*όπου ''Ενός'' στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ''άνθρωπος''. Έν=Ένα=One=Ο.Ν.Ε.=Ο.Η.Ε=UN=Γυνή=Οίνος=Venus/Αφροδίτη.

Η ''Πλειοψηφία του Ενός'' δεν αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι στην ζυγαριά της οικονομίας οι πολλοί βουλιάζουν και ο ένας διασώζεται αλλά, επιπροσθέτως, σημαίνει ότι αυτός ο ένας (1) άνθρωπος διασώζει κυρία και έλκει το πλοίο της κυβέρνησης, τον κύβο που ερρίφθη και βυθίζεται (όπως ακριβώς σε μιαν ζυγαριά όπου η μάζα των πολλών χάνεται λόγω του βάρους). Η βάση της ερευνητικής μεθόδου στηρίζεται στην διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία και την έκδοση αποτελεσμάτων μετρήσεων, ερευνών, ψηφοφορίας, εκλογής στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Κ. που διασώζουν μιαν χώρα -άνευ δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο)- από την ανισορροπία του Δημοσίου και από το “φούντο” του ταμείου της, δηλ. το Δ.Ν.Τ., με βάση τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και το εσωτερικό δίκτυο INNERNET πληρωμής της εργασίας των Ελλήνων κατ' οίκον: είναι το μοναδικό οικονομικό και τραπεζικό σύστημα στον κόσμο που λειτουργεί ως ραδιο-τηλεοπτικό κανάλι θετικών ειδήσεων και νέων μέσω προγραμμάτων και ταινιών με σκοπό την επικοινωνία με το κοινό. Αφενός χρησιμεύει ως Τράπεζα (Data Bank) πληροφοριών, δεδομένων και αίματος με προσωπική περιουσία 300 τρις Φοινίκων και αφετέρου βασίζεται στους θεσμούς της Ελεύθερης Οικονομίας ("Free Market"), στην απόλυτη τραπεζική πίστη, στο επιτόκιο Labor και στο ελληνικό νόμισμα οίκου (I.Q., συμβολική ονομασία για τον Φοίνικα, ο οποίος είναι το νόμισμα των Ελλήνων που αγαπούν την πατρίδα τους, που γνωρίζουν επαρκώς αρχαία και νέα Ελληνικά, Λατινικά, Αγγλικά, Γαλλικά κ.τ.λ., αγαπούν την έντεχνη μουσική, ελληνική και ξένη, και την ίδια την Τέχνη ενώ, με βάση την κατά κεφαλήν καλλιέργεια του Α.Ε.Π. αποτελεί την πλέον ανθούσα οικονομία στην Ευρώπη). Πρόκειται για μιαν νομισματική μονάδα που χαμηλότερη από αυτήν στον κόσμο σε αξία πλούτου δεν υπάρχει διότι πρωτίστως η νοημοσύνη και το νόμισμα των πολιτών που την χρησιμοποιούν δεν υποτιμάται ΠΟΤΕ: ειδικότερα, στηρίζεται στο νόμισμα της Αναγέννησης -ο Φοίνιξ- με βάση την ρήτρα E.C.U., δηλαδή 1 Φοίνιξ=3 Δολλάρια ενώ το Ευρώ υπολογίζεται με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των υπολοίπων νομισμάτων με βάση το E.C.U., το E.C.U. όμως υπολογίζεται ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!

ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΑ ΠΟΡΤΑΛ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΜΠΛΕΤ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ:

Μπείτε στα Νέα Tablets: ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ www.my-insense.blogspot.com ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΣΤΟ PORTAL www.propagenda.blogspot.com

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΡΧ.ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ wwwmetafrasths.blogspot.com ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ TYΠΟ www.prothexousia.blogspot.com MY-INSENSE wwwmiss-insense.blogspot.com



Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

"ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΩΝ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ" ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ - ΣΙΜΟΝ ΒΕΪΛ



Η εμπειρία και η απόλαυση της υπερφυσικής χαράς δεν καταστρέφει την φιλοδοξία της ψυχής για φυσική ευτυχία αλλά της προσδίδουν πληρότητα και νόημα. Η φυσική ευτυχία δεν έχει αληθινήν αξία παρά μόνο όταν της προστίθεται μια τελείως αγνή απόλαυση μέσω του συναισθήματος της Ομορφιάς. Την φιλοδοξία για την φυσικήν απόλαυση την καταστρέφουν για πάντα το έγκλημα και ο πόνος, το κάθε ένα με διαφορετικόν τρόπο –αλλά με την ίδιαν αποτελεσματικότητα.
Η ισορροπία ανάμεσα στην ανθρώπινη θέληση και στην αναγκαιότητα αποτελεί για την μεθοδική δράση μόνο μια απεικόνιση. Αν κανείς την εκλάβει ως πραγματική, είναι ψέμα.
Είναι αξιοσημείωτο πως ό,τι ο άνθρωπος εκλαμβάνει ως σκοπό, αυτό απλά είναι το μέσο.
Η κούραση τον εξαναγκάζει να καταφύγει στην ψευδαίσθηση. Σε μιαν κατάσταση έντονης κούρασης, ο άνθρωπος παύει να κρέμεται από τις δικές του πράξεις ή ακόμα και από την ατομική του θέληση. Βλέπει τον εαυτό του σαν ένα πράγμα που κινεί τα υπόλοιπα επειδή και το ίδιο κινείται από κάτι εξαναγκαστικό. Ως αποτέλεσμα, η ανθρώπινη θέληση –αν και μια ορισμένη αίσθηση επιλογής παραμένει αμείωτα δεμένη με αυτήν– είναι απλά ένα φαινόμενο μαζί με όλα όσα υπακούουν στην αναγκαιότητα. Η απόδειξη είναι ότι η θέληση αποδέχεται όρια. Μόνο το άπειρο βρίσκεται έξω από την αυτοκρατορία της αναγκαιότητας.
Στο σύμπαν, ο άνθρωπος έχει την εμπειρία της αναγκαιότητας μονάχα στην έκταση που αυτή αποτελεί συνάμα εμπόδιο και προϋπόθεση για να κάνει το θέλημά του.
Άρα, η εμπειρία της αναγκαιότητας δεν είναι ποτέ εντελώς ελεύθερη από ψευδαισθήσεις που αναποφεύκτως συνδέονται με την εξάσκηση της θέλησης. Για να σκεφτεί κανείς την αναγκαιότητα με έναν τρόπο απολύτως καθαρό, θα πρέπει να απαγκιστρωθεί από την ύλη που την υποστηρίζει και να γίνει αντιληπτή σαν ένα ύφασμα που αποτελείται από αλληλένδετα δεμένους κόμπους, δηλαδή τις συνθήκες-προϋποθέσεις της αναγκαιότητας.
Η αναγκαιότητα, τόσον η απολύτως καθαρή όσο και η εξηρτημένη, είναι το πραγματικό αντικείμενο των Μαθηματικών καθώς και μερικών λειτουργιών της σκέψης που έχουν αναλογίες με τον τρόπο σκέψης των μαθηματικών: είναι εξίσου θεωρητικές, καθαρές και μεθοδικές όσο τα Μαθηματικά αλλά δεν τους δίδεται συγκεκριμένο όνομα επειδή δεν μπορούν να διακριθούν και να εντοπιστούν.
Αντιθέτως με μιαν αρκετά διαδεδομένη προκατάληψη της εποχής μας, τα Μαθηματικά είναι πριν απ’ όλα μια Επιστήμη της Φύσεως –ή μάλλον, Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ της Φύσεως– η μοναδική. Κάθε άλλη επιστήμη είναι απλά μια μερική εφαρμογή των Μαθηματικών.
Αν η αναγκαιότητα γίνεται αντιληπτή ως εξηρτημένη, ο άνθρωπος δεν είναι παρών κατά κανέναν τρόπο σε ό,τι μπορεί να την επηρεάσει, δεν συμμετέχει καθόλου σε αυτήν παρά μόνον όταν σκέφτεται την όλη διαδικασία. Η ικανότητα με την οποία προχωρά η σκέψη του ανθρώπου μπορούμε να καταλάβουμε ότι δεν επηρεάζεται από την αναγκαιότητα ούτε από τα όρια ή τους αριθμούς.
Η καθαρά εξαρτώμενη πρόοδος της αναγκαιότητας είναι η ίδια η πρόοδος της επίδειξης.
Αν θεωρηθεί με τον τρόπον αυτό, η αναγκαιότητα για τον άνθρωπο δεν είναι πλέον ούτε εχθρός ούτε αφέντης.
Υπάρχει, ωστόσο, κάτι περίεργο σε αυτό που επιβάλλει την παρουσία του.
Η γνώση των αισθητών φαινομένων αποτελεί, κατά τρόπον ανεπανάληπτο, την αναγνώριση σε αυτά τα φαινόμενα πως υπάρχει κάτι ανάλογο με την καθαρά εξαρτημένην αναγκαιότητα. Το ίδιο ισχύει και για τα ψυχολογικά και κοινωνικά φαινόμενα. Τα γνωρίζει κανείς στον βαθμό που –συγκεκριμένα και με ακρίβεια κάθε φορά– αναγνωρίζει σε αυτά την παρουσία μιας αναγκαιότητας ανάλογης με την μαθηματικήν αναγκαιότητα.
Αυτός είναι ο λόγος που οι Πυθαγόρειοι έλεγαν ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα πέραν του αριθμού. Αποκαλούσαν την μαθηματικήν αναγκαιότητα ως «αριθμό» ή «σχέση» («λόγος» ή «λογισμός»). Η μαθηματική αναγκαιότητα αποτελεί ένα ενδιάμεσο ανάμεσα σε ολόκληρο το φυσικό κομμάτι του ανθρώπου (που είναι σωματική και ψυχική ύλη) και σε εκείνο το απεριορίστως μικρό κομμάτι του που δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο.
Ο άνθρωπος, αν και αγωνίζεται –συχνά εις μάτην– για να διατηρήσει μέσα του την αντίθετην ψευδαίσθηση δω κάτω είναι σκλαβωμένος στις φυσικές δυνάμεις που τον υπερβαίνουν επ’ άπειρον.
Η δύναμη αυτή που κυβερνά τον κόσμο και κάνει όλους τους ανθρώπους να την υπακούουν –όπως είναι σίγουρο ότι κάποιος που κρατά μαστίγιο κάνει τον δούλο να υπακούει– είναι η ίδια δύναμη με αυτήν που ο ανθρώπινος νους αντιλαμβάνεται με το όνομα «αναγκαιότητα», «αιτιοκρατία», «ντετερμινισμός».
Η σχέση ανάγκης προς την διάνοια δεν είναι η σχέση μεταξύ αφέντη και δούλου. Ούτε το αντίθετο. Ούτε είναι η σχέση μεταξύ 2 ελεύθερων ανθρώπων. Είναι η σχέση του σκεπτόμενου αντικειμένου ως προς την σκέψη. Αυτή η ικανότητα ενατένισης του ανθρώπου με την οποία παρατηρεί την πιο βίαια δύναμη –όπως κοιτά κανείς έναν πίνακα– και την ονομάζει «αναγκαιότητα», δεν είναι το κομμάτι του που ανήκει στον άλλον κόσμο.
Αυτή η ικανότητα βρίσκεται στην διασταύρωση των 2 κόσμων.
Αυτή, όμως, η ικανότητα που δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο είναι η ικανότητα της συγκατάθεσης.
Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να αποδεχθεί ή όχι την αναγκαιότητα. Αυτή η ελευθερία δεν του ανήκει πραγματικά παρά μόνο όταν αντιλαμβάνεται την δύναμη ως αναγκαιότητα, δηλαδή όταν την σκέπτεται με ενατένιση. Δεν είναι ελεύθερος να αποδεχθεί την βία ως τέτοιαν: ο σκλάβος που βλέπει το μαστίγιο να επικρέμαται πάνω του δεν το δέχεται ούτε αρνείται να δώσει την συναίνεσή του –τρέμει.
Κι όμως, ο άνθρωπος αποδέχεται την ωμήν βία στην πραγματικότητα (κάτω από το όνομα της αναγκαιότητας) και, όταν το κάνει, υποκύπτει στην μαστίγωση.
Ουδείς τον υποκινεί, κανένα κίνητρο δεν είναι αρκετό για να δώσει μιαν τέτοια συναίνεση. Αυτή η αποδοχή είναι τρέλλα, η ειδική ατομική τρέλλα του ανθρώπου, ο παραλογισμός που ανήκει στον άνθρωπο –ενώ η Δημιουργία, η Ενσάρκωση και συνάμα τα Πάθη αποτελούν την ατομική τρέλλα του Θεού.
Υφίσταται ανταπόκριση μεταξύ αυτών των 2 τρελλών, της μιας και της άλλης.
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι αυτός ο κόσμος είναι ο κόσμος της οδύνης –κατ’ εξοχήν– διότι, χωρίς να επικρέμαται εις το διηνεκές η καταστροφή, καμιά ανθρώπινη τρέλλα δεν θα μπορούσε να απαντήσει στην ηχώ της τρέλλας του Θεού που ήδη περιλαμβάνεται πλήρως στην πράξη της Δημιουργίας.
Διότι με την Δημιουργία ο Θεός απαρνήθηκε να είναι ο ίδιος τα πάντα, άφησε λίγο από την ύπαρξή του σε ό,τι είναι άλλο, πέραν του ιδίου. Η Δημιουργία είναι απάρνηση μέσω της αγάπης.
Η πραγματική απάντηση στην υπερβολή της αγάπης του Θεού δεν συνίσταται στην εθελούσια επιβολή οδύνης πάνω στον εαυτό μας, επειδή τα βάσανα που υποφέρει κανείς με το θέλημά του (είτε είναι έντονα είτε μακρόχρονα είτε βίαια) δεν είναι καταστροφικά. Δεν είναι στις δυνάμεις του ανθρώπου η αυτοκαταστροφή.
Η πραγματική απάντηση για τον άνθρωπο συνίσταται μόνο στην αποδοχή της πιθανότητας να καταστραφεί, δηλαδή της πιθανότητας να καταστραφεί ολοκληρωτικά, είτε αυτή η καταστροφή πράγματι συμβαίνει είτε όχι.
Κανείς ποτέ δεν επιβάλλει στον εαυτό του την καταστροφή ούτε από αγάπη ούτε από διαστροφή. Το πολύ-πολύ, μπορεί κανείς κάτω από την μια ή την άλλην έμπνευση να αμφιταλαντευτεί και να κάνει υποσυνείδητα δύο-τρία βήματα προς το γλιστερό σημείο όπου κανείς γίνεται λεία στην βαρύτητα και πέφτει σε πέτρες που του σπάνε την πλάτη.
Η συγκατάθεση στην αναγκαιότητα είναι αγνή αγάπη και, ακόμα και με έναν ορισμένον τρόπο, υπερβολή αγάπης. Η αγάπη αυτή δεν έχει ως αντικείμενο την αναγκαιότητα καθ’ εαυτή ούτε τον ορατόν κόσμο του οποίου αποτελεί το υλικό.
Δεν ανήκει στις δυνάμεις του ανθρώπου να αγαπά την ύλη ως τέτοιαν.
Όταν ο άνθρωπος αγαπά ένα πράγμα, αυτό συμβαίνει είτε επειδή με την σκέψη του έχει εναποθηκεύσει ένα μέρος της περασμένης ζωής του σε αυτό ή, μερικές φορές, και ένα επιθυμητό μέλλον είτε επειδή αυτό το αντικείμενο συνδέεται με κάποιον άλλον άνθρωπο. Μπορεί κανείς να αγαπά ένα αντικείμενο που του θυμίζει ένα αγαπημένο πρόσωπο ή ένα έργο Τέχνης που αποτελεί έργο μιας ιδιοφυΐας.
Το Σύμπαν αποτελεί για εμάς μιαν ανάμνηση. Μας θυμίζει κάποιο αγαπημένο πρόσωπο;
Το Σύμπαν είναι ένα έργο Τέχνης. Ποιός καλλιτέχνης το δημιούργησε;
Δεν έχουμε απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις.
Όμως, όταν υπάρχει μέσα μας η αγάπη από την οποία προέρχεται η συγκατάθεση στην αναγκαιότητα, τότε διαθέτουμε πειραματικήν απόδειξη ότι υπάρχει μια απάντηση.
Διότι στην αναγκαιότητα δεν υποκύπτουμε λόγω της αγάπης για τους άλλους ανθρώπους –αυτή η αγάπη είναι, υπό μίαν έννοιαν, εμπόδιο σε αυτήν την αποδοχή αφού η αναγκαιότητα συντρίβει κι αυτούς και μας) αλλά λόγω της αγάπης μας για κάτι που δεν είναι ένα ανθρώπινο πρόσωπο και που, ωστόσο, μοιάζει κάπως με ένα πρόσωπο. Διότι αυτό που δεν μοιάζει με ένα πρόσωπο δεν είναι αντικείμενο της αγάπης.
Όποια κι αν είναι η ομολογία πίστεως ενός ανθρώπου σε σχέση με τα θρησκευτικά ζητήματα (της αθεΐας συμπεριλαμβανομένης), όπου υπάρχει πλήρης, αυθεντική και άνευ όρων υποταγή στην αναγκαιότητα, υπάρχει πληρότητα αγάπης για τον Θεό –και πουθενά αλλού.
Αυτή η συγκατάθεση αποτελεί συμμετοχή στον σταυρό του Χριστού.
Όταν ο Ιωάννης ονόμασε «Λόγο» το ανθρώπινο και θεϊκό ον που αγαπούσε πάνω απ’ όλα και από το οποίο διακατεχόταν, συνόψισε σε μία λέξη (μαζί με αρκετές άλλες υπερπολύτιμες σκέψεις) ολόκληρη την Στωϊκή διδασκαλία περί «αγάπης του πεπρωμένου-amor fati».
Αυτή η λέξη «Λόγος», δανεισμένη από τους Έλληνες Στοϊκούς που την είχαν λάβει από τον Ηράκλειτο, έχει αρκετές έννοιες αλλά η πρωταρχική είναι αυτός ο ποσοτικός νόμος της μεταβολής που συνιστά την αναγκαιότητα. Επιπλέον, οι σημασίες των λέξεων «fatum» και «λόγος» συνδέονται. «Fatum» είναι ο χρησμός, η μοίρα, το πεπρωμένο ενώ ο «λόγος» συνιστά αναγκαιότητα και είναι το πραγματικό όνομα για ό,τι αγαπούμε διακαώς.
Η αγάπη που έτρεφε ο Ιωάννης για Αυτόν που υπήρξε ο φίλος και ο Κύριός του όταν στηριζόταν στην αγκαλιά του στον Μυστικόν Δείπνο είναι η ίδια αγάπη που θα έπρεπε να τρέφουμε προς την μαθηματική πρόοδο των αιτιών και των αποτελεσμάτων που, από καιρού εις καιρόν, μας κάνουν να τρέμουμε σαν ζελές.
Αυτό είναι προδήλως παράλογο.
Αποκαλύπτει τον παραλογισμόν αυτόν ένα από τα πιο βαθυστόχαστα και σκοτεινά ρητά του Χριστού.
Η πιο πικρή κατηγορία που κάνουν οι άνθρωποι για αυτήν την αναγκαιότητα είναι η απόλυτη αδιαφορία ως προς τις ηθικές αξίες.
Δίκαιοι και άδικοι απολαμβάνουν εξίσου τα οφέλη του ήλιου και της βροχής. Δίκαιοι και άδικοι εξίσου παθαίνουν ηλίαση και πνίγονται στους κατακλυσμούς.
Ακριβώς αυτήν την αδιαφορία μας προσκαλεί να παρατηρήσουμε και να μιμηθούμε ως την κατ’ εξοχήν έκφραση της τελειότητας του ουράνιου Πατέρα μας. Να μιμηθούμε αυτήν την αδιαφορία σημαίνει απλά να δώσουμε την συγκατάθεσή μας.
Δηλαδή, να δεχθούμε την ύπαρξη όλων όσων υπάρχουν (συμπεριλαμβανομένου του κακού) και να εξαιρούμε μονάχα το κακό εκείνο που έχουμε την πιθανότητα ή δυνατότητα και καθήκον να αποτρέψουμε.
Με αυτόν τον απλό λόγο συνδέθηκε με το σύνολο της σκέψεως των Στοϊκών και, άρα, με όλον τον Ηράκλειτο και τον Πλάτωνα.
Κανείς ποτέ δεν θα μπορούσε να αποδείξει ότι ένας τέτοιος παραλογισμός όπως η συγκατάθεση στην αναγκαιότητα θα μπορούσε να είναι εφικτός. Μπορούμε εμείς μονάχα να την αναγνωρίσουμε.
Υπάρχουν όντως και ψυχές που την αποδέχονται.
Η αναγκαιότητα είναι ακριβώς το ενδιάμεσο ανάμεσα στην φύση μας και στην απεριορίστως μικρήν ικανότητά μας για ελεύθερη συναίνεση, διότι η φύση μας πειθαρχεί σε αυτήν και η συναίνεσή μας την αποδέχεται.
Ακόμα κι έτσι –όταν σκεπτόμαστε το Σύμπαν, σκεπτόμαστε επίσης ότι η αναγκαιότητα είναι το ενδιάμεσο ανάμεσα στον Θεό και στην ύλη. Καθώς εμείς συγκατατιθέμεθα στην αναγκαιότητα, έτσι πρώτος ο Θεός συγκατατίθεται σε αυτήν με μιαν αέναη πράξη.
Αυτό, όμως, που για εμάς το λέμε «συγκατάθεση», για τον Θεό το λέμε «θέλημά του».
Ο Θεός είναι που προκαλεί την ύπαρξη της αναγκαιότητας ώστε αυτή να διασκορπιστεί στον χώρο και στον χρόνο μέσω της σκέψεώς του. Η σκέψη του Θεού είναι Θεός και, με την έννοιαν αυτή, ο Υϊός είναι η εικόνα του Πατέρα.
Η σκέψη του Θεού είναι, εξάλλου, η τάξη του Κόσμου και, με την έννοιαν αυτή, ο Λόγος είναι ο Κοσμοκράτωρ –διότι στον Θεό όλα υπόκεινται, είναι υποκείμενα, πρόσωπα.
Όπως ο Χριστός είναι αφενός ο διαμεσολαβητής μεταξύ Θεού και ανθρώπου και αφετέρου ο διαμεσολαβητής μεταξύ του ανθρώπου και του πλησίον του, με τον ίδιον τρόπον η μαθηματική αναγκαιότητα είναι αφενός ο διαμεσολαβητής μεταξύ Θεού και πραγμάτων και αφετέρου μεταξύ των πραγμάτων.
Αυτή η αναγκαιότητα αποτελεί μιαν τάξη όπου το κάθε τι, όταν είναι στην θέση του, επιτρέπει σε όλα τα άλλα να υπάρχουν.
Για τα υλικά αντικείμενα, διατήρηση των ορίων αποτελεί σε ισοδυναμία ό,τι αποτελεί για το ανθρώπινο πνεύμα η συγκατάθεση στην ύπαρξη των άλλων: Χάρη προς τον πλησίον.
Επιπλέον, για τον άνθρωπο –εφόσον αυτός υπόκειται στην Φύση– η διατήρηση εντός των ορίων είναι η δικαιοσύνη.
Τάξη σημαίνει ισορροπία και σταθερότητα.
Το Σύμπαν, καθώς υπόκειται στον χρόνο, είναι ένα διαρκές «ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ».
Η ενέργεια που το κινεί είναι η αρχή της ρήξης της ισορροπίας.
Ωστόσο, αυτό το «ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ» που αποτελείται από τις ρήξεις του ισοζυγίου είναι στην πραγματικότητα επίσης ένα ισοζύγιο ισορροπίας επειδή οι ρήξεις αντισταθμίζονται και αλληλοεξουδετερώνονται.
Αυτό το «ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ» είναι η διάθλαση του ισοζυγίου στον χρόνο.
Αυτό εκφράζει η εκπληκτική και ανεξιχνιάστου βάθους φράση του Αναξίμανδρου: «Η γένεσις των πραγμάτων ξεκινά από το άπειρο και η φθορά τους επέρχεται με μιαν επιστροφή στο άπειρο, σε συμφωνία με την αναγκαιότητα, διότι υποκύπτουν σε μιαν ποινή και αποζημιώνει το ένα το άλλο εξαιτίας της αδικίας του, σύμφωνα με την τάξη του χρόνου».
Εξεταζόμενη αφ’ εαυτής, η κάθε μεταβολή (και, άρα, κάθε φαινόμενο) οσοδήποτε μικρή, συμπεριλαμβάνει την αρχή της καταστροφής της γενικότερης τάξης.
Αντιστρόφως, εξεταζόμενη σε σχέση με όλα τα φαινόμενα που περιλαμβάνονται στο σύνολο του χώρου και του χρόνου (σχέση που της θέτει όρια και την θέτει σε συνάρτηση με μιαν όμοια αλλά και αντίθετη ρήξη ισορροπίας) η κάθε μεταβολή (και, άρα, κάθε φαινόμενο) συμπεριλαμβάνει αφ’ εαυτής την συνολική παρουσία της τάξης του Κόσμου.
Εφόσον η αναγκαιότητα είναι ο διαμεσολαβητής μεταξύ ύλης και Θεού, αντιλαμβανόμαστε ως 2 διαφορετικές σχέσεις το θέλημα του Θεού ως προς την αναγκαιότητα και το θέλημα του Θεού ως προς την ύλη.
Για την ανθρώπινη φαντασία, η διαφορά αυτή εκφράζεται (με έναν ελαττωματικό τρόπο, αναπόφευκτα) μέσω του μύθου περί του πρωταρχικού χάους όπου εκεί ο Θεός εγκαθίδρυσε την Τάξη.
Κακώς κατηγορήθηκε για τον μύθον αυτό η αρχαία σοφία (ίχνη του μύθου βρίσκονται επίσης στην «Γένεσιν»).
Ένας άλλος τρόπος για να εντοπιστεί αυτή η διαφορά είναι να συσχετιστεί η αναγκαιότητα με το δεύτερο πρόσωπο της Τριάδας που θεωρείται είτε ως ο Κοσμοκράτωρ είτε ως η ψυχή του κόσμου.
Η Ψυχή του Κόσμου είναι η Τάξη του Κόσμου εάν θεωρηθεί ως πρόσωπο.
Ένας ορφικός στίχος υποδεικνύει την ίδια διαφορά, λέγοντας: «Ο Ζευς δημιούργησε το Σύμπαν και ο Βάκχος το ολοκλήρωσε».
Βάκχος[1] είναι ο Λόγος.
Αν και η ύλη υπάρχει μόνον επειδή το θέλησε ο Θεός, η αναγκαιότητα είναι πιο κοντά στο θέλημα του Θεού επειδή είναι διαμεσολαβητής.
*
Αναγκαιότητα είναι η υπακοή της ύλης στον Θεό.
Άρα, το ζεύγος των αντιθέτων αποτελείται από αναγκαιότητα στην ύλη & ελευθερία στον άνθρωπο και διασταυρώνεται στην υπακοή
διότι για εμάς να είμαστε ελεύθεροι σημαίνει να επιθυμούμε να υπακούμε στον Θεό.
Κάθε άλλη ελευθερία είναι ψευδής.
Όταν τα πράγματα γίνουν έτσι αντιληπτά, η ιδέα ενός θαύματος δεν είναι πλέον κάτι που μπορούμε να δεχθούμε ή να αρνηθούμε.
Για την ακρίβεια, δεν έχει την ελάχιστη σημασία –ή μάλλον, δεν έχει καμίαν άλλη σημασία πλην του ότι πρόκειται για μιαν εμφάνιση που εξασκεί μιαν ορισμένην επιρροή επάνω σε ψυχές σε ένα ορισμένο επίπεδο, μιαν επιρροή με μείγμα καλού και κακού.
Όταν εμείς σκεπτόμαστε στο α΄ πρόσωπο, βλέπουμε την αναγκαιότητα από κάτω, από μέσα, μας περικλείει από όλες τις πλευρές όπως η επιφάνεια της Γης και ο ουράνιος θόλος.
Από την στιγμή που αρνούμαστε να σκεπτόμαστε στο α΄ πρόσωπο και συναινούμε στην αναγκαιότητα, την βλέπουμε από το εξωτερικό, από κάτω μας –διότι έχουμε περάσει στο πλευρό του Θεού.
Η πλευρά που η αναγκαιότητα μας έδειχνε πριν και που εξακολουθεί να εμφανίζει σχεδόν σε όλην μας την ύπαρξη –στο φυσικό κομμάτι του εαυτού μας– είναι η ωμή βία.
Η πλευρά που η αναγκαιότητα μας εμφανίζει μετά από αυτήν την διαδικασία –στο τμήμα του μυαλού μας που έχει περάσει στην άλλη πλευρά– είναι η απλή υπακοή.
Έχουμε γίνει οι Υϊοί στον Οίκο του Θεού –και αγαπούμε την υποταγή του σκλάβου αυτού (της αναγκαιότητας) που πρώτα την εκλαμβάναμε σαν αφέντη[2].
Ωστόσο, η πιθανότητα μιας τέτοιας αλλαγής στην οπτική γωνία θέασης είναι αδιανόητη δίχως εμπειρία.
Την στιγμή που είμαστε αποφασισμένοι να συναινέσουμε στην αναγκαιότητα, δεν μπορούμε να προβλέψουμε τους καρπούς αυτής της συγκατάθεσης.
Η παραδοχή αυτή είναι, κατ’ αρχάς, πραγματικά καθαρός παραλογισμός. Επίσης, είναι όντως υπερφυσική. Είναι μόνο και μόνον έργο της Χάριτος.
Ο Θεός εργάζεται μέσα μας –χωρίς εμάς– αρκεί να του επιτρέψουμε να το κάνει. Όταν εμείς αποκτούμε συνείδηση για αυτό, το έργο έχει ήδη γίνει, βρίσκουμε τους εαυτούς μας δεσμευμένους δίχως ποτέ να έχουμε αναλάβει μίαν δέσμευση. Δεν μπορούμε πλέον να αποστραφούμε τον Θεό –εκτός με μιαν πράξη έσχατης προδοσίας.
Όπως ένα οριζόντιο επίπεδο είναι η ενότητα της ανώτερης και της κατώτερης όψης του, η αναγκαιότητα είναι για την ύλη η διασταύρωση της υπακοής στον Θεό κα της υπακοής στην ωμήν βία που υποδουλώνει τα πλάσματα.
Στο ίδιο αυτό επίπεδο της διασταύρωσης, η αναγκαιότητα συμμετέχει από την μια όψη κάτω από περιορισμό και από την άλλην όψην ελεύθερη στην διάνοια, στην δικαιοσύνη, στην Ομορφιά και στην πίστη. Είναι προφανής η συμμετοχή στον περιορισμό. Για παράδειγμα, υπάρχει κάτι σκληρό, μεταλλικό, άγαρμπο και χοντροκέφαλο που σε τίποτε άλλο δεν μπορεί το μυαλό να το αναγάγει όταν εξετάζει την σύνδεση μεταξύ των διαφορετικών ιδιοτήτων του τριγώνου και του κύκλου.
Ωστόσο, όπως η Τάξη του Κόσμου είναι για τον Θεό ένα θείο πρόσωπο –που μπορεί να ονομαστεί «ΚΟΣΜΟΚΡΑΤΩΡ ΛΟΓΟΣ» ή «Ψυχή του Κόσμου»– έτσι σε εμάς, τα νεώτερα αδέρφια, η αναγκαιότητα είναι μια σύνδεση, δηλαδή σκέψη εν δράσει.
Σύμφωνα με τον Σπινόζα, «τα μάτια της ψυχής αποτελούν από μόνα τους την απόδειξη».
Δεν ανήκει στις δικές μας δυνάμεις να αλλάξουμε σε ένα ορθογώνιο τρίγωνο το άθροισμα των τετραγώνων των πλευρών του –αλλά δεν υπάρχει καν άθροισμα αν το μυαλό δεν το επεξεργαστεί, σκεπτόμενο την απόδειξη.
Άλλωστε, στο πεδίο των ακέραιων αριθμών, είναι δυνατόν το 1 και το 1 να παραμένει το ένα δίπλα στο άλλο εις τους αιώνας των αιώνων. Ποτέ δεν θα κάνουν 2 –εκτός αν μία διάνοια εκτελέσει την πράξη της πρόσθεσης.
Μόνον η προσεκτική διάνοια έχει την δύναμη να βρει τις συνδέσεις ενώ, μόλις αυτή η προσοχή ατονήσει, οι συνδέσεις διαλύονται.
Αναμφιβόλως, υπάρχουν στον νου μας πάρα πολλές συνδέσεις που ανήκουν στην μνήμη, στην αντιληπτικότητα των αισθήσεων, στην φαντασία, στην συνήθεια, στην πίστη: αλλά αυτές δεν συμπεριλαμβάνουν την αναγκαιότητα.
Οι αναγκαίες διασυνδέσεις που συνιστούν την ίδια την πραγματικότητα του Κόσμου δεν έχουν από μόνες τους ουδεμία πραγματικότητα –εκτός ως αντικείμενα της διανοητικής προσοχής εν δράσει.
Αυτός ο συσχετισμός μεταξύ αναγκαιότητας και της ελεύθερης πράξης (και της προσοχής) είναι ένα θαύμα. Όσο μεγαλύτερη είναι η απαραίτητη προσπάθεια για προσοχή, τόσο περισσότερο ορατό γίνεται το θαύμα.
Και μάλιστα –αυτό γίνεται περισσότερο προφανές ως προς τις θεμελιώδεις εκείνες αλήθειες που αφορούν τις ποσότητες εκείνες που ονομάζονται «παράλογες», δηλ. αριθμούς ασύμμετρους όπως η και λιγότερο ως προς τις θεμελιώδεις αλήθειες, τα «fundamentals», των ακέραιων.
Αρκετά μεγαλύτερη προσπάθεια της προσοχής απαιτείται για να συλλάβει κανείς το παράλογο με την ίδιαν μεθοδικότητα που συλλαμβάνει το ολοκλήρωμα, δηλ. το ολοκληρωμένο και να το θεωρήσει ως αυστηρά αναγκαίο –και είναι πολύ πιο πολύτιμο αυτό.
Η αρετή της ολοκληρωμένης προσοχής την καθιστά απεικόνιση της σοφίας του Θεού.
Ο Θεός δημιουργεί μέσω της πράξης της σκέψεως.
Εμείς, μέσω της διανοητικής προσοχής, δεν δημιουργούμε, δεν παράγουμε κάποιο αντικείμενο, όντως -ωστόσο– στην δική μας σφαίρα, πραγματικά (με κάποιαν έννοια) δίνουμε γέννηση στην πραγματικότητα.
Αυτή η διανοητική προσοχή βρίσκεται στην διασταύρωση μεταξύ του φυσικού και του υπερφυσικού τμήματος της ψυχής. Έχοντας ως αντικείμενο την εξαρτώμενη από όρια αναγκαιότητα, αυτή η διανοητική προσοχή παράγει μόνο μια ημι-πραγματικότητα. Όταν σε αυτήν την προσοχή, προσθέτουμε μια προσοχή ακόμα υψηλότερου βαθμού –την αποδοχή, την συγκατάθεση, την αγάπη– τότε απονέμουμε στα πράγματα και στα άτομα γύρω μας ό,τι έχουμε από την πληρότητα της πραγματικότητας.
Ήδη, όμως, το γεγονός πως η διασύνδεση που συνθέτει τον ιστό της αναγκαιότητας εξαρτάται από την πράξη της δικής μας προσοχής, κάνει αυτό το ύφασμα της αναγκαιότητας κάτι που ανήκει σε μας, ένα πράγμα που μπορούμε να το αγαπήσουμε.
Επιπλέον, κάθε άνθρωπος που υποφέρει μπορεί κάπως να ανακουφιστεί –αν απλώς έχει μιαν ορισμένην εξύψωση πνεύματος– όταν αντιληφθεί καθαρά την αναγκαία σύνδεση αιτίων και αποτελεσμάτων που προκαλούν τον πόνο του.
Επίσης, η αναγκαιότητα συμμετέχει στην δικαιοσύνη –και όμως, υπό μιαν έννοια, είναι το αντίθετο της δικαιοσύνης.
Τίποτα δεν έχουμε καταλάβει όσο δεν ξέρουμε πόσο μεγάλη απόσταση υπάρχει –όπως λέει ο Πλάτων– ανάμεσα στις ουσίες του αναγκαίου και του καλού.
Για τον άνθρωπο, η δικαιοσύνη παρουσιάζεται πρωτίστως ως μια επιλογή: διαλέγει το καλό, απορρίπτει το κακό.
Η αναγκαιότητα είναι η απουσία επιλογής. Η αδιαφορία. Και όμως, αυτή είναι η αρχή της συνύπαρξης.
Βασικά, η υπέρτατη δικαιοσύνη είναι για εμάς η αποδοχή της συνύπαρξης όλων των πλασμάτων και των πραγμάτων που συναποτελούν το υπαρκτό –μαζί με μας.
Επιτρέπεται να έχουμε εχθρούς αλλά όχι να επιθυμούμε αυτοί να μην υπάρχουν. Αν ένα άνθρωπος πράγματι δεν έχει τέτοια επιθυμία, τίποτε δεν θα κάνει για να θέσει τέρμα στην ύπαρξη των εχθρών του. Δεν θα τους κάνει κακό (πέραν των αυστηρώς υποχρεωτικών καταστάσεων).
Τίποτα άλλο δεν χρειάζεται εφόσον γίνει αντιληπτό ότι: Για να μην κάνει κάποιος το καλό σε κάποιον άλλο ενώ έχει την ευκαιρία, μπορεί να το αποφύγει και, άρα, να του κάνει κακό.
Αν αποδεχθούμε την συνύπαρξη των ανθρώπων και των πραγμάτων μαζί με εμάς, δεν θα επιθυμούμε αχόρταγα την κυριαρχία ή τα πλούτη –αφού η κυριαρχία και τα πλούτη στο μόνο που χρησιμεύουν είναι να ρίχνουν ένα πέπλο πάνω σε αυτήν την συνύπαρξη και να ελαττώνουν την μοίρα όλων των άλλων έξω από το ΕΓΩ.
Όλα τα εγκλήματα, όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα είναι μορφές αυτής της άρνησης στην συνύπαρξη.
Αρκεί μια προσεκτική ανάλυση σε κάθε ιδιαίτερη περίπτωση για να το αποδείξει αυτό.
*
Υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα στην πίστη ενός ορθογωνίου τριγώνου προς την σχέσην αυτήν που του απαγορεύει να βγει εκτός του κύκλου εκείνου του οποίου η διάμετρος ισούται με την υποτείνουσά του και στην πίστη ενός ανθρώπου που απέχει από την απόκτηση εξουσίας ή χρημάτων για να μην διαπράξει απάτη. Το πρώτο είδος πίστης μπορεί να θεωρηθεί ως ένα τέλειο υπόδειγμα για το δεύτερο είδος πίστης. Αυτό αρκεί – όταν κανείς έχει αντιληφθεί την μαθηματικήν αναγκαιότητα στην Φύση (όπως και το παράδειγμα της πίστης των επιπλεόντων σωμάτων που βγαίνουν έξω από το νερό ακριβώς τόσο όσο απαιτεί η πυκνότητά τους, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο).
Ο Ηράκλειτος λέει: «Ο ήλιος δεν θα υπερβεί τα όριά του. Ειδάλλως, οι Ερινύες –υπηρέτες της Δικαιοσύνης– θα τον προφθάσουν επ’ αυτοφώρω» (flagrante delicto).
Υπάρχει μια αδιάφθορη πίστη στην θέση των πραγμάτων στην Τάξη του Κόσμου, μια πίστη στην οποία μπορεί ο κάθε άνθρωπος να εμφανίσει την δική του ισοδύναμη πίστη μόλις φτάσει και αυτός στην τελειότητα και αναγνωρίσει τον προορισμό του. Για να επιτύχει αυτήν την πίστη, ένα πανίσχυρο μέσο είναι η ενατένιση της πίστης μεταξύ των αντικειμένων είτε στον ορατόν κόσμο είτε στις μαθηματικές τους σκέψεις είτε στις αναλογίες. Το πρώτο μάθημα σε αυτήν την παρατήρηση είναι να μην διαλέγει κανείς αλλά να συναινεί, αμερόληπτα, στην ύπαρξη όλων όσων υπάρχουν. Η γενική αποδοχή είναι το ίδιο με την απόρριψη. Κάθε προσήλωση, επίσης (ακόμη και η πιο μέτρια και φαινομενικά νομιμοποιημένη) αποτελεί για αυτήν την συγκατάθεση εμπόδιο.
Να γιατί δεν πρέπει ποτέ να λησμονηθεί ότι ο ήλιος λάμπει αμερόληπτα για κάθε ον και πράγμα.
Επομένως, είναι η εικόνα της δημιουργικής θελήσεως του Θεού που συγκρατεί εξίσου ό,τι υπάρχει. Σε αυτήν την δημιουργικήν βούληση είναι που πρέπει να εμμείνει η συγκατάθεσή μας. Αυτό που μας επιτρέπει να σκεπτόμαστε και να αγαπούμε την αναγκαιότητα είναι η Ομορφιά του Κόσμου. Δίχως Ομορφιά, αυτό δεν θα ήταν δυνατόν –διότι ακόμα κι αν αυτή η συγκατάθεση είναι η κατ’ εξοχήν λειτουργία του υπερφυσικού τμήματος της ψυχής –δεν μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά δίχως κάποιαν συνενοχή από το φυσικό τμήμα της ψυχής (και του σώματος, ακόμα). Η πληρότητα αυτής της συνενοχής είναι η πληρότητα της χαράς. Αντιθέτως, η ακραία δυστυχία καθιστά εντελώς ανέφικτη (τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα) αυτήν την συνενοχή. Όμως, ακόμη και εκείνοι οι άνθρωποι που έχουν το απεριόριστα πολύτιμο προνόμιο συμμετοχής στον Σταυρό του Χριστού δεν θα μπορούσαν να κατορθώσουν να τον ανορθώσουν αν δεν είχαν περάσει μέσα από την χαρά.
Ο Χριστός γνώριζε την τέλειαν ανθρώπινη χαρά πριν γκρεμιστεί στα βάθη της ανθρώπινης αγωνίας.
Η αγνή χαρά δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συναίσθημα της Ομορφιάς. Η Ομορφιά είναι ένα Μυστήριο. Είναι ό,τι πιο μυστηριώδες υπάρχει δω κάτω. Είναι, όμως, ένα γεγονός. Ο καθένας (συμπεριλαμβανομένου του πιο διεφθαρμένου ή του πιο φαύλου) αναγνωρίζει την ισχύ της, αν και πολύ λίγοι ξέρουν πώς να την καταλαβαίνουν και να την αξιοποιούν. Την Ομορφιά επικαλούνται και στο πιο ποταπό διαφθορείο. Με έναν γενικόν τρόπον, όλα τα ανθρώπινα όντα χρησιμοποιούν λέξεις που αναφέρονται στην Ομορφιά για να χαρακτηρίσουν όλα τα πράγματα που (σωστά ή λάθος) εκτιμούν, όποια κι αν είναι η φύση αυτής της αξίας που τους δίνουν. Μπορεί κανείς να πιστέψει πως θεωρούν την Ομορφιά ως την υπέρτατην αξία. Για την ακρίβεια, εδώ κάτω υπάρχει μια μόνον Ομορφιά, δηλαδή η Ομορφιά του Κόσμου. Όλες οι άλλες ομορφιές είναι αντανακλάσεις αυτής της μοναδικής (ακόμη κι αν είναι τίμιες και αγνές, παραμορφωμένες και βρώμικες ή και διαβολικά διεστραμμένες). Στην πραγματικότητα, ο Κόσμος είναι Όμορφος. Όταν είμαστε μόνοι στην καρδιά της Φύσης και διατεθειμένοι να της δώσουμε την προσοχή μας, κάτι μέσα μας κλίνει να μας κάνει να αγαπήσουμε ό,τι μας περιβάλλει αν και αυτό αποτελείται μόνον από ύλη ακατέργαστην, αδρανή, βουβή και κωφή. Και τόσο πιο άπληστα μας αγγίζει όλους η Ομορφιά όταν εμφανίζεται μπροστά μας με τον πιον έκδηλον τρόπο η αναγκαιότητα (χάρη παραδείγματος, στις πτυχώσεις των ορέων που έχει χαράξει η βαρύτητα, στα κύματα της θάλασσας ή στις τροχιές των άστρων). Άλλωστε, και στα απλά Μαθηματικά η αναγκαιότητα εκπέμπει Φως Ομορφιάς. Αναμφιβόλως, η ίδια η ουσία της αντίληψης της Ομορφιάς είναι εκείνο το συναίσθημα της αναγκαιότητας που η μια της όψη είναι ο περιορισμός από την βία και η άλλη όψη η υπακοή στον Θεό. Χάρη σε μιαν οικτίρμονα πρόνοια, η αλήθεια αυτή γίνεται πασιφανής στο σαρκικό τμήμα της ψυχής μας και, με κάποιον τρόπο, και στα σώματά μας.
Αυτό το μπουκέτο θαυμάτων τελειοποιείται μέσω της παρουσίας –κάτω από τις απαραίτητες διασυνδέσεις[3] που αποτελούν την συμπαντική τάξη– θεϊκών αληθειών συμβολικά εκπεφρασμένων. Εδώ βρίσκεται το θαύμα των θαυμάτων και, μεταφορικά μιλώντας, η μυστική υπογραφή του καλλιτέχνη[4]. Όταν κανείς θεωρεί τα Μαθηματικά μόνο σαν μια λογική και αφηρημένη σπέκουλα, τότε τους κάνει διπλό κακό γιατί, εκτός αυτού, είναι επιπλέον η ίδια η Επιστήμη της Φύσεως, μια επιστήμη απολύτως συνεκτική, και –ακόμη– είναι ένας μυστικισμός –όλα αυτά μαζί και αξεχώριστα. Όταν κανείς αναλογίζεται εκείνην την ιδιότητα που κάνει τον κύκλο τον γεωμετρικόν εκείνον τόπον όπου συναντώνται οι κορυφές των ορθογωνίων τριγώνων που έχουν την ίδια υποτείνουσα και όταν κανείς σχεδιάσει ταυτόχρονα ένα σημείο που να βρίσκεται στο περίγραμμα του κύκλου καθώς και την προβολή αυτού του σημείου πάνω στην διάμετρο, τότε ο διαλογισμός πρέπει να επεκταθεί πολύ μακριά σε βάθος και ύψος. Η συγγένεια και η έλξη των κινήσεων αυτών των 2 σημείων –η μια κυκλική και η άλλη μεταβαλλόμενη– περιλαμβάνει την δυνατότητα μεταμόρφωσης και μετασχηματισμού των κυκλικών κινήσεων σε εναλλασσόμενες, μεταβαλλόμενες –και αντιστρόφως. Αυτές είναι οι βάσεις της σημερινής τεχνολογίας[5].
Είναι η αρχή στην οποία στηρίζεται το ακόνι για να οξύνει, να λειάνει τα μαχαίρια.
Από την άλλην πλευρά, αν κανείς συλλάβει στην σκέψη του όχι ένα σημείο αλλά έναν ολόκληρον κύκλο να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτόν του, τότε η κυκλική κίνηση είναι η τέλεια απεικόνιση της αιωνίας πράξεως που αποτελεί την ζωή της Τριάδας: αυτή η κίνηση εκτελεί μία λειτουργία δίχως καμία μεταβολή και καμπυλώνεται, στρέφεται από μόνη της: Εδώ υπάρχει ακίνητη ισορροπία εν δράσει.
Η πρώτη κίνηση, αυτή του σημείου που η θέση του μεταβάλλεται καθώς μετακινείται πάνω στην διάμετρο που περικλείεται από τον κύκλο, είναι η κίνηση του «ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ» δω κάτω, μια εικόνα που αποτελείται από διαδοχικές και αντιτιθέμενες ρήξεις της ισορροπίας: Εδώ υπάρχει μεταβλητή ισορροπία εν δράσει.
Στην πραγματικότητα, αυτό το «ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ» είναι η προβολή πάνω στην Γη της θείας ζωής. Καθώς ο κύκλος περίκλειε το μετακινούμενο σημείο πάνω στην διάμετρο, ο Θεός προκαθορίζει ένα όριο, έναν σκοπό ή τέλος σε όλα όσα γεννώνται στον κόσμον αυτό. Όπως λέει η Βίβλος: «ΕΞΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΜΑΝΗΤΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ».
Το τμήμα εκείνο της ορθής γωνίας, που ενώνει το σημείο στον κύκλο με την προβολή του[6] πάνω στην διάμετρο, αποτελεί σχηματικά ένα ενδιάμεσο ανάμεσα στον κύκλο και στην διάμετρο. Ταυτόχρονα (από την άποψη των ποσοτικών, αριθμητικών μεγεθών) αποτελεί το ενδιάμεσο –το αναλογικό μέσο– μεταξύ των 2 τμημάτων της διαμέτρου εκατέρωθεν του σημείου.
Αυτή είναι η εικόνα του Λόγου.
Κατά έναν γενικόν τρόπο, ο κύκλος είναι απαραίτητος για την κατασκευή οποιουδήποτε αναλογικού μέσου μεταξύ αριθμητικών ποσοτήτων που η σχέση τους ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ένας συμμετρικός αριθμός υψωμένος στο τετράγωνο.
Το αναλογικό μέσο δίνεται τότε με μιαν κατακόρυφο που ενώνει ένα σημείο του κύκλου με την διάμετρο.
Αν η κατακόρυφος ή κάθετος προεκταθεί στην άλλην πλευρά, παίρνουμε έναν σταυρό εγγεγραμμένον σε έναν κύκλο: εάν οι όροι –μεταξύ των οποίων αναζητείται ένα ενδιάμεσο– είναι σε αναλογία 1 προς 2, τότε εύκολα μπορεί να αποδειχθεί ότι την λύση δεν μπορεί να την δώσει κανένας ακέραιος αριθμός, διότι θα πρέπει να είναι ταυτόχρονα και άρτιος και περιττός.
Άρα, μπορεί κανείς να πει ότι το αριθμητικό μέγεθος που αποτελεί αυτό το ενδιάμεσο –και που είναι το μέτρον[7] αυτού του κομματιού της ορθής γωνίας– είναι ταυτόχρονα ένας αριθμός και μονός και ζυγός.
Οι Πυθαγόρειοι αυτήν την αντίφαση[8] ανάμεσα σε άρτιους και περιττούς αριθμούς την θεωρούσαν ως μιαν απεικόνιση της αντίθεσης ανάμεσα στο υπερφυσικό και στο φυσικό, λόγω της συγγένειας του παραδόξου με την ενότητα.
Αυτά όλα συμπεριλαμβάνονται στην τέχνη του ακονίσματος ή του αργαλειού, όπου ο τροχός κινείται μέσω ενός πεντάλ. Όλα αυτά εδώ είναι εδώ μόνον ένα μικρό παράδειγμα.
Κατά έναν γενικότερον τρόπο και με την πιο ευρείαν έννοια, τα Μαθηματικά –και κάτω από τον τίτλο αυτόν περιλαμβάνεται κάθε αυστηρώς μεθοδική και άδολη μελέτη των αναγκαίων σχέσεων– αποτελούν ταυτόχρονα την μοναδική γνώση του υλικού σύμπαντος όπου υπάρχουμε καθώς και την εναργέστερην αντανάκλαση των θεϊκών αληθειών μέσω του στοχασμού.
Καμία οπτασία, καμία προφητεία –δεν συγκρίνονται με το θαύμα αυτής της αρμονικής συγχορδίας στις καρδιές μας. Για να συλλάβει την έκταση αυτού του θαύματος, πρέπει να καταλάβει κανείς ότι η ίδια η αντίληψη των αισθητών από τους ανθρώπους –ακόμα και η ελάχιστα αναπτυγμένη– περιέχει σιωπηρά έναν μεγάλον αριθμό μαθηματικών σχέσεων που υπονοούνται και αποτελούν την προϋπόθεση για να υπάρχει αυτή η αντιληπτικότητα. Επίσης, ότι ακόμα και η πλέον πρωτόγονη τεχνική είναι πάντοτε σε έναν βαθμό εφηρμοσμένα μαθηματικά, τουλάχιστον συγκεκαλυμμένα. Ακόμη, ότι ο μεθοδικός χειρισμός των μαθηματικών σχέσεων είναι ο μόνος που μπορεί, τώρα και παλαιότερα, να προσδώσει στον άνθρωπο –όταν η μέθοδος αυτή εφαρμοστεί στις σχέσεις με τις οποίες κινούνται η εργασία και η τεχνολογία– αυτό το αίσθημα αρμονίας με τις δυνάμεις της Φύσεως που ανταποκρίνεται στην φυσικήν ευτυχία. Η αξιοποίηση αυτών των μαθηματικών σχέσεων είναι η μοναδική που μας επιτρέπει να σκεπτόμαστε ότι ο αισθητός κόσμος αποτελείται από αδρανήν ύλη και όχι από αναρίθμητες θεότητες που κάνουν το καπρίτσιο τους.
Αυτά είναι τα ίδια Μαθηματικά που, πάνω απ’ όλα, αποτελούν ένα είδος μυστικού ποιήματος που έχει συνθέσει ο Θεός ο ίδιος.
Όλα αυτά είναι τόσον υπέροχα που μπαίνει κανείς στον πειρασμό ώστε να αμφιβάλη για το εάν ένα τόσο σημαντικό ζητούμενο είναι τόσο πρόσφατο και ίσως να υποθέση ότι οι Έλληνες δεν εφηύραν αλλά εν μέρει απλώς διέδωσαν και εν μέρει επανανακάλυψαν την Γεωμετρία.
Καταλήγει κανείς εν τέλει σε μιαν εξαιρετικά απλήν εικόνα για το Σύμπαν.
Ο Θεός δημιούργησε όχι έχοντας παράγει ο ίδιος κάτι έξω από αυτόν αλλά έχοντας αποσυρθεί ο ίδιος επιτρέποντας σε ένα κομμάτι της πλάσης να είναι κάτι άλλο από Αυτόν. Σε αυτήν την άρνηση, την εγκατάλειψη, από τον Θεό της δημιουργίας ανταποκρίνεται η υπακοή από τον άνθρωπο. Όλο το Σύμπαν είναι μία συμπαγής μάζα υπακοής. Αυτή η μάζα είναι ραντισμένη με σημεία φωτός. Κάθε ένα από αυτά τα φωτεινά σημεία αποτελεί το υπερφυσικό κομμάτι της ψυχής εκείνης ενός λογικού όντος που αγαπά τον Θεό και συγκατατίθεται να υπακούει. Η υπόλοιπη ψυχή συγκρατείται στην συμπαγή μάζα. Τα όντα που έχουν το χάρισμα της λογικής και δεν αγαπούν τον Θεό είναι απλώς και μόνο κομμάτια της συμπαγούς και σκοτεινής μάζας. Και αυτοί υπακούουν ολοκληρωτικά αλλά μόνο με τον τρόπο μιας πέτρας που πέφτει. Η ψυχή τους είναι ύλη, ψυχική ύλη, που έχει υποταχθεί ταπεινωτικά σε έναν μηχανισμό τόσον άκαμπτο όσο και ο μηχανισμός της βαρύτητας. Ακόμα και η πίστη τους στην προσωπική τους ελεύθερη κρίση, οι ψευδαισθήσεις της περηφάνειας τους, η περιφρόνηση που δείχνουν, οι εξεγέρσεις τους είναι όλα απλώς φαινόμενα τόσο αυστηρώς ντετερμινιστικά και προκαθορισμένα όσον η διάθλαση του φωτός. Αν θεωρηθούν με τον τρόπον αυτόν –δηλαδή, ως αδρανής ύλη– οι χειρότεροι εγκληματίες συναποτελούν ένα μέρος από την τάξη του κόσμου και, άρα, από την ομορφιά του κόσμου.
Το κάθε τι υπακούει τον Θεό, άρα το κάθε τι είναι τέλεια Ομορφιά. Το να το ξέρουμε αυτό, να το ξέρουμε πραγματικά –σημαίνει να είμαστε τέλειοι όπως είναι τέλειος ο ουράνιος πατέρας. Αυτή η αγάπη για τα πάντα ανήκει μόνο στην ικανότητα της ψυχής για ενατένιση[9]. Αυτός που πραγματικά αγαπά τον Θεό, αφήνει σε κάθε τμήμα της ψυχής του την ορθή του λειτουργία.
Κάτω από την ικανότητα της υπερφυσικής σκέψεως, βρίσκεται ένα κομμάτι της ψυχής που είναι στο επίπεδο του χρέους και για το οποίο η αντίθεση καλού-κακού πρέπει να βρίσκεται σε πλήρην ισχύ. Ακόμα πιο χαμηλά είναι το ζωώδες τμήμα της ψυχής, το οποίο πρέπει να εκπαιδευθεί μεθοδικά μέσω ενός σοφού συνδυασμού καρότου και μαστιγίου. Σε εκείνους που αγαπούν τον Θεό –ακόμη και σε αυτούς που είναι τέλειοι– το φυσικό τμήμα της ψυχής είναι πάντοτε υποκείμενο στην μηχανική αναγκαιότητα. Όμως, η παρουσία στην ψυχή της υπερφυσικής αγάπης αποτελεί έναν νέον παράγοντα και συντελεστή στον μηχανισμό –και τον μεταμορφώνει[10].
Είμαστε σαν τους ναυαγούς που έχουν αρπαχτεί από ξύλα μέσα στην θάλασσα και κλυδωνίζονται με έναν εντελώς παθητικόν τρόπο από κάθε κίνηση των κυμάτων.
Από τα ύψη τ’ ουρανού, ο Θεός ρίχνει στον καθέναν ένα σχοινί. Αυτός που πιάνει το σχοινί και δεν το αφήνει, παρά τον πόνο και τον φόβο, παραμένει όπως και οι υπόλοιποι υποκείμενος στα χτυπήματα των κυμάτων –μόνο που γι’ αυτόν, τα χτυπήματα συνδυάζονται στην καρδιά του σαν να έχει αγγιχτεί από την έντασην μια χορδή σ’ έναν αυλό ώστε να ανυψωθεί και να σχηματιστεί ένα διαφορετικό μηχανικό σύνολο.
Επομένως, αν και το υπερφυσικό δεν κατεβαίνει στην επικράτεια της Φύσεως, ωστόσο η Φύση αλλάζει από την παρουσία Του. Η Αρετή (που είναι κοινή σε όλους όσους αγαπούν τον Θεό) καθώς και τα πιο εκπληκτικά θαύματα ορισμένων αγίων εξηγούνται ομοίως από αυτήν την επιρροή του υπερφυσικού που είναι τόσο μυστηριώδες όσο και η Ομορφιά και ανήκει στο ίδιο εκπληκτικό είδος. Και η Ομορφιά και η επιρροή αποτελούν την αντανάκλαση σκέψης του υπερφυσικού στην Φύση.
Όταν κανείς συλλάβει το Σύμπαν ως μιαν αχανή μάζα τυφλής υπακοής ραντισμένης με σημεία συγκατάθεσης, τότε μπορεί κανείς να σκεφτεί και τον εαυτό του ως αποτελούμενον από μια μικρή μάζα τυφλής υπακοής με ένα σημείο συγκατάθεσης στο κέντρο. Αυτή η συναίσθηση είναι η υπερφυσική αγάπη, είναι το πνεύμα του Θεού μέσα μας. Η τυφλή υπακοή είναι η αδράνεια της ύλης, η οποία αναπαρίσταται τέλεια στην φαντασία μας από ένα στοιχείο που είναι ταυτογχρόνως ανθεκτικό και υγρό, δηλαδή το νερό, το ύδωρ.
Την στιγμή που συναινούμε στην υπακοή, γεννιόμαστε «ΕΞ ΥΔΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ». Είμαστε, στο εξής, ΕΝΑ ΟΝ που αποτελείται αποκλειστικά «ΕΞ ΥΔΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ».
Η συγκατάθεσή μας στην υπακοή είναι ο διαμεσολαβητής μεταξύ τυφλής υπακοής και Θεού. Η τέλεια συγκατάθεση είναι αυτή του Χριστού. Η συγκατάθεσή μας μπορεί να είναι στην σκέψη μας μόνο μια αντανάκλαση αυτής του Χριστού.
Ο Χριστός είναι διαμεσολαβητής ανάμεσα στον Θεό και εμάς αφενός, ανάμεσα στον Θεό και στο Σύμπαν αφετέρου. Παρομοίως κι εμείς, στον βαθμό που μας έχει παραχωρηθεί να μιμηθούμε τον Χριστό, έχουμε αυτό το προνόμιο να είμαστε σε κάποιον βαθμό μεσολαβητές ανάμεσα στον Θεό και στην δημιουργία Του.
Ο Χριστός είναι ο Παράκλητος και η Αρμονία.
Ο Φιλόλαος είπε: «Πράγματα που δεν έχουν το ίδιο είδος ούτε την ίδια φύση ούτε την ίδια θέση, πρέπει να συνενωθούν με μία κλείδα μέσω μιας αρμονίας ικανής να τα διατηρήσει σε τάξη».
Αυτό το κλειδί που συνενώνει τον Δημιουργό και την Δημιουργία είναι ο Χριστός.
Εφόσον η γνώση είναι η σκέψη της ύπαρξης, για τον ίδιον λόγο ο Χριστός αποτελεί το κλειδί της γνώσης.
«ΟΥΑΙ ΥΜΙΝ ΤΟΙΣ ΝΟΜΙΚΟΙΣ, ΟΤΙ ΗΡΑΤΕ ΤΗΝ ΚΛΕΙΔΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ», λέει το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο.
Ο Χριστός ήταν αυτή η κλείδα, αυτός που επί αιώνες τον είχαν αγαπήσει πριν έρθει και που οι Φαρισαίοι αρνήθηκαν και θανάτωσαν.
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η θλίψη είναι η κατάλυση της αρμονίας, ο διαχωρισμός των αντιθέτων. Η χαρά είναι η επανένωση των αντιθέτων.
Η Σταύρωση του Χριστού σχεδόν άνοιξε την θύρα, από την μια σχεδόν διαχώρισε από δω τον Πατέρα και τον Υϊό κι από κεί τον Δημιουργό και την Δημιουργία.
Η θύρα μισάνοιξε. Η Ανάσταση την ξανάκλεισε.
Όσοι έχουν το τεράστιο προνόμιο να συμμετέχουν με όλην τους την ύπαρξη στον Σταυρό του Χριστού, διασχίζουν αυτήν την θύρα∙ και περνούν στην πλευρά όπου θα βρουν τα μυστικά του ίδιου του Θεού.
Γενικότερα, ωστόσο, κάθε μορφή στενοχώριας και κυρίως κάθε είδος καταστροφής που υπομένει ο άνθρωπος καθιστά εφικτό το πέρασμα στην άλλην πλευρά, κάνει ορατό το πρόσωπο της Αρμονίας.
Αυτό το πρόσωπο, το οποίο είναι στραμμένο προς τα ύψη, αίρει ένα από τα πέπλα που μας διαχωρίζουν από την Ομορφιά του Κόσμου και του Θεού.
Αυτό αποκαλύπτεται στο τέλος του Βιβλίου του Ιωβ, ο οποίος μετά την αγωνία του (που –παρά τα φαινόμενα– την υπέμεινε ορθώς) δέχεται την αποκάλυψη της Ομορφιάς του Κόσμου.
Επιπλέον, υπάρχει ένα είδος αντιστοιχίας ανάμεσα στην Χαρά και στο Πάθος. Η Χαρά –η Χάρις– είναι αποκάλυψη της Ομορφιάς.
Το κάθε τι μπορεί να ανυψώσει τον άνθρωπο που κρατά τα μάτια του πάντοτε προσηλωμένα στην κλείδα της γνώσεως.
Στην ανθρώπινη ζωή υπάρχουν 3 μυστήρια για τα οποία έχουν –περισσότερο ή λιγότερο– γνώση όλοι οι άνθρωποι, ακόμα και οι πιο μέτριοι ή ημιμαθείς.
Το ένα είναι η Ομορφιά.
Το άλλο είναι το έργο μιας καθαρής διάνοιας όταν, για να κατανοήσει τον Κόσμο, εφαρμοστεί πάνω στην ενατένιση της θεωρητικής ανάγκης και αυτές τις θεωρητικές αντιλήψεις τις ενσωματώσει και τις εφαρμόσει στην τεχνική και στην εργασία.
Υπάρχουν, τέλος, κι αυτές οι εκλάμψεις δικαιοσύνης, συμπόνοιας, χάριτος που υψώνονται μερικές φορές στις ανθρώπινες σχέσεις, παρά την τραχύτητα και την μεταλλικήν παγερότητα.
Αυτά είναι τα 3 υπερφυσικά Μυστήρια διαρκώς παρόντα στην ανθρώπινη φύση. Είναι 3 αινίγματα που δίνουν ευθεία πρόσβαση στην κεντρική θύρα που είναι ο Χριστός.
Λόγω της παρουσίας τους στην ανθρώπινη φύση, δεν υπάρχει καμία απολύτως δυνατότητα να κάνει ένας άνθρωπος εδώ κάτω μιαν βέβηλη ή αγνή ζωή και να είναι αθώος.
Υπάρχει μόνον η πίστη σε αυτά τα Μυστήρια (ρητά ή συγκεκαλυμμένα) –ή, αλλιώς, η προδοσίας τους.
Πάνω και πέρα από το Σύμπαν δεν πρέπει κανείς να βλέπει τίποτα άλλο παρά την διαμεσολάβηση του Θεού.
Ο Θεός μεσολαβεί μεταξύ Θεού και Θεού, μεταξύ Θεού και ανθρώπου, μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου, μεταξύ Θεού και πραγμάτων, μεταξύ πραγμάτων και πραγμάτων –ακόμα και μεταξύ της κάθε ψυχής με τον ίδιον της τον εαυτό.
Δεν μπορεί κανείς να περάσει από το τίποτα στο τίποτα δίχως να περάσει μέσω του Θεού.
Ο Θεός είναι ο μόνος δρόμος. Είναι η Οδός. Οδός, «ΤΑΟ» ήταν το όνομά του στην Αρχαία Κίνα.
Ο άνθρωπος αυτήν την θεϊκή λειτουργία της διαμεσολάβησης δεν μπορεί να την καταλάβει, μόνο να την αγαπήσει μπορεί. Ωστόσο, η διάνοιά του συλλαμβάνει με έναν εντελώς ξεκάθαρον τρόπο μιαν υποβαθμισμένην εικόνα αυτής της διαμεσολάβησης: την σχέση.
Ακόμα κι όταν αναφερόμαστε στα αντικείμενα των αισθήσεων, αμέσως μόλις αναλύσουμε επαυστηρώς την αντίληψη αυτών των αντικειμένων, γίνεται ευκρινές ότι αυτά που αποκαλούμε «αντικείμενα των αισθήσεων» είναι απλώς ομάδες συσχετισμών που επιβάλλονται στον νου μέσω της παρέμβασης των αισθήσεων.
Το ίδιο συμβαίνει με τα συναισθήματα, τις ιδέες και το συνολικό περιεχόμενο της ανθρώπινης συνείδησης.
Μέσα μας και γύρω μας υπάρχουν μόνο σχέσεις. Στο μισοσκόταδο όπου είμαστε βυθισμένοι, όλα όσα μας αφορούν είναι σχέσεις –ενώ στο φως της πραγματικότητας όλα είναι θεϊκή διαμεσολάβηση.
Η σχέση είναι μια αναλαμπή της διαμεσολάβησης του Θεού που την αντικρύζουμε φευγαλέα μέσα από το σκοτάδι μας.
Αυτή είναι η Ταυτότητα που εξέφρασε στο Ευαγγέλιο ο Ιωάννης όταν έδωσε στον Χριστό το όνομα της σχέσης, «λόγος» –και που οι Πυθαγόρειοι την εξέφρασαν με το ρητό: «ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΑΡΙΘΜΟΣ».
Όταν το μάθουμε αυτό, τότε γνωρίζουμε ότι ζούμε με την διαμεσολάβηση του Θεού –όχι σαν ένα ψάρι μέσα στην θάλασσα αλλά ως μια σταγόνα νερού μέσα στην θάλασσα.
Μέσα μας, έξω από μας, εδώ κάτω –στο Βασίλειο του Θεού πουθενά, δεν υπάρχει τίποτε άλλο.
Αυτή η διαμεσολάβηση έχει την ίδια Ταυτότητα με την Αγάπη.
Η υπέρτατη διαμεσολάβηση είναι αυτή του Αγίου Πνεύματος που –μέσα από άπειρες αποστάσεις– ενώνει τον Υϊό του Θεού με τον Πατέρα.
Ο Υϊός, όμως, έχει αδειάσει την Θεότητά του και είναι καρφωμένος σε ένα σημείο στον χώρο και στον χρόνο.
Αυτή η άπειρη απόσταση αποτελείται από το σύνολον του χώρου και του χρόνου.
Αυτό το μικρό τμήμα του χώρου γύρω μας που περιορίζεται από τον κύκλο του ορίζοντος –το κομμάτι του χρόνου μεταξύ της γέννησης και του θανάτου μας που το ζούμε δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο και είναι το υλικό της ζωής μας– είναι ένα τμήμα, ένα απόσπασμα αυτής της άπειρης απόστασης που το διαπερνά πέρα ως πέρα η θεϊκή αγάπη.
Η ύπαρξη και η ζωή του καθενός μας αποτελούν μαζί ένα περιορισμένο κομμάτι αυτής της ευθείας γραμμής με άκρα τα 2 πρόσωπα της Τριάδος και τον μοναδικόν Θεό –αυτή η ευθεία που την διατρέχει η Αγάπη είναι ο ίδιος ο Θεός.
Εμείς είμαστε ένα σημείο μέσα από το οποίο περνά η Αγάπη του Θεού για τον εαυτό του.
Τίποτα άλλο δεν είμαστε –κατά κανέναν τρόπο.
Όμως, αν το ξέρουμε και συγκατατιθέμεθα, τότε όλη μας η ύπαρξη –όλα όσα μέσα μας εμφανίζουν τον εαυτό μας– γίνονται απεριορίστως πιο ξένα, πιο αδιάφορα και πιο απόμακρα σε σύγκριση με αυτό το αδιάκοπο πέρασμα της Αγάπης του Θεού.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Έκπληξη πιθανόν να προκαλεί η παρουσίαση σε αυτές εδώ τις σελίδες της Ενσαρκώσεως όχι ως προορισμένης για τους ανθρώπους αλλά, αντιθέτως, ως κάτι με το οποίο συνδέεται το πεπρωμένο, το γραφτό, του ανθρώπου.
Μεταξύ αυτών των 2 αντίστρόφών σχέσεων, δεν υπάρχει καμία ασυμβατότητα.
Όταν λέμε ότι η Ενσάρκωση είναι η προορισμένη για τον άνθρωπο, αυτό πρωτίστως το κάνουμε για τον προφανή λόγο ότι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για τον εαυτό τους παρά για τον Θεό.
Όταν λέμε ότι ο Άνθρωπος είναι ο προορισμένος για την Ενσάρκωση, το κάνουμε με το ξεκάθαρο και συγκεκριμένον τρόπο που το είπε ο Απόστολος Παύλος: «Ο Θεός ήθελε να δώσει στον Υϊό του πολλούς αδερφούς».
Αυτό ισχύει, λοιπόν, περισσότερο διότι ο Θεός –από κάθε άποψη– προηγείται του Ανθρώπου. Ίσως αυτό να εξηγεί καλύτερα τα μυστήρια της ανθρώπινης ζωής. Αυτή η ορολογία οδηγεί σε μιαν νέαν ενόραση για το ριζικό μας και, ιδιαιτέρως, για τις σχέσεις μεταξύ πόνου και αμαρτίας. Είναι όντως ακατανόητη η δυστυχία και τα αποτελέσματά της πάνω σε αθώες ψυχές που υποφέρουν –εκτός και αν αναλογιστούμε ότι έχουμε δημιουργηθεί ως αδέρφια του Εσταυρωμένου Χριστού.
Είναι ακατανόητη η απόλυτη κυριαρχία σε ολόκληρο το Σύμπαν μιας μηχανικής, μαθηματικής, απολύτως βουβής και τυφλής αναγκαιότητας –εκτός και αν πιστεύει κανείς ότι, στο σύνολο του χώρου και του χρόνου, το Σύμπαν ολόκληρο έχει δημιουργηθεί ως ο Σταυρός του Χριστού. Εδώ βρίσκεται, πιθανόν, το βαθύ νόημα της φράσης του Χριστού για τον άνθρωπο που γεννήθηκε τυφλός και για την αιτία της οδύνης του. Όταν η ψυχή υποφέρει από την οδύνη, το πρωταρχικό αποτέλεσμα είναι να πιεστεί ώστε να κραυγάσει «Γιατί;» (όπως το έκανε ο ίδιος ο Χριστός) και να επαναλαμβάνει ακαταπαύστως αυτήν την κραυγή ώσπου να διακοπεί από την εξουθένωση.
Δεν υπάρχει καμία απάντηση. Όταν κανείς βρει μίαν βολική απάντηση, είναι επειδή την έχει φτιάξει από μόνος του. Το γεγονός ότι έχει την δύναμη να την κατασκευάσει δείχνει ότι ο πόνος, όσο έντονος κι αν είναι, δεν έχει φτάσει σε εκείνον τον βαθμό ώστε να τον συντρίψει (όπως ακριβώς το νερό δεν βράζει στους 99 βαθμούς Κελσίου).
Αν η λέξη «Γιατί;» εξέφραζε την αναζήτηση μιας αιτίας, η απάντηση θα έμοιαζε εύκολη. Αυτό που εκφράζει, όμως, είναι η αναζήτηση για έναν σκοπό. Ολόκληρο αυτό το Σύμπαν είναι κενό από κάποιον τελικόν σκοπό. Η ψυχή που –λόγω του ότι ξεσχίζεται από τα βάσανα– κραυγάζει διαρκώς αναζητώντας αυτόν τον τελικόν σκοπό, αγγίζει το κενό.
Αν δεν αρνηθεί να αγαπά, συμβαίνει κάποια μέρα να ακούσει όχι μιαν απάντηση στην ερώτηση –διότι δεν υπάρχει καμιά απάντηση– αλλά την ίδια την σιωπή ως κάτι απείρως πιο πλήρες νοήματος από οποιαδήποτεν απάντηση σαν να απαντούσε ο ίδιος ο Θεός.
Η ψυχή ξέρει τότε ότι η απουσία του Θεού εδώ κάτω είναι το ίδιο με την μυστικήν παρουσία στην Γη του Θεού ο οποίος βρίσκεται στον Παράδεισο.
Για να ακούσει, όμως, κανείς την σιωπή του Θεού θα πρέπει να έχει εξωθηθεί να ψάξει εις μάτην για έναν τελικόν σκοπό –και την ισχύ να το κάνουν αυτό, την έχουν μόνο δύο πράγματα: είτε η συντριβή είτε η αγνή Χαρά που πηγάζει από την αντίληψη της Ομορφιάς. Η Ομορφιά έχει αυτήν την ισχύ διότι –αν και δεν περιέχει κάποιον ειδικόν σκοπό– δίνει το κυρίαρχο συναίσθημα της παρουσίας ενός τελικού σκοπού. Η οδύνη μαζί με την ακραίαν, αγνή Χαρά είναι οι δύο μοναδικές οδοί (και είναι ισοδύναμες) –όμως, η οδός της οδύνης είναι η οδός του Χριστού. Η κραυγή του Χριστού και η σιωπή του Πατρός συνιστούν μαζί αυτήν την υπέρτατην αρμονία της οποίας όλη η μουσική τέχνη δεν αποτελεί παρά μια απομίμηση, αυτήν την αρμονία προς την οποία όλες οι μελωδίες μας –αυτές που είναι συνάμα οι πιο συγκινητικές και οι πιο γλυκές για την καρδιά– φέρουν μιαν απεριόριστα απόμακρη και αμυδρήν ομοιότητα.
Το Σύμπαν ολόκληρο –μαζί με τις ατομικές μας υπάρξεις ως μικροσκοπικά κομματάκια του– είναι απλώς η δόνηση αυτής της Αρμονίας. Σε κάθε σύγκριση αυτού του είδους που φαίνεται να διαλύει την πραγματικότητα του Σύμπαντος υπέρ του Θεού, υπάρχει κίνδυνος για το σφάλμα του Πανθεϊσμού. Ως προς αυτό, όμως, μια τέλεια μεταφορά –που την έχει προκατασκευάσει για εμάς ο Θεός– την δίνει το παράδειγμα με την ανάλυση της αντίληψης ενός κουτιού με την μορφή κύβου. Δεν υπάρχει οπτική γωνία θέασης από την οποία το κουτί να δίνει την όψη ενός κύβου. Κανείς ποτέ δεν βλέπει[11] παρά επίπεδες πλευρές. Οι γωνίες δεν δείχνουν ίσιες, οι πλευρές δεν φαίνονται αν είναι ίσες. Κανείς ποτέ δεν έχει δει –ούτε θα δει ποτέ– έναν κύβο. Κανείς ποτέ δεν έχει βάλει το δάκτυλό του –ούτε θα το κάνει ποτέ– επί τον τύπον (για τους ίδιους λόγους) ενός κύβου. Αν κανείς πάει γύρω από το κουτί, τότε γεννιώνται μια απεριόριστη ποικιλία φαινομενικών μορφών. Καμιά, όμως, από αυτές τις όψεις δεν είναι κύβος. Η μορφή του κύβου διαφέρει από όλες αυτές, είναι έξω από αυτές, υπερβαίνει το επίπεδό τους. Την ίδια στιγμή, όμως, η μορφή του κύβου συνθέτει την ενότητά τους. Επίσης, συνιστά την αλήθειά τους. Το γνωρίζουμε αυτό τόσο καλά, με όλην μας την καρδιά: ότι κάθε φορά που βλέπουμε ένα κουτί, εμείς πιστεύουμε ότι βλέπουμε άμεσα και πραγματικά έναν κύβο. Αυτό γίνεται με ένα είδος μεταβίβασης της αίσθησης της πραγματικότητας –και πάλι, αυτή η έκφραση είναι υπερβολικά αδύναμη. Έχουμε την βεβαιότητα μιας επαφής, ευθείας και πραγματικής, μεταξύ της σκέψης μας και της ύλης με την μορφή του κύβου. Με τον τρόπον αυτόν, ο Θεός έθεσε τις σωματικές αισθήσεις στην διάθεσή μας για να τις χρησιμοποιούμε και μας έδωσε ένα τέλειο μοντέλο της αγάπης που του οφείλουμε. Συμπεριέλαβε στην ίδια την αντιληπτικότητα των αισθήσεών μας μιαν αποκάλυψη.
Όπως κοιτώντας το κουτί από οποιανδήποτε οπτική γωνία δεν βλέπουμε πλέον όλες τις οξείς ή αμβλείες γωνίες ούτε τις άνισες γραμμές αλλά μόνον 1 κύβο, έτσι και έχοντας την εμπειρία οποιουδήποτε συμβάντος στον Κόσμο –και ανεξαρτήτως σε ποιαν ψυχική κατάσταση βρισκόμαστε οι ίδιοι– με πολύ μεγάλη δυσκολία αντιλαμβανόμαστε αυτά τα συμβάντα αλλά απλώς βλέπουμε σε αυτά μιαν ενιαία, σταθερή και αμετάβλητη τάξη στον Κόσμο∙ αυτή η Τάξη δεν είναι μια μαθηματική μορφή αλλά ένα πρόσωπο∙ και το πρόσωπο αυτό είναι ο Θεός.
Καθώς ένα παιδί –μαθαίνει την χρήση των αισθήσεων, την γνώση των αισθητηριακών αντιλήψεων, την αντίληψη των πραγμάτων που το περιβάλλουν, καθώς αργότερα αποκτά τον ανάλογο μηχανισμό μεταφοράς και μεταβίβασης που συνδέεται με την ανάγνωση ή την καινούργια ευαισθησία που συνοδεύει τον χειρισμό των εργαλείων του, κατά τον ίδιον τρόπο η αγάπη του Θεού συνεπάγεται μιαν μαθητεία. Ένα παιδί μαθαίνει πρώτα ότι κάθε γράμμα αντιστοιχεί με έναν ήχο. Αργότερα, κοιτώντας μιαν σελίδα, ο ήχος μιας λέξης έρχεται αμέσως στο μυαλό του μέσω της όρασης. Έτσι ακριβώς ξεκινάμε, αφηρημένα στην αρχή, να μαθαίνουμε ότι πρέπει να αγαπάμε τον Θεό σε όλα τα πράγματα. Μόνο μετά μπαίνει κάθε δευτερόλεπτο στο κέντρο της ψυχής μας η αγαπημένη παρουσία του Θεού, μέσω όλων των γεγονότων –μεγάλων ή μικρών– που αποτελούν το υλικό της καθημερινότητας. Το πέρασμα σε αυτήν την κατάσταση είναι μια λειτουργία ανάλογη με εκείνην μέσω της οποίας ένα παιδί μαθαίνει να διαβάσει, μέσω της οποίας ένας μαθητευόμενος μαθαίνει την τέχνη του και, ανάλογη, πρωτίστως με την λειτουργία εκείνην μέσω της οποίας ένα πολύ νεαρό παιδί μαθαίνει να αντιλαμβάνεται τα αισθητά. Για να βοηθήσουμε τα πολύ νεαρά παιδιά, τους δίνουμε αντικείμενα κανονικής μορφής, εύκολα στον χειρισμό, στην εξερεύνηση και στην αναγνώριση (όπως μπάλες και κύβους). Έτσι κι ο Θεός –διευκολύνει την μαθητεία των ανθρώπων παρέχοντάς τους στην κοινωνική ζωή θρησκευτικές τελετές και τα Μυστήρια ενώ στο άψυχο Σύμπαν την Ομορφιά.
Ολόκληρη η ανθρώπινη ζωή, η πιο κοινή, η πιο αγνή φυσική ζωή, έτσι είναι φτιαγμένη. Όταν την αναλύουμε, βρίσκουμε ένα υφαντό Μυστηρίων ολοκληρωτικά αδιαπέραστων για την διάνοια.
Αυτά αποτελούν απεικονίσεις των υπερφυσικών Μυστηρίων για τα οποία μπορούμε να έχουμε μιαν ιδέα μόνο μέσω αυτής της ομοιότητας.
Η ανθρώπινη σκέψη και το Σύμπαν συνθέτουν τα βιβλία της Αποκαλύψεως κατ’ εξοχήν αν η προσοχή, φωτισμένη από αγάπη και αφοσίωση, γνωρίζει πώς να τα αποκρυπτογραφήσει. Η ανάγνωσή τους είναι μια απόδειξη –και, για την ακρίβεια, η μόνη σίγουρη απόδειξη.
Αφού διαβάσει κανείς στα Ελληνικά την «Ιλιάδα», ούτε στα όνειρά του δεν θα απορήσει αν ο καθηγητής που του δίδαξε την Ελληνικήν Αλφάβητο τον είχε εξαπατήσει.
Η Επιστήμη των Ελληνικών
Η Ελληνική Επιστήμη ξεκίνησε με την ιδέα των ομοίων τριγώνων που αποδίδεται στον Θαλή. Ο Θαλής ήταν δάσκαλος του Αναξίμανδρου, ο οποίος ενέπνευσε τους Πυθαγορείους. Ο Θαλής και ο Φερεκύδης (που είπε ότι «ο Ζευς στην Δημιουργία μεταμορφώθηκε σε Έρωτα») έθεσαν το Ύδωρ ως την αρχή των πάντων, μια αρχή που ο Φερεκύδης ονόμαζε Χάος. Αν το Ύδωρ του Θαλή ταυτίζεται με το Χάος, τότε ανταποκρίνεται πλήρως στην «Γένεσιν»[12].
Όμοια είναι τα τρίγωνα με τις ανάλογες πλευρές A/B = Γ/Δ = Ε/Ζ. Αν δύο όμοια τρίγωνα έχουν 2 πλευρές ίσες χωρίς όμως να υπάρχει αναλογία, τότε υπάρχει σχέση 3 όρων: των 2 ακραίων και του μέσου, Α/Β = Β/Γ.
Αν, τώρα, τεθεί το ζήτημα: Να κατασκευαστεί ένα τρίγωνο που να μπορεί να διαιρεθεί σε 2 όμοια τρίγωνα με μιαν κοινήν πλευρά, τότε δημιουργείται το ορθογώνιο τρίγωνο του Πυθαγορείου θεωρήματος. Τότε, το ύψος είναι το γεωμετρικό μέσο ανάμεσα στα τμήματα που ορίζει η υποτείνουσα. Για να έχουμε το γεωμετρικό μέσο, αρκεί το ορθογώνιο τρίγωνο να εγγραφεί σε κύκλο[13].
Τα Πυθαγόρεια θεωρήματα προκύπτουν από τα όμοια τρίγωνα. Έτσι μπόρεσε ο Θαλής να μετρήσει το ύψος των Πυραμίδων μέσω της σκιας και του ύψους του ανθρώπου με την αναλογία (λόγος-ratio). Η αναλογία καθιστά τα πράγματα μετρήσιμα. Έπεται ότι υπάρχει το ύψος, μια απαγορευμένη διάσταση (με μιαν έννοια κατανοητή για τον άνθρωπο) που οδηγεί στον Παράδεισο. Ακόμη και την μέτρηση των αποστάσεων μεταξύ των άστρων, τα θεωρήματα για τα όμοια τρίγωνα την δίνουν. Επιπλέον, βοήθησαν στην ανεύρεση ενός «μέσου αναλόγου» μεταξύ οποιωνδήποτε ακέραιων.
Ακολούθησε το ερώτημα εάν στην έρευνα για το «γεωμετρικό μέσο» θα συνεισέφερε η αριθμητική, ένα γεωμετρικό σχέδιο ή η Γεωμετρία. Εύκολα αποδεικνύεται ότι το μέσο που κινείται μεταξύ 1 και 2 έχει μια σχέση αναλογίας με την ενότητα τέτοιαν που κανείς δεν μπορεί να βρει 2 οποιουσδήποτε ακέραιους ενωμένους με αυτήν την αναλογική σχέση: διότι ο ακέραιος της μορφής , που είναι δηλαδή το διπλάσιον ενός τετραγώνου, ποτέ δεν είναι ακέραιος. Για να διπλασιαστεί ένα τετράγωνο, πρέπει οπωσδήποτε να κατασκευαστεί γεωμετρικά ένα μέσο γεωμετρικό. Εύκολα αποδεικνύεται ότι αυτό ισχύει τόσο για το κινούμενο μέσο μεταξύ 1 και 2 όσο και για το μέσο μεταξύ του 1 και οποιουδήποτε άλλου αριθμού που ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ υψωμένος στο τετράγωνο.
Άρα, μόνο στην Γεωμετρία στηρίζονται όλα αυτά τα μέσα.
Έπρεπε, επομένως, αυτά τα ποσοτικά στοιχεία να καθοριστούν επακριβώς –και ως προς τα αριθμητικά μεγέθη.
Αυτό γίνεται από τον Ευκλείδη αλλά αποδίδεται στον Εύδοξο, μαθητή του Πλάτωνα και του Πυθαγορείου γεωμέτρη Αρχύτα.
Εκεί βρίσκεται τελειοποιημένη η θεωρία των πραγματικών αριθμών, η οποία χάθηκε μετά την καταστροφή του Ελληνικού πολιτισμού –αν και ο Ευκλείδης υπήρχε ανέκαθεν αλλά κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει σε τι νοητική διάθεση ανταποκρίνονταν όσα έγραφε[14].
Τα τελευταία 50 χρόνια, οι μαθηματικοί ανακάλυψαν και πάλι την ανάγκη για μεθοδικότητα και ξαναεφηύραν αυτήν την θεωρία –αφού κανείς δεν ήξερε ότι υπήρχε στον Ευκλείδη. Μετά το κατάλαβαν.
Η ουσία αυτής της θεωρίας είναι ότι ορίζει απλά την αναλογία μέσω της ιδέας του μεγαλύτερου μεγέθους και του μικρότερου.
Λέει ότι το Α είναι προς το Β ό,τι είναι το Γ για το Δ, εάν ΜΑ >   ΝΒ συνεπάγεται πάντα ότι         ΜΓ  > ΝΔ και εάν ΜΑ <   ΝΔ συνεπάγεται πάντα ότι ΜΓ  <  ΝΔ–ό,τι κι αν είναι ή σημαίνει             το άθροισμα Μ και Ν. Αποδεικνύεται εύκολα ότι αυτό ισχύει για τα όμοια τρίγωνα (Σημείωμα του μεταφραστή: η γαλλίδα συγγραφέας, γνώστης της αρχαίας ελληνικής,  παίζει εδώ με την ελληνική μαθηματική γλώσσα διότι ονομάζει f το ελληνικό Ε ενώ το γαλλικό e το αντιστοιχεί στο ελληνικό Ζ ή ΣΤ, με αποτέλεσμα οι ισότητες στις εξισώσεις να μετατρέπονται αμέσως και να αλλάζουν αντιστοίχως όπως, π.χ. το γαλλικό me που ισοδυναμεί είτε με το ελληνικό ΜΕ είτε με το ελληνικό ΜΓ και το γαλλικό ne που ισοδυναμεί είτε με το ελληνικό ΝΕ είτε με το ελληνικό ΝΓ ενώ, εν συνεχεία, και το Ε αντικαθίσταται με το ΣΤ κ.ο.κ.).
Άρα, το ύψος ενός ορθογωνίου τριγώνου είναι το αναλογικό μέσο μεταξύ των τμημάτων της υποτείνουσας.
Έτσι, η αναλογία ή λόγος ή αριθμός (για τους πραγματικούς αριθμούς) ορίζεται μέσω μιας αντιστοιχίας που συνδέει 4 ομάδες απεριορίστων όρων.
Ο αριθμός ή λόγος παρουσιάζεται πράγματι ως μία διαμεσολάβηση μεταξύ της ενότητας και του άπειρου.
Την εποχή του Πλάτωνα, ο Απόλλων[15] είχε δώσει έναν χρησμό που επέτασσε να διπλασιάσουν τον ναό του στην Δήλο[16] που είχε σχήμα κύβου. Οι Έλληνες γεωμέτρες αντιμετώπισαν το πρόβλημα του διπλασιασμού του κύβου. Έπρεπε, άρα, να γυρίσουν πίσω για να ανακαλύψουν 2 γεωμετρικούς «αναλογικούς μέσους» που να βρίσκονται μεταξύ 2 και 1 έτσι ώστε 2/Α = Α/Β = Β/1.  
Ο Μέναιχμος, μαθητής του Πλάτωνα, το έλυσε και εφηύρε την Παραβολή και την Ισόπλευρην Υπερβολή. Μέσω της διασταύρωσης αυτών των 2 με τις καμπύλες, επεξεργάστηκε το ζητούμενο του διπλασιασμού του κύβου. Τώρα, αν κανείς μελετήσει το πρόβλημα της εύρεσης 2 αναλογικών μέσων με εστίαση στο κατάλληλο για αυτόν σχήμα, στον κύκλο, τότε κατασκευάζει μιαν παραβολή ως ένα κωνικό τμήμα που συμπεριλαμβάνει έτσι τον αλγεβραϊκόν τύπο ή εξίσωση. Ο Μέναιχμος είναι πολύ πιθανόν ότι ανακάλυψε αυτά τα κωνικά τμήματα και τους τύπους τους ψάχνοντας για τα 2 «αναλογικά μέσα» μεταξύ 1 και 2. Έτσι εφηύρε μάλλον την ιδέα της συνάρτησης.
Μιλώντας εδώ για τους τύπους, δεν προτίθεμαι να μιλήσω για τους συνδυασμούς γραμμάτων που υπάρχουν στην άλγεβρά μας αλλά για την γνώση των ποικίλων συνδέσεων των ποσοτικών μεγεθών που εκφράζουμε με αυτούς τους συνδυασμούς και που οι Έλληνες δεν εξέφραζαν όπως εμείς –αλλά, όμως, αντιλαμβάνονταν σχεδόν πλήρως. Ήξεραν την ιδέα της λειτουργικής συνάρτησης, η οποία (στην ιστορία της επιστήμης τους) εμφανίζεται σε συνάρτηση με την έρευνα για το «αναλογικό μέσο».
Η εξίσωση της Παραβολής είναι η συνάρτηση που αποτελεί το «αναλογικό μέσο» μεταξύ μιας σταθεράς και μιας μεταβλητής.
Η εφεύρεση του «ολοκληρωτικού λογισμού» αποδίδεται κι αυτή στον Εύδοξο, ο οποίος σχηματοποίησε την θεωρία των πραγματικών αριθμών και έθεσε το εξής αξίωμα
(που κακώς είναι γνωστό ως αξίωμα του Αρχιμήδη):
«ΔΥΟ ΠΟΣΟΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΑΝΙΣΑ ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΕΡΒΕΙ ΚΑΘΕ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΗΝ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΤΗΣ»
Έτσι ο Εύδοξος βρήκε τον όγκο της Πυραμίδος και του Κώνου ενώ ο Αρχιμήδης βρήκε το τετράγωνο της Παραβολής. Άρα, πρόκειται για ένα ζήτημα «ολοκληρώματος».
Η περιοχή μιας Παραβολής μετριέται από το άθροισμα

1  +  1/4  +  1/42 +  1/43 + …. + 1/4ν + … .

Επομένως, το ζητούμενο αφορά το άθροισμα των όρων μιας γεωμετρικής προόδου άπειρης.
Με βάση το λεγόμενο αξίωμα του «Αρχιμήδη», αποδεικνύεται ότι αυτό το άθροισμα είναι ακριβώς ίσο με 1 + 1/3 .
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι εδώ ενώνονται αυτό που δεν έχει όρια με αυτό που έχει όρια. Το ίδιο πράγμα: εμφανίζεται και ως πεπερασμένη και ως άπειρη.
Αυτό, όμως, συνέβαινε ήδη με αυτά που κακώς αποκαλούνται «παράδοξα του Ζήνωνος».
Ο Εύδοξος ήταν και πάλι αυτός που επεξεργάστηκε ένα σύστημα αστρονομίας για να απαντήσει στον Πλάτωνα, ο οποίος είχε θέσει το εξής ερώτημα: «Βρείτε τα σύνολο των ομοιόμορφων κυκλικών κινήσεων που μας επιτρέπουν να υπολογίζουμε τις κινήσεις των αστέρων».
Το ερώτημα αυτό βασίζεται στην ευφυήν ιδέα των σύνθετων κινήσεων που αποτελούν την βάση της μηχανικής μας.
Καθώς κατασκευάζουμε την παραβολική κίνηση πάνω σε έναν άξονα συντεταγμένων με βάση την ορθή γωνία και επί τη βάσει 2 κινήσεων (μίας ομοιόμορφης και μίας με επιτάχυνση), έτσι κι ο Εύδοξος υπολόγισε όλες τις θέσεις των άστρων που ήταν γνωστά την εποχή του, εξαγγέλλοντας ότι υπάρχουν πολλές ομοιόμορφες κινήσεις που εκτελούνται ταυτόχρονα γύρω από διαφορετικούς άξονες για κάθε αστέρι ξεχωριστά.
Αυτή η αντίληψη είναι τόσο τολμηρή και απλή όσο κι αυτή που ορίζει τους πραγματικούς αριθμούς ή αυτή που προσθέτει μιαν αλληλουχία –άπειρη.
Αν ο Πλάτων ήθελε να βρει μόνο τις ομοιόμορφες κυκλικές κινήσεις, αυτό συνέβαινε επειδή μόνον αυτές είναι θεϊκές και επειδή τ’ αστέρια –όπως έλεγε– είναι μοντέλα της Θεότητας που τα ‘χει σκαλίσει σε γλυπτά ο ίδιος ο Θεός.
Αυτήν την συνθετότητα κινήσεων είχε σίγουρα ο Πλάτων στο μυαλό του όταν μιλούσε για κάτι «έτερο» που επαναστατούσε στην ενότητα και ταίριαζε –μέσω των ορίων– αρμονικά με το «ομοούσιον».
Χάρη παραδείγματος, ο ήλιος με την κίνησή του εξαρτάται από τον Ισημερινό και από τον Εκλειπτικό Κύκλο (δηλαδή, από το «ομοούσιον» και από το «έτερον») –αλλά έχει μια μόνον τροχιά.
Στην περίοδο που επακολούθησε, ο Πτολεμαίος αναπαρήγε το σύστημα του Ευδόξου κάπως ακατέργαστα, ο Απολλώνιος συνέχισε τις ανακαλύψεις του Μεναίχμου για τους κώνους ενώ ο Αρχιμήδης αυτές του Ευδόξου για τα Ολοκληρώματα.
Επιπλέον, ο Αρχιμήδης ίδρυσε την Μηχανική και την Φυσική, την Στατική Μηχανική, την Θεωρία περί ισορροπίας και μοχλού και την Θεωρία για το κέντρο βαρύτητας.
Η Θεωρία περί ισορροπίας στηρίζεται απολύτως στην αναλογία. Υπάρχει ισορροπία όταν η σχέση, ο λόγος ανάμεσα σε βάρη είναι το αντίστροφο της αναλογίας μεταξύ των αποστάσεων αυτών των βαρών προς το σημείο στήριξης.
Να γιατί η Εκκλησία μπορεί να λέει με κάθεν αυστηρότητα ότι ο Σταυρός ήταν μία σκάλα όπου εκεί το σώμα του Χριστού ενήργησε ως αντίβαρο στο βάρος του κόσμου.
Ο Χριστός ανήκε στους ουρανούς. Η απόσταση τ’ ουρανού από το σημείο διασταύρωσης των κορμών του Σταυρού είναι για την απόσταση από το σημείο αυτό μέχρι την Γη ό,τι είναι το βάρος του κόσμου σε σχέση με το βάρος του σώματος του Χριστού.
Ο Αρχιμήδης έλεγε: «ΔΟΣ ΜΟΙ ΠΟΥ ΣΤΩ ΚΑΙ ΤΑΝ ΓΑΝ ΚΙΝΑΣΩ».
Για να πραγματοποιηθεί αυτός ο ισχυρισμός απαιτείτο πρώτον ο μοχλός να μην ανήκει σε αυτόν τον κόσμο –κι έπειτα, αυτός ο μοχλός να είναι σε μιαν περιορισμένην απόσταση από το κέντρο του Κόσμου και σε μιαν άπειρην από το χέρι που δρα.
Μόνο για τον Θεό είναι δυνατή η πράξη της ανύψωσης του κόσμου[17] μέσω ενός μοχλού. Τον μοχλό, δηλαδή το υπομόχλιο, παρέχει η Ενσάρκωση.
Κάθε Μυστήριο είναι ένας τέτοιος μοχλός.
Και κάθε άνθρωπος που υπακούει πλήρως τον Θεό είναι ένας τέτοιος μοχλός –διότι είναι μέσα στον κόσμον αλλά όχι του κόσμου τούτου.
Ο άνθρωπος διαθέτει μιαν απείρως μικρή ποσότητα ισχύος σε σχέση με το Σύμπαν αλλά –μέσω της υπακοής– το σημείο εφαρμογής αυτής της ισχύος φτάνει ως τον Ουρανό.
Στον κόσμον αυτόν ο Θεός δρα μόνο με τον τρόπο αυτό, του απεριόριστα μικρού που –ακόμα κι αν αντιτίθεται στο απεριόριστα μεγάλο– είναι αποτελεσματικό χάρη στον νόμο της ανύψωσης, στον νόμο της έλξης («ΕΛΚΕΙΝ»).
Ο Αρχιμήδης ίδρυσε την Φυσική καθώς επεξεργάστηκε –με καθαρά γεωμετρικόν τρόπο και δίχως εμπειρία– την Υδροστατική.
Και αυτό το θαύμα στηρίζεται εξ ολοκλήρου στις αναλογίες.
Ο όγκος του ύδατος της μπανιέρας που χύθηκε έξω σε σχέση με τον συνολικόν όγκο είναι ανάλογος με την σχέση σώματος και ύδατος.
Αφού όπου υπάρχει συμμετρία υπάρχει ισορροπία, τότε –μέσω συμμετρίας– ο Αρχιμήδης κατέληξε σε ένα γεωμετρικό θεώρημα.
Το νερό είναι, άρα, η τέλεια σκάλα.
Συνδέεται με την Δικαιοσύνη και με την ισορροπία, το ισοζύγιο και με την κλίμακα αναλογιών και, άρα, ίσως συνδέεται με το Βάπτισμα στην πρωταρχικήν του μορφή.
Ως προς την χημεία, ο Πλάτων έδειξε ότι τα 4 στοιχεία βασίζονται σε μιαν αναλογία.
Αέρας και υγρό στοιχείο είναι δύο «μέσοι ανάλογοι» όροι ανάμεσα στην γη και το πυρ, δηλαδή το φως, την ενέργεια[18].
Σε σύνοψη: υπάρχει η ύλη, η ενέργεια και δύο «ανάλογοι μέσοι» που συνδέουν την ύλη και την ενέργεια, διότι το διάστημα έχει 3 διαστάσεις.


[1] Σημείωμα του μεταφραστή: λόγω της ανάλυσης περί μουσικής, επισημαίνω τον παραλληλισμό Βάκχου και Μπαχ.
[2] Σημείωμα του μεταφραστή: η λέξη «σαχίμπ» χρησιμοποιείται στο Οργουελικό λεξιλόγιο για να υποδηλώσει την έννοια του «αφέντη» στην Ινδία. Βλ. το έργο «ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΒΙΡΜΑΝΙΑΣ» και τις μεταφράσεις Χρήστου Π. Παπαχριστόπουλου στα άρθρα που είναι αφιερωμένα στον Γκάντι και στον Χριστιανισμό. Η ανάγκη περί θαύματος είναι κεντρική στην κοσμοθεωρία του Γουελς. Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν αφενός η Αγγλική γραμματεία και αφετέρου η σύνδεση ως «ολοκαρπωμάτων» των μελών του «σώματος» της Αρχαίας Ελληνικής και Ινδικής φιλοσοφίας.
[3] Σημείωμα του μεταφραστή: η ορολογία της συγγραφέως με την αναφορά σε «εικόνα», «συνδέσεις», «μπουκέτο», «κλείδα», «θύρα», «λειτουργία», «πανίσχυρο μέσο», «όργανο» και «αναλογικό μέσο» είναι πανέμορφη. Αδελφός της υπήρξε ο μαθηματικός Andre Weil. Το κείμενο έχει γραφεί προ του 1943. Βλ. και την μετάφραση του Έρνστ Γκοντμπριτζ: «Οι «μυθολογίες» του Μποτιτσέλλι, η αλληγορία της Άνοιξης και η γέννα/γέννηση της Αφροδίτης: Μια μελέτη του Νεοπλατωνικού συμβολισμού του κύκλου του».
[4] Σημείωμα του μεταφραστή: η ενότητα αυτή πιθανόν να συνδέεται με τους καλλιτέχνες Φειδία και Μιχαήλ Άγγελο, οποίος χρησιμοποιούσε το τυπικό στον Μανιερισμό σχήμα S –όπως αναφέρει στην «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ» ο Χρύσανθος Χρήστου– που καλείται «Φιγκούρα Σερπεντινάτα». Αυτή η τεχνική έχει χρησιμοποιηθεί στις σαρκοφάγους των Μεδίκων.
[5] Σημείωμα του μεταφραστή: η σκέψη του αναγνώστη πρέπει να έχει υπ’ όψιν της αφενός το λεξιπαίγνιο «Τρία-Τριάδα-Τροία» και αφετέρου τον Χριστό («ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ»), τον Αρχιμήδη («ΜΗ ΜΟΥ ΤΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ ΤΑΡΑΤΤΕ», τον καλλιτέχνη Φειδία και την ακολουθία όλων των συναδέλφων του γλυπτών του Παρθενώνος (Πολυγνώτου, Μύρωνος, Σκόπα, Μνησικλή κ.τ.λ.) –αλλά, ιδίως εδώ, σε σχέση με την βάση στήριξης του συστήματος του Αρχιμήδους με κοίλα «κάτοπτρα» και τον «γνώμονα», τον «Κανόνα» και τον «ΔΟΡΥΦΟΡΟ» του Πολύκλειτου.
[6] Σημείωμα του μεταφραστή: πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν οι μελέτες του Albrecht Duhrer για την προβολή πινάκων ζωγραφικής καθώς και η επίλυση των προβλημάτων προοπτικής και βάθους στα έργα του Φλαμανδού Ντιρκ Μπουτς: «ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ», «ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ», «ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ» (15ος αιών).
[7] Σημείωμα του μεταφραστή: επισημαίνεται, στο σημείο αυτό, η ρήση «ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ» και «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΡΡΙΨΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ ΟΥΤΟΣ ΕΓΕΝΝΗΘΗ ΕΝ ΚΕΦΑΛΗ ΓΩΝΙΑΣ».
[8] Σημείωμα του μεταφραστή: Αντιγράφω, εδώ, ένα απόσπασμα από την ομιλία στην Ουψάλα τον Δεκέμβριο 1957, με θέμα «ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΝ: Η ΤΕΧΝΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ», βλ. σχετικά την μετάφραση Καμύ: «Η πραγματικότητα δεν μπορεί να αναπαραχθεί δίχως να ασκηθεί μία επιλογή…το μόνο πράγμα που απαιτείται, μετά, είναι να βρεθεί ένας κανόνας ο οποίος θα δώσει σχήμα στον κόσμο…για να αναπαράγει κανείς ορθά αυτό που υπάρχει, πρέπει να απεικονίσει και αυτό που θα υπάρξει…με άλλα λόγια, το πραγματικό αντικείμενο είναι αυτό το οποίο δεν έχει ακόμα πραγματικότητα. Η αντίφαση είναι μάλλον όμορφη».
[9]Σημείωμα του μεταφραστή: με αφορμή την λέξη «ενατένιση» που πιθανόν να ερμηνεύεται σε σχέση με την πόλη των Αθηνών, παραθέτω το ρητό του Φίλωνος: «ΟΠΕΡ ΕΝ ΟΦΘΑΛΜΩ ΚΟΡΗ Η΄ ΨΥΧΗ ΛΟΓΙΣΜΟΣ, ΤΟΥΤ’ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΑΘΗΝΑΙ».
[10] Σημείωμα του μεταφραστή: η ενότητα αυτή έχει το στυλ του Νίκου Καζαντζάκη. Ορισμένα σημεία θυμίζουν Ελευσινιακό Μυστήριο και είναι όμοια με την Επιστολή Βαρνάβα για το βάπτισμα των Αποστόλων και τα γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας: βλ. την διπλωματική εργασία (βλ. μετάφραση Καμύ) «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ: Ελληνισμός και Χριστιανισμός (Πλωτίνος και Αγ. Αυγουστίνος)»: «Κατεβαίνουμε στο ύδωρ, φορτωμένοι με αμαρτίες και ακάθαρτοι –και μετά αναδυόμαστε μεταφέροντας τους καρπούς (κατεχόμενοι σε καρδιά και πνεύμα) εκ της ελπίδος στον Ιησού».
[11] Σημείωμα του μεταφραστή: πέρα από το ζήτημα του Κυβισμού, του μοντέλου του κόσμου και της βάσης στηρίξεώς του, είναι εντυπωσιακή η σύμπτωση αυτής εδώ της ανάλυσης με την περιγραφή του μελλοντικού Παραδείσου στο κείμενο με τίτλο «ΟΑΣΕΙΣ ΑΝΑΨΥΧΗΣ», με την πρόβλεψη του μέλλοντος μέσα από ένα πρίσμα του παρελθόντος στο βιβλίο «1984» και με την θεωρία ότι ο κόσμος είναι επίπεδος στο κείμενο με τίτλο «ΓΝΩΣΗ, ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ» (βλ. μετάφραση Όργουελ). Ακόμα πιο συγκεκριμένη αντίληψη για το θέμα παρέχει η μελέτη του Carl Sagan.
[12] Σημείωμα του μεταφραστή: επισημαίνω την ταύτιση τριγώνων-βαπτίσματος-γέννησης-άστρων σε συνδυασμό με τα Ελληνικά.
[13] Σημείωμα του μεταφραστή: αντιγράφω ένα σχετικό απόσπασμα (βλ. μετάφραση Καμύ) από την διπλωματική εργασία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ: Ελληνισμός και Χριστιανισμός (Πλωτίνος και Αγ. Αυγουστίνος)»: «Τί είναι αυτό που συνιστά την πηγή πρωτοτυπίας και γέννησης του Χριστιανισμού; Εκεί εντοπίζεται το όλο πρόβλημα. Από μιαν ιστορική οπτική γωνία, η Χριστιανική διδασκαλία αποτελεί ένα θρησκευτικό κίνημα, γεννημένον στην Παλαιστίνη, και εγεγραμμένο στην Ιουδαϊκή σκέψη…στο τέλος του 1ου αιώνος, ο Ιωάννης διακήρυξε την ταυτότητα Κυρίου και Πνεύματος (ή) Ιωάννην διακήρυξε η ταυτότητα Κυρίου και Πνεύματος».
[14] Σημείωμα του μεταφραστή: ο χρησμός Απόλλωνος στον Ναό «ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ» αφορά τον Λόγο, τον Πλάτωνα (ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ), τον Σωκράτη (ΔΙΚΗ) και την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνος, μαθητών του Χριστού (ΚΑΤ’ ΙΔΙΑΝ ΔΕ ΤΟΙΣ ΜΑΘΗΤΑΙΣ ΑΥΤΟΥ ΕΠΕΛΥΕ ΠΑΝΤΑ). Οι Έλληνες και οι Χριστιανοί δεν έπρεπε να γυρίσουν πίσω (Κατά Λουκάν) αλλά εισήλθε κάποιος στον Ναό (Α΄ 62) και το λάθος στο πρόβλημα λύθηκε (του Λόγου). Βλ. λύση του Μυστηρίου με είσοδο με κλειδί στο χέρι σε θύρα Τραπέζης Βασιλείας Θεού και Ταυτότητα Ονόματος (αλλά και φόρμουλα τύπου E= m ), οπότε ακολουθεί η Βάπτιση στον Ναό (βλ. Προβολή Γεωμετρ. Αγγείων, Κρότων) και το ΕΥΡΗΚΑ κλειδιού θύρας Παραδείσου.
[15] Σημείωμα του μεταφραστή: αντιγράφω ένα σχετικό απόσπασμα (βλ. μετάφραση Καμύ) από την διπλωματική εργασία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ:Ελληνισμός και Χριστιανισμός (Πλωτίνος και Αγ.Αυγουστίνος)»: «Ο ρόλος της Ελλάδος ήταν να διεθνοποιήσει τον Χριστιανισμό, κατευθύνοντάς τον προς την μεταφυσική. Τα Μυστήρια και μια παράδοση ολόκληρη που βρίσκει την πηγή της στον Αισχύλο και στον Δωρικόν Απόλλωνα τον/την είχε προετοιμάσει για τον ρόλον αυτόν. Με την μέθοδον αυτή, ερμηνεύεται ένα κίνημα μέσω του οποίου τα θαύματα του Χριστού αφομοίωσαν τα θαύματα των Ελληνικών/Ελλήνων και έριξαν τις βάσεις ενός πολιτισμού».
[16] Σημείωμα του μεταφραστή: ως προς τον ναό του Πλάτωνος στην Δήλο και λόγω της μουσικής αρμονίας και λειτουργίας, παραθέτω από την μετάφραση Φίλωνος απόσπασμα του κειμένου «ΠΕΡΙ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ ΚΟΣΜΟΥ» από ύμνο του Πινδάρου: «Χαίρε ω θεόδμητη, λαχταριστό και ποθητό στερνοπαίδι της Λητούς με τα λιπαρά πλοκάμια για γόνιμες πλεξούδες, κόρη του Πελάγους του ακίνητου και πλατύσωμου υποχθόνιου τέρατος, Δήλο σε αποκαλούν οι θνητοί, Κενταύρισσα της κυανοπώγωνος Γης οι μακάριοι Ολύμπιοι θεοί, Τηλέφαντο Αφροδίσιο Άστρο της Αυγής». Η Ατλαντίδα «άμα Λιβύης και Ασίας μείζων» (όπως λέει στον «ΤΙΜΑΙΟ» ο Πλάτων) «σεισμών εξαισίων και κατακλυσμών γενομένων δύσα κατά της θαλάττης εξαίφνης ηφανίσθη».
[17] Σημείωμα του μεταφραστή: ο ζωγράφος Albrecht Duhrer θεωρούσε τον εαυτό του «Salvator Mundi», δηλ. «Σωτήρα του Κόσμου» της Αναγεννήσεως. Στο ίδιο θέμα, στην μετάφραση του Φίλωνος «ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ» γίνεται αναφορά στα λεγόμενα «ολοκαρπώματα» που συνοδεύονται από την «εξύψωση των αρετών ως τα ουράνια ώστε οι νέοι αθάνατοι να φέρουν έναν καρπό που δεν τελειώνει ποτέ την ευτυχία και να μην φέρουν τον καρπό της ευτυχίας αλλά να έχουν αποκτήσει εξ ολοκλήρου την φύση ενός καρπού και να είναι αυτά τα ίδια η ευτυχία». O Salvador Dali, βέβαια, έλεγε ότι η μόνη διαφορά του από τον «άλλον κόσμο» (δηλαδή, τους άλλους ανθρώπους) ήταν ότι ο ίδιος δεν ήταν τρελλός.
[18] Σημείωμα του μεταφραστή: σημειώνω τις λέξεις «ύλη», «μάζα», «ενέργεια», «τετράγωνο», «σύμπαν», «τύπος», «εξισώσεις», «πείραμα», «πυρήνας» «βάσεις» και «έρευνα». Η σκέψη στρέφεται αναποφεύκτως στον Άλμπερτ Άϊνστάϊν.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΡΗΣΤΟΥ Π. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου