*όπου ''Ενός'' στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ''άνθρωπος''. Έν=Ένα=One=Ο.Ν.Ε.=Ο.Η.Ε=UN=Γυνή=Οίνος=Venus/Αφροδίτη.

Η ''Πλειοψηφία του Ενός'' δεν αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι στην ζυγαριά της οικονομίας οι πολλοί βουλιάζουν και ο ένας διασώζεται αλλά, επιπροσθέτως, σημαίνει ότι αυτός ο ένας (1) άνθρωπος διασώζει κυρία και έλκει το πλοίο της κυβέρνησης, τον κύβο που ερρίφθη και βυθίζεται (όπως ακριβώς σε μιαν ζυγαριά όπου η μάζα των πολλών χάνεται λόγω του βάρους). Η βάση της ερευνητικής μεθόδου στηρίζεται στην διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία και την έκδοση αποτελεσμάτων μετρήσεων, ερευνών, ψηφοφορίας, εκλογής στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Κ. που διασώζουν μιαν χώρα -άνευ δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο)- από την ανισορροπία του Δημοσίου και από το “φούντο” του ταμείου της, δηλ. το Δ.Ν.Τ., με βάση τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και το εσωτερικό δίκτυο INNERNET πληρωμής της εργασίας των Ελλήνων κατ' οίκον: είναι το μοναδικό οικονομικό και τραπεζικό σύστημα στον κόσμο που λειτουργεί ως ραδιο-τηλεοπτικό κανάλι θετικών ειδήσεων και νέων μέσω προγραμμάτων και ταινιών με σκοπό την επικοινωνία με το κοινό. Αφενός χρησιμεύει ως Τράπεζα (Data Bank) πληροφοριών, δεδομένων και αίματος με προσωπική περιουσία 300 τρις Φοινίκων και αφετέρου βασίζεται στους θεσμούς της Ελεύθερης Οικονομίας ("Free Market"), στην απόλυτη τραπεζική πίστη, στο επιτόκιο Labor και στο ελληνικό νόμισμα οίκου (I.Q., συμβολική ονομασία για τον Φοίνικα, ο οποίος είναι το νόμισμα των Ελλήνων που αγαπούν την πατρίδα τους, που γνωρίζουν επαρκώς αρχαία και νέα Ελληνικά, Λατινικά, Αγγλικά, Γαλλικά κ.τ.λ., αγαπούν την έντεχνη μουσική, ελληνική και ξένη, και την ίδια την Τέχνη ενώ, με βάση την κατά κεφαλήν καλλιέργεια του Α.Ε.Π. αποτελεί την πλέον ανθούσα οικονομία στην Ευρώπη). Πρόκειται για μιαν νομισματική μονάδα που χαμηλότερη από αυτήν στον κόσμο σε αξία πλούτου δεν υπάρχει διότι πρωτίστως η νοημοσύνη και το νόμισμα των πολιτών που την χρησιμοποιούν δεν υποτιμάται ΠΟΤΕ: ειδικότερα, στηρίζεται στο νόμισμα της Αναγέννησης -ο Φοίνιξ- με βάση την ρήτρα E.C.U., δηλαδή 1 Φοίνιξ=3 Δολλάρια ενώ το Ευρώ υπολογίζεται με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των υπολοίπων νομισμάτων με βάση το E.C.U., το E.C.U. όμως υπολογίζεται ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!

ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΑ ΠΟΡΤΑΛ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΜΠΛΕΤ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ:

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ: www.my-insense.blogspot.com ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΕΞΥΠΝΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ: wwwpropagenda.blogspot.gr
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΡΧ.ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ: wwwmetafrasths.blogspot.com ΣΕΛΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ TYΠΟ: www.prothexousia.blogspot.com ΜΥ-INSENSE: wwwmiss-insense.blogspot.com
ΕΔΩ ΚΑΤΕΒΑΖΩ ΤΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ: www.scribd.com/user/22895639/ChrysJazz

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ - ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΧΡΗΣΤΟΥ Π. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ - Α' ΜΕΡΟΣ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ - ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΧΡΗΣΤΟΥ Π. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ - Α' ΜΕΡΟΣ

Δημοσιογραφική έρευνα για το Πανεπιστήμιο Αθηνών (Τμήμα Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε.)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Η εδραίωση της πολιτικής δολοφονίας στην Ελλάδα: από την αντιδικτατορική δράση στην ένοπλη λαϊκή βία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Οι θεωρητικές βάσεις στην συζήτηση για την ευρωπαϊκή τρομοκρατία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Το θεσμικό πλαίσιο στην Ελλάδα - Μεταπολίτευση και Τρομοκρατία - Η σιωπηρή αποδοχή της πολιτικής ηγεσίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Αντιτρομοκρατικός νόμος και αμφισβήτηση: η διαμάχη στην σφαίρα της δημοσιότητας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Κινητικότητα για νέο θεσμικό πλαίσιο. Το ζήτημα της τρομοκρατίας στην Βουλή - Υπόθεση Τσεκούρα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Η σιωπηρή αποδοχή - Το αιματοκύλισμα της αθωότητας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Απομυθοποίηση της τρομοκρατίας - Η ιδεολογία των οργανώσεων ένοπλης βίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8
Υποθέσεις για την προέλευση των τρομοκρατών. Συνήθεις ύποπτοι και συνήθεις κατήγοροι
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Οι μοναχικές φωνές και η εθνική συνεννόηση
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Η σύλληψη της 17Ν, οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004, η κάθαρση των σκανδάλων στο Χρηματιστήριο και η ένταξη της Ελλάδας στο Ευρώ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 2011
Η πανεπιστημιακή μελέτη διεξήχθη την περίοδο 1994-95 ως πτυχιακή εργασία για το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι η πρώτη ολοκληρωμένη θεωρητική μελέτη για την τρομοκρατία και, μάλιστα, εξειδικεύεται στο ζήτημα της ελευθεροτυπίας και του αντιτρομοκρατικού νόμου και, επομένως, εντοπίζεται στις σχέσεις των 3 εξουσιών με την ΠΡΩΤΗ ΕΞΟΥΣΙΑ που –ανυπερθέτως– πρέπει να είναι ο γραπτός Τύπος (όχι τα ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε.).
Από το 1995 και μετά παρενεβλήθη, βέβαια, η σύλληψη μελών της 17Ν και του ΕΛΑ σε άμεσο, ταυτόχρονο συνδυασμό με την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Η επερχόμενη οικονομική κρίση, ωστόσο, απέδειξε τα κενά τόσο στην «ευρωπαϊκή» Ελληνική Οικονομία όσο και στο Χρηματιστήριο της Σοφοκλέους αλλά, ιδίως, στις σχέσεις Κράτους-πολίτη. Για όσο κρατά αυτός ο άτυπος «Εμφύλιος» –κάτι είναι σάπιο στο «βασίλειο της Γραικίας».
Η μελέτη αυτή είναι μια νηφάλια και αντικειμενική εξέταση των προβλημάτων, η οποία παρέχει μια πολύπτυχη θεώρηση του ζητήματος της ελευθεροτυπίας σε σχέση με το Δίκαιο (Ελληνικό, Ευρωπαϊκό και διεθνές) από όλες τις οπτικές γωνίες αλλά, ιδιαιτέρως, από την πλευρά της Ευρώπης και του Ο.Η.Ε.
Για μιαν ακόμα φορά, πιστεύω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αναδεικνύεται από την μελέτη είναι το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας: είτε από τον Τύπο είτε από την Δικαιοσύνη είτε από την Αστυνομία ελέγχονται τα νήματα της τρομοκρατίας, η τελική κατάληξη είναι ότι πλήττεται ο τουρισμός, μειώνεται η κίνηση στην ελληνική οικονομία, φεύγουν οι ξένες επενδύσεις και, άρα, χάνονται χρήματα αλλά και νέοι επιστήμονες που θα προσέφεραν στην χώρα άνευ της κρατικής γραφειοκρατίας και άνευ των ιδιωτικών συμφερόντων και των χαμηλών μισθών που παρέχουν αμφότερα στην νέα γενιά.
Τώρα, εκ των υστέρων, επισημαίνεται το γεγονός ότι ο εισαγγελέας Δημήτριος Τσεβάς ο οποίος απαγόρευσε την δημοσίευση των προκηρύξεων της τρομοκρατίας και, ειδικά, της 17Ν ήταν ο προϊστάμενος των ερευνών για τους νεκρούς της εξέγερσης του Πολυτεχνείου της 17ης Νοεμβρίου 1973.
Ως προς το θέμα της «κρίσης» που αναφέρεται στην σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών της 17 Νοέμβρη 1989, επισημαίνεται ότι αυτή έγινε λίγο μετά την δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη και σε συνάρτηση με το σκάνδαλο Κοσκωτά του «βρώμικου» ‘89 που έρχεται και «κλειδώνει» με τα σκάνδαλα του Χρηματιστηρίου το ’99 ενώ το πόρισμα Τσεβά είναι, στην ουσία, το πόρισμα Ασπρογέρακα για την κάθαρση από τα σκάνδαλα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών –πρόκειται για την χειραγώγηση από την ΔΕΚΑ με κορύφωση στις 31/5/2001, την ημέρα της «αναβάθμισης» της Σοφοκλέους). Κατά τον ίδιο τρόπο, ενώνεται και «κλειδώνει» με την έκρηξη στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας (βλ. την μελέτη «Η κρίση των Υμίων ως μοντέλο διαχείρισης κρίσεων & crisis management») και την ΟΝΕ.
Για τα λεπτά ζητήματα που θίγονται και αφορούν τις σχέσεις της Δικαιοσύνης και του Τύπου, νομίζω ακράδαντα ότι πρέπει κανείς να συμβουλευθεί πλήρως τις συλλογές κειμένων Χρ. Παπαχριστόπουλου με τίτλους α) «ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ» με θέμα την χειραγώγηση του ΧΑΑ και την κάθαρση που συνέπεσε με την σύλληψη της 17Ν στα τέλη Ιουνίου 2002, β) «ΙΕΡΟ ΧΡΗΜΑ» του 1989 για θεσμούς.
Η τελική λύση των προβλημάτων μεταξύ Τύπου και Δικαιοσύνης πρέπει να διαρρηγνύει το περιπεπλεγμένο δίχτυ των γραφειοκρατικών και νομικών λεπτομερειών –την στιγμή, μάλιστα, που οι δικαστικές και αστυνομικές αρχές στερούνται γραμματικής, συντακτικού, παιδείας αλλά και ευρείας αντίληψης– και οι διατάξεις των νόμων να εκλαμβάνονται με την ευρύτερη ερμηνεία όχι «στο γράμμα και στον τύπο» αλλά «στο πνεύμα» προς όφελος του απλού, καθημερινού πολίτη πρωτεύουσας και επαρχίας.
Εν κατακλείδι, η υπερβολική εξειδίκευση στα νομικά, δικαστικά και αστυνομικά ζητήματα βλάπτει∙ όπως, επίσης, και το να παίρνει το κράτος (ή οι «δημόσιο»-γράφοι) την εργασία που τους έχει θέσει ο Θεός για να εργάζεται αυτό και οι υπάλληλοί του και πολύ στα σοβαρά, με αποτέλεσμα να δουλεύουν υπέρ του Δημοσίου (εναντίον του, στ’ αλήθεια) και όχι υπέρ του πολίτη και της Ευρώπης –αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης εργασίας με θέμα την σύγκρουση νόμων και Κράτους με την Θρησκεία.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΝΟΠΛΗ ΒΙΑ
Η τρομοκρατία στην Ελλάδα αμέσως ύστερα από την εγκαθίδρυση της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας αποκτά εξωθεσμικό, εξωκοινοβουλευτικό χαρακτήρα. Στα 20 έτη που έχουν συμπληρωθεί από τις πρώτες ελεύθερες εκλογές στην μεταπολίτευση (17 Νοεμβρίου 1974), οι Έλληνες τρομοκράτες πραγματοποιούν ένα επικίνδυνο εγχείρημα: να παρέμβουν στην πολιτική σε τέτοιο βαθμό που να αποσταθεροποιείται η εθνική συνεννόηση για την επίλυση των σημαντικών πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων. Επιλέγουν οι ίδιοι το πεδίο παρέμβασης με τρομοκρατικές ενέργειες και εξασφαλίζουν την ατιμωρησία τους.
Η Ελλάδα είναι σήμερα το μοναδικό κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν διαθέτει ειδική νομοθεσία για την εξάρθρωση των τρομοκρατικών οργανώσεων, αν και οι ελληνικές οργανώσεις «ένοπλης λαϊκής βίας» είναι οι μακροβιότερες στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η δικαστική εξουσία δεν υποκαθίσταται πλέον μόνο από την άτυπη πολιτική εξουσία της τρομοκρατίας (που διεκδικεί το δικαίωμα της απονομής της δικαιοσύνης δια της «εκτέλεσης ενόχων») αλλά και από τις αμφίπλευρες παρεμβάσεις είτε υπέρ της αθώωσης των κατηγορουμένων για τρομοκρατικές ενέργειες είτε υπέρ της καταδίκης τους.
Στην ελληνική κοινωνία η Δικαιοσύνη εκ των πραγμάτων(1) δεν θεωρείται ως η μόνη αρμόδια να κρίνει, να αθωώσει ή να καταδικάσει: Η τρομοκρατία είναι πρωτίστως πολιτική διότι ασκεί εξουσία επί της κοινωνίας. Χρησιμοποιεί τις μεθόδους του αντάρτικου πόλεων και διατυπώνει πολιτικό λόγο που δεν είναι πρωτότυπος ούτε εκτός κοινοβουλίου(2). Η ατιμωρησία τρέφει τις πολιτικές φιλοδοξίες των τρομοκρατών που απαιτούν να χαρακτηρίζονται «μαχητές» και «αγωνιστές», καθώς είναι άνθρωποι με ταυτότητα, με ικανοποιητική εις βάθος γνώση των δεδομένων, των αντιφάσεων της ελληνικής κοινωνίας. Την γνώση αυτή χρησιμοποιούν προκειμένου να αποκαλύψουν τα ποιοτικά ελλείμματα που δεσπόζουν στην κοινωνική συγκρότηση και συνοχή στην Ελλάδα, να νομιμοποιήσουν την εκτός νομίμων πολιτικών πρακτικών δράση τους, να ξεπεράσουν τα όρια της πολιτικής και ιδεολογικής απομόνωσής τους.
Το ύψιστο επιχείρημα που χρησιμοποιούν είναι ότι πρώτα το κράτος και η κοινωνία παράγουν τρομοκρατία και αυθαιρεσία(3) και, επομένως, ο λαός πρέπει να αντιδράσει και να αμφισβητήσει την εξουσία.
Εντελώς διαφορετική είναι η σύγχρονη θεώρηση της τρομοκρατίας στις φιλελεύθερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες(4).
Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, τρομοκράτης είναι ένα ανώνυμο άτομο ή μέλος κοινωνικής οργάνωσης που σχεδιάζει και εκτελεί (από δική του πεποίθηση ή για λογαριασμό τρίτων) μιαν ατέρμονα σειρά φόνων ή άλλων βοηθητικών εγκλημάτων εις βάρος προσώπων που συμβολίζουν ορισμένους ισχύοντες θεσμούς ή εις βάρος τελείως άσχετων προσώπων, ομάδων ή και πλήθους ατόμων με άμεσο σκοπό την δημοσιοποίηση των ανατρεπτικών ιδεών του ή την υπαγόρευση κάποιων πολιτικών όρων, και με απώτερο σκοπό τον εκφοβισμό ολόκληρης της κοινωνίας για να παραλύσουν οι θεσμοί και ιδιαίτερα η Δικαιοσύνη.
Υπάρχουν 4 τουλάχιστον στοιχεία που διακρίνουν τον τρομοκράτη από τους ρατσιστές, τους νεοναζί και τα όργανα της «κρατικής βίας»: Η ανωνυμία, η αυθαίρετη και τυχαία επιλογή των θυμάτων, ο ψυχρός σχεδιασμός μιας απεριόριστης σειράς φόνων και η χρησιμοποίηση του εγκλήματος σαν μέσου δημοσιότητας.
Αυτά τα στοιχεία δεν επιτρέπουν στα θύματα ούτε καν να προφυλαχτούν, αφού δεν ξέρουν ότι έχουν επιλεγεί ως θύματα και ποιοι είναι οι εχθροί τους. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια μόνιμη κατάσταση γενικού πανικού, να παραλύουν ο τουρισμός και οι ξένες επενδύσεις και (το κυριότερο) να τραυματίζονται οι δημοκρατικοί θεσμοί και, προπάντων, η Δικαιοσύνη.
Εδώ απαιτείται να γίνει μια μεθοδολογική παρατήρηση∙
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να προσδιορίζεται για ποιαν μορφή τρομοκρατίας γίνεται λόγος: για κρατικές ή παρακρατικές επεμβάσεις, για την δράση ομάδων σε ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες επικρατεί φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία, για κινήματα εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα (όπως στην περίπτωση της Οργάνωσης Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης Ο.Α.Π.), για αντιστασιακή δράση εναντίον δικτατοριών (όπως του Φράνκο, του Σαλαζάρ, του στρατιωτικού διπλωματικού κατεστημένου στην Τουρκία και της δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967) ή μήπως για «ιδεολογική» τρομοκρατία;
Όπως αποκαλύφθηκε στην δίκη των απριλιανών πραξικοπηματιών, στην περίοδο της δικτατορίας εξερράγησαν ή τοποθετήθηκαν 174 βόμβες-εκρηκτικοί μηχανισμοί, μόνο στην περιοχή που αστυνομεύεται από την Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας Αθήνας.
Ύψιστη εκδήλωση αντίστασης υπήρξε ασφαλώς η απόπειρα του Αλέκου Παναγούλη εναντίον του Γεώργιου Παπαδόπουλου.
Την ευθύνη για τις περισσότερες από αυτές τις δυναμικές ενέργειες είχαν αναλάβει τότε οι οργανώσεις: Κίνημα 20ης Οκτώβρη, ΕΑΝ, Δημοκρατική Άμυνα, ΠΑΚ, ΕΔΚ, ΔΕΑ, Ελληνική Μαχητική Αντίσταση, ΑΑΑ, Μακρυγιάννης, ΛΑΕ, ΛΑΟΣ, Λαϊκό Επαναστατικό Κίνημα, ΕΛΕΚ, Οργάνωση Σοσιαλιστών Ελλάδας, Ανεξάρτητη Αριστερά.
Το κίνημα της 20ης Οκτώβρη(5) οργανώθηκε στο Παρίσι το 1969 από τον δημοσιογράφο Δημ. Ψυχογιό και οι ενέργειές του ξεκίνησαν στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 1969. Γνωστά στελέχη του, όπως ο Ηλίας Νικολακόπουλος και ο Ιωάννης Σερίφης, δημιούργησαν το 1971 την οργάνωση «29η Μάη» η οποία διευθυνόταν από 5μελή επιτροπή όπου περιλαμβάνονταν και οι Ηλίας Νικολακόπουλος, Παναγιώτα Αγριαντώνη και Δημήτρης Ψυχογιός. Είχε 40 μέλη, 18 από τους οποίους είχαν εκπαιδευτεί στην Κούβα(6).
Αμέσως μετά την πτώση της χούντας τον Ιούλιο του 1974 και την επανεμφάνιση του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην κορυφή της πολιτικής εξουσίας οι οργανώσεις ένοπλης λαϊκής βίας διαλύθηκαν.
Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν, όμως, και δρουν μια σειρά δυνάμεις της αριστεράς και της δεξιάς –και όχι μόνο– που για βασικό, κυρίαρχο τρόπο δράσης έχουν ή διαμορφώνουν την άμεση χρήση βίαιων μορφών πάλης.
Το κράτος, οι αστυνομικές και δικαστικές υπηρεσίες, τα κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλευτικά κόμματα όταν αναφέρονται σε τούτον τον συγκεκριμένο χώρο χρησιμοποιούν πάντοτε τον όρο «τρομοκρατικές οργανώσεις» ο οποίος, επιπλέον, είναι και επιστημονικά ικανοποιητικός καθώς οι οργανώσεις αυτές αρνούνται το πρωταρχικό ανθρώπινο δικαίωμα της ζωής.
Οι οργανώσεις αυτές, ωστόσο, θεωρούν πως η πρακτική της τρομοκρατίας βρίσκεται κατ’ αρχής μέσα στην τακτική και την στρατηγική οποιασδήποτε πολιτικής εξουσίας του υπαρκτού σήμερα κόσμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ
Το ευρωπαϊκό τρομοκρατικό κίνημα έχει τις ρίζες του σε μιαν συγκεκριμένη θεωρητική παράδοση, που είχε διακηρύξει τον προηγούμενον αιώνα ο Νίτσε με το έργο του (και ιδιαίτερα τον «ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟ») και πηγάζει όχι μόνο από την υϊοθέτηση της βίας από τους διαννοούμενους στις αρχές του 20ου αιώνα αλλά και από την μεταπολεμική φιλοσοφία της βίας. Χαρακτηριστικές είναι οι αντιλήψεις των κλασικών του αναρχικού κινήματος Κροπότκιν και Μπακούνιν(7) καθώς και του Ζαν Πωλ Σαρτρ. Άλλωστε, υπάρχουν μαρτυρίες ότι η 17Ν έχαιρε μεγάλης συμπάθειας σε ευρύ κύκλο Νέων και Πολιτών στο Παρίσι(8), στην «μαοϊκή» Αριστερά στην οποία πρωτοστατούσε ο ίδιος ο Σαρτρ(9) ενώ ο δημοσιογράφος Γ. Καράμπελας αποκαλύπτει ότι ο Ζ.Π. Σαρτρ παρέδωσε στον εκδότη της «Liberation» Σερζ Ζυλί τον Μάρτιο του 1976 την πρώτη αυθεντική προκήρυξη της 17Ν για την δολοφονία του Ρίτσαρντ Ουέλς.
Αν η τρομοκρατία είναι είδος που εμφανίστηκε με την μεταπολίτευση, το κλείσιμο του κύκλου της μεταπολίτευση δεν οδηγεί και σε αντίστοιχο κλείσιμο του κύκλου της τρομοκρατίας. Αντιθέτως, διαπιστώνουμε ότι οι τρομοκρατικές οργανώσεις αποδεικνύονται ανθεκτικότερες από τις συνθήκες που τις γέννησαν.
Χωρίς να υπάρχουν πλέον –στην Ελλάδα και διεθνώς– οι προϋποθέσεις που τροφοδοτούσαν το «αντάρτικο πόλης», βλέπουμε την ελληνική εκδοχή του να επιχειρεί να αποτελέσει από μόνη της προϋπόθεση.
Οι αναλυτές του πιο αμφιλεγόμενου κοινωνικού φαινομένου της εποχής μας θεωρούν(10) ότι η τρομοκρατία αντιπροσωπεύει την ηθελημένη και εν ψυχρώ ηρωοποίηση της βίας, εις βάρος όλων των αποδεκτών μορφών της πολιτικής δραστηριότητας. Γι’ αυτό, κορυφαία πτυχή της τρομοκρατίας είναι η ηθική δικαίωση του φόνου, όχι μόνο ως μέσου για κάθε σκοπό αλλά και ως αυτοσκοπού. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αυτές, ο σημερινός «μαχητής της ένοπλης λαϊκής βίας» προσφεύγει στην βία από συνειδητή επιθυμία, όχι από ανάγκη. Η θεώρηση ότι η βία αντιπροσωπεύει κάτι το θετικό και το δημιουργικό είναι εκείνη που επιτρέπει και νομιμοποιεί τις τρομοκρατικές ενέργειες.
Αξίζει να μελετηθεί η νομοθεσία με την οποία καταπολεμήθηκε ή εξαρθρώθηκε η τρομοκρατία στο εξωτερικό(11). Η αναφορά στο ζήτημα αυτό (βλ. ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ) δεν αποτελεί συνηγορία υπέρ των μεθόδων αυτών όσο περιγραφή των βημάτων που έγιναν προκειμένου να εξαρθρωθεί η τρομοκρατία στην Δύση, στις αστικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.
Στις χώρες αυτές υϊοθετήθηκε το μοντέλο της προστατευόμενης Δημοκρατίας της Συγκατάθεσης. Η συγκατάθεση πηγάζει από την θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών οι οποίοι σε όλη τους την ζωή δεν ήρθαν αντιμέτωποι με τον νόμο ώστε να διεκδικούν απόλυτες εγγυήσεις, οι οποίοι δεν αντιμετώπισαν ποτέ πρόβλημα έκφρασης ή προσωπικής ελευθερίας. Η συγκατάθεση αυτή επιβάλλει την ανάγκη να αμυνθεί το δημοκρατικό κράτος, μόνο όταν υπάρχει «εθνική συνεννόηση» προκειμένου να μην παραβιαστεί έστω και «εν ονόματι του λαού» η συνταγματική νομιμότητα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΤΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ
Η ΣΙΩΠΗΡΗ ΑΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ
Πριν την αποκατάσταση της δημοκρατίας, με τον νόμο 509 της δικτατορίας προβλεπόταν ότι το Κ.Κ.Ε. ήταν εκτός νόμου διότι έθετε ως επιδίωξή του να ανατρέψει το ισχύον δημοκρατικό καθεστώς και να εγκαθιδρύσει στην Ελλάδα τον κομμουνισμό. Με τους αστυνομικούς διευθυντές Αθηνών Καραχάλιο, Λάμπρου, Μπάμπαλη και Μάλλιο επικεφαλής είχε οργανωθεί ένα δίκτυο εξάρθρωσης του κομμουνισμού. Ο νόμος απαιτούσε πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων για την συμμετοχή του πολίτη στην δημόσια διοίκηση ή τον στρατό ενώ καθιερώνονταν τα γνωστά στρατόπεδα εξορίας και εκτοπισμού προκειμένου να αποκλειστεί ο επηρεασμός της κοινωνίας από την κομμουνιστική δραστηριότητα. Η έννοια «τρομοκρατία», ωστόσο, ύστερα από την νομιμοποίηση του Κ.Κ.Ε. ουσιαστικά άλλαξε περιεχόμενο.
Η πρώτη προσπάθεια να καταπολεμηθεί η τρομοκρατία προήλθε από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή: Η τρομοκρατία θεωρήθηκε ως συνωμοσία, ως παράνομη πράξη βίας που αποπειράται να καταλύσει ή να μεταβάλει το πολίτευμα και τους θεμελιώδεις θεσμούς της δημοκρατίας. Το νέο φαινόμενο αντιμετωπίστηκε με τον νόμο 774/78(12) ως απειλή κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος, απειλή που πρέπει να κατασταλεί με την ποινή του θανάτου (εάν λόγω της τρομοκρατικής ενέργειας επέρχεται ο θάνατος) και με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης (σε αντίθετη περίπτωση). Τιμωρείται, εξάλλου, ο εγκωμιασμός των τρομοκρατών, η προπαγάνδα ή η προτροπή υπέρ της τρομοκρατικής ενέργειας με το επιχείρημα ότι τίθεται σε κίνδυνο η δημόσια τάξη. Καθιερώνεται, επίσης, η ανταμοιβή ή τουλάχιστον η απαλλαγή για όποιον συντελέσει στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση τρομοκρατικής οργάνωσης, στην σύλληψη τρομοκράτη ή απλώς στην ματαίωση τρομοκρατικής ενέργειας. Ο νόμος αυτός καταργήθηκε στην συνέχεια από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, κάτι το οποίο προκάλεσε πολιτική διαμάχη και ανταλλαγή κατηγοριών και κομματικών διαξιφισμών. Η επόμενη πρωτοβουλία για την εισαγωγή στην Ελλάδα θεσμών ικανών να οδηγήσουν στην πάταξη της τρομοκρατίας ανήκει στο Συμβούλιο της Ευρώπης (Βλ. ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ). Η Ελλάδα, κράτος-μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης από το 1949(13), υπογράφει στις 21/1/77 την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας δίχως, ωστόσο, να την επικυρώσει όπως έπραξαν τα υπόλοιπα 20 κράτη λίγους μήνες αργότερα. Η ελληνική επικύρωση και επίσημη αποδοχή γίνεται με τον νόμο 1789(14), όταν η τρομοκρατία διανύει το 14ο έτος συνεχούς δράσης της, στις 25 Μαΐου 1988. Δημιουργείται, ωστόσο, εκ νέου πολιτικό ζήτημα: η ελληνική κυβέρνηση διατυπώνει επίσημη επιφύλαξη, αρνούμενη το άρθρο 1, ακρογωνιαίο λίθο της σύμβασης καθώς είναι εκείνο που διακρίνει τον τρομοκράτη, τον συναυτουργό και τον συμμέτοχό τους από τον εγκληματία που εμπνέεται από πολιτικά κίνητρα και διώκεται εξαιτίας των πολιτικών φρονημάτων του ή της φυλής, της θρησκείας και της ιθαγένειάς του. Με την σύμβαση συμφωνήθηκε κοινή διαδικασία έκδοσης μόνο για τους τρομοκράτες.
Η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, ωστόσο, επικαλούμενη την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του Συντάγματος για τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, επιφυλάχθηκε του δικαιώματος να αρνηθεί την έκδοση για τον φερόμενο ως δράστη τρομοκρατικής ενέργειας, ο οποίος διώκεται για «την υπέρ της ελευθερίας δράση του» (κάτι το οποίο έγινε για πρώτη φορά περιεχόμενο του θετικού συνταγματικού δικαίου με το Σύνταγμα 11/6/85)(15).
Άρθρον 5 Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα
1. Έκαστος δικαιούται να αναπτύσση ελευθέρως την προσωπικότητά του και να συμμετέχη εις την κοινωνικήν, οικονομικήν και πολιτική ζωήν της Χώρας, εφ’ όσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.
2. Πάντες οι ευρισκόμενοι εντός της Ελληνικής Επικρατείας απολαύουν απολύτου προστασίας της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας των, αδιακρίτως εθνικότητος, φυλής ή γλώσσης και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται εις τας περιπτώσεις τας προβλεπομένας υπό του διεθνούς δικαίου. Απαγορεύεται η έκδοσις αλλοδαπού, διωκομένου δια την υπέρ της ελευθερίας δράσιν του.
Σύμφωνα με την σύμβαση, η επιφύλαξη της Ελλάδας σημαίνει ότι η ίδια δεν μπορεί να απαιτήσει πλέον την έκδοση τρομοκράτη που συνελήφθη σε άλλο ευρωπαϊκό κράτος ενώ είναι υποχρεωμένη να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν ότι ο τρομοκράτης δημιούργησε συλλογικό κίνδυνο ζωής, σωματικής ακεραιότητας ή ελευθερίας προσβάλλοντας πρόσωπα ξένα προς τα κίνητρα που τον υποκίνησαν.
Από την εποχή του κ. Μπάλκου στο υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, όταν η κρατούσα εκδοχή ήταν πως «η “17η Νοέμβρη” είναι μια οργάνωση που είχε φτιαχτεί στη χούντα και την αποτελούν μέλη της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς» περάσαμε στην εποχή του υπουργού Κ. Δαβάκη, επί των ημερών του οποίου συνέβησαν οι εμπρησμοί των πολυκαταστημάτων, τότε που ολόκληρη η αστυνομία κυνηγούσε δύο αδελφές, εκ των οποίων η μία τυφλή, ως εκτελεστικά όργανα της 17Ν. Είχε προηγηθεί το φιάσκο των Χανίων (στήθηκε ολόκληρη πολεμική επιχείρηση για να συλληφθεί μια παρέα φίλων!). Στις 16/4/84 η ελληνική αστυνομία συνέλαβε τον διάσημο τρομοκράτη Σάρα αλλά δεν του απηγγέλθη κατηγορία και φυγαδεύτηκε με το προσωπικό αεροσκάφος του Γιασέρ Αραφάτ (είχαν προηγηθεί οι γνωστές συμφωνίες ΠΑΣΟΚ-Παλαιστινίων για την παροχή «ασύλου» στους τρομοκράτες που ζούσαν στην Ελλάδα ενώ το 1984 σημειώθηκαν στην Αθήνα 4 εκτελέσεις Λιβύων αντιφρονούντων στον Καντάφι). Αυτές, γενικά, είναι οι εικόνες της ελληνικής αστυνομίας και γραφειοκρατίας που πλήττουν τον τουρισμό και οδηγούν σε ανεργία.
Επί κυβερνήσεως Τζαννή Τζαννετάκη το καλοκαίρι του 1989 συγκροτήθηκε η Υπηρεσία Δίωξης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας, γνωστή ως αντιτρομοκρατική, γεγονός που έρχεται προς επίρρωσιν του επιχειρήματος της εθνικής συνεννόησης για την κοινωνική απομόνωση των τρομοκρατών(16). Ωστόσο, παρά το αισιόδοξο ξεκίνημά της και τα τεράστια ποσά που δαπανήθηκαν για την επάνδρωση και τον εξοπλισμό της, περιέπεσε και αυτή σύντομα σε πλήρη «νάρκη» λόγω των ανταγωνισμών στην ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. για τον έλεγχό της.
Επί μήνες το «αντιτρομοκρατικό τμήμα», αντί να ασχολείται με την δίωξη της τρομοκρατίας, κατατριβόταν με τις εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των προερχομένων από την «Αστυνομία Πόλεων» και των συναδέλφων τους από την «Χωροφυλακή» για το ποιοι θα την ελέγχουν ή με το ερώτημα «αν πρέπει να είναι αυτόνομη ή να υπαχθεί στην Διεύθυνση Ασφαλείας». Στο τέλος (και προκειμένου να μην την ελέγχει κανένας) προτίμησαν να την αδρανοποιήσουν –και χάθηκε μαζί της όλη η πολύτιμη εμπειρία που συγκεντρώθηκε στους λίγους μήνες της δράσης της.
Ύστερα από το σημείο-κλειδί της δολοφονίας του Παύλου Μπακογιάννη στις 27/9/89, ο Μίκης Θεοδωράκης κατηγόρησε ευθέως ως «εγκέφαλο» και «ιθύνοντα νου» της 17Ν τον κ. Ανδρέα Παπανδρέου. Θεωρούσε ακόμη ότι η πολιτική τρομοκρατία στην μεταδικτατορική Ελλάδα έχει τις ρίζες της στο ΠΑΣΟΚ Β΄, δηλαδή σε ένα παράνομο και συνωμοτικά οργανωμένο κρυφό μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ. Και, επίσης, δήλωνε ότι σε τυχόν περίπτωση επικράτησης αυτού του ΠΑΣΟΚ Β΄, τα πρώτα θύματα θα ήταν οι άνθρωποι της Αριστεράς. Καλούσε, τέλος, οποιονδήποτε εισαγγελέα να επιληφθεί των δηλώσεων αυτών προκειμένου να καταθέσει και να αποκαλύψει τα στοιχεία που ισχυριζόταν πως διέθετε. Παρόμοια κλήση ως σήμερα προς τον Μίκη Θεοδωράκη δεν έχει επιδοθεί από κανέναν εισαγγελέα, με αποτέλεσμα οι κατηγορίες να αιωρούνται δίχως να έχει διευκρινιστεί εάν αυτές αποτελούσαν συκοφαντίες. Ειδική πρόνοια για τα θύματα και τις οικογένειες των θυμάτων τρομοκρατικών ενεργειών ελήφθη μόνον ύστερα από το 1990 και ιδιαίτερα με τον νόμο 1897/90 (για την συνταξιοδότηση, για το δικαίωμα αποζημίωσης από το δημόσιο, για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των θυμάτων ενώ αναγνωρίζονταν ευεργετήματα για την σύζυγο και τα τέκνα του θύματος) και τους νόμους 1977/91 και 2042/92(17). Στην Ελλάδα τα προερχόμενα μόνον εξ Αμερικής κονδύλια για την πάταξη της τρομοκρατίας υπολογίζεται ότι έφτασαν το 1,5 δισ. δρχ. Τα ποσά αυτά ήρθαν στην χώρα μας μετά την δολοφονία του βουλευτή Παύλου Μπακογιάννη και οπωσδήποτε με την παρέμβαση του πρωθυπουργού τότε Κ. Μητσοτάκη ο οποίος, κατά την διάρκεια των συνομιλιών του στην Ουάσιγκτον το 1990, προέβη και στην σύναψη μυστικής συμφωνίας(18).
Εκ των υστέρων κριτική επί παντός επιστητού ασκεί ο τέως υπουργός Δημόσιας Τάξης κ. Θεόδωρος Αναγνωστόπουλος. Ο κ. Αναγνωστόπουλος(19) θίγει κάθε πλευρά του ζητήματος της τρομοκρατίας με αιρετική φρασεολογία[1] που έχει ωστόσο αξία και ως επιχείρημα που δεν πρέπει τουλάχιστον να αγνοηθεί.
Σημασία έχει (βλ. ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ) ότι η Ελλάδα ήταν η μόνη εκ των 12 κρατών της ΕΟΚ που δεν ενέκρινε στην δεκαετία του ‘80 το σχέδιο για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Οφείλουμε στο σημείο αυτό να παραθέσουμε απόσπασμα από τα επίσημα πρακτικά της Προεδρίας της Ελληνικής Δημοκρατίας από την σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών στις 17 Νοεμβρίου 1989(20) προκειμένου να γίνει αντιληπτή η ανορθολογική λειτουργία ακόμη και του ανώτατου θεσμού της χώρας η οποία δεν προκαλεί καμία αντίδραση στον εθισμένο να παραβαίνει και ο ίδιος τις ηθικές του δεσμεύσεις πολίτη:
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΣΚΕΨΕΩΣ ΤΩΝ ΑΡΧΗΓΩΝ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 37 ΠΑΡ. 3 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
(Aθήνα, Προεδρικό Μέγαρο, 17η, 20η και 21η Νοεμβρίου 1989)
Στην Αθήνα σήμερα 17η Νοεμβρίου 1989, ημέρα Παρασκευή και ώρα 12.00 μεσημβρινή, στο Προεδρικό μέγαρο, κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου της Δημοκρατίας Κυρίου Χρήστου Α. Σαρτζετάκη, απευθυνθείσης προς τους αρχηγούς των κομμάτων της Βουλής στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 37 παρ. 3 εδ. γ΄ του ισχύοντος Συντάγματος προσπαθείας προς σχηματισμόν
κυβερνήσεως, απολαυούσης της εμπιστοσύνης της Βουλής, η οποία προέκυψεν από τις διεξαχθείσες την 5ην Νοεμβρίου 1989 γενικές βουλευτικές εκλογές, συνήλθον, εντός του Γραφείου του και υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας, σε κοινή σύσκεψη α) ο Αρχηγός και Πρόεδρος του κόμματος Νέα Δημοκρατία (Ν. Δημ.) Κύριος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, β) ο Αρχηγός και Πρόεδρος του κόμματος «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα» (ΠΑΣΟΚ) Κύριος Ανδρέας Γ. Παπανδρέου και γ) ο Πρόεδρος της Πολιτικής Επιτροπής του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου» (Συν. Αριστ. Πρ.) Κύριος Χαρίλαος Φλωράκης.
Κατά την σύσκεψη διημείφθησαν τα ακόλουθα:
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Έσεται, λέει, ο λόγος ημών ναι, ναι ή ου, ου. Αυτή είναι η αρχή της σοφίας
στις διαπραγματεύσεις. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, σας ευχαριστούμε πολύ
για τη φιλοξενία.
ΣΑΡΤΖΕΤΑΚΗΣ: Για τις 7.00 το απόγευμα να πούμε ή ενωρίτερα;
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Εγώ νομίζω 7.00. Καλύτερα να κοιμηθούμε, γιατί μ’ αρέσει να κοιμάμαι
το απόγευμα.
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Και η δική μου αγωγή έτσι λέει. Δεν ξέρω τι λέει του Χαρίλαου.
ΦΛΩΡΑΚΗΣ: Σύμφωνοι, στις 7.00 το απόγευμα.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Το απόγευμα θα σκεφθείτε τα πρόσωπα, για να τα βάλουμε να δουλεύουνε
από αύριο. Από ό,τι κατάλαβα αν διαφανεί συμφωνία, θα πρέπει
να παρακαλέσουμε τον κύριο Πρόεδρο να κάνουμε και μια τρίτη συνάντηση.
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Και αν ακόμη δεν διαφανεί συμφωνία, εγώ θα έλεγα ότι θα πρέπει να κάνουμε
ακόμη μία προσπάθεια, διότι κρινόμαστε όλοι.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Είμαι σύμφωνος.
ΣΑΡΤΖΕΤΑΚΗΣ: Εγώ είμαι πάντοτε στην διάθεσή σας. Πάντως, θα σας χειροκροτήσουν όλοι,
όλους, εάν καταλήξετε σε οικουμενικής βάσεως κυβέρνηση.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, κύριε Πρόεδρε.
ΣΑΡΤΖΕΤΑΚΗΣ: Επειδή δεν μπορείτε να κάνετε αλλιώς, γι’ αυτό θα σας χειροκροτήσουν όλοι.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι. Σήμερα εγώ έχω αναστατωθεί από αυτή
την προκήρυξη της «17 Νοέμβρη» προς Οικολόγους: «Στηρίξτε κυβέρνηση
για απλή αναλογική».
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Το είδα κι εγώ.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Δηλαδή αυτή την ώρα η κυρία Δίζη μπορεί να πάρει ελεύθερα απόφαση,
χωρίς να δολοφονηθεί; Και είναι ψήφος αυτή; Είναι πολιτική ζωή πλέον;
Αυτή μία γυναίκα μ’ ένα παιδί;
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Τι φταίει η γυναίκα;
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Η γυναίκα δεν φταίει σε τίποτα, αλλά λέω ότι η «17 Νοέμβρη» υπαγορεύει
πολιτική συμπεριφορά.
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Κοίταξε, να πω κάτι Κώστα; Εφόσον επετράπη –και είναι λάθος–
η δημοσίευση κειμένων…
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Βεβαίως.
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: …τρομοκρατικών οργανώσεων, από κει πήγαμε σε λάθος πορεία.
ΦΛΩΡΑΚΗΣ: Και δίνει κατεύθυνση τι να ψηφίσουν. Λευκό σου λέει.
ΠΑΠΑΝΔΡΟΥ: Ναι, ναι.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Η κόρη μου η Ντόρα, σήμερα κάνει δήλωση σ’ αυτό το πνεύμα. Και λέει
ότι εγώ δεν μίλησα όταν απειλήθηκε ο άνδρας μου, όταν δολοφονήθηκε
ο άνδρας μου, σήμερα όμως πρέπει να το πω. Μια γυναίκα με ένα παιδί,
όταν τη διατάσσει η «17 Νοέμβρη» «ψήφισε», μπορεί να μην ψηφίσει;
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Δεν μπορεί να περάσει ένας τέτοιος νόμος για να απαγορευθεί η δημοσίευση;
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Να απαγορευθεί η δημοσίευση.
ΦΛΩΡΑΚΗΣ: Να το δούμε.
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Διότι αυτοί, κυρίως τη δημοσίευση κάνουν και σκοτώνουν ανθρώπους
κυρίως λόγω της δημοσιεύσεως. Αν δεν υπήρχε η δημοσίευση,
δεν θα υπήρχε και ενδιαφέρον.
ΦΛΩΡΑΚΗΣ: Να το δούμε αυτό και με τους φορείς τους δημοσιογραφικούς.
ΠΑΠΑΒΔΡΕΟΥ: Όχι, θέλει προσοχή.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Αν πάτε για διμερή συμφωνία, θα πρέπει να στηριχθείτε σε αυτή την ψήφο.
ΦΛΩΡΑΚΗΣ: Τώρα εσείς, το πάτε αλλού.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Βέβαια το πάω αλλού, γιατί αυτή είναι η ουσία του θέματος.
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Να αποκλείσει…
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Δεν πάω να αποκλείσω τίποτα, Ανδρέα μου. Αν θέλετε, στηριχθείτε
στην ψήφο αυτή, αλλά αυτή η ψήφος σήμερα είναι διατεταγμένη ψήφος
από την «17 Νοέμβρη».
ΦΛΩΡΑΚΗΣ: Το θέμα δεν είναι εκεί. Το ζήτημα είναι να βρούμε συμφωνία.
ΣΑΡΤΖΕΤΑΚΗΣ: Στο καλό. Και πάλι εδώ στις 7.00 απόψε.
(Εις το σημείον τούτο και ώρα 14.30 η σύσκεψη των Αρχηγών των κομμάτων της Βουλής υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας διακόπτεται για να συνεχισθεί ώρα 19.00)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
ΑΝΤΙΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ
ΔΙΑΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ
Ύστερα από έναν χρόνο, στις 17/12/90, η πρόταση του κ. Παπανδρέου υλοποιήθηκε από τον κ. Μητσοτάκη. Ο νόμος 1916 θεσπίστηκε προκειμένου να προστατευθεί η κοινωνία από το οργανωμένο έγκλημα και στρέφεται εναντίον των τρομοκρατικών οργανώσεων (σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Χρ. Πασαλάρη,(21) πριν έλθει στην Βουλή είχαν γίνει αλλεπάλληλες προσπάθειες να συμφωνήσουν όλοι οι εκδότες και διευθυντές των μαζικών μέσων ενημέρωσης ώστε να μην δημοσιεύονται αυτούσιες οι προκηρύξεις της 17Ν). Διακρίνεται σε διατάξεις που τιμωρούν την υποστήριξη, υπόθαλψη και διευκόλυνση των τρομοκρατικών ομάδων καθώς και την προπαγάνδα υπέρ αυτών, σε διατάξεις για την προστασία των δικαστικών λειτουργών και μαρτύρων, σε διατάξεις που ορίζουν τα δικαιώματα και την προστασία του κατηγορουμένου, την δικαιοδοσία της ελληνικής αστυνομίας και την ύπαρξη ελαφρυντικών. Ο όρος «τρομοκρατία» και τα παράγωγά του δεν περιέχονται στο κείμενο του νόμου(22).
Προνομιακό πεδίο για την μελέτη αυτή (καθώς στο συγκεκριμένο ζήτημα διασταυρώνονται η ισχύς της πολιτικής εξουσίας, η κρίση των δικαστικών αρχών, οι ενέργειες της ελλ. Αστυνομίας, η δημοσιότητα και η αμφισβήτηση με την στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην τρομοκρατία) αποτελεί η πολιτική διαμάχη για το ζήτημα της δημοσίευσης προκηρύξεων των τρομοκρατικών οργανώσεων. Η πολιτική αυτή διαμάχη αποκρυσταλλώνεται πλέον και επεκτείνεται σαφώς και στην κοινωνία τραυματίζοντας την συνοχή της. Χαρακτηριστικό τεκμήριο ο σάλος που προκαλείται όταν στην επικαιρότητα δεσπόζουν αμφιλεγόμενες ενέργειες επώνυμων αναγνωρισμένων ατόμων, όπως π.χ. καλλιτεχνών (με τραγούδια που ερμηνεύουν και συναυλίες με ασαφή μηνύματα)(23).
Ως εκείνη την στιγμή, η ελευθερία έκφρασης του Τύπου κατοχυρωνόταν με το άρθρο 14 του Συντάγματος υπό την εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη ότι ο Τύπος οφείλει να τηρεί τους νόμους του κράτους.
Το άρθρο 6 του νόμου 1916 απετέλεσε την αφορμή για την οξεία σύγκρουση που έθεσε το αμείλικτο ερώτημα της αρμοδιότητας των ελληνικών δικαστηρίων να κρίνουν (στην συγκεκριμένη περίπτωση της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου να κρίνει) την αντισυνταγματικότητα αυτού του αντιτρομοκρατικού νόμου. Η εισήγηση(24) έγινε από έναν δημοσιογράφο
Ν. 1916/90
ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Πρωτ. 6383 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Αριθ. Από τα επίσημα Πρακτικά της ΡΔ΄,17 Δεκεμβρίου 1990,
Διεκπ. 4697 Συνεδρίασης της Ολομέλειας της Βουλής,
στην οποία ψηφίστηκε το παρακάτω σχέδιο νόμου:
Για την προστασία της κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Άρθρο 1
1. Όποιος συγκροτεί ή συμμετέχει σε οργάνωση ή ομάδα δύο ή περισσότερων προσώπων με σκοπό τη διάπραξη
κατ’ εξακολούθηση ή σωρευτικά:
α. ανθρωποκτονίας,
β. επικίνδυνης ή βαρείας σωματικής βλάβης με τη χρήση όπλου ή εκρηκτικών ή εμπρηστικών υλών,
γ. αρπαγής ή παράνομης κατακράτησης προσώπων ή κατάληψης συγκοινωνιακού μέσου, εντός του οποίου
βρίσκονται πρόσωπα, με σκοπό τη χρησιμοποίηση των προσώπων αυτών ως ομήρων ή την καταβολή λύτρων
ή τον εξαναγκασμό της αρχής σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή πράξεως ή τον εκφοβισμό του κοινού,
δ. εγκλημάτων που περιλαμβάνονται στο νόμο «περί προλήψεως και καταστολής πράξεων κατά της ασφαλείας
της αεροπλοΐας»,
ε. εγκλημάτων που τελούνται με τη χρήση βομβών ή χειροβομβίδων ή ρουκετών ή πυροβόλων όπλων ή άλλων
εκρηκτικών ή εμπρηστικών υλών ή παγιδευμένων πραγμάτων ή χημικών ή βιολογικών υλών, εφ’ όσον
με την πράξη αυτήν τίθεται σε κίνδυνο πρόσωπο ή πράγμα,
ζ. παράνομης κατακράτησης προστατευόμενου προσώπου κατά το άρθρο 157 του Ποινικού Κώδικα,
η. εμπρησμού,
θ. επιθέσεως ή διαρπαγής σε βάρος αστυνομικών ή στρατιωτικών εγκαταστάσεων,
ι. εμπορίας ή διακίνησης ναρκωτικών ή μέσων χημικού ή βιολογικού πολέμου.
τιμωρείται: α) με κάθειρξη∙
β) με ισόβια κάθειρξη σε περίπτωση τέλεσης των αναφερόμενων πιο πάνω υπό στοιχεία α΄ έως ι΄
πράξεων.
2. Ο δημιουργός, αρχηγός ή ηθικός αυτουργός των κατά την παράγραφο 1 οργανώσεων ή ομάδων τιμωρείται
σε κάθε περίπτωση με ισόβια κάθειρξη.
3. Σε περίπτωση τελέσεως ή απόπειρας τελέσεως εγκλήματος της παραγράφου 1 περ. α΄ έως και ι΄ του παρόντος
επιβάλλεται προσθέτως και η αρμόζουσα για το έγκλημα αυτό ποινή, εφαρμοζομένων περαιτέρω των διατάξεων
της παραγράφου 1 του άρθρου 94 του Ποινικού Κώδικα.
Δημοσιεύσεις ή ανακοινώσεις
Άρθρο 6
1. Ο αρμόδιος εισαγγελέας μπορεί να απαγορεύσει τη δημοσίευση δια του τύπου και δια των μέσων μαζικής
ενημέρωσης ανακοινώσεων, προκηρύξεων και κάθε είδους δηλώσεων των οργανώσεων ή ομάδων της
παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος ή των μελών τους.
2. Η απαγορευτική διάταξη της προηγούμενης παραγράφου ισχύει από της ανακοινώσεώς της από τα κρατικά
μέσα μαζικής ενημέρωσης. Οι υπεύθυνοι των μέσων αυτών υποχρεούνται σε άμεση ανακοίνωση, άλλως
τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως και χρηματική ποινή τουλάχιστον 1.000.000 δραχμών.
3. Η παράβαση της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 3
μηνών και χρηματική ποινή 5.000.000 μέχρι 50.000.000 δραχμών. Η εξ αμελείας παράβαση τιμωρείται με ποινή
φυλακίσεως μέχρις 6 μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 1.000.οοο δραχμών.
4. Σε περίπτωση καταδίκης το δικαστήριο επιβάλλει αναστολή λειτουργίας μέχρις 6 μηνών του ραδιοφωνικού ή
τηλεοπτικού σταθμού, που έκανε τη μετάδοση.
5. Ως υπεύθυνοι για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, θεωρούνται για μεν τον τύπο, τις εφημερίδες και τα
περιοδικά οι αναφερόμενο στα άρθρα 45 (46) και 46 (47) του αν.ν. 1092/1938 περί τύπου, για δε τα
ραδιοτηλεοπτικά μέσα ο ιδιοκτήτης και ο διευθυντής ειδήσεων, προκειμένου δε περί νομικού προσώπου οι νόμιμοι
εκπρόσωποι αυτού.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ Αθήνα, 18 Δεκεμβρίου 1990
–τον υπουργό επικρατείας τότε Αθανάσιο Κανελλόπουλο.
Την θρυαλλίδα της σύγκρουσης συνιστά η απαγορευτική διάταξη του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημ. Τσεβά στις 14/3/91 αμέσως ύστερα από την δολοφονία του αμερικανού λοχία Ρόναλντ Στιούαρντ με το σκεπτικό πως «λόγοι κοινωνικού αλλά και δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την απαγόρευση δημοσίευσης ή ανακοίνωσης εντύπων δηλώσεων και προκηρύξεων των εγκληματιών που δημοσιοποιούν τις πράξεις τους κατά του κοινωνικού συνόλου και της γαλήνης του τόπου και διαφημίζουν άνανδρες και στυγερές εκδηλώσεις με την αντιδεοντολογική συνδρομή μερίδας του τύπου».
Πρόκειται για μια διάταξη η οποία αγνοήθηκε από 7 εκδότες με αποτέλεσμα να δημοσιευθεί αυτούσια η προκήρυξη για την δολοφονική ενέργεια και να ασκηθεί εναντίον τους εισαγγελική δίωξη.
Η γραμμή της Ε.Σ.Η.Ε.Α. ήταν πως αρκούσε η ποινική νομοθεσία και δεν χρειαζόταν κανένας ειδικός νόμος ή άρθρο που θα περιόριζε την ελευθεροτυπία.
Η συμφωνία του προέδρου της Ε.Σ.Η.Ε.Α. (και διωκόμενου για την δημοσίευση) κ. Τεγόπουλου με τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη προέβλεπε ότι η υπόθεση έπρεπε να φτάσει στον Άρειο Πάγο ύστερα από έφεση που θα ασκούσαν οι 7 εκδότες, εξαντλώντας και τους 3 βαθμούς δικαιοδοσίας, προκειμένου ο Άρειος Πάγος να κρίνει την αντισυνταγματικότητα του νόμου και να επιβάλει την απόφασή του.
Στις 7/6/91 ο εκδότης της «Ελευθεροτυπίας» Χρ. Τεγόπουλος δήλωσε: «Είναι υποχρέωση του Τύπου να υπερασπίζεται το Σύνταγμα. Όλοι οι συνταγματολόγοι έχουν αποφανθεί ότι ο αντιτρομοκρατικός νόμος είναι αντισυνταγματικός. Επομένως, είναι αντισυνταγματική και η εισαγγελική δίωξη. Θα φθάσουμε μέχρι τον Άρειο Πάγο όπου είναι βέβαιο ότι θα δικαιωθούμε»(25).
Μια ημέρα πριν την δίκη των 7 εκδοτών, ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι πρέπει να αποφανθεί ο Άρειος Πάγος(26).
Ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Παπανδρέου αντέδρασε κατηγορώντας τον πρωθυπουργό πως με την δήλωσή του στην Θεσσαλονίκη υπαγόρευσε την απόφαση και προκατέλαβε την Δικαιοσύνη.
Τελικά το δικαστήριο στην περίπτωση των 7 υπεύθυνων εφημερίδων έκρινε ότι η διάταξη που παρέχει στους εισαγγελείς το δικαίωμα να απαγορεύουν την δημοσίευση των προκηρύξεων των τρομοκρατικών οργανώσεων είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα. Οι 7 εκδότες οδηγήθηκαν στο Τμήμα Μεταγωγών, όπου
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Αθήνα 14 – 3 - 1991
Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Αριθ. Πρωτ. 47
ΔΙΑΤΑΞΗ
Ο Αντεισαγγελεύς Αρείου Πάγου ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΒΑΣ, αρμόδιος για την εποπτεία των δικαστικών ερευνών επί των εγκλημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1916/1990.
Λαβόντες υπ’ όψη:
1) την χθεσινή δολοφονία του Αμερικανού λοχία Ρόναλντ Στιούαρτ από την τρομοκρατική οργάνωση της «17Ν» και τις πρόσφατες, (κατά τον τελευταίο μήνα) με χρήση βομβών και εκρηκτικών μηχανισμών εγκληματικές πράξεις της ιδίας οργανώσεως, συνεπεία των οποίων κατεστράφησαν πράγματα και περιήλθαν σε κίνδυνο ζωής και υγείας ανύποπτοι και αθώοι πολίτες∙ και 2) την τάση των ανωτέρω εγκληματιών να δημοσιοποιούν με ανακοινώσεις, εντύπους δηλώσεις και προκηρύξεις τις κατά του κοινωνικού συνόλου και της γαλήνης του τόπου εγκληματικές πράξεις τους, διαφημίζοντες, με την αντιδεοντολογική συνδρομή μερίδος του τύπου, άνανδρες και στυγερές εγκληματικές εκδηλώσεις.
Κρίνοντες ότι
λόγοι κοινωνικού αλλά και δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την απαγόρευση παρομοίων δημοσιευμάτων.
Ιδόντες και το αρ. 6 Ν. 1916/1990.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΥΜΕ
Την δημοσίευση δια του τύπου και ανακοίνωση δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης προκηρύξεων και κάθε είδους δηλώσεων της ανωτέρω τρομοκρατικής οργανώσεως και οποιασδήποτε άλλης ή των ομάδων τους ή των μελών τους, για τις ανωτέρω εγκληματικές πράξεις και παραγγέλλουμε την άμεση δημοσίευση και ανακοίνωση της παρούσης.
Ο Αντεισαγγελεύς Αρείου Πάγου
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΒΑΣ
διοργανώθηκε συναυλία[2] συμπαράστασης από γνωστούς καλλιτέχνες(27). Οι 7 εκδότες κατόπιν οδηγήθηκαν στον Κορυδαλλό(28).
Ο πρόεδρος της Βουλής κ. Αθ. Τσαλδάρης, ο υπουργός Παιδείας κ. Γ. Σουφλιάς και ο γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου κ. Ευάγγελος Βολουδάκης συζήτησαν το θέμα της καταδίκης και του εγκλεισμού των 7 δημοσιογράφων στον Κορυδαλλό.
Σύμφωνα με την άποψη που εξέφρασε ο κ. Βολουδάκης «καμία διάταξη στο Σύνταγμα δεν υπάρχει που να λέει ότι η ελευθεροτυπία είναι ένα προσυνταγματικό ή υπερσυνταγματικό δικαίωμα το οποίο υπερέχει όλων των άλλων ατομικών δικαιωμάτων».
Οι απόψεις που διατυπώθηκαν ήταν ότι το θέμα του αντιτρομοκρατικού νόμου είναι σε εκκρεμοδικία καθώς και ότι οποιαδήποτε ρύθμιση προς απόσυρση του νόμου θα σήμαινε επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας και αλλοτρίωση της δικαστικής ενώ θα προσέκρουε στο Σύνταγμα που ορίζει ρητά την διάκριση των εξουσιών. Κάθε άλλη ενέργεια για την υπέρβαση της κρίσης θα σήμαινε αυτογελοιοποίηση της κυβέρνησης και εμμονή της απαράδεκτης ασυλίας των εκάστοτε κυβερνώντων να ποδοπατούν τους νόμους.
Κοινή θέση όλων ήταν πως «ο δικαστής θα είναι εκείνος που θα κάνει την στάθμιση των συμφερόντων, της σύγκρουσης του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας με το δικαίωμα διαφήμισης τρομοκρατικών πράξεων».
Η προσφορότερη λύση, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, ήταν ο εισαγγελέας εφετών να ασκούσε έφεση σύμφωνα με την δικονομία εντός 5 ημερών από την δημοσίευση της απόφασης. Εάν δεν γινόταν αυτό και εάν οι 7 δημοσιογράφοι δεν ασκούσαν οι ίδιοι έφεση, τότε θα εξέτιαν την ποινή τους. Οι 7 εκδότες δεν άσκησαν έφεση μέσα στην 10ήμερη προθεσμία που διέθεταν. Ο καθ’ ύλην αρμόδιος εισαγγελέας κ. Δωρής δήλωσε ότι η εισαγγελία δεν θα έκανε έφεση υπέρ των 7. Το ζήτημα παρέμεινε εκκρεμές(29).
Λύση θα ήταν να προσφύγουν αμέσως σε ανώτερο δικαστήριο, ασκώντας έφεση. Και στην συνέχεια, αν και το Εφετείο απέρριπτε τους ισχυρισμούς τους, να προσφύγουν στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας –τον Άρειο Πάγο– για να αρθεί έτσι κάθε αμφισβήτηση επί του θέματος.
Στην επόμενη επίθεση τρομοκρατικής οργάνωσης, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν απαγόρευσε την δημοσίευση της προκήρυξης. Ωστόσο, ο καθηγητής Φαίδων Βεγλερής έγραψε στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» για την καθιέρωση της παρανομίας στην οποία συνέβαλαν οι 7(30). Οι 7 εκδότες έμειναν φυλακισμένοι για 11 ημέρες. Τελικά η Ε.Σ.Η.Ε.Α., δίχως την σύμφωνη γνώμη όλων των εφημερίδων, εξαγόρασε την ποινή των 7 διευθυντών.
Λίγες ημέρες αργότερα, η 17Ν δολοφόνησε στην Αθήνα Τούρκο διπλωματικό. Η «Ελευθεροτυπία» δημοσίευσε το κείμενο της προκήρυξης και τίτλο «Νάρκη από 17Ν η εκτέλεση Τούρκου» στις 9/10/91 με το επιχείρημα ότι αφοπλίζει την προπαγάνδα των τρομοκρατών απομυθοποιώντας την συλλογιστική τους. Αντίθετα, το «Έθνος» δεν δημοσίευσε την προκήρυξη και χαρακτήρισε την πράξη της 17Ν ως υπαγορευόμενη από τους σκοτεινούς κύκλους της Άγκυρας. Η εφημερίδα υπενθύμισε την πρότασή της για μιαν άτυπη αλλά ουσιαστική συμφωνία των εκδοτών με την οποία να δεσμεύονται «να μην δημοσιεύουν προκηρύξεις τρομοκρατικών οργανώσεων, εφόσον η δημοσίευσή τους απειλεί ύψιστα εθνικά συμφέροντα ή αποπροσανατολίζει την κοινή γνώμη από μεγίστης σημασίας κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Γι’ αυτό» –σημειώνει το «Έθνος»– «δεν δημοσιεύσαμε την προκήρυξη και δεν επιτρέψαμε στην 17Ν να κρίνει αυτή τι θα δημοσιευτεί και τι όχι, όπως και δεν το επιτρέπουμε και στον κύριο εισαγγελέα». Και καταλήγει: «Στην συγκεκριμένη περίπτωση και υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες κρίνουμε ελεύθερα ότι η δημοσίευση ίσως να εξέθετε σε κίνδυνο γενικότερα συμφέροντα της χώρας μας». Στις 26/2/92 με πρωτοβουλία του αντεισαγγελέα Τσεβά η διατύπωση της απαγορευτικής διάταξης που εκδόθηκε για επίθεση του ΕΛΑ στο Θησείο εναντίον λεωφορείου της Αστυνομίας αμβλύνεται: αφαιρείται η κρίση του πως οι τρομοκράτες διαφημίζουν τις πράξεις τους «με την αντιδεοντολογική συνδρομή μερίδας του τύπου» και προστίθεται ότι επιτρέπεται η ενημέρωση της κοινής γνώμης μέσω των ειδήσεων για την τρομοκρατική επίθεση. Ο Δημ. Τσεβάς ουσιαστικά αυτήν την φορά ήταν περισσότερο σκληρός: απαγορεύει την δημοσίευση ή ανακοίνωση από τα ΜΜΕ αυτούσιων των προκηρύξεων αλλά επιπλέον και των περικοπών τους.
Στις 4/10/92 ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης (μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή) εξήγγειλε πως θα άλλαζε ριζικά η ποινική Δικονομία, όσον αφορά την εκδίκαση εγκλημάτων τρομοκρατικών οργανώσεων ενώ παράλληλα θα λαμβάνονταν αυστηρά μέτρα για την προστασία των δικαστών, των μαρτύρων και των κατηγορουμένων σε υποθέσεις τρομοκρατίας: «Θα δούμε τα πρότυπα τα οποία υπάρχουν σε άλλες δημοκρατικές χώρες της Δύσης –της Ευρώπης στην οποία ανήκουμε– και θα κοιτάξουμε κι εμείς να προσαρμόσουμε την νομοθεσία μας με αυτά». Ο πρωθυπουργός στην ίδια τηλεοπτική εκπομπή είχε εκφράσει την ανησυχία του για τις απειλές που δέχονται οι δικαστές όταν δικάζουν υποθέσεις τρομοκρατίας και μίλησε για αλλαγή της νομοθεσίας.
Με άξονα τις δηλώσεις του κ. Μητσοτάκη το Υπουργείο Δικαιοσύνης, καθ’ ύλην αρμόδιο για την σύνταξη του σχετικού νομοσχεδίου που θα τροποποιούσε την Ποινική Δικονομία, προσανατολιζόταν να προσαρμόσει την ελληνική νομοθεσία προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα για την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών. Οι υποθέσεις τρομοκρατίας θα εκδικάζονταν από ειδικά δικαστήρια με αυξημένες αρμοδιότητες. Η σύνθεσή τους, δηλαδή τα ονόματα των δικαστών, δεν θα ήταν γνωστά σε κανέναν πριν από την έναρξη της δίκης. Στην αίθουσα του δικαστηρίου θα απαγορευόταν αυστηρά η προσέλευση και η παραμονή τηλεοπτικών συνεργείων και φωτογράφων. Οι δίκες δεν αποκλειόταν να γίνονταν κεκλεισμένων των θυρών με την παρουσία μόνο των δικαστών, των συνηγόρων, των μαρτύρων και φυσικά των κατηγορουμένων.
Ταυτόχρονα ο δικαζόμενος τρομοκράτης ήταν πιθανόν να δικάζεται μέσα από την φυλακή. Δηλαδή, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως να μην βρίσκεται στην δικαστική αίθουσα αλλά στην φυλακή. Θα υπήρχε απλώς ενσύρματη εσωτερική επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίου και φυλακών. Εξεταζόταν, ακόμη, από το υπουργείο Δικαιοσύνης το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος τρομοκράτης να κλείνεται κατά την διάρκεια της δίκης σε ειδική κλούβα με περιορισμένη ορατότητα και μικροφωνικές εγκαταστάσεις (θα μπορούσε, δηλαδή, ο τρομοκράτης να βλέπει μέσα από την κλούβα την δικαστική αίθουσα αλλά δεν θα τον έβλεπαν οι άλλοι).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΝΕΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΦΟΡΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΗ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΣΕΚΟΥΡΑ
Στις 12 Οκτωβρίου 1992(31) πραγματοποιήθηκε στο Ελληνικό Κοινοβούλιο η πρώτη και μόνη συζήτηση (εκτός ημερησίας διατάξεως) σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών στην μεταπολίτευση για την τρομοκρατία. Η πρωτοβουλία ανήκε στην κυβέρνηση Κων. Μητσοτάκη. Η διαδικασία τελικά οδηγήθηκε σε αδιέξοδο καθώς επήλθε γενική σύρραξη. Η αντιπαραγωγική συζήτηση διήρκεσε μόνο 3 ώρες.
Σημασία έχει ότι στην πρώτη συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών κομμάτων στην μεταπολίτευση, η αντιπολίτευση σύσσωμη απέρριψε την πρόταση για διοργάνωση συναυλιών συμπαράστασης στα θύματα της τρομοκρατίας και στους συγγενείς τους όπως, εξάλλου, απέρριψε και την πρόταση για εκδηλώσεις όλων των κομμάτων για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης ενάντια στην πολιτική τρομοκρατία.
——— ——— ——— ———
Ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης πρότεινε στα κόμματα, τους κοινωνικούς φορείς και την διακομματική επιτροπή της Βουλής να διοργανώσουν κοινές εκδηλώσεις με ομιλίες, επισκέψεις στους συγγενείς των θυμάτων της τρομοκρατίας και κοινό συλλαλητήριο εναντίον της. Ζήτησε, ακόμη, την καθολική συσπείρωση της κοινωνίας και των πολιτικών φορέων ως προϋπόθεση για την αποτελεσματική (και όχι μόνο φραστική) πάταξη της τρομοκρατίας ενώ την χαρακτήρισε ως θέμα εθνικό που δεν επιδέχεται κανενός είδους κομματική εκμετάλλευση. Χαρακτήρισε ως «δράκα αδίστακτων δολοφόνων» τους τρομοκράτες τονίζοντας ότι «η Δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με την απειλή περιστρόφου». Άσκησε δριμύτατη κριτική «για την συμπαράσταση που σπεύδουν να εκδηλώσουν υπέρ των υπόπτων τρομοκρατικών ενεργειών πολιτικά στελέχη της αντιπολίτευσης. Με τον τρόπο αυτό στέλνουμε ανάλογα μηνύματα στην κατεύθυνση κάλυψης της τρομοκρατίας».
Ο πρωθυπουργός στην συζήτηση εκείνη υπογράμμισε την ανάγκη υποστήριξης της Αστυνομίας και των μαρτύρων που εμπλέκονται στις υποθέσεις τρομοκρατίας: «Όταν συλλαμβάνεται ένα κλεφτρόνι κανείς σας δεν διαμαρτύρεται, ως το κλεφτρόνι να μην έχει δικαιώματα. Όταν συλλαμβάνεται ένας ύποπτος τρομοκρατίας ακούγονται αμέσως από την πλευρά σας πολλές φωνές υποστήριξης». Ο κ. Μητσοτάκης αρνήθηκε ότι έγιναν συνταγματικές παραβάσεις στην σύλληψη Σκυφτούλη, και ζήτησε από όλες τις πτέρυγες να δείξουν ιδιαίτερη ευαισθησία στον τρόπο με τον οποίο θα προστατευθεί η εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων, αλλά και οι ίδιοι οι δικαστές: «Μας απασχολεί το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου οι συνθέσεις των δικαστηρίων κρατούνται μυστικές εκτός από τον πρόεδρο του δικαστηρίου. Πάντως τον τρομοκρατικό νόμο δεν θα τον αλλάξουμε… Θα συζητήσω και με τους ίδιους τους δικαστές για αυτό».
Τέλος ο πρωθυπουργός έκλεισε την ομιλία του διαβάζοντας από το βήμα της Βουλής την επιστολή που του έστειλε η μητέρα του Θάνου Αξαρλιάν, του θύματος της απόπειρας της 17Ν κατά του Ι. Παλαιοκρασσά. Στην επιστολή αυτή η κ. Βούλα Αξαρλιάν κάνει έκκληση προς όλες τις κατευθύνσεις να σταματήσει ο αιματηρός κύκλος της τρομοκρατίας.
——— ——— ——— ———
Στο πρώτο μέρος της ομιλίας του, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Α. Παπανδρέου προσπάθησε να διαλύσει την κατά καιρούς διατυπωμένη άποψη ότι το ΠΑΣΟΚ συνδέεται με την τρομοκρατία. Στο πλαίσιο αυτό (και αφού εκδήλωσε την βαθειά αποστροφή του για τις τρομοκρατικές ενέργειες τις οποίες χαρακτήρισε ως «στυγνά εγκλήματα εις βάρος της κοινωνίας και του λαού μας») κατηγόρησε τον κ. Μητσοτάκη ότι πλαστογράφησε τις δηλώσεις του για την τρομοκρατία και πρόσθεσε πως είναι «κατάντημα να τίθεται το ερώτημα ποιός είναι υπέρ και ποιός είναι κατά της τρομοκρατίας. Εμείς είμαστε με το Σύνταγμα και την νομιμότητα».
Όσον αφορά την υπόθεση Σκυφτούλη, ο κ. Παπανδρέου υποστήριξε ότι: «η αντιπολίτευση, ο νομικός κόσμος και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ουδέποτε μπήκαν στην ουσία του θέματος αλλά απλώς στηλίτευσαν τις παραβάσεις του Συντάγματος, την σύλληψη χωρίς ένταλμα και την γελοιοποίηση των διωκτικών αρχών». Ακολούθως, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ άσκησε οξεία κριτική στην κυβέρνηση για το έργο που είχε να επιδείξει στον τομέα της πάταξης της τρομοκρατίας από το 1990. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε σε «μηδέν αποτέλεσμα, πορεία οπισθοδρόμησης και διάλυσης της Αστυνομίας. Δεν είναι δυνατόν τα σώματα ασφαλείας να ασχοληθούν σοβαρά με την πάταξη της τρομοκρατίας όταν η κυβέρνηση τα κατευθύνει με την πολιτική της ενάντια στην κοινωνία. Οι έρευνες γίνονται σήμερα με ερασιτεχνικό και εμπειρικό τρόπο, ενώ κυριαρχεί η επιπολαιότητα στις κινήσεις των διωκτικών αρχών οι οποίες μόνο από κάποιο τυχαίο γεγονός μπορεί να επιτύχουν κάποιο πλήγμα στην τρομοκρατία».
Η πρώτη έντονη λογομαχία προκλήθηκε όταν οι κ.κ. Μητσοτάκης-Παπανδρέου ολοκλήρωσαν τις πρωτολογίες τους. Αφορμή οι δηλώσεις του τότε πρωθυπουργού από το Πεκίνο μετά την δολοφονία Αγγελόπουλου από την 17Ν(32).
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Εσείς προσωπικώς, είσαστε εκείνος ο οποίος ενώ ήσασταν πρωθυπουργός,
από το εξωτερικό προσδιορίσατε τον αρχηγό της «17 Νοέμβρη».
Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Παρακαλώ πολύ.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Εσείς προσδιορίσατε τον αρχηγό της «17ης Νοέμβρη».
Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Δεν μπορεί να μείνει έτσι αυτό.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Να τελειώσω την φράση μου. Προσδιορίσατε τον καθηγητή Τσεκούρα
ως τον αρχηγό της «17 Νοέμβρη»;
Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Όχι. Είναι ψεύδος.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Δεν τον προσδιόρισα εγώ. Εσείς τον προσδιορίσατε.
Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Ψεύδεσθε.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Καθήστε, παρακαλώ. Εγώ δεν ψεύδομαι, κύριε Παπανδρέου.
Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Ψεύδεσθε, κύριε Μητσοτάκη. Κύριε Πρόεδρε, δεν μπορεί να μείνει έτσι
μια τέτοια κατηγορία.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Εσείς προσδιορίσατε τον καθηγητή Τσεκούρα, κατά κοινή ομολογία
και αναγνώριση, ως αρχηγό της «17 Νοέμβρη» και δημιουργήσατε
πρόβλημα σε έναν άνθρωπο.
Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Ουδέποτε έχω πει το όνομα Τσεκούρας και σας καλώ ή να το αποδείξετε
ή να πείτε ότι εψεύσθητε.
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Δεν είπα ότι είναι εμφανές, κύριε Παπανδρέου. Το υπονοείσατε, είπα,
και το ξέρουν οι πάντες εδώ μέσα.
——— ——— ——— ———
Για να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο των διαξιφισμών στην Βουλή, πρέπει να αναφερθούν τα εξής γεγονότα:
Ο καθηγητής της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης κ. Ιωάννης Τσεκούρας επί δικτατορίας είχε εκπαιδευθεί στρατιωτικά σε στρατόπεδο της Νοτίου Υεμένης. Διετέλεσε εκπρόσωπος του ΠΑΚ Ελβετίας, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΚ, αντιπρόεδρος του ΠΑΚ και μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ. Το 1976 αναχώρησε στο εξωτερικό, διότι σε συνάντησή του με τον κ. Παπανδρέου αποφασίστηκε το ΠΑΚ να ακολουθήσει μιαν νέα πολιτική πορεία. Το 1977 ο κ. Παπανδρέου κατήγγειλε τον κ. Τσεκούρα ως θιασώτη του ένοπλου αγώνα. Στις 8 Απριλίου 1986 δολοφονήθηκε από την 17Ν ο βιομήχανος Δημ. Αγγελόπουλος. Ο κ. Παπανδρέου βρισκόταν για πρωθυπουργική επίσκεψη στο Πεκίνο, όπου αντέδρασε: «Η 17Ν έχει εκτελέσει πρόσωπα με κάποια πολιτικο-ιδεολογική εξήγηση∙ το ιδεολογικό και πολιτικό τους πέπλο δεν περνάει. Η Κυβέρνησή μας θα κάνει κάθε τι το δυνατό ώστε να βρει και να οδηγήσει στην Δικαιοσύνη τους τυφλούς εκτελεστές-όργανα όσο και τους δήθεν πνευματικούς άνδρες που είναι “ιδεολογικά τοποθετημένοι” οι οποίοι στήνουν αυτά τα εγκλήματα. Είναι μια προειδοποίηση ότι δεν πρόκειται να φεισθούμε ουδενός όσο ψηλά ή όσο χαμηλά κι αν ευρίσκεται. Υποτίθεται ότι το ΠΑΣΟΚ κατά κάποιο τρόπο έχει προδώσει τις αρχές του και έρχονται αυτοί οι κύριοι να το φέρουν στο σωστό δρόμο».
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο πρωθυπουργός δήλωσε: «Δεν πρόκειται να εξειδικεύσω τίποτε ωσότου αποφανθεί η Δικαιοσύνη».
Ο κ. Τσεκούρας απέστειλε τότε επιστολή προς τον Πρωθυπουργό και τον υπουργό Δημόσιας Τάξης με την οποία τους καθιστούσε υπεύθυνούς για ο,τιδήποτε του συνέβαινε (με το επιχείρημα ότι το 1977 και το 1986 είχε παραβιαστεί το οικιακό του άσυλο).
——— ——— ——— ———
«Η τρομοκρατία είναι ένα ισχυρό άλλοθι το οποίο αποτελεί το χέρι συμφερόντων που αποσκοπούν να τρομοκρατήσουν ιδεολογικά τους εργαζόμενους»: Αυτό το επιχείρημα ήταν ο κεντρικός άξονας των εκτιμήσεων του προέδρου της Κ.Ο. του Κ.Κ.Ε. κ. Δημ. Κωστόπουλου, ο οποίος τάχθηκε κατά της τρομοκρατίας. Εξέφρασε την άποψη ότι τα νήματα της τρομοκρατίας θα πρέπει να αναζητηθούν και εκτός Ελλάδας και διερωτήθηκε αν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η τρομοκρατία στην Ελλάδα εμφανίστηκε μετά την πτώση της δικτατορίας, όταν στην Μέση Ανατολή γίνονταν ανακατατάξεις και μεταφέρονταν έδρες μυστικών υπηρεσιών στην Ελλάδα από τον Λίβανο και το Ιράκ μετά την πτώση του Σάχη. Τέλος, υποστήριξε ότι τα «θύματα των τρομοκρατικών οργανώσεων δεν αποδεικνύουν τους στόχους και το ιδεολογικό περίβλημα αποσκοπεί στην συσκότιση των στόχων ή ακόμα και να καλύψει το ξεκαθάρισμα διάφορων μηχανισμών».
——— ——— ——— ———
Να συσταθεί μόνιμη διακομματική κοινοβουλευτική επιτροπή για την τρομοκρατία ήταν η βασική πρόταση της προέδρου του Συνασπισμού κ. Μ. Δαμανάκη, η οποία δήλωσε ότι ο ΣΥΝ δεν πρόκειται να στηρίξει περαιτέρω περιστασιακές συναντήσεις, όπως αυτές που γίνονται στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Η κ. Δαμανάκη (αφού καταδίκασε την τρομοκρατία) προχώρησε και σε άλλες προτάσεις όπως: α) Να χαραχθεί κοινή στρατηγική κυβέρνησης και κομμάτων για την εξάρθρωση της τρομοκρατίας, β) να οργανωθούν και να λειτουργήσουν οι αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες με αξιοκρατικά κριτήρια, γ) να διευρυνθούν και να γίνουν σεβαστές οι δημοκρατικές αρχές και τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών.
Η πρόεδρος του ΣΥΝ επέρριψε συγκεκριμένες ευθύνες στις διωκτικές αρχές «για διαρροές, έλλειψη συντονισμού των αρμοδίων αρχών και για τον μονόπλευρο προσανατολισμό των ερευνών στους συνήθεις υπόπτους. Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας» –είπε η κ. Δαμανάκη– «πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του Συντάγματος. Για τον ΣΥΝ πρώτη προτεραιότητα είναι η υπεράσπιση της συνταγματικής ομαλότητας και των δικαιωμάτων των πολιτών. Η νομιμότητα υπερτερεί της αποτελεσματικότητας».
Για την υπόθεση Σκυφτούλη υποστήριξε, επίσης, πως υπάρχουν δικονομικές παρεμβάσεις και εξέφρασε την άποψη ότι τα όποια στοιχεία θα κριθούν από την Δικαιοσύνη. Ανέφερε ότι η κυβέρνηση καλλιεργεί την ιδέα αλλαγής του νομοθετικού πλαισίου στο γερμανικό πρότυπο. Αναφέρθηκε σε μιαν ανάλυση της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας που εμφανίζει την 17Ν να έχει σχέση με τους Οικολόγους-Εναλλακτικούς και εξέφρασε την αντίθεσή της με τις κατηγορίες που απευθύνονται στα κόμματα και σε παράγοντες της δημόσιας ζωής. Τέλος, η κ. Δαμανάκη υποστήριξε ότι η συζήτηση λειτούργησε αποπροσανατολιστικά διότι απομονώθηκε στο θέμα της τρομοκρατίας και δεν διευρύνθηκε και σε άλλα θέματα.
——— ——— ——— ———
Ακολούθησε καταγγελία του πρωθυπουργού ότι η συμπεριφορά του κ. Παπανδρέου αλλά και βουλευτών του ΠΑΣΟΚ «προκαλεί την βάσιμη εντύπωση ότι επιδεικνύει μια δυσεξήγητη και απαράδεκτη ανοχή, ενδιαφέρον, αν όχι συμπάθεια προς τους τρομοκράτες» και επίσης ότι «δυσχεραίνει αποφασιστικά την προσπάθεια που γίνεται για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας».
Οι τριβές, οι κόντρες και οι χαρακτηρισμοί Μητσοτάκη-Παπανδρέου έγιναν οξύτεροι στην διάρκεια της δευτερολογίας. «Έχετε ξοφλήσει και εσείς και το κόμμα σας» –είπε ο κ. Μητσοτάκης απευθυνόμενος στον κ. Παπανδρέου– «Με ποιόν λοιπόν να αντιπαρατεθούμε;». Ο κ. Μητσοτάκης κάλεσε τον κ. Παπανδρέου να τεκμηριώσει έστω και μία παραβίαση του Συντάγματος ενώ αναρωτήθηκε για τον ρόλο των κ.κ. Καρρά και Κοκκινοβασίλη (βουλευτών του ΠΑΣΟΚ) στην υπεράσπιση του Σκυφτούλη και γιατί το ΠΑΣΟΚ εξέδωσε ανακοίνωση που μιλούσε για φιάσκο της αστυνομίας: «Είναι άνισοι οι όροι. Προσέξτε τι γίνεται με τα ραδιόφωνα, τις εφημερίδες και τα κόμματα. Ποιός θα τολμήσει έτσι να γίνει ήρωας; Επιτέλους, με ποιον είμαστε, ως κοινωνία και ως κόμματα! Γιατί ξεσηκώνονται όλοι κάθε φορά που συλλαμβάνεται κάποιος. Τα δικαιώματά τους είναι υπέρτερα του κινδύνου από την τρομοκρατία; Εσείς είσαστε που φωτογραφήσατε τον καθηγητή Τσεκούρα και κρυβόταν για δύο χρόνια».
Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Ψεύδεσθε… Θα καταρτίσουμε Μαύρη Βίβλο με τις παραβιάσεις
του Συντάγματος.
Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Το είχαν γράψει οι εφημερίδες. Ο κ. Τσεκούρας έστειλε επιστολή
απευθυνόμενη από τον Πύρρο –το ψευδώνυμό του– προς τον Αγησίλαο,
που ήταν στο Πεκίνο, και τον Μάρκο…
Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Κατεβάζετε το επίπεδο του πρωθυπουργού σε επίπεδο πολίτη. Είσαστε
(όρθιος) ψεύτης… Η χώρα έχει ψεύτη πρωθυπουργό.
Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Γιατί επί 7 χρόνια δεν διαψεύδατε τα περί Τσεκούρα; Γιατί σιωπούσατε;
«Οι λαοί δεν ψηφίζουν άρνηση. Δεν αυτοκτονούν. Εκλογές θα γίνουν
το 1994»
Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Οδηγούμαστε ως χώρα στην καταστροφή με εσάς καταστροφέα.
Εμείς θα παραμείνουμε στην Διακομματική Επιτροπή, πάντως.
Αλλά με ψεύτη πρωθυπουργό δεν διαπραγματευόμαστε.
Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Οι ύβρεις αποτελούν το όπλο των αδυνάτων. Για ποια Μαύρη Βίβλο
μιλάτε. Σας προκάλεσα. Βρέστε πρώτα μία παραβίαση και μετά κάντε
τη Μαύρη Βίβλο. Να μην κρυβόμαστε. Το ερώτημα υπάρχει.
Με ποιον είμαστε.
Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Να πάμε για εκλογές τώρα.
Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Γνωρίζουμε τους κινδύνους που έχει η χώρα καλύτερα από εσάς,
και σας διαβεβαιώ ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος θα ήταν να έρθετε εσείς
στην εξουσία.
Κατά την διάρκεια της δευτερολογίας του ο κ. Παπανδρέου έκανε αναφορά στην γενικότερη πολιτική της κυβέρνησης υποστηρίζοντας ότι «επιλέγεται η όξυνση ακριβώς για να καλυφθεί η κυβερνητική επίθεση στους θεσμούς και την κοινωνία. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τον διάλογο ως πρόσχημα. Ειδικότερα για το θέμα της τρομοκρατίας δεν υπήρξε καμία ενημέρωση στα κόμματα. Δεν χρειάζονται νέοι νόμοι για την καταπολέμηση της μάστιγας της τρομοκρατίας, παρά μόνον η υϊοθέτηση από την κυβέρνηση του τρίπτυχου σοβαρότητα-ικανότητα-μονιμότητα. Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας απαιτεί πρακτικά μέτρα. Όταν, όμως, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης χαρακτηρίζει “σουρωτήρι” την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. και όταν ο κ. Τσεβάς εμφανίζεται ως αυτόκλητος σωτήρας του έθνους, τί μπορούμε να περιμένουμε;»
Καταλήγοντας ο αρχηγός της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης κατήγγειλε την κυβέρνηση Μητσοτάκη ότι «έχει χάσει την πολιτική νομιμοποίηση, κυβερνά καταχρηστικά με μια ισχνή και τεχνητή πλειοψηφία στην Βουλή, η μόνη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει στον τόπο είναι να παραιτηθεί αύριο το πρωΐ». Ο κ. Παπανδρέου πρόσθεσε ότι «φυσικό και αυτονόητο είναι ότι όλα τα κόμματα είναι εναντίον της τρομοκρατίας».
Ιδιαίτερα ενοχλημένη φάνηκε η κ. Μ. Δαμανάκη από τους έντονους διαξιφισμούς του πρωθυπουργού και του κ. Παπανδρέου και αρνήθηκε ουσιαστικά να δευτερολογήσει. Ανέφερε ότι η συζήτηση διεξήχθη σε επίπεδο διακομματικής αντιπαράθεσης και υποστήριξε ότι όλα τα επιχειρήματα που ειπώθηκαν αχρηστεύθηκαν. «Εμείς» –κατέληξε σε έντονο ύφος η τότε πρόεδρος του ΣΥΝ– «δεν μετέχουμε πλέον στην συζήτηση».
Ο κ. Δ. Κωστόπουλος στην δευτερολογία του αρνήθηκε να μετάσχει το κόμμα του σε ένα συλλαλητήριο ενάντια στην τρομοκρατία διότι, όπως είπε: «θα έχει χαρακτήρα αντιμετώπισης των άλλων συλλαλητηρίων».
——— ——— ——— ———
Την επόμενη ημέρα της συζήτησης του θέματος της Τρομοκρατίας στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, δημοσιοποιήθηκε η εξής δήλωση-διαμαρτυρία του κ. Ιωάννη Τσεκούρα: «Αισθάνομαι πικρία –όχι πλέον έκπληξη– όταν βλέπω τον νυν πρωθυπουργό και τέως αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης μαζί με τον τέως πρωθυπουργό και νυν αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να ερίζουν περί το πρόσωπό μου ενώπιον ολόκληρου του ελληνικού λαού, για το αν κατονομάστηκα ή όχι ως εγκέφαλος της 17ης Νοέμβρη. Αλήθεια, αυτός ήταν ο σκοπός της εκτός Ημερησίας Διατάξεως συζήτησης της Βουλής των Ελλήνων σε επίπεδο αρχηγών;
Πότε θα θελήσουν να αντιληφθούν οι πολιτικοί (ηγέτες) μας ότι ο κόσμος καταλαβαίνει περισσότερα από ό,τι αυτοί του προσφέρουν; Δεν θα έπρεπε επιτέλους να ασχοληθούν με εμβρίθεια, σοβαρότητα και παραδειγματική κοσμιότητα (καθότι, εκουσίως ή ακουσίως, διαπαιδαγωγούν) με τα μεγάλα κοινωνικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τόπος μας;
Θέλω να πιστεύω ότι δεν ανήκω στους ανθρώπους που παρασύρονται και χρησιμοποιούνται εύκολα από οποιονδήποτε, όσο ψηλά και αν βρίσκεται. Ακόμη, επιτρέπω στον εαυτό μου, από λόγους ιστορικο-συναισθηματικούς, να εκφράσει τη λύπη του, γιατί ο επί πολλά έτη συναγωνιστής Ανδρέας Παπανδρέου δεν βρήκε, κι εκ μέρους του εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ, με τα κατά καιρούς διάφορα μέλη του, το θάρρος να καταδικάσει την εμπλοκή του ονόματός μου το 1986, εμπλοκή πολύ επικίνδυνη για την ίδια τη ζωή μου, και ούτε θέλησε ή θυμήθηκε να υπομνήσει στον νυν πρωθυπουργό ότι και επί κυβερνήσεως Νέας Δημοκρατίας, συγκεκριμένα το 1977, τα δικαιώματά μου ως πολίτη παραβιάστηκαν».
Επίσης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Μαγγίνας δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα συνέχιζε στην ίδια γραμμή για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, σκεπτόταν μάλιστα να καθιερώσει «κεκλεισμένων των θυρών» δίκες των κατηγορουμένων ως τρομοκρατών(33). Πράγματι, συγκροτήθηκε άτυπη ομάδα εργασίας αποτελούμενη από νομικούς και ανωτάτους δικαστικούς.
Οι προτάσεις της προέβλεπαν στις περιπτώσεις δικών για υποθέσεις τρομοκρατίας τον καθορισμό των δικαστών με κλήρωση, την τήρηση της ανωνυμίας των μαρτύρων και την μη παρουσία τους στην ακροαματική διαδικασία καθώς και τον περιορισμό –στο στάδιο της προδικασίας– ορισμένων «υπερβολικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και των συνηγόρων τους που» –κατά την άποψη των συντακτών του νομοσχεδίου– «εμποδίζουν το έργο της δικαιοσύνης».
Εντύπωση προκάλεσε η πρόβλεψη στις παραπάνω προτάσεις της πιθανότητας απουσίας του κατηγορουμένου από την ακροαματική διαδικασία, την οποία θα μπορούσε να παρακολουθεί από το κελί του μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης. Το σχέδιο της επιτροπής ομολογούσε, ακόμη, την αποτυχία του ισχύοντος αντιτρομοκρατικού νόμου (και) στις σχετικές με τον Τύπο διατάξεις.
Πρόθεση του νομοθέτη ήταν να αμνηστευθούν οι εκδότες και οι δημοσιογράφοι που καταδικάστηκαν ή ήταν υπόδικοι για το θέμα της δημοσίευσης των προκηρύξεων της 17Ν και να απαλειφθεί η πρόβλεψη ποινής φυλάκισης, η οποία όμως θα έπρεπε να αντικατασταθεί με την επιβολή βαρύτατων οικονομικών προστίμων.
Για το ίδιο θέμα, ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Σωτ. Πολύδωρας είχε δηλώσει: «Ο μάρτυρας, ο δικαστής και όλοι οι παράγοντες της δίκης πρέπει να είναι απαλλαγμένοι από οποιουδήποτε είδους φοβία. Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει στην ανωνυμία ή στην έγγραφη διαδικασία. Ο πολίτης σε μιαν δημοκρατία πρέπει να αισθάνεται και να είναι ελεύθερος, πρέπει να λέει την αλήθεια (όσο πικρή κι αν είναι και προς κάθε κατεύθυνση) και πρέπει να είναι αδέσμευτος από οποιαδήποτε επιρροή ή προκατάληψη ώστε να μπορεί να συμβάλει στην ανεύρεση της αλήθειας και στην απονομή του δικαίου. Αναφορικά με τον Τύπο, θα ήταν ευχής έργο να μην υπήρχαν ποινικές διατάξεις αλλά να κυριαρχούσαν οι έννοιες της δεοντολογίας, του αυτοσεβασμού και της αυτοδέσμευσης. Το χρέος προς αυτήν την κατεύθυνση έχει πρώτος ο Τύπος. Αν αυτός δώσει τα δείγματα που θέλει η κοινωνία, οι όποιες νομικές διατάξεις δεν θα έχουν πλέον νόημα. Το πρώτο και κύριο ζητούμενο στο θέμα μας είναι η απόδοση δικαιοσύνης σε περίπτωση πιθανής τρομοκρατικής δραστηριότητας».
Σχετικά με τα προωθούμενα μέτρα, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Γ.Α. Μαγκάκης και ο γενικός γραμματέας της «Δημοκρατικής Ευθύνης Νομικών» Ευ. Κουρής, σε κοινή τους δήλωση, ανέφεραν ότι «αν ο κατηγορούμενος απουσιάζει από την αίθουσα του δικαστηρίου, παύει ουσιαστικά να είναι υποκείμενο της δίκης και γίνεται αντικείμενο της απογυμνωμένος από κάθε δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του. Η ακροαματική διαδικασία γίνεται εικονική και η δίκη σκηνοθετημένη. Οι δικαστές μεταβάλλονται σε προσχήματα, απλώς για την συγκάλυψη της πιο τυραννικής αυθαιρεσίας».
Αλλαγές στην νομοθεσία επήλθαν πράγματι με τον νόμο 2145/93 επί υπουργίας Άννας Ψαρούδα-Μπενάκη, αλλαγές που έδιναν λύση στο ζήτημα της διαμάχης της κυβέρνησης με τις εφημερίδες αλλά θεσπίστηκαν και νέες διατάξεις για τον εκσυγχρονισμό των διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης.
Ο νόμος 2145 όριζε πλέον μόνο χρηματική ποινή για το έγκλημα δημοσίευσης προκηρύξεων και καταργούσε την ποινή της φυλάκισης δημοσιογράφων:
1. Η παρ. 3 του άρθρου 6 του ν.1916/1990 αντικαθίσταται ως εξής:
3. Η παράβαση της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου τιμωρείται με χρηματική ποινή πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών. Η εξ αμελείας παράβαση τιμωρείται με χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών.
Εξάλλου, με την νέα νομοθεσία, όπως αναφέρει η εισηγητική έκθεση που δικαιολογεί τις νέες διατάξεις η ποινική δίωξη και ανάκριση των κακουργημάτων που προβλέπονται από τον νόμο αυτό ανατίθενται σε εισαγγελέα εφετών και ανακριτές εφέτες αντιστοίχως, ενόψει της προφανούς σοβαρότητας των σχετικών εγκλημάτων, που απαιτεί την διαλεύκανσή τους από δικαστικούς λειτουργούς αυξημένου κύρους και πείρας, και τέλος τα κρίσιμα ζητήματά τους αντικαταστάσεως της προσωρινής κρατήσεως ή και της τυχόν άρσης της διατάσσονται με σύμφωνη απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα ή σε περίπτωση διαφωνίας τους από το δικαστικό συμβούλιο, ώστε να υπάρχει η απαραίτητη εγγύηση περισσότερων δικαστικών λειτουργών, η οποία προδήλως οδηγεί σε ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης. Στις 16/12/93 ο νέος υπουργός Δικαιοσύνης κ. Κουβελάκης εκδίδει τον νόμο 2172, ο οποίος καταργεί την νομοθεσία που είχε εκπονήσει η προηγούμενη κυβέρνηση:
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 35
1.Ο ν. 1916/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2145/1993, καταργείται.
2. α) Αν εκκρεμεί προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 1916/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2145/1993, η δικογραφία υποβάλλεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την ισχύ του νόμου αυτού στον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος ενεργεί περαιτέρω κατά τα άρθρα 43 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
β) Εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες έχει ασκηθεί έως της έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού ποινική δίωξη με βάση τις διατάξεις του ν.1916/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν.2145/1993 και βρίσκονται στο στάδιο της ανάκρισης, εισάγονται ενός δεκαπέντε ημερών από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού στο αρμόδιο με βάση την κρινόμενη πράξη συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 308 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Το συμβούλιο έχει την προβλεπόμενη στα άρθρα 309 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αρμοδιότητα. Περαιτέρω ανάκριση διατάσσεται ιδίως όταν η διενεργηθείσα πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ανάκριση δεν είχε ολοκληρωθεί ή όταν με βάση τον ν. 1916/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2145/1993, είχαν διαταχθεί ή διενεργηθεί ανακριτικές πράξεις, οι οποίες σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πάσχουν από απόλυτη ακυρότητα. Σε περίπτωση παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αρμόδιο είναι το από τις οικείες διατάξεις προβλεπόμενο δικαστήριο.
γ) Αν η υπόθεση πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό και εκκρεμεί έφεση, η εκδίκασή της γίνεται από το κατά τόπο και καθ’ ύλην, με βάση την κρινόμενη πράξη, δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως του δικαστηρίου που δίκασε σε πρώτο βαθμό.
Ταυτόχρονα μετετράπη η συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση από κακούργημα σε πλημμέλημα. Μετά την κατάργηση του ειδικού αδικήματος που προέβλεπε ο αντιτρομοκρατικός νόμος, η συμμετοχή σε τρομοκρατικές οργανώσεις παραγράφεται ως αδίκημα πέντε χρόνια μετά την τέλεσή του και το δικαστήριο δεν δικαιούται να λαμβάνει υπόψιν του τα στοιχεία της υπόθεσης αλλά τα κρίνει ως «απαράδεκτα».
Επίσης, άλλαξε η σύνθεση των δικαστηρίων που δικάζουν τρομοκράτες. Με την κατάργηση των ειδικών δικονομικών διατάξεων του αντιτρομοκρατικού νόμου αντί για σύνθεση από 5μελές και 7μελές Εφετείο, που αποτελείται αποκλειστικά από τακτικούς δικαστές, οι κατηγορούμενοι για τρομοκρατικές πράξεις δικάζονται από δικαστήρια που αποτελούνται κατά πλειοψηφία από απλούς πολίτες ενώ και κάθε ψήφος (αθωωτική ή καταδικαστική) είναι πλέον φανερή και ονομαστική.
Καταργήθηκε, ακόμη, η ειδική προστασία την οποία ήταν υποχρεωμένο από τον νόμο να παρέχει το υπουργείο Δημόσιας Τάξης στους δικαστές που ανακρίνουν ή δικάζουν υποθέσεις τρομοκρατίας. Οι δικαστές δεν έχουν σήμερα το δικαίωμα να απαιτήσουν αυτού του είδους την προστασία.
Καταργήθηκε, επίσης, η απαγόρευση της μείωσης των ποινών των ενόχων για τρομοκρατικές ενέργειες και, τέλος, καταργήθηκε η πρόβλεψη για αμνηστία υπό όρους στους τρομοκράτες που θα συνεργάζονταν με την αστυνομία για την εξάρθρωση της τρομοκρατίας.
Νέα οξύτατη πολιτική διαμάχη προκλήθηκε μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης ύστερα από δηλώσεις του τέως πρωθυπουργού Κων. Μητσοτάκη εναντίον του υπουργού Δικαιοσύνης. Ο κ. Μητσοτάκης επικαλέστηκε το γεγονός ότι ο ΕΛΑ σε προκήρυξή του στις 20/9/94 αναγνώρισε πως η πολιτική πρωτοβουλία(34) που ανέλαβε το 1993 είχε ως αποτέλεσμα την «αναγνώριση του γεγονότος της ύπαρξης αντικαθεστωτικών πολιτικών κρατουμένων. Αυτή έγινε με ποικίλους τρόπους το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα από την εκδήλωση της πολιτικής πρωτοβουλίας».
Αξίζει, κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό, να γίνει αναφορά στην απάντηση του κ. Γεωργίου Κουβελάκη προς τον κ. Μητσοτάκη ώστε να προκύψουν τα αναγκαία συμπεράσματα: «Ο κ. Μητσοτάκης από την πλευρά του έχει δίκιο. Εάν, όμως (στην προσπάθειά μας να εξαρθρώσουμε την τρομοκρατία), καταλύσουμε τις ατομικές ελευθερίες, τότε η τρομοκρατία έχει νικήσει».
Τέλος, το 1995 κατεγράφη από τον κ. Στέλιο Παπαθεμελή η πρόθεσή του να ψηφίσει νέον αντιτρομοκρατικό νόμο, κάτι το οποίο τελικά δεν έγινε λόγω της αποπομπής του από την κυβέρνηση Α. Παπανδρέου.


[1] Ο τέως υπουργός Δημόσιας Τάξης κ. Θεόδωρος Αναγνωστόπουλος, σε συνέντευξή του στις 25/9/1994 στην εφημερίδα «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ», είχε δηλώσει: «Η Αστυνομία είναι η τελευταία που φταίει, διότι και άξιο δυναμικό και ευφυείς αξιωματικούς έχει αλλά (μέσα σε αυτόν τον πόλεμο εντυπώσεων που της γίνεται) είναι αδύνατον να υπάρξει αποτέλεσμα. Πρέπει να έχει το ηθικό τονωμένο. Εδώ κατασυκοφαντείται η ΕΛ.ΑΣ. συλλήβδην χωρίς να απομονώνουμε το οποιοδήποτε καρκίνωμα υπάρχει στους κόλπους της. Δεν μπορούμε, όμως, να έχουμε αποτέλεσμα όταν συλλαμβάνονται ορισμένα άτομα –δεν θα τους ονομάσω χωρίς απόφαση δικαστηρίου τρομοκράτες ή κακοποιούς– που κινούνται όμως στα όρια αυτών των δραστηριοτήτων και ξεσηκώνονται υπέρ τους διάφοροι επιφανείς λέγοντας ότι είναι κοινωνικοί ή λαϊκοί αγωνιστές και χαλάμε τον κόσμο μην τυχόν παραβιαστεί κανένα δικονομικό δικαίωμα. Προς Θεού, δεν είμαι από αυτούς που ευνοούν την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, πιστεύω όμως ότι όταν είναι επιτακτική ανάγκη να διαφυλάξεις ένα μείζον αγαθό (όπως είναι η ανθρώπινη ζωή), τότε κάποιο έλασσον πιθανόν να υποχωρήσει. Υπάρχει μια κεκτημένη ταχύτητα: είναι πιθανόν κάποιοι άνθρωποι (που σήμερα βρίσκονται στο περιθώριο) να έχουν θητεύσει στους χώρους όπου κινήθηκαν και πολλοί από τους σημερινούς κυβερνητικούς παράγοντες –με την ιδεολογική έννοια το λέω–, εξ ου και η κεκτημένη ταχύτητα στελεχών της σημερινής κυβέρνησης να κινούνται υπέρ ατόμων που, πάντως, είναι ύποπτα για ενέργειες αντίθετες στο νόμο».
[2] Τα ξημερώματα της 4ης προς 5η Ιανουαρίου 1990 εκλάπη στρατιωτικό υλικό στο στρατόπεδο του Συκουρίου Λάρισας από την 17Ν. Την ανακάλυψη της απώλειας των εκρηκτικών ακολούθησε η δημοσιοποίηση της γνωστής φωτογραφίας με το κλεμμένο υλικό πλαισιωμένο από το έμβλημα της 17Ν και τις φωτογραφίες των Καρλ Μαρξ, Τσε Γκεβάρα και Άρη Βελουχιώτη. Την ίδια ώρα, με ημερομηνία 4-5/1/90 εγράφησαν οι πολύκροτοι, λόγω της αμφισημίας τους, στίχοι της Αφροδίτης Μάνου, η οποία ερμηνεύει το τραγούδι “SUPERMAN”:
«Το σαρανταπεντάρι μεσ’ στην τσέπη Ως τότε με τους νόμους της αρένας
η οργάνωση όλη σ’ επιφυλακή κάτι θα κάνω σίγουρα κι εγώ
Κι εσύ θα κάνεις πάλι αυτό που «πρέπει» Λυπάμαι, δε σε κάλεσε κανένας
με ψυχραιμία επαγγελματική. ο Σούπερμαν δε μένει πια εδώ
Το ψεύτικο μουστάκι, η καμπαρντίνα Κλεισμένος όλη μέρα μεσ’ στη γιάφκα
και στο κλεμμένο αμάξι ο «ψηλός» εσύ, σα μυθιστόρημα του Κάφκα
Σικάγο θα την κάνεις την Αθήνα κι έξω η ζωή
που ξόφλησε η πουτάνα, εντελώς. Παράξενη και μπερδεμένη
και κάθε βράδυ μεθυσμένη, όμως ζωή
Μια σφαίρα στο κεφάλι, δυό στο στήθος Ανήφορος που δεν τελειώνει
το «κάθαρμα» πεσμένο καταγής και πρέσσα που σε τσαλακώνει, όμως ζωή
Μα δε σου μένει πια ούτε ένας μύθος Και μόνο εσύ, με τον καθρέφτη σου μιλάς
να τρέξεις από πίσω, να κρυφτείς και δε γελάς.
Μεσάνυχτα στην άδεια προκυμαία Της γης οι «κολασμένοι» διασκεδάζουν
στα χέρια σου μια κίτρινη σημαία σε μπαρ, σε ντισκοτέκ και σινεμά
Κι ο ουρανός Αλήθειες και πουκάμισα αλλάζουν
ποτέ δεν ήταν τόσο αληθινός Το μέλλον είναι εδώ και μας πονά!
Τα όνειρα σαλπάρανε γι’ αλλού
κι εσύ, μ΄αυτό το βλέμμα του τρελλού… Το σαρανταπεντάρι μεσ’ στην τσέπη
θανάσιμη βουτιά στο παρελθόν
Τί φταίει, άμα το μάθεις να μου γράψεις Κανόνισε να γίνει αυτό που πρέπει
κι όχι πολλές κουβέντες, να χαρείς Στον εαυτό σου
Μια λέξη μόνο, φτάνει για να κόψεις παραδώσου
του κόσμου τα σκουπίδια, αν τη βρεις. κι άστο να πάει στο διάολο, λοιπόν!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου