1995 προς τον επίτροπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής M. Oreja ύστερα από συζήτηση στο Γερμανικό Κοινοβούλιο, σε ομάδες εργασίας και σε Διασκέψεις των πρωθυπουργών και των υπουργών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων των laender. Όλα τα σχετικά κείμενα βρίσκονται στο Internet, στο site του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
[32] Η έκθεση των δύο στελεχών της πολιτικής ομάδας CDU/CSU του Γερμανικού Κοινοβουλίου περιέχεται στην γαλλική γλώσσα ως έγγραφο του «AGENCE EUROPE» της 7/9/1994. Η έκθεση με τίτλο «ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ» υπεβλήθη την 1/9/1994 και τμήμα της δημοσίευσε η εφημερίδα «Το Ποντίκι» στις 16/9/1994. Η δεύτερη έκθεση της CDU/CSU δόθηκε στην δημοσιότητα στο Βερολίνο στις 13/6/1995. Βλ. «LE MONDE», 15/6/1995.
[33] «ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ» Henry Kissinger, βλ. ιδιαίτερα την ανάλυση στις σελ. 913-921, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα, 1995.
[34] Στο κείμενο, για την ακρίβεια, χρησιμοποιούνται και οι δύο όροι: «πολλαπλές ταχύτητες» και «μεταβλητή γεωμετρία». Η πραγματική, όμως, εικόνα οργάνωσης της μελλοντικής Ε.Ε., όπως προκύπτει από το κείμενο, αντιστοιχεί στο δεύτερο μοντέλο (καθώς οι «πολλαπλές ταχύτητες» ήδη υφίστανται, γι’ αυτό άλλωστε ζητείται η μετεξέλιξή τους σε «μεταβλητή γεωμετρία»).
[35] Βλ. το κείμενο της συμφωνίας κυβερνητικού συνασπισμού των κομμάτων CDU/CSU/FDP που ανακοινώθηκε στις 11/11/1994 και ιδιαίτερα το σημείο 8 με τίτλο: «Europe and Foreign Policy-Security and Defence».
[36] Η ακριβής έκφραση είναι: «We cannot allow the slowest wagon to determine the speed of the whole convoy». Για να γίνει, οπωσδήποτε, κατανοητή η θέση του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών θα πρέπει να εξεταστούν οι αλλεπάλληλες ομιλίες και δηλώσεις του επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας. Ο Klaus Kinkel σε ομιλία του στις 23/10/1993 σε συνέδριο για τον ρόλο της Γερμανίας στην Ευρώπη ανέλυσε την γερμανική εξωτερική πολιτική και αναφέρθηκε στην αντίληψη ότι η «Ευρώπη με μέτρο» ανταποκρίνεται στο αίτημα των πολιτών της Ε.Ε. και στην πραγματικότητα της διεύρυνσης. Ο ίδιος, τοποθετούμενος θετικά, εξήγησε ότι η Ευρωπαϊκή ενοποίηση θα επιτευχθεί όταν αφετηρία εξωτερικής πολιτικής για κάθε χώρα θα είναι η εξυπηρέτηση των εθνικών της συμφερόντων. Αντίθετα, τα κοινά συμφέροντα των κρατών της Ε.Ε. αποτελούν έναν αναζητούμενο στρατηγικό στόχο που ούτε έχει συμφωνηθεί ακόμη ούτε επιπλέον έχει κατακτηθεί. Σύμφωνα με τον Kinkel, τα κράτη της Ε.Ε. οφείλουν «με μέτρο» να προσπαθούν να προωθήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα ως συμφέροντα της Ε.Ε. πρωτίστως και να διαμορφώνουν συνασπισμούς για να τα στηρίζουν. Βλ. «ΕΥΡΩΠΗ ΜΕ ΜΕΤΡΟ», άρθρο του Χρύσανθου Λαζαρίδη στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», 4/11/1993. Σημαντικές απόψεις του Κ. Kinkel διατυπώθηκαν επίσης στις 22/2/95, 9/3/95 και 22/6/95 (AGENCE EUROPE), σε άρθρο του στις 29/3/96 στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» με τίτλο: «…Quo vadis Europa?» καθώς και σε ομιλία του στις 28/8/96 στο Ευρωπαϊκό φόρουμ του Άλμπαχ (εφημερίδα «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ», 25/9/96).
[37] Στο ζήτημα της «νηοπομπής» επανήλθε στις αρχές Φεβρουαρίου 1996 ο καγκελάριος Χ. Κωλ: «δεν πρέπει να αποφασίζει για την πορεία του στόλου το πιο αργοπορημένο πλοίο». Η δήλωση προκάλεσε την απάντηση του τότε Υπ. Εξ. της Βρεττανίας Μ. Ρίφκιντ, ο οποίος αντέκρουσε τον Γερμανό ηγέτη, τονίζοντας πως «η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι ότι η νηοπομπή παύει να υφίσταται εάν δεν παρατάξει ορθά τα πλοία εντός της. Επομένως, χρειάζεται να ανακαλύψεις το σημείο ισορροπίας και μια δομή στην οποία θα ταιριάζουν όλες οι ενδιαφερόμενες χώρες». (Βλ. «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», 5/2/1996).
[38] Η «Πολιτική Άμυνα» (Protection Politique) της Ε.Ε. θα αναλυθεί στο επόμενο κεφάλαιο. Στο ίδιο πλαίσιο, πάντως, με αυτές τις 2 εκθέσεις του Χριστιανο-Δημοκρατικού CDU και του Χριστιανο-Κοινωνικού CSU κόμματος κινείται και ένα τρίτο κείμενο που συνετάχθη για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος σε μεταγενέστερο χρόνο από τους Γερμανούς ευρωβουλευτές Rinsche και Pfeiffer.
[39] Προκειμένου να εξετάσει κανείς τις προτεραιότητες που επικράτησαν ώστε να υποβληθούν αυτά τα σχέδια υπέρ της «μεταβλητής γεωμετρίας», αξίζει να διαβάσει την συνέντευξη του συντάκτη τους, Karl Lamers, στον δημοσιογράφο Τάσο Τέλλογλου στην εφημερίδα «ΝΕΑ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ» στις 7/11/1994. Ο Lamers δηλώνει ότι στόχευε να προσελκύσει στον ηγετικό πυρήνα τις χώρες που επιμένουν στο εθνικό κράτος και τον αναπτυσσόμενο εθνικισμό μετά το τέλος του διπολισμού: «Η Γερμανία χρειάζεται την Γαλλία χωρίς το γαλλικό εθνικό κράτος». Συμπληρώνει, επίσης, ότι ο ηγετικός πυρήνας δεν θα οδηγήσει τις χώρες της περιφέρειας σε διαρκή απόκλιση: «Εάν κάτι τέτοιο συμβεί, οπωσδήποτε δεν θα οφείλεται στην νέα Ευρωπαϊκή κατασκευή». Ο Lamers, τέλος, δηλώνει ότι η Αγγλία δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να αποδεχθεί αυτήν την λύση («no choice») ενώ σιωπά εύγλωττα για την Ελλάδα και την Πορτογαλία.
[40] Η αιφνιδιαστική κίνηση της Γαλλίας να επαναλάβει τις πυρηνικές δοκιμές –γεγονός που δημιούργησε απορίες και ερωτηματικά για την συγκυρία και τις σκοπιμότητες που εξυπηρετούσε– ερμηνεύεται από την λογική της απόκτησης διαπραγματευτικών όπλων. Η Γαλλία ήθελε να δείξει πως διατηρεί την ηγεμονία της σε ζητήματα υψηλής πολιτικής καθώς αποτελεί την μόνη ηπειρωτική δύναμη που διατηρεί πλήρως ανεξάρτητη πυρηνική τεχνολογία (η νησιωτική Μεγ. Βρεττανία διαθέτει επίσης ανεξάρτητο πυρηνικό οπλοστάσιο). Βλ. «Ο ΣΙΡΑΚ, Ο ΜΑΙΗΤΖΟΡ ΚΙ ΕΜΕΙΣ», άρθρο του Χρύσανθου Λαζαρίδη στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», 29/6/1995.
[41] Ο πανικός που προκλήθηκε εις βάρος της Μεγ. Βρεττανίας μιαν εβδομάδα μόλις πριν την έναρξη των εργασιών της ΔΚΔ δεν ήταν βέβαια αδικαιολόγητος, καλλιεργήθηκε σκόπιμα ωστόσο μέσα από την χειραγώγηση των Μ.Μ.Ε. και ήταν δυσανάλογος προς τα πραγματικά αίτια. Η ύπαρξη πολιτικών κινήτρων στην διόγκωση του θέματος είναι πάρα πολύ πιθανή και θα είχε ως στόχο την αποδυνάμωση της Βρεττανικής διπλωματίας σε επίπεδο Ε.Ε. Βλ. «ΟΙ ΤΡΕΛΕΣ ΑΓΕΛΑΔΕΣ ΤΗΣ ΔΚΔ», άρθρο του Χρύσανθου Λαζαρίδη στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», 4/4/1996.
[42] Βλ. κοινό άρθρο των Kl. Kinkel/Al. Juppe, AGENCE EUROPE, 13/1/1995.
[43] Δηλώσεις του Ιταλού εκπροσώπου (που προήδρευε το α΄ εξάμηνο του ’96 στις διαπραγματεύσεις) Σίλβιο Φατζιόλο. Βλ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», «AGENCE EUROPE», REUTERS 16/5/1996.
[44] Το τελικό κείμενο ενεκρίθη στις 17/10/1996 στο Παρίσι από τους υπουργούς Εξωτερικών Γαλλίας και Γερμανίας Herve de Charette και Klaus Kinkel. Η κοινή πρόταση υπεβλήθη στην Ιρλανδική προεδρία. Βλ. το έγγραφο εργασίας του αρμόδιου για την παρακολούθηση ευρωβουλευτή Gianfranco DellAlba προς την Επιτροπή Θεσμικών Θεμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
[45] Ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Π. Παντελή στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» από τις Βρυξέλλες, ακριβώς με βάση το κοινό κείμενο Γαλλίας-Γερμανίας στις 19/10/1996.
[46] Στην καθιερωμένη γαλλο-γερμανική Σύνοδο Κορυφής στις 9/12/1996 στην Νυρεμβέργη, Κωλ και Σιράκ εμπλούτισαν τις θέσεις τους για την προστασία της εσωτερικής ασφάλειας της Ε.Ε. προτείνοντας την δημιουργία ενός «ευρωπαϊκού νομικού χώρου» με στόχο την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών στον αγώνα κατά της μαφίας, του λαθρεμπορίου ναρκωτικών, της τρομοκρατίας αλλά και την κατάργηση του δικαιώματος του ασύλου ανάμεσα στις χώρες-μέλη της Ευρώπης.
[47] Όσο παράδοξο κι αν είναι, την πληρέστερη πληροφόρηση από πλευράς Τύπου κατά την διάρκεια της ΔΚΔ με διεξοδικά ρεπορτάζ του ανταποκριτή της στις Βρυξέλλες Βησσαρίωνα Γκίνια παρέχει η εφημερίδα «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» (με αιχμηρά βεβαίως σχόλια για τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που προωθούνται).
[48] Δηλώσεις Jacques Chirac, εφημερίδα «LE MONDE», 1/5/1995 και ομιλία Alain Juppe στην Γαλλική Εθνοσυνέλευση στις 3/11/1994 και ομιλία του ιδίου κατά την διάρκεια επίσκεψής του στην Πορτογαλία.
[49] Ομιλία του A. Juppe στο Παρίσι, κατά την διάρκεια συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Δημοκρατικής Ένωσης (13/3/1996), βλ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ».
[50] «AGENCE EUROPE», 13/1/1995.
[51] Ενημέρωση προς τα μέλη του Γερμανικού Κοινοβουλίου για την Σύνοδο του Δουβλίνου, REUTERS, 10/10/1996.
[52] Δηλώσεις του νέου υπουργού Εξωτερικών Ρόμπιν Κουκ στην πρώτη συνέντευξη Τύπου μετά την νίκη του Νέου Εργατικού Κόμματος στις εκλογές. Βλ. ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ, 18 & 22/5/1997.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου