*όπου ''Ενός'' στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ''άνθρωπος''. Έν=Ένα=One=Ο.Ν.Ε.=Ο.Η.Ε=UN=Γυνή=Οίνος=Venus/Αφροδίτη.

Η ''Πλειοψηφία του Ενός'' δεν αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι στην ζυγαριά της οικονομίας οι πολλοί βουλιάζουν και ο ένας διασώζεται αλλά, επιπροσθέτως, σημαίνει ότι αυτός ο ένας (1) άνθρωπος διασώζει κυρία και έλκει το πλοίο της κυβέρνησης, τον κύβο που ερρίφθη και βυθίζεται (όπως ακριβώς σε μιαν ζυγαριά όπου η μάζα των πολλών χάνεται λόγω του βάρους). Η βάση της ερευνητικής μεθόδου στηρίζεται στην διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία και την έκδοση αποτελεσμάτων μετρήσεων, ερευνών, ψηφοφορίας, εκλογής στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Κ. που διασώζουν μιαν χώρα -άνευ δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο)- από την ανισορροπία του Δημοσίου και από το “φούντο” του ταμείου της, δηλ. το Δ.Ν.Τ., με βάση τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και το εσωτερικό δίκτυο INNERNET πληρωμής της εργασίας των Ελλήνων κατ' οίκον: είναι το μοναδικό οικονομικό και τραπεζικό σύστημα στον κόσμο που λειτουργεί ως ραδιο-τηλεοπτικό κανάλι θετικών ειδήσεων και νέων μέσω προγραμμάτων και ταινιών με σκοπό την επικοινωνία με το κοινό. Αφενός χρησιμεύει ως Τράπεζα (Data Bank) πληροφοριών, δεδομένων και αίματος με προσωπική περιουσία 300 τρις Φοινίκων και αφετέρου βασίζεται στους θεσμούς της Ελεύθερης Οικονομίας ("Free Market"), στην απόλυτη τραπεζική πίστη, στο επιτόκιο Labor και στο ελληνικό νόμισμα οίκου (I.Q., συμβολική ονομασία για τον Φοίνικα, ο οποίος είναι το νόμισμα των Ελλήνων που αγαπούν την πατρίδα τους, που γνωρίζουν επαρκώς αρχαία και νέα Ελληνικά, Λατινικά, Αγγλικά, Γαλλικά κ.τ.λ., αγαπούν την έντεχνη μουσική, ελληνική και ξένη, και την ίδια την Τέχνη ενώ, με βάση την κατά κεφαλήν καλλιέργεια του Α.Ε.Π. αποτελεί την πλέον ανθούσα οικονομία στην Ευρώπη). Πρόκειται για μιαν νομισματική μονάδα που χαμηλότερη από αυτήν στον κόσμο σε αξία πλούτου δεν υπάρχει διότι πρωτίστως η νοημοσύνη και το νόμισμα των πολιτών που την χρησιμοποιούν δεν υποτιμάται ΠΟΤΕ: ειδικότερα, στηρίζεται στο νόμισμα της Αναγέννησης -ο Φοίνιξ- με βάση την ρήτρα E.C.U., δηλαδή 1 Φοίνιξ=3 Δολλάρια ενώ το Ευρώ υπολογίζεται με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των υπολοίπων νομισμάτων με βάση το E.C.U., το E.C.U. όμως υπολογίζεται ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

"ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ" διπλωματική εργασία Αλμπέρ Καμύ - (μετάφραση Χρήστου Π. Παπαχριστόπουλου) -A' ΜΕΡΟΣ


Διπλωματική εργασία του Αλμπέρ Καμύ
NEMO HABET DE SUO NISI
1935
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ
ΚΑΙ
ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ
ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
1. ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ
2. ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΓ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ
«Δεν πιστεύω στον Θεό ΚΑΙ δεν είμαι άθεος», ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΑ ΙΙΙ, σελ. 128 «Ο κόσμος βαδίζει προς τον παγανισμό αλλά, για μια ακόμη φορά, απορρίπτει τις αξίες των παγανιστών. Πρέπει να κάνουμε είδωλό μας την πίστη, να ελληνοποιήσουμε τον Χριστό και να επαναφέρουμε το ισοζύγιο», ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΑ ΙΙΙ, σελ. 220
«Επιστροφή στην διάβαση από τον Ελληνισμό στον Χριστιανισμό, το μοναδικό σημείο καμπής στην ιστορία», ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΑ ΙΙΙ, σελ. 267
Albert Camus, “Carnets III, mars 1951-décembre 1959”, ed. Gallimard, 1989
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΡΗΣΤΟΥ Π. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: Ο Χριστιανισμός των Ευαγγελίων
1. Τα θέματα του Ευαγγελικού Χριστιανισμού
Α. Το τραγικό επίπεδο Β. Η ελπίδα στον Θεό
2. Οι άνθρωποι του Ευαγγελικού Χριστιανισμού
Α. Τα έργα
Β. Οι άνθρωποι
3. Οι δυσκολίες και τα αίτια της εξέλιξής του
Α. Η αφοσίωση των πιστών
Β. Η αντίσταση
Γ. Τα προβλήματα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Γνώσις
1. Τα θέματα της λύσης των Γνωστικών
Α. Βασιλείδης
Β. Μαρκίων
Γ. Ιππόλυτος
Δ. Βαλεντίνος
2. Τα στοιχεία της λύσης των Γνωστικών
3. Συμπέρασμα: Ο Γνωστικισμός στην εξέλιξη του Χριστιανισμού
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: Μυστικός Λόγος
1. Η Λύση του Πλωτίνου
Α. Η αναλογική, κατά πρόοδο, ερμηνεία
Β. Μεταστροφή ή η Οδός της Έκστασης
2. Η Αντίσταση
3. Το δίδαγμα και η επιρροή του Νεοπλατωνισμού
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ
1. Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ
Α. Η ψυχολογική εμπειρία του Άγ. Αυγουστίνου και ο Νεοπλατωνισμός
Β. Ελληνισμός και Χριστιανισμός στον Άγ. Αυγουστίνο
α) Κακό, Χάρις και Ελευθερία
β) Ο Λόγος και η Σαρξ: η Τριάς
Γ. Πίστη και Λόγος στον Άγ. Αυγουστίνο
2. Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Μύηση: Ελληνισμός και Χριστιανισμός
Στις τοιχογραφίες από τις χριστιανικές κατακόμβες, ο Καλός Ποιμήν προσλαμβάνει και οικειοποιείται αρκετές φορές την κεφαλή του Ερμού. Εάν, όμως, το μειδίαμα είναι το ίδιο, το σύμβολο έχει μεταβάλει την σημασία του/η σημασία του συμβόλου έχει μεταβληθεί.
Είναι με τον τρόπο αυτό που ο Χριστιανικός στοχασμός, υποχρεωμένος να εκφραστεί μέσω ενός συνεκτικού συστήματος, επιχείρησε να υϊοθετήσει τον Ελληνικό τύπο σκέψεως και να εκδηλωθεί με τις μεταφυσικές φόρμουλες/συνταγές που βρήκε έτοιμες προς χρήσιν. Ωστόσο, τις μετασχημάτισε.
Άρα, προκειμένου στο εξής να καταλάβουμε την αυθεντικότητα πηγών και την πρωτοτυπία του Χριστιανισμού, είναι αναγκαίο να οριστεί τι είναι αυτό που αποτελεί το βαθύτερο νόημά του, ενώ –από ένα ιστορικό σημείο θέασης– να επιστρέψει κανείς στις αρχές του.
Αυτός είναι ο σκοπός του παρόντος έργου.
Κάθε αναζήτηση, όμως, για να είναι συνεπής, πρέπει να οργανωθεί σύμφωνα με μία ή δύο θεμελιώδεις στάσεις.
Η εισαγωγή αυτή θα μας επιτρέψει να ορίσουμε τις προσεγγίσεις αυτές στην έκταση κατά την οποία, εξετάζοντας την πολυπλοκότητα των ιστορικών υλικών που μας αφορούν, εν τούτοις θα υπογραμμίσει σε αυτά κάποια στοιχεία διαρκή.
Συχνά έχει τεθεί ως ζητούμενο τι είναι αυτό που συνθέτει την πρωτογένεια του Χριστιανισμού σε σχέση με τον Ελληνισμό. Επιπροσθέτως στις εμφανείς διαφορές, ένας ικανός αριθμός θεμάτων παραμένει κοινός. Όμως, για να πούμε την αλήθεια, σε όλες τις περιπτώσεις όποτε ένας πολιτισμός γεννιέται –η μεγάλη υπόθεση της ανθρωπότητας– παρατηρούμε μια μεταβολή επιπέδων/σφαιρών/planes και όχι μια αντικατάσταση συστημάτων.
Δεν είναι μέσω της σύγκρισης των Χριστιανικών δογμάτων και της Ελληνικής φιλοσοφίας που θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε μιαν ιδέα για ό,τι αποτελεί το διαχωριστικό τους σημείο αλλά, μάλλον, μέσω της παρατήρησης ότι το συναισθηματικό επίπεδο (sentimental plane) –όπου εντοπίζονταν οι κοινότητες των Ευαγγελίων– είναι ξένο ως προς την κλασσική άποψη της Ελληνικής ευαισθησίας.
Είναι στο επίπεδο της στοργικότητας, της αφοσίωσης και της αγάπης όπου εγείρονται προβλήματα και όχι στο σύστημα εκείνο που επιχειρεί να τα λύσει: εκεί οφείλουμε να βρούμε τι είναι αυτό που κατέστησε καινή την Χριστιανική γραφή.
Στις απαρχές του, ο Χριστιανισμός δεν είναι μια φιλοσοφία που αντιτίθεται σε μιαν άλλη φιλοσοφία αλλά ένα σύνθετο, οργανωμένο σύνολο επιθυμιών και φιλοδοξιών κοινής πνοής, μια πίστη, η οποία κινείται σε ένα δεδομένο επίπεδο και αναζητά τις απαντήσεις κινούμενο εντός αυτού.
Εδώ είναι, όμως –πριν μιλήσουμε για ό,τι είναι αναφαίρετο και αναλλοίωτο στους δύο πολιτισμούς– που είναι πρέπον να εισάγουμε ορισμένες αποχρώσεις. Και να κρατάμε διαρκώς στο μυαλό την συνθετότητα του προβλήματος.
Είναι πάντοτε αυθαίρετο να μιλούμε για ένα «Ελληνικό πνεύμα» ως αντιτιθέμενο προς ένα «Χριστιανικό πνεύμα».
Ο Αισχύλος πλάϊ στον Σοφοκλή, οι πρωτόγονες μάσκες και τα Παναθήναια, οι λήκυθοι του 5ου αιώνος παραπλεύρως στις μετόπες του Παρθενώνος και, τελικά, τα Μυστήρια καθώς επίσης ο Σωκράτης συγκλίνουν όλα αυτά μαζί ώστε να αποδώσουν δίπλα στην Ελλάδα του φωτός μιαν Ελλάδα «σκοτεινή» και απόκρυφη που είναι λιγότερο κλασσική αλλά στον ίδιο βαθμό πραγματική.
Σε εξίσου χειροπιαστό βαθμό, όμως, έπεται κιόλας –χωρίς λόγια– και χωρίς αμφιβολία ότι μπορεί κανείς να αντλήσει από έναν πολιτισμό έναν συγκεκριμένον αριθμό αγαπημένων θεμάτων και (με την συνδρομή του Σωκρατισμού) να εντοπίσει και να ιχνηλατήσει εντός της Ελληνικής σκέψεως επίσης έναν συγκεκριμένον αριθμό εικόνων που δίδονται κατά προνομιακό τρόπο: αυτών η σύνθεση και η έκθεση εμπνέουν ακριβώς αυτό που καλείται «Ελληνισμός».
Άρα, υπάρχει κάτι στον Ελληνικό στοχασμό που προοιωνίζεται τον Χριστιανισμό ενώ κάτι άλλο εκ των προτέρων τον απορρίπτει.
α) Οι διαφορές
Κατά τον τρόπον αυτό είναι εφικτό να εμφανιστούν μεταξύ Ελλήνων και Χριστιανών ταυτότητες αλλά, όμως, σε σημεία που υποδηλώνουν στάσεις ασύμβατες ως προς την κοσμοθεωρία τους.
Καθώς εκφράζεται στους πρώτους αιώνες της εποχής/era μας, ο όρος «Ελληνισμός» υποννοεί ότι ο άνθρωπος μπορεί να είναι αυτόνομος και να έχει αφ’ εαυτού τα μέσα για να εξηγήσει το Σύμπαν και την Μοίρα.
Οι ναοί του κτίζονται αναλόγως με το μέτρο του.
Υπό μιαν έννοια, οι Έλληνες αποδέχονταν μιαν επαθλητική και αισθητική νοηματοδότηση της υπάρξεως. Οι γραμμές των Ελληνικών λόφων ή το τρέξιμο ενός νέου άνδρα προς μιαν ακτή/beach τους εφοδίαζαν με ολόκληρο το μυστικό του κόσμου. Το Ευαγγέλιό τους έλεγε: «Το Βασίλειό μας είναι του κόσμου τούτου».
Σκεφθείτε το ρητό του Μάρκου Αυρηλίου: «Τίποτε δεν είναι για μένα ξένο, ω Κόσμε, αρκεί να ταιριάζει στον σκοπό».[1]
Αυτή η καθαρά (ανα)λογική σύλληψη της ζωής –σύμφωνα με την οποία ο κόσμος μπορεί να γίνει εντελώς κατανοητός (υπολαμβάνω)– οδηγεί σε έναν ηθικό διανοητισμό: η αρετή είναι κάτι το μαθητόν.
Χωρίς πάντοτε να γίνεται αυτό αποδεκτό, όλη η Ελληνική φιλοσοφία καθιστά τους σοφούς της ίσους προς τον Θεό. Και, εφόσον ο Θεός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επιστήμη από τις πλέον υψηλές, το υπερφυσικό δεν υπάρχει: ολόκληρο το Σύμπαν επικεντρώνεται γύρω από τον άνθρωπο και τις επιδιώξεις του. Ώστε, εάν το ηθικό κακό συνιστά άγνοια[2] ή σφάλμα, τότε πώς άραγε ταιριάζουν με την στάση αυτή έννοιες σύνθετες όπως η Λύτρωση και η Αμαρτία;
Κατά τα λοιπά –και ως προς την φυσική τάξη– οι Έλληνες πίστευαν ακόμα σε έναν κόσμο κυκλικό, αιώνιο, ΐδιο[3] και αναγκαίο έτσι ώστε δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί με μια δημιουργία εκ του μηδενός-ex nihilo και, άρα, με ένα τέλος του κόσμου.[4]
Γενικά μιλώντας, επειδή ήταν στενά συνδεδεμένοι με την καθαρή πραγματικότητα της αγνής ιδέας, οι Έλληνες δεν μπορούσαν να κατά-νοήσουν την διδασκαλία περί μιας ανάστασης της σάρκας.
Τα ειρωνικά σχόλια και ο εμπαιγμός του Κέλσου, του Πορφυρίου και του αυτοκράτορα Ιουλιανού, για παράδειγμα, θα διαρκούν αιώνια αναφορικά με αυτήν την περί απαρχών ιδέα. Άρα, οι διαφορές –είτε στην φυσική, στην ηθική ή στην μεταφυσική– έγκεινται στην οδό μέσω της οποίας τίθενται τα προβλήματα. Κατά την ίδια αυτήν ώρα, όμως, ορισμένες θέσεις παρέμειναν όμοιες.
Ούτε ο Νεοπλατωνισμός (ο οποίος αποτελεί το έσχατο και απόλυτο εγχείρημα της Ελληνικής σκέψεως) ούτε ο Χριστιανισμός μπορούν να γίνουν κατανοητοί δίχως να ληφθεί υπόψιν η ουσία και η υπόστασις των κοινών επιθυμιών και επιδιώξεων πνοής του πνεύματος, στην οποία ολόκληρη η σκέψη της εποχής αυτής πρέπει να ανταποκρίνεται.
β) Οι κοινοί πόθοι ζωής
Λίγες περίοδοι υπήρξαν τόσο καταπιεστικές ώστε να αποβούν πηγές ωδίνης όσο αυτή. Σε μιαν εκπληκτική ασυνάφεια φυλών και λαών, τα αρχαία ΕλληνοΡωμαϊκά/Greco-Roman θέματα υπέστησαν μείξη με αυτήν την νέα σοφία που πήγαζε εξ Ανατολής.
Μικρά Ασία, Συρία, Αίγυπτος και Περσία πραγματοποιούσαν αποστολές σκέψεων και στοχαστών στον Δυτικό/Western Κόσμο.[5]
Οι δικηγόροι κατά τον χρόνον αυτό ήταν ο Ολπιανός Τύρου και ο Παπινιανός Ερεσού. Ο Πτολεμαίος και ο Πλωτίνος ήταν Αιγύπτιοι˙ Πορφύριος και Ιάμβλιχος, Σύριοι∙ Διασκονίδης και Γαληνός, Ασιάτες.
Και ο Λουκιανός ο ίδιος, αυτό το καθαγιασμένο «αττικό» πνεύμα, είναι από την Κομμαγενή στα σύνορα του Ευφράτη.
Κατά την οδό αυτή είναι, κατά την ίδια εποχή, που μπορούσε να κατοικηθεί ο Παράδεισος από τους γνωστικούς Αιώνες, τον Ιουδαϊκό Γιαχβέ, τον Χριστιανό Πατέρα, το Πλωτίνιον Εν και τους παλαιούς Ρωμαίους θεούς που όλοι εξακολουθούν να λατρεύονται στην Ιταλική εξοχή.
Οπωσδήποτε, μπορεί εύκολα να βρει κανείς πολιτικές και κοινωνικές αιτίες για αυτό το κράτος σχέσεων: κοσμοπολιτανισμός[6] και πραγματικές οικονομικές κρίσεις της εποχής.
Συμβαίνει, όμως, να ξεκινά να γεννιέται ένας ορισμένος αριθμός αξιώσεων πάθους που θα προσπαθήσουν να ικανοποιηθούν με κάθε κόστος. Και δεν είναι μόνον η Ανατολή υπεύθυνη για αυτό το ξύπνημα, την έγερση των παθών.
Εάν, λοιπόν, είναι αληθές ότι η Ελλάδα προέβη σε μιαν ευημεροποίηση των θεών, εάν είναι αληθές ότι το πρόβλημα του πεπρωμένου της ψυχής είχε θαφτεί κάτω από Επικουρικές και Στωϊκές ιδέες, εξακολουθεί ωστόσο να ισχύει ότι ο ΕλληνοΡωμαϊκός κόσμος επέστρεφε σε μιαν παράδοση υπαρκτή, πραγματική. Υπάρχει, όμως, κάτι το νέο[7] που κάνει την παρουσία του αισθητή.
Σε αυτόν τον κόσμο, όπου ο πόθος για Θεό ενδυναμώνεται διαρκώς, το πρόβλημα του Αγαθού χάνει έδαφος. Για την υπερηφάνεια και την τιμή της ζωής που ενέπνεε και κινητοποιούσε τον αρχαίο κόσμο, αυτός ο νέος κόσμος πήρε την θέση της ταπείνωσης των πνευμάτων που αναζητούσαν πνοή και έμπνευση.
Το αισθητικό πλάνο/επίπεδο/plane της προοπτικής και της ενατενίσεως καλύπτεται πίσω από το τραγικό, εκεί όπου οι ελπίδες περιορίζονται στην μίμηση[8] ενός Θεού.
Να, λοιπόν, πώς γίνεται πράξη θεατρικά η μίμησις των θεών και, ειδικά, της εισόδου στο δράμα της Ίσιδος προς αναζήτησιν του Οσίριδος[9]καθώς οι θεοί πεθαίνουν ταυτόχρονα με τον θάνατο του θεού Διονυσίου[10] και ξαναγεννώνται μαζί του.
Η Άττις υπόκειται στους χειρότερους ακρωτηριασμούς.[11] Στην Ελευσίνα/Έλευση,[12] ο Ζευς ενώνεται με την Δήμητρα στο πρόσωπο του μεγάλου ιερέα και ιεροφάντη.
Και, κατά την ίδια περίοδο, εκεί ενσταλάζεται η ιδέα του Λουκρητίου ότι ο κόσμος δεν προσανατολίζεται προς το «όλα εστί αεί ίδιον-Sunt Eadem omnia semper» αλλά ότι ο κόσμος εξυπηρετεί ως το σκηνικό για την τραγωδία του ανθρώπου δίχως Θεό.
Τα ίδια τα προβλήματα ενσαρκώνονται και η φιλοσοφία της ιστορίας γεννιέται.
Και, κατά, συνέπεια, θα είναι κανείς λιγότερο απρόθυμος να αποδεχθεί την μεταβολή αυτή του κόσμου που συνιστά την Λύτρωση. Δεν πρόκειται για ζήτημα γνώσης ή κατανόησης αλλά περί αγάπης.
Και η Χριστιανοσύνη δεν μπορεί τίποτε άλλο να κάνει παρά να ενσωματώσει αυτή την ιδέα –τόσο λίγο Ελληνική σε φύση– ότι το πρόβλημα για τον άνθρωπο δεν είναι να τελειοποιήσει την φύση του αλλά να αποδράσει από αυτήν.
Ο πόθος για Θεό,[13] η ταπεινοσύνη, η μίμησις και οι επιδιώξεις προς μιαν Αναγέννηση, όλα αυτά τα θέματα αλληλεπιδρούν, συμπλέκονται και συνυφαίνονται στα μυστήρια της Ανατολής και στις Ανατολικές θρησκείες του παγανισμού, δηλ. των πηγών της Μεσογείου.
Υπεράνω όλων, από τον 2ο αιώνα π.Χ. (η λατρεία της Κυβέλης εισήχθη στην Ρώμη το 250 π.Χ.), οι πρωτογενείς θρησκείες δεν είχαν παύσει, στην επιρροή και στην επέκτασή τους, να προετοιμάζουν την οδό του Χριστιανισμού.
Στην περίοδο που μας αφορά, νέα προβλήματα τίθενται με όλη τους την οξεία μορφή.
γ) Η θέση του προβλήματος και το πλάνο του έργου αυτού
Εάν ο Χριστιανισμός θεωρηθεί ως μια νέα μορφή στοχασμού που, ξαφνικά, προσπέρασε τον Ελληνικό πολιτισμό, αυτό θα σήμαινε ότι παρακάμπτουμε τις δυσκολίες. Η Ελλάδα συνεχίζεται στον Χριστιανισμό.
Και ο Χριστιανισμός προ-εικονίζεται στην Ελληνική σκέψη.
Είναι υπερβολικά εύκολο να δει κανείς στον δογματικό Χριστιανισμό μιαν Ελληνική προσθήκη που τίποτε στην Ευαγγελική διδασκαλία δεν θα μπορούσε να νομιμοποιήσει. Είναι, όμως, χειροπιαστό ταυτόχρονα το στοιχείο ότι δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την Χριστιανική συνεισφορά στην σκέψη της περιόδου ενώ φαίνεται, αντιθέτως, δύσκολο να απορρίψει κανείς κάθε στοιχείο μιας Χριστιανικής φιλοσοφίας.[14]
Υπάρχει ένα πράγμα το κοινό ενώ υπάρχει και μια ωδίνη που έδωσε γέννηση σε προβλήματα: πρόκειται για μια εξέλιξη ταυτόσημη που οδηγεί από τα πρακτικά ενδιαφέροντα του Επίκτητου στις θεωρητικές σπέκουλες του Πλωτίνου και από τον εσωτερικό Χριστιανισμό του Παύλου στον δογματισμό των Ελλήνων Πατέρων.
Μπορούμε, όμως, να διακρίνουμε –ακόμα και εν μέσω αυτής της σύγχυσης– τί είναι αυτό που συνιστά την αυθεντική πηγή πρωτοτυπίας και γέννησης του Χριστιανισμού;
Εκεί εντοπίζεται το όλο πρόβλημα.
Από μιαν ιστορική οπτική γωνία, η Χριστιανική διδασκαλία αποτελεί ένα θρησκευτικό κίνημα, γεννημένον στην Παλαιστίνη, και εγεγραμμένο στην Ιουδαϊκή σκέψη.
Σε μια περίοδο που είναι δύσκολο να κρίνουμε αλλά, οπωσδήποτε, σύγχρονος με την στιγμή εκείνη που ο Παύλος έδωσε την άδειά του κατ’ αρχήν για την εισαγωγή των εθνικών/ειδωλολατρών και τους απήλλαξε από την οδό της περιτομής,[15] ο Χριστιανισμός χωρίστηκε από τον Ιουδαϊσμό.
Στο τέλος του 1ου αιώνος, ο Ιωάννης διακήρυξε την ταυτότητα Κυρίου και Πνεύματος/Ιωάννην διακήρυξε η ταυτότητα Κυρίου και Πνεύματος.
Η Επιστολή Βαρνάβα –η οποία εγράφη μεταξύ 117 και 130 μ.Χ.– κρίνεται ήδη ως αποφασιστικά αντιΙουδαϊκή. Αυτό είναι το θεμελιωδέστερο σημείο.
Τότε αποκόπτεται η Χριστιανική σκέψη από τις απαρχές της και διαχέεται προς όλον τον ΕλληνοΡωμαϊκό κόσμο, ο οποίος (καθώς είχε προετοιμαστεί από τις οδύνες του και από μυστηριακές θρησκείες) τελείωσε με την αποδοχή του Χριστιανισμού.
Συνεπώς, δεν ενδιαφερόμαστε για τον απόλυτο διαχωρισμό των δύο κοσμοθεωριών αλλά, μάλλον, για την ανα-κάλυψη του τρόπου με τον οποίο συνένωσαν τις προσπάθειές τους καθώς και για να δούμε στην συνεργασία τους αυτή: τι έχει παραμείνει άφθαρτο σε κάθε έναν από τους δύο αυτούς.
Ποιόν, όμως, μίτο της Αριάδνης πρέπει να ακολουθήσουμε ώστε να βρούμε την οδό μας δια μέσου αυτού του χάους ιδεών και συστημάτων;
Ας πούμε αμέσως ότι αυτό το οποίο συνθέτει την αδιαφιλονίκητη και αναφαίρετη πρωτοτυπία του Χριστιανισμού είναι το θέμα της Ενσάρκωσης.
Τα προβλήματα γίνονται σάρκα, αποκτούν σάρκα και ενδύονται αμέσως τον τραγικό και αναγκαίο χαρακτήρα που είναι τόσο συχνά απών από ορισμένα παιχνίδια του Ελληνικού πνεύματος.
Ακόμα και αφού οι Ιουδαίοι είχαν απορρίψει τον Χριστιανισμό ενώ οι Μεσογειακοί τον είχαν αποδεχθεί, ο εμφανώς καινοτόμος χαρακτήρας του επιβίωσε. Και η Χριστιανική σκέψη, η οποία αναπόφευκτα δανείζεται φόρμουλες έτοιμες από την φιλοσοφία του χρόνου, εν τούτοις αυτές τις φόρμουλες τις μετασχηματίζει.
Ο ρόλος της Ελλάδος ήταν να διεθνοποιήσει τον Χριστιανισμό, κατευθύνοντάς τον με αυτές προς την μεταφυσική.
Τα μυστήρια και μια παράδοση ολόκληρη που βρίσκει την πηγή του χρηστού της στον Αισχύλο και στον Δωρικό Απόλλωνα τον είχε προετοιμάσει για τον ρόλο αυτό. Με την μαγική αυτή συνταγή, ερμηνεύεται η κίνηση ενός κινήματος μέσω του οποίου τα θαύματα του Χριστού αφομοίωσαν τα θαύματα των Ελληνικών και έριξαν τις βάσεις ενός πολιτισμού επαρκώς ανθεκτικού ώστε ακόμα και σήμερα να διαποτιζόμαστε από αυτόν.
Το καθήκον μας και το σχέδιό μας έτσι σκιαγραφούνται: να παρατηρήσουμε στον Νεοπλατωνισμό την προσπάθεια της Ελληνικής φιλοσοφίας να προσδώσει στο πρόβλημα της περιόδου μιαν εξειδικευμένα Ελληνική λύση, να ανιχνεύσουμε την Χριστιανική επιχείρηση για προσαρμογή του δόγματός της στην πρωτόλεια θρησκευτική της ζωή την στιγμή αυτή ακριβώς που ο Χριστιανισμός –αντιμετωπίζοντας στον Νεοπλατωνισμό μεταφυσικές δομές και σχεδιασμούς που ήδη αποκτούν μορφή και σχήμα μέσα από μια θρησκευτική σκέψη– ανθεί στην Δεύτερη Αποκάλυψη που αποτελούσε η Αυγουστίνειος σκέψη.
Υπάρχουν, ωστόσο, τρία στάδια ή συγκυρίες στην εξέλιξη του Χριστιανισμού:
–Ευαγγελικός Χριστιανισμός, όπου βρίσκει την πηγή του,
–Δογματικός Αυγουστινιανισμός, όπου πέτυχε την συμφιλίωση Λόγου και σαρκός,
–και τα διαλείμματα στα οποία επέτρεψε στον εαυτό του να οδηγηθεί ώστε να επιχειρήσει την ταυτοποίηση γνώσης και σωτηρίας, δηλαδή οι αιρέσεις για τις οποίες ο Γνωστικισμός προσφέρει ένα ολοκληρωμένο παράδειγμα.
Ευαγγέλιο/Gospel, Γνώσις, Νεοπλατωνισμός, Αυγουστινιανισμός: Θα μελετήσουμε αυτά τα τέσσερα στάδια μιας κοινής Ελληνο-Χριστιανικής εξέλιξης με ιστορική σειρά και ως προς την σχέση που διατηρούν με αυτήν την κίνηση του κινήματος σκέψεως με την οποία συνδέονται συζευκτικά:
–ο Χριστιανισμός των Ευαγγελίων περιφρόνησε κάθε είδους θεωρητική σπέκουλα αλλά, εξαρχής, επικρότησε τα θέματα της ενσάρκωσης,
–η Γνώσις επεδίωξε ως στόχο της μιαν εξειδικευμένη λύση στην οποία συνδέονται σε ζεύξη η επιστήμη και η Λύτρωση,
–και ο Νεοπλατωνισμός είχε ως αποστολή να επιτύχει τους δικούς του σκοπούς μέσω μιας επιχείρησης συμβιβασμού, εκλογίκευσης και μυστικισμού ενώ επέτρεψε στον δογματικό Χριστιανισμό να λάβει, μέσω του Άγ. Αυγουστίνου, το σχήμα μιας μεταφυσικής της Ενσάρκωσης. Το πέτυχε με τις φόρμουλες που χρησιμοποίησε ως όχημα ενώ, κατά τον ίδιο χρόνο, η διδαχή του Νεοπλατωνισμού εξυπηρέτησε εδώ σαν κοντρόλ ελέγχου της κατεύθυνσής τους.
Το κίνημα, λοιπόν, που κινεί τον Νεοπλατωνισμό είναι το ίδιο που οδηγεί και την Χριστιανική σκέψη. Όμως, από τον Νεοπλατωνισμό έλειπε το στοιχείο της Ενσάρκωσης.
Ήδη από τον 6ο αιώνα αυτό το κίνημα είχε αναλωθεί. «Ο Νεοπλατωνισμός πεθαίνει μαζί με όλη την Ελληνική φιλοσοφία και κουλτούρα: ο 6ος και 7ος αιώνας είναι περίοδοι άκρας σιωπής».[16]


[1] «Τ ες αυτόν» 4, 23: «Τούτο που σου ταιριάζει, Κόσμε, μου ταιριάζει˙ τίποτε δεν είναι πρόωρο ή μεταχρονολογημένο για μένα παρά αυτό που ανθεί στην ώρα του˙ ποιώ τον καρπό μου από αυτό που φέρνουν οι καιροί, ω φύση. Από εσένα γεννιέται το κάθε τι, προς εσένα κατευθύνονται όλα» - «Πν μοι συναρμόζει σο εάρμοστόν στιν, κόσμε˙ οδέν μοι πρόωρον οδ ψιμον σο εκαιρον. πν μοι καρπς φέρουσιν α σα ραι, φύσις˙ κ σο πάντα, ν σο πάντα, ες σ πάντα».
[2] Συνέκρινε. Επικτήτου «Ηθικοί Λόγοι» 1,7: «Αν δεν μπορείς να διορθώσεις ό,τι είναι φαύλο, μην το κατηγορείς διότι κάθε τι το φαύλο είναι διορθώσιμο˙ αντιθέτως, κατηγόρει εαυτόν διότι δεν μπορείς να βρεις αφ’ εαυτού αρκετήν ευγλωττία, ευφράδεια ή επιμονή ώστε να το οδηγήσεις προς το καλό».
[3] Σημείωση του μεταφραστή Χρ. Παπαχριστόπουλου: για την αρχαία Ελληνική αντίληψη περί κυκλικότητας του χρόνου, βλ. το κεφάλαιο με τίτλο «Η σκέψη του μεσημεριού» στο βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ «Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος», 1951, εκδ. Μπουκουμάνη καθώς και το κείμενο του Φίλωνος Αλεξανδρείας με τίτλο «Περί Αφθαρσίας Κόσμου» σε μετάφραση του Χρήστου Π. Παπαχριστόπουλου στην διεύθυνση http:// wwwinsense.blogspot.com/2009/06/blog-post.html
[4] Συνέκρινε Αριστοτέλους Προβλήματα 17.3: «Εάν, λοιπόν, υπάρχει μια αλληλουχία γεγονότων και γεννήσεων που είναι κύκλος –όπως ο κύκλος που δεν έχει αρχή και τέλος– τότε δεν μπορούμε, μιλώντας με μιαν αρκετά μεγάλη εγγύτητα ως προς τις απαρχές, να είμαστε πρόγονοι τούτου εδώ του νέου και, άρα, οι γεννήσεις των γεγονότων δεν μπορούν πια να είναι προγενέστερες από εμάς της Τροίας».
[5] Συνέκρινε Cumont, «Οι Ανατολικές/Oriental θρησκείες στον παγανισμό των Ρωμαίων».
[6] Ο Αλέξανδρος, στις εκστρατείες προς Ανατολάς, είχε δημιουργήσει πλέον των 40 Ελληνικών πόλεων.
[7] Σημείωση του μεταφραστή: Πρέπει να συνδεθεί η επιμονή του Καμύ στην νεότητα με την φράση του Ευαγγελίου περί Βασιλείας των Ουρανών και «γέννησης παιδίων» καθώς και η επιμονή του στην Αναγέννηση με τον επίλογο στον «Επαναστατημένο Άνθρωπο»: «Πέρα από τον μηδενισμό, όλοι εμείς –κάτω από τα ερείπια– ετοιμάζουμε μιαν Αναγέννηση… αλλά λίγοι το ξέρουν».
[8] Συνέκρινε. «Ο νέος άνθρωπος» στις τελετές καθάρσεως της Ελευσίνος/Ελεύσεως: «Η θεότης Βρείμου εγέννησε το τέκνο Βρείμου». Φιλοσοφ: 5.8. Συνέκρινε Πλούταρχος «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 27, σύμφωνα με Loisy, «Τα παγανιστικά μυστήρια και το χριστιανικό μυστήριο», κεφ. IV, σελ. 139: «Αφού έσβησε και σταμάτησε την τρέλα και την οργή του Τύφου, της Πανούκλας, δεν ήθελε τίποτε άλλο παρά να περιπέσουν στην λήθη και στην σιωπή οι μάχες στις οποίες έλαβε μέρος. Εγκαθίδρυσε, λοιπόν, πολύ απλές μυήσεις και εισαγωγές στα μυστήρια, τα οποία θα αναπαριστάνονταν με εικόνες, αλληγορίες και από σκηνές όπου θα γίνονταν πράξεις και χειρονομίες περί των ωδινών της περιόδου της».
[9] Συνέκρινε Loisy, κεφ. I.
[10] Συνέκρινε Cumont, παράρτημα: «Τα μυστήρια του Βάκχου».
[11] Στον ίδιο τόπο, κεφ. III.
[12] Loisy, κεφ. II.
[13] Σημείωση του μεταφραστή: στον «Επαναστατημένο Άνθρωπο», η φράση του Καμύ περί μηδενισμού ή νιχιλισμού (που υποννοεί την ex nihilo αναγέννηση των δακτύλων του Μίδα, τους Μεδίκους, το Μέσον/Midi και το Μεσημέρι, την Ισημερία) συνδέεται με τον επίλογό του στο δοκίμιο «Η εξορία της Ελένης/του Έλληνος- L' Exil d' Helène»: «Ω σκέψη του μεσημεριού/pensée du midi, η τύχη του Τρωικού Πολέμου παίζεται πέρα απ' τα πεδία της μάχης! Κι αυτή τη φορά πάλι τα τρομερά τείχη της μοντέρνας πολιτείας θα πέσουν για να παραδώσουν, ψυχή γαλήνια σαν την νηνεμία της θάλασσας, την ομορφιά της Ελένης». Όπου Helène= «Ελένη» και «Έλληνας». Άρα, όπου στην διπλωματική εργασία αυτή αναφέρεται ο γαλλικός όρος Hellenisme, πρέπει να μεταφράζεται διττά, ως Ελληνισμός και ως «Ελενισμός», υπό την έννοια της ομορφιάς της Ελένης.
[14] Bulletin de la Societe francaise de Philosophie, Μάρτιος 1931. Revue de Metaphysique et de morale (Brehier), Απρίλιος 1931; Στο ίδιο. (Souriau) Ιούλιος 1932.
[15] Δηλαδή, περίπου στα μέσα του πρώτου αιώνος.
[16] Emile Brehier, Histoire de la Philosophie I,II, κεφ. VII, σελ. 484.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ
Είναι δύσκολο να μιλήσουμε συνολικά περί ενός «Ευαγγελικού Χριστιανισμού». Είναι, ωστόσο, εφικτό να διακρίνουμε σε αυτόν μιαν ορισμένη κατάσταση του νου στην οποία η μεταγενέστερη εξέλιξη έχει την πηγή της.
Το αγαπημένο θέμα, αυτό που βρίσκεται στο κέντρο της Χριστιανικής σκέψης κατά τον χρόνο εκείνο και γύρω από το οποίο συγκλίνουν όλα, η φυσική λύση στις απαιτήσεις πνοής της περιόδου, είναι η Ενσάρκωση. Η Ενσάρκωση, δηλαδή η συνάντηση της θεότητος και της σάρκας στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού∙ η εκπληκτική περιπέτεια ενός Θεού να αναλαμβάνει την ευθύνη για την αμαρτία και την δυστυχία του ανθρώπου –για την ταπεινότητα και για τις ταπεινώσεις/ η ταπεινότητα και οι ταπεινώσεις– παρουσιάζονται όπως τόσα άλλα σύμβολα της Σωτηρίας.
Αυτό, όμως, το σύνθετο στοιχείο στεφανώνει ως κορώνα ένα σύνολο επιδιώξεων πνοής που αποτελεί για εμάς μιαν υποχρέωση απόδοσης του προνομίου να την καθορίσουμε επακριβώς.
Υπάρχουν δύο καταστάσεις του νου στον Ευαγγελικό Χριστιανισμό: πεσσιμισμός και ελπίδα. Καθώς εξελισσόταν προς ένα συγκεκριμένο τραγικό επίπεδο και πλάνο, η ανθρωπότητα την εποχή εκείνη στηριζόταν μόνο στον Θεό και, έχοντας εμπιστευθεί στα χέρια του κάθε ελπίδα για ένα καλύτερο πεπρωμένο, επιθυμούσε διαρκώς αυτόν, μόνον αυτόν έβλεπε στο Σύμπαν, εγκατέλειψε κάθε άλλο ενδιαφέρον πλην της πίστεως, και ενσάρκωνε στον Θεό το ίδιο το κατ’ εξοχήν σύμβολο το «αεικίνητον» μιας ανησυχίας τόσο πολύ διαχωρισμένης από πνευματικές επιδιώξεις.
Πρέπει κανείς να διαλέγει ανάμεσα στον κόσμο και στον Θεό. Αυτές είναι οι δύο όψεις του Χριστιανισμού που θα πρέπει να εξετάσουμε επιτυχώς στο πρώτο τμήμα του κεφαλαίου αυτού. Η μελέτη του κοινωνικού περιβάλλοντος και της λογοτεχνίας της περιόδου θα προβάλλει κατόπιν για εμάς αυτά τα διαφορετικά θέματα μεταξύ των ανθρώπων του Χριστιανισμού των Ευαγγελίων. Η πλέον αξιόπιστη μέθοδος είναι να επιστρέψουμε στα ίδια τα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Υπάρχει, όμως, και μια συμπληρωματική μέθοδος ως παράρτημα –που συνίσταται– στο να κάνει κανείς κλήση (όποτε αυτό είναι εφικτό) σε έναν παγανιστή ένθερμο λογομάχο και πολεμικό συγγραφέα[1].
Οι κατηγορίες τους ως εκ του αποτελέσματος μας δίνουν μιαν επαρκώς ακριβή ιδέα περί τίνος πρόκειται στον Χριστιανισμό, θα προσέβαλε έναν Έλληνα και, άρα, μας αφήνουν αρκετά καλά πληροφορημένους για την συγγραφική καινοτομία της συνεισφοράς του προηγούμενου.
1. ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ
Α. Το τραγικό επίπεδο
Άγνοια και απαξίωσις κάθε συστηματικής ενατένισης και κερδοσκοπίας, ιδού τι χαρακτηρίζει την κατάσταση του νου των πρώτων Χριστιανών. Τα γεγονότα τους τυφλώνουν και τους πιέζουν, ειδικά του γεγονός του θανάτου. α) Στο τέλος του 4ου αιώνα, ο Ιούλιος Κουΐντος-Ιλαριανός, επίσκοπος της Αφρικανικής ανθυπατείας, υπολογίζει στο «Περί (μη) Διαρκείας Κόσμου»/ De Mundi (In)Duratione” του, ότι ο κόσμος θα επιβιώσει μόνον για άλλα 101 χρόνια[2]. Αυτή η ιδέα ενός επικείμενου θανάτου, στενά συνδεδεμένη εξ άλλου με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, κατείχε σε βαθμό εμμονής όλην την πρώτη γενεά[3] Χριστιανών. Εδώ ακριβώς έγκειται το μοναδικό(τερο) παράδειγμα μιας συλλογικής εμπειρίας θανάτου[4].
Στον κόσμο της εμπειρίας μας, η υλοποίηση αυτής της ιδέας του θανάτου ισοδυναμεί με την προικοδότηση της ζωής μας με ένα νέο νόημα.
Για την ακρίβεια, αυτό που εδώ αποκαλύπτεται είναι ο θρίαμβος της σάρκας, του φυσικού τρόμου ενώπιον αυτού του φρικιαστικού αποτελέσματος. Και δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι Χριστιανοί είχαν μιαν τόσο πικρή αίσθηση της ταπείνωσης και ανησυχίας της σάρκας και ότι αυτές οι έννοιες ήταν ικανές να παίξουν έναν θεμελιώδη ρόλο στην ανάπτυξη της Χριστιανικής μεταφυσικής.
«Η σαρξ μου εστί ενδεδυμένη με σκουλήκια και βρωμιά∙ το δέρμα μου σκληραίνει και μετά ανοίγει κι ανθίζει φρέσκο εκ νέου. Οι μέρες μου είναι πιο γρήγορες κι από την σαΐτα ενός υφαντή και φθάνουν στο τέλος τους χωρίς ελπίδα»[5].
Καθώς το βλέπουμε, η Παλαιά Διαθήκη, με τον Ιώβ[6] και τον Εκκλησιαστή[7], είχαν ήδη θέσει τον τόνο για την ανάπτυξη αυτή. Τα Ευαγγέλια, όμως, έθεσαν αυτή την αίσθηση του θανάτου στο κέντρο της λατρείας τους. Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε επαρκώς ενημερωμένοι ότι ο Χριστιανισμός επικεντρώνεται γύρω από το πρόσωπο του Χριστού και γύρω από τον θάνατό του. Μετατρέπουμε τον Ιησού σε μιαν αφαίρεση ή ένα σύμβολο –αλλά οι πραγματικοί Χριστιανοί είναι αυτοί που έχουν πραγματοποιήσει τον θρίαμβο της μαρτυρίας της σαρκός.
Όντος του Ιησού ολοκληρωτικά ανθρώπου, η έμφασις είχε επικεντρωθεί στον θάνατό του και είναι σπάνιο να γνωρίσει κανείς έναν περισσότερο φυσικά και σωματικά φρικώδη θάνατο.[8]
Είναι σε ορισμένα γλυπτά της Καταλωνίας –στα σπασμένα χέρια και στις ραγισμένες ενώσεις– όπου κανείς πρέπει να εντοπίσει την αποκρυστάλλωση της σκέψης του προκειμένου να φανταστεί την φρικώδη εικόνα μαρτυρίου που όρθωσε ο Χριστιανισμός ως σύμβολο, αν και επαρκεί κάλλιστα να συμβουλευθεί κανείς τα γνωστά κείμενα του Ευαγγελίου.
Μια ακόμα απόδειξη, αν είναι αναγκαία μία για την μεταφορική σημασία αυτού του θέματος στον Ευαγγελικό Χριστιανισμό, είναι η αγανάκτηση των παγανιστών.
«Αφήστε την λοιπόν, στο πείσμα των κενών και μάταιων αυταπατών της και να γιορτάζει με λυπημένους ύμνους και θρήνους την ταφή αυτού του Θεού, νεκρού-ή, καταδικασμένου-η από τους αδέκαστους κριτές και υψωμένον-η δημοσίως από τους πλέον αγνώμονες και πρόστυχους ηγέτες»[9].
Και εκ νέου: «Άφησε αιωρούμενος να τον κτυπήσουν, να του συντρίψουν το πρόσωπο, λες και όφειλε να υποφέρει με εντολή του Θεού και να αποδεχθεί την τιμωρία και αποδέχθηκε το πάθος δίχως να πει μια λέξη, έναν λόγο δοξασμένο και γεμάτο σοφία ενώπιον του Πιλάτου, του δικαστή του, αντί να αφεθεί να τον προσβάλουν όπως τον πρώτο τυχόντα»[10]. Αυτό, όμως, αρκεί να αποδείξει την σημασία της αίσθησης του θανάτου καθώς και των περιεχομένων της σαρκός και του αίματος ως προς την σκέψη που μας αφορά.
β) «Είμαστε καταγέλαστοι» λέει ο Πασκάλ[11] «αν παραμένουμε στην συντροφιά των συνανθρώπων μας: άθλιοι όπως εμείς, ανίσχυροι όπως εμείς, δεν θα μας βοηθήσουν ποτέ: μόνος πεθαίνει κανείς». Η εμπειρία του θανάτου φέρει εντός της μια συγκεκριμένη θέση για την οποία απαιτείται τέχνη προκειμένου να καθοριστεί. Για την ακρίβεια, υπάρχουν πολυάριθμα κείμενα του Ευαγγελίου στα οποία ο Ιησούς προτείνει αδιαφορία ή και μίσος ακόμα προς τα αγαπημένα πρόσωπα ως μιαν οδό προσέγγισης του Θεού[12]. Αποτελεί αυτό την βάση μιας ανηθικότητας; Όχι –ενός ανώτερου ιδανικού: «ΕΙ ΤΙΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΜΕ ΚΑΙ ΟΥ ΜΙΣΕΙ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΕΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑΣ ΑΔΕΛΦΑΣ, ΕΤΙ ΔΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΑΥΤΟΥ ΨΥΧΗΝ, ΟΥ ΔΥΝΑΤΑΙ ΜΟΥ ΜΑΘΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ» + «ΚΑΙ ΟΣΤΙΣ ΟΥ ΒΑΣΤΑΖΕΙ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΕΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΕΡΧΕΤΑΙ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ, ΟΥ ΔΥΝΑΤΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥ ΜΑΘΗΤΗΣ»[13]. Μέσω των κειμένων αυτών κατανοούμε την έκταση κατά την οποία το «ΑΠΟΔΟΤΕ ΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΟΣ…» σημειώνει και σφραγίζει μιαν περιφρονητική εκχώρηση, μιαν έκπτωση δικαιώματος παρά μιαν διακήρυξη κομφορμισμού. Αυτό που ανήκει στον Καίσαρα είναι το δηνάριο επί του οποίου είναι εντυπωμένο το ομοίωμά του. Αυτό που ανήκει μόνο στον Θεό είναι η ανθρώπινη καρδιά όταν έχει αποκόψει όλους τους δεσμούς του με τον κόσμο. Αυτό είναι η ένδειξη, το σημάδι, η σφραγίδα, του πεσσιμισμού[14] και όχι της αποδοχής. Όπως είναι φυσικό, όμως, αυτά τα μάλλον ασαφή θέματα και αυτές οι πνευματικές στάσεις γίνονται συμπαγείς και συναθροίζονται στην εξειδικευμένη θρησκευτικά έννοια της αμαρτίας.
γ) Στην αμαρτία, ο άνθρωπος αποκτά συναίσθηση της δυστυχίας και της υπερηφάνειάς του. «ΝΕΜΟ BONUS»[15]. «ΠΑΝΤΕΣ ΓΑΡ ΗΜΑΡΤΟΝ». Η αμαρτία είναι καθολική. Μεταξύ όλων, όμως, των αξιοσημείωτων κειμένων[16] της Καινής Διαθήκης, λίγα είναι πλούσια σε νόημα, οξύνοια και διορατικότητα όσο το «πέρασμα του κειμένου» από την Επιστολή προς Ρωμαίους: «ΟΥ ΓΑΡ Ο ΘΕΛΩ ΤΟΥΤΟ ΠΡΑΣΣΩ, ΑΛΛ’ Ο ΜΙΣΩ ΤΟΥΤΟ ΠΟΙΩ. ΕΙ ΔΕ Ο ΟΥ ΘΕΛΩ ΤΟΥΤΟ ΠΟΙΩ, ΣΥΜΦΗΜΙ ΤΩ ΝΟΜΩ ΟΤΙ ΚΑΛΟΣ…ΕΥΡΙΣΚΩ ΑΡΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ ΤΩ ΘΕΛΟΝΤΙ ΕΜΟΙ ΠΟΙΕΙΝ ΤΟ ΚΑΛΟΝ, ΟΤΙ ΕΜΟΙ ΤΟ ΚΑΚΟΝ ΠΑΡΑΚΕΙΤΑΙ∙ ΣΥΝΗΔΟΜΑΙ ΓΑΡ ΤΩ ΝΟΜΩ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΣΩ ΑΝΘΡΩΠΟΝ, ΒΛΕΠΩ ΔΕ ΕΤΕΡΟΝ ΝΟΜΟΝ ΕΝ ΤΟΙΣ ΜΕΛΕΣΙ ΜΟΥ ΑΝΤΙΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟΝ ΤΩ ΝΟΜΩ ΤΟΥ ΝΟΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΙΖΟΝΤΑ ΜΕ ΕΝ ΤΩ ΝΟΜΩ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΤΩ ΟΝΤΙ ΕΝ ΤΟΙΣ ΜΕΛΕΣΙ ΜΟΥ»[17]. Εδώ γίνεται εμφανής του Αγ. Αυγουστίνου η «αδυναμία να μην αμαρτήσεις»/“Non posse non pecare”. Την ίδια στιγμή, η απαισιοδοξία της ψυχής των Χριστιανών έναντι του κόσμου εξηγείται. Σε αυτήν την άποψη και τον τρόπο θέασης προμηθεύει μιαν απάντηση το εποικοδομητικό στοιχείο του Ευαγγελικού Χριστιανισμού.
Ήταν, όμως, χρήσιμο να σημειώσουμε εκ των προτέρων αυτήν την κατάσταση νου. «Ας φανταστούμε έναν αριθμό ανθρώπων αλυσοδεμένων[18] και καταδικασμένων όλων σε θάνατο και εκ των οποίων μερικοί κάθε μέρα υφίστανται θάνατο δια της γκιλοτίνας μπροστά στους άλλους ενώ όσοι επιβιώνουν βλέπουν την πραγματική τους κατάσταση σε αυτή των διπλανών τους και (κοιτώντας ο ένας τον άλλο με θλίψη και απελπισία) αναμένουν την σειρά τους. Αυτή είναι μια εικόνα της κατάστασης του ανθρώπου»[19]. Ωστόσο, με τον ίδιο τρόπο που αυτή η σκέψη του Πασκάλ (η οποία βρίσκεται στην αρχή της Απολογίας) εξυπηρετεί ώστε να δώσει έμφαση στην απόλυτη υποστήριξη για τον Θεό, αυτοί οι άνθρωποι υπό την ποινή του θανάτου αφήνονται με την ελπίδα ότι θα πρέπει να γίνει κάτι ώστε να σωθούν.
Β. Η ελπίδα στον Θεό
α) «Επιθυμώ Θεό και ψυχή να γνωρίσω» λέει ο Άγ. Αυγουστίνος “Deum et animam scire Cupio, Nihil Plus”– «Τί άλλο;» – «“Nihil omnino”/Τίποτε άλλο»[20].
Το ίδιο σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει στο Ευαγγέλιο, στο οποίο μόνο το Βασίλειο του Θεού μετρά. Και για την κατάκτηση αυτού, πρέπει κανείς να αποκηρύξει τόσα εδώ κάτω. Η ιδέα του Βασιλείου του Θεού δεν είναι απολύτως καινή στην Καινή Διαθήκη. Οι Ιουδαίοι ήδη γνώριζαν την λέξη και το πράγμα[21]. Στα Ευαγγέλια, όμως, το Βασίλειο δεν έχει τίποτα το γήϊνο γύρω του[22]. Είναι πνευματικό. Είναι η ίδια η ενατένιση του Θεού ως προς τον εαυτό του. Εκτός της κατακτήσεως αυτής, καμία κερδοσκοπία δεν είναι επιθυμητή. «ΤΟΥΤΟ ΔΕ ΛΕΓΩ ΙΝΑ ΜΗ ΤΙΣ ΥΜΑΣ ΠΑΡΑΛΟΓΙΖΗΤΑΙ ΕΝ ΠΙΘΑΝΟΛΟΓΙΑ…ΒΛΕΠΕΤΕ ΜΗ ΤΙΣ ΥΜΑΣ ΕΣΤΑΙ Ο ΣΥΛΑΓΩΓΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΝΗΣ ΑΠΑΤΗΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΚΑΤΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΥ ΚΑΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ»[23]. Πρέπει κανείς να επιχειρεί να συντονίζεται με την ταπεινότητα και απλότητα των μικρών παιδιών[24].
Οπότε, είναι στα παιδιά στα οποία δίνεται η υπόσχεση του Βασιλείου του Θεού αλλά ακόμα και στους μορφωμένους που έχουν μάθει να απεκδύονται της γνώσεώς τους προκειμένου να καταλάβουν την αλήθεια της καρδιάς και οι οποίοι έχουν προσθέσει κατά τον τρόπον αυτό σε αυτήν την ίδια την αρετή της απλότητας την ανεκτίμητη αξία της προσωπικής τους προσπάθειας. Στον Οκτάβιο,[25] ο Μινούσιος Φέλιξ o Ευτυχής έχει τον Καικίλιο αμύντορα του παγανισμού –και μίλά με τους όρους αυτούς: «Δεν πρέπει κανείς να εξοργίζεται με τους νέους που δεν έχουν μελετήσει, που είναι ξένοι με τα γράμματα, ακαλλιέργητοι ακόμα και στις προστυχέστερες των τεχνών αλλά εμμένουν σε απόψεις που τις παίρνουν ως σίγουρες και ιδίως για αυτό(ν) το(ν) νέο[26] που είναι ο/το πλέον υψηλό(ς) και ο/το πλέον μεγαλειώδης/ες στην φύση και για το(ν) οποίο ακόμα και η φιλοσοφία, που διεκδικεί να το(ν) κατακτήσει ανά τους κύκλους των αιώνων, αμφιβάλλει ακόμα και τώρα;»
Η εξήγηση που εξισορροπεί αυτήν την απέχθεια για κάθε αγνή και αφιλοκερδή ενατένιση βρίσκεται στον λαό που κρατά στα χέρια την συναισθηματική του πίστη στον Θεό και την θεωρεί ως τον σκοπό κάθε ανθρώπινης προσπάθειας. Μα και πάλι από την άποψη αυτή ένας αριθμός συνεπειών έπονται.
β) Τοποθετώντας την κατεύθυνση του ανθρώπου προς τον Θεό στο ανώτατο, υψηλότερο επίπεδο, αυτοί ακριβώς οι Χριστιανοί υποτάσσουν τα πάντα στην κίνηση αυτή στο κίνημα αυτό. Ο ίδιος ο κόσμος συντάσσεται συμφώνως προς τον σκοπό κατεύθυνσης αυτής της κίνησης.
Το νόημα της ιστορίας είναι ότι ο Θεός ήταν πρόθυμος να το δώσει το Βασίλειό του. Η φιλοσοφία της ιστορίας, μια έννοια ξένη προς το Ελληνικό πνεύμα, είναι μια Ιουδαϊκή εφεύρεση και έμπνευση. Τα μεταφυσικά προβλήματα αποκτούν σάρκα εντός του χρόνου και ο κόσμος «ΕΝ ΤΩ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ» είναι απλώς και μόνον ένα σαρκικό σύμβολο της διεύθυνσης του ανθρώπου προς τον Θεό. Και εδώ εκ νέου, θεμελιώδης σημασία αποδίδεται στην πίστη.[27]
Επαρκεί να πιστέψει ένας μόνο παράλυτος ή τυφλός άνθρωπος –αυτό είναι που τον θεραπεύει. Αυτό συμβαίνει διότι η ουσία της πίστης είναι η συγκατάθεση και η εγκατάλειψη, η απάρνηση της κληρονομιάς του (στον Θεό). Επιπλέον, η πίστη πάντοτε είναι πλέον σημαντική από τα έργα.[28] Η ανταμοιβή στον άλλον κόσμο διατηρεί έναν χαρακτήρα χάριτος. Είναι τόσο υψηλής τιμής που υπερβαίνει την απαίτηση να είναι κανείς άξιος. Και εδώ εκ νέου, πρόκειται μόνο για ένα ζήτημα απολογίας για την ταπεινότητα. Είναι αναγκαίο να προτιμούμε τον μετανοούντα αμαρτωλό σε σχέση με τον ενάρετο άνθρωπο, ο οποίος είναι εντελώς ολοκληρωμένος αφ’ εαυτού εντός του καθώς και στα καλά έργα του.
Ο εργάτης της ενδεκάτης ώρας θα πληρωθεί τον ίδιο μισθό όπως εκείνοι της πρώτης ώρας. Και θα ετοιμαστεί μια γιορτή για τον άσωτο υϊό στον οίκο του πατρός του.
Για τον μετανοούντα αμαρτωλό, υπάρχει η ζωή η αιώνιος. Η λέξη αιώνιος ζωή εκλαμβάνεται, παίρνεται, κάθε φορά που αναφέρεται στην διευρυμένη της έννοια της αθανασίας.[29]
γ) Ιδού εκ νέου εμφανίζεται η σύνθετος έννοια που μας ενδιαφέρει. Εάν είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος είναι ένα τίποτα και ότι η μοίρα, το πεπρωμένο του είναι στα χέρια του Θεού ολοκληρωτικά, ότι τα έργα του δεν επαρκούν ώστε να του εξασφαλίσουν την αμοιβή του, αν το ρητό «NEMO BONUS» είναι καλά εδραιωμένο, το Βασίλειό του Θεού ποιός, άρα, θα το πλησιάσει; Η απόσταση μεταξύ Θεού και ανθρώπου είναι τόσο μεγάλη που κανείς δεν μπορεί να ελπίζει πως θα την καλύψει. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να έρθει πλησίον του Θεού και μόνον η απόγνωση –είναι ο δρόμος ανοιχτός γι’ αυτόν.
Τότε, όμως, η Ενσάρκωση προσφέρει την λύση της.[30]Δεδομένης της ανικανότητας του ανθρώπου να επανενωθεί με τον Θεό, ο Θεός κατεβαίνει προς αυτόν. Έτσι γεννιέται η παγκόσμιος ελπίδα στον Χριστό. Ο άνθρωπος είχε δίκιο να παραδώσει εαυτόν και να τον θέσει εις τας χείρας του Θεού, βλέποντας ότι ο Θεός του προσφέρει μιαν χάρη άνευ όρων, σχεδόν άπειρη. Είναι στον Παύλο που αυτή η διδαχή γίνεται, για την πρώτη φορά, αντικείμενο έκφρασης –με μια μέθοδο και μιαν οδό– συνεκτική[31].
Γι’ αυτόν, η βούληση και οδήγηση από τα χέρια του Θεού έχει μόνον έναν σκοπό: να σώσει τον άνθρωπο. Η δημιουργία και η σωτηρία είναι απλώς και μόνο 2 διακηρύξεις του θελήματός του, η πρώτη και η δεύτερη εκ των Αποκαλύψεών του[32]. Η αμαρτία του Αδάμ διέφθειρε τον άνθρωπο και τον οδήγησε στον θάνατο[33].
Τον εγκατέλειψε χωρίς προσωπικές πηγές.
Ο ηθικός νόμος της Παλαιάς Διαθήκης πληρώνεται, άρα, εκ του αποτελέσματος –δίνοντας στον άνθρωπο κατ’ εικόναν το αποτέλεσμά του, την εικόνα του έργου που πρέπει να επιτύχει. Δεν του παραδίδει, όμως, την δύναμη να το επιτύχει. Ως εκ τούτου του γεγονότος, εκεί πλησίον του αποδίδει μιαν διπλή ενοχή[34].
Η μοναδική οδός για να σωθούμε ήταν εκεί πλησίον ανοιχτή προκειμένου να έρθει σε μας, να μας απελευθερώσει από τις αμαρτίες μας μέσω ενός θαύματος της χάριτος, αυτός ο Ιησούς, της φυλής μας, εκ του αίματός μας[35], αυτός ο οποίος μας αντιπροσωπεύει και παίρνει την θέση μας. Πεθαίνοντας με αυτόν και σε αυτόν, ο άνθρωπος έχει πληρώσει για τις αμαρτίες του: η Ενσάρκωση είναι κατά τον ίδιο χρόνο και «ΕΝ ΤΩ ΝΥΝ ΚΑΙΡΩ» απελευθέρωση λύτρων[36].
Παρ’ όλα αυτά, η παντοδυναμία του Θεού δεν έρχεται πλησιέστερον, διότι ο θάνατος και η Ενσάρκωση του υϊού του αποτελούν χάρη και όχι κυρώσεις οφειλόμενες στην ανθρώπινη αξία.
Αυτή η de facto λύση επέλυσε όλες τις δυσκολίες μιας διδασκαλίας που εγκαθιδρύει μια τόσο μεγάλη απόσταση μεταξύ ανθρώπου και Θεού. Ο Πλάτων, ο οποίος ήθελε να ενώσει το Αγαθόν στον άνθρωπο ήταν υποχρεωμένος να κατασκευάσει μιαν ολόκληρη κλίμακα, σκάλα, ιδεών μεταξύ αυτών των 2 (όρων).
Να γιατί δημιούργησε την γνωριμία μέσω της επιστήμης. Στον Χριστιανισμό δεν γεφυρώνει το χάσμα αυτό η λογική αλλά ένα γεγονός: Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΡΧΕΤΑΙ.
Στην Ελληνική σοφία, η οποία είναι μόνο μια επιστήμη, ο Χριστιανισμός αντιτίθεται ως μια κατάσταση, ένα κράτος σχέσεων.[37]
Στο τέλος, προκειμένου να καταλάβουμε πλήρως την πρωτοτυπία μιας έννοιας σύνθετης και τόσο οικείας σε εμάς, αξιώνουμε την άποψη των παγανιστών της περιόδου. Ένα πνεύμα τόσο καλλιεργημένο όσο ο Κέλσος δεν το κατανόησε. Η αγανάκτησή του είναι πραγματική. Κάτι του διέφυγε, το οποίο ήταν εξαιρετικά μακράν καινότερον γι’ αυτόν: «Στρέφομαι τώρα για να εξετάσω ένα εκ νέου επιχείρημα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη έλλειψη σεβασμού και υποκρισία» λέει «ότι ανάμεσα στους Χριστιανούς και στους Ιουδαίους υπάρχουν εδώ μερικοί που δηλώνουν ότι για να κρίνει την ανθρωπότητα ένας Θεός ή ένας γιος του Θεού πρέπει να κατέβει –οι μεν– ή ότι έχει κατέβει –οι δε– όπως και συ… Ποιάν αίσθηση, ποιό νόημα μπορεί να έχει για έναν Θεό ένα ταξίδι σαν κι αυτό; Θα γίνει για να γνωρίσει τι συμβαίνει στις οικίες των ανθρώπων; Μα, δεν τα γνωρίζει όλα; Είναι, λοιπόν, ανίκανος –αφού έχει παραχωρήσει και την θεϊκή του παντοδυναμία– να βελτιώσει τους ανθρώπους χωρίς εκ του αποτελέσματος να αποφύγει να πάρει σάρκα και οστά… Αν, λοιπόν, έχει κατέβει στην γη –όπως εσύ και οι χριστιανοί το επιβεβαιώνετε– για να βοηθήσει τους ανθρώπους να επανορθώσουν τον βίο τους, γιατί δεν τους έσωζε από τις αμαρτίες τους και τα χρέη τους πριν τους αφήσει να τα διαπράξουν κατά την διάρκεια του κύκλου των αιώνων;».[38]
Κατά τον ίδιο τρόπο, η Ενσάρκωση μοιάζει αναπόδεκτη στον Πορφύριο: «Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι όντως οι Έλληνες θεωρούν ότι οι Θεοί κατοικούν εντός των αγαλμάτων, θα πρόκειται για μιαν ακόμα περισσότερο άμωμο σύλληψη σε σύγκριση με την πίστη ότι το Θείον πρέπει να κατέβει στην μήτρα της Παρθένου Μαρίας, ότι πρέπει να γεννηθεί ως έμβρυον και ότι μετά την γέννησή του ανέπτυξε πνεύμονες και έλαβε αίμα»[39]. Και ο Πορφύριος εκπλήσσεται που ο Χριστός μπόρεσε να υποφέρει τα δεσμά του Πάθους στον σταυρό του, διότι έπρεπε να είναι εκ φύσεως απαθής[40]. Η εκ του μηδενός γέννησις, άρα, αποτελεί μιαν σύνθετον έννοια τόσο εξειδικευμένα Χριστιανική όσο η έννοια της Ενσάρκωσης. Σε αυτήν την σκέψη συνοψίζονται τα σκοτεινά, συγκεκαλυμμένα θέματα που προσπαθήσαμε να οροθετήσουμε. Με αυτό το άμεσα κατανοητό, de facto, επιχείρημα –στο οποίο τα κινήματα σκέψεως ικανοποίησαν την στόχευσή τους– συνδέεται η ανάγκη μας να δούμε την Ενσάρκωση να ζει σε αυτούς τους οποίους έθεσε σε κίνηση, ενέπνευσε με πνοή και εμψύχωσε.
2. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ
Α. Τα έργα
Απόρριψη της ενατένισης και της κερδοσκοπίας, πρακτικά και θρησκευτικά συμφέροντα, πρωταρχικότητα της πίστεως, πεσσιμισμός αναφορικά με τον άνθρωπο καθώς και η απεριόριστη ελπίδα που γεννιέται από την Ενσάρκωση –τόσο πολλά από τα θέματα αυτά επανέρχονται και ξαναζούν εκ νέου στους πρώτους αιώνες της εποχής μας.
Στην πραγματικότητα, Έλληνας πρέπει να είσαι για να πιστέψεις ότι η σοφία είναι κάτι το μαθητόν. Η Χριστιανική λογοτεχνία από τις απαρχές της, από τις πηγές της δεν περιλαμβάνει κανέναν ηθικολόγο ευθέως ως και την εποχή που ζουν ο Κλήμης και ο Τερτυλλιανός[41]. Ο Άγιος Κλήμης, ο Άγιος Ιγνάτιος, ο Άγιος Πολύκαρπος, ο συγγραφέας του ρεύματος διδασκαλίας των 12 αποστόλων καθώς επίσης της απόκρυφης επιστολής και η ιστορία του Βαρνάβα δείχνουν απλώς και μόνον ενδιαφέρον στην θρησκευτική όψη των προβλημάτων. Η λογοτεχνία αναφορικά με την αποστολική ιστορία[42] είναι κατ’ αποκλειστικότητα και μόνο πρακτική και δημοφιλής. Πρέπει να την εξετάσουμε στις λεπτομέρειές της προκειμένου να δώσουμε μορφή και να σχηματίσουμε μιαν ακριβοδίκαια ιδέα για το πνεύμα της και για τα χαρακτηριστικά της. Αυτή η λογοτεχνία ανακαλύφθηκε και αναπτύχθηκε από το 50 ως το 90 μ.Χ. Αυτό σημαίνει, δηλαδή, μπορεί να αξιώσει πως αντικατοπτρίζει την αποστολική διδασκαλία. Όπως κι αν είναι, η σύνθεσή της ως εκ τούτου αποτελείται ως εξής ή, κάλλιστα, συνθέτει τα ακόλουθα: την πρώτη επιστολή του Αγίου Κλήμη (93-97 μ.Χ.), αναμφιβόλως γραμμένη στην Ρώμη∙ τις επτά επιστολές του Αγίου Ιγνατίου (107-117 μ.Χ.), γραμμένη στην Αντιόχεια και κατά μήκους των ακτών της Μικράς Ασίας∙ στην Αίγυπτο, μεταξύ 130 και 131 μ.Χ., η απόκρυφη Επιστολή[43] του Βαρνάβα∙ την Διδασκαλία των 12 Αποστόλων, πιθανόν γραμμένη στην Παλαιστίνη (131-160 μ.Χ.)∙ τον Ποιμένα του Ερμά στην Ρώμη (140-155 μ.Χ.)∙ στην Ρώμη ή στην Κόρινθο, η δεύτερη επιστολή του Αγίου Κλήμη στο 150 μ.Χ.∙ τα σπαράγματα του Παπία στην Ιεράπολη της Φρυγίας (150 μ.Χ.)∙ στην Σμύρνη, η επιστολή του Αγίου Πολυκάρπου και στο Μαρτυριόν του (155-156 μ.Χ.). Καλύτερα, όμως, να εξετάσουμε την καθεμιά και ας επιχειρήσουμε να ανακαλύψουμε σε αυτές εκ νέου, σε καθαρή μορφή και κράτος, τις αξιώσεις πάθους και τα γεωμετρικά αιτήματα που ήδη υποδείξαμε. α) Ο σκοπός που θέτει η πρώτη επιστολή του Αγίου Κλήμη κατ’ αποκλειστικότηταν αφ’ εαυτής είναι να αποκατασταθεί η ειρήνη στην Εκκλησία της Κορίνθου. Ο χαρακτήρας, άρα, είναι καθαρά πρακτικός. Εμμένει επί της σχέσεως που υπάρχει μεταξύ του ηγέτη, της κεφαλής της Εκκλησίας και των Αποστόλων, και κατόπιν επί της σχέσεως μεταξύ της Εκκλησίας της Κορίνθου και του Ιησού Χριστού, του οποίου η Ενσάρκωση μας λυτρώνει[44]. Επιθυμώντας την υποταγή καθ’ υπόταξιν των Κορινθίων στους πνευματικούς τους ταγούς, τους δείχνει ότι το αίτιο της διαφωνίας έγκειται στον φθόνο και βρίσκει ώστε να μιλήσει κάποιου είδους πρόσχημα περί ταπεινότητας αλλά και για την αρετή της υπακοής που τον οδηγεί στον εγκωμιασμό της χάριτος[45]. Μέσω της ταπεινότητος αποκτούμε την συγχώρεση των αμαρτιών μας. Ιδού που μπορεί να βρεθεί μια δεύτερη, εξειδικευμένα Ευαγγελική, θέαση και άποψη: οι εκλεκτοί δεν καλούνται και επιλέγονται λόγω των έργων τους αλλά λόγω της πίστης τους στον Θεό[46]. Όμως, λίγο έτι περαιτέρω, ο Κλήμης μιλά περί της ανάγκης για έργα και για την ανάγκη παρουσίασή τους καθώς και για την ανεπάρκεια της πίστεως δίχως αυτά[47].
β) Τα γράμματα του Αγίου Ιγνατίου είναι απλώς τοπικά γραπτά,[48] στερούμενα κάθε μεθοδολογικής ενατένισης για σκοπούς κέρδους. Όμως, ο Άγιος Ιγνάτιος είναι ο ένας εκ των αποστολικών Πατέρων που είχε γνώση από κοινού περί της εκ Χριστού ποιηθείσης σαρκός ή του σαρκωθέντος Χριστού ή περί Ενσαρκώσεως του Χριστού. Αυτός είναι που επιτίθεται στους κόλπους του Χριστιανισμού κατά της τάσης του δοκητισμού με οξύτητα. Ο Ιησούς είναι «ΥΪΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ∙ ΟΝΤΩΣ ΓΕΝΝΗΘΕΙΣ ΕΚ ΠΑΡΘΕΝΟΥ[49]» και ο οποίος «ΕΝ ΣΑΡΚΙ ΗΝ ΕΚ ΦΥΛΗΣ ΔΑΥΪΔ, Ο ΥΪΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΥΪΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»[50]. Αυτός είναι που επιβεβαιώνει περί της πραγματικής μητρότητος της Μαρίας «ΤΩ ΟΝΤΙ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΑ ΕΚ ΠΑΡΘΕΝΟΥ»[51]. Είχε όντως διατρηθεί από ένα καρφί για χάρη μας υπό Ποντίου Πιλάτου και Ηρώδου του Τετράρχου».[52] Και Αυτός υπέστη τας ωδίνας του πάθους πράγματι καθώς και όντως εγέρθη αφ’ εαυτού εκ των νεκρών. Δεν συνέβη όπως υποστηρίζουν κάποιοι άπιστοι που λένε ότι το Πάθος του ήταν μια τεχνητή αυθυποβολή, εφεύρεση.[53] Ο Ιγνάτιος έτι περαιτέρω δίδει έμφαση, εάν είναι αυτό εφικτό, στην ιδιότητα της ανθρωπότητας που ο Χριστός προσέλαβε και ενεδύθη. Υποστηρίζει ότι είναι στην σάρκα που ο Χριστός έχει αναστηθεί. «Ξέρω πως ύστερα από την ανάστασή του, ο Ιησούς προσέλαβε σάρκα και πιστεύω ότι εξακολουθεί και τώρα να είναι στην ίδια θέση. Κι όταν ήλθε σ’ αυτούς που ήταν με τον Πέτρο, τους είπε ΙΔΟΥ, ΛΑΒΕΤΕ, ΑΓΓΙΞΤΕ ΜΕ, ΚΑΙ ΔΕΙΤΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΠΝΕΥΜΑ ΔΙΧΩΣ ΣΩΜΑ κι αμέσως τον αγγίζουν και τον πιστεύουν, ενωμένοι με την σάρκα και το πνεύμα του… Και ύστερα από την ανάσταση, έφαγε και ήπιε μαζί τους, λες και ήταν ολοκληρωτικά σωματικός, αν και ενωμένος πνευματικά με τον Πατέρα του».[54] Επί αυτής της κοινωνίας του Χριστού με εμάς, ο Ιγνάτιος εγκαθιδρύει την ενότητα και ένωση της Εκκλησίας και των κανόνων της θρησκευτικής ζωής. Για αυτόν, τίποτε δεν είναι τόσο πολύτιμο όσο η Πίστις και η Αγάπη. «Τούτο είναι το όλον: η πίστη και η χάρις της αγάπης. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ακριβό[55] ως ευλογία». Και μεταφέροντας ακόμη και στο άκρον ένα από τα θέματα που υποδείχθηκαν ήδη στον πρωτογενή Χριστιανισμό, υποστηρίζει ότι όποιος έχει πίστη δεν αμαρτάνει: «Οι σωματικοί δεν μπορούν να κάνουν πνευματικά τα έργα ούτε οι πνευματικοί έργα απιστίας ούτε η απιστία μπορεί να δημιουργήσει τους πνευματικούς της πίστεως. Αυτά που κάνετε συμφώνως με την σάρκα είναι πνευματικά διότι τα κάνετε όλα όπως ο Ιησούς, Χριστέ».[56]
Δώσαμε ήδη με σαφήνεια την εικόνα του τύπου αυτού του Χριστιανισμού στο άκρον της πίστεώς του καθώς και στις συνέπειες που προϋποθέτει: δεν θα εκπλαγούμε, επιπλέον, να βρούμε στον Άγιο Ιγνάτιο τα πιο παθιασμένα αποστάγματα μυστικισμού. «Η Αγάπη μου έχει σταυρωθεί και δεν υπάρχει μέσα μου ούτε σπινθήρας φωτιάς για την ύλη∙ όμως, υπάρχει ένα ΥΔΩΡ ΖΩΝ και ΟΜΙΛΟΥΝ που μου λέγει εσωτερικά ΕΡΧΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ».[57]
γ) Η Επιστολή αποδιδόμενη στον Άγιο Βαρνάβα[58] υπεράνω όλων είναι ένα πολεμικό έργο κατευθυνόμενο ενάντια στον Ιουδαϊσμό. Δεν περιέχει σχεδόν καθόλου στοιχεία διδαχής και επιπλέον είναι αποκλειστικώς και μόνο ενδιαφέροντος μεσαίου. Ο συγγραφέας επιτυγχάνει μια μεγάλη συμφωνία και με ρεαλισμό επιμένει αποκλειστικώς –και αυτό είναι που πρέπει να υπογραμμιστεί ως σημείωση– στην Σωτηρία. Αυτή η Λύτρωση αντλείται εκ του γεγονότος ότι ο Ιησούς παρέδωσε την σάρκα του στην φθορά και μας αγίασε με το αίμα του.[59]
Το Βάπτισμα είναι αυτό που μας επιτρέπει να συμμετάσχουμε σε αυτήν την Σωτηρία. «Βυθιζόμαστε και κατεβαίνουμε στο ύδωρ, φορτωμένοι με αμαρτίες και ακάθαρτοι –και μετά αναδυόμαστε μεταφέροντας τους καρπούς (κατεχόμενοι σε καρδιά και πνεύμα) εκ της ελπίδος στον Ιησού».[60]
δ) [61]«Δύο είσοδοι υπάρχουν, μια της ζωής και μία του θανάτου
–αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των 2».
Η διδασκαλία των Δώδεκα Αποστόλων
συνδέεται αφ’ εαυτής μόνο με το μάθημα περί της διαμόρφωσης της οδού της ζωής και όσων πρέπει να γίνουν για να αποφύγει κανείς την οδό του θανάτου.
Πρόκειται για μια κατήχηση, μια λειτουργική φόρμουλα
που δεν αντιφάσκει σε όσα δρομολογήσαμε σχετικά με τον αποκλειστικώς πρακτικό χαρακτήρα όλης αυτής της λογοτεχνίας.
ε) Ο Ποιμήν του Ερμά και η δεύτερη επιστολή του Κλήμη είναι υπεράνω όλων έργα διαπλάσεως της κοινωνίας.[62]
Το κοινόν θέμα μεταξύ των 2 αυτών έργων είναι ο κανών της μετανοίας. Ο Ερμάς χορηγεί συγχώρεση αποκλειστικά και μόνο στα σφάλματα που διεπράχθησαν την ώρα που αυτός έγραφε. Και από την στιγμή αυτή το δόγμα της μεταστροφής και εξομολόγησης εμποτίζεται με την ορισμένην αυστηρότητα γραμμής που επιτάσσουν τα πεσσιμιστικά ρεύματα σκέψεως. Στους Χριστιανούς της εποχής που έγραφε, χορηγεί αυτήν την συγχώρεση μόνο μία φορά σε έναν και μοναδικό χρόνο.[63]
Επιβάλλει και θεσπίζει μιαν ταχύτητα και μιαν αναλογία συμφώνως προς την οποία μια ώρα ασεβούς ικανοποίησης εξιλεώνεται από τριάντα ημέρες μετανοίας και μεταστροφής εις τα οπίσω –και μία ημέρα από ένα έτος.
Συμφώνως προς αυτόν, οι φαύλοι καταδικάζονται στην κάμινο του πυρός ενώ όποιος, έχοντας γνώση Θεού, διέπραξε παρά ταύτα σφάλμα, για την αμαρτίαν αυτή θα εξαγνίζεται αιωνίως[64]. Η δεύτερη Επιστολή του Κλήμη είναι ένα ζωντανό κήρυγμα που μιλά προσφέροντας συχνές αναλογίες με τον Ποιμένα του Ερμά. Ιδού εκ νέου ο σκοπός είναι ολοκληρωτικά πρακτικός: να προτρέψει τον πιστό στην Μεταστροφή και στην Χάρη. Απευθείας δια μέσου των κεφαλαίων 1 ως και 9 αποδεικνύεται η πραγματική και απτή, ψηλαφητή Ενσάρκωση του Ιησού (ή) η Ενσάρκωση αποδεικνύει τα κεφάλαια. Το επόμενο κεφάλαιο προστίθεται ώστε να περιγράψει τις ποινές και ανταμοιβές που θα επιβληθούν ή θα χορηγηθούν συμφώνως προς αυτό μετά την Ανάσταση.
στ) Η επιστολή του Πολυκάρπου, η σύνδεση με εμάς που συντίθεται από το μαρτύριό του, τα σπαράγματα του Παπία, τελικά –τίποτε δεν μας διδάσκουν που να εκτιμάται ως νέο[65]. Αφιερωμένος σε πρακτικούς σκοπούς, ο λόγος των έργων αυτών συμμετέχει σε μιαν αντι-δοκητική Χριστολογία και συνενώνει δια αυτών μια κλασσική θεωρία της αμαρτίας με την ανύψωση της Πίστεως. Στην πραγματικότητα, συνοψίζουν πιστά οι Θεοί ό,τι ήδη ξέρουμε για αυτήν την αποστολική λογοτεχνία και την περιφρόνησή της για κάθε ενατένιση. Ας ερευνήσουμε τώρα εντός του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο βρέθηκε και αναπτύχθηκε αυτό το κήρυγμα.
Β. Οι άνθρωποι
Μπορούμε να πούμε ότι η σκέψη των αποστολικών Πατέρων αντικατοπτρίζει το πραγματικό πρόσωπο της περιόδου στην οποία ζούσαν. Οι πρώτες ευαγγελικές κοινότητες μοιράζονταν αυτά τα συμφέροντα και είχαν αποσυρθεί από κάθε διανοητική φιλοδοξία. Τίποτε καλύτερο δεν διευκρινίζει αυτήν την στάση του νου από τις προσπάθειες του Κλήμη της Αλεξανδρείας να εκκαθαρίσει και να αποδιώξει αυτές τις προκαταλήψεις. Αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ο Κλήμης ζούσε στο τέλος του 2ου αιώνος,[66] βλέπουμε με ποιαν συνεκτικότητα ήταν προσκολλημένος ο Χριστιανισμός στις πρωταρχικές πηγές του και, έτι περαιτέρω, επειδή οι ιδιοτροπίες και φαντασίες του Γνωστικισμού δεν εννοούσαν και δεν εξυπηρετούσαν στην οδήγηση του πνεύματος πίσω προς την φιλοσοφία. Ο Κλήμης της Αλεξανδρείας, Ελληνίδας[67] πόλης σε κουλτούρα και σε πνεύμα, συναντούσε την πιο ζώσα αντίσταση στο κοινωνικό του περιβάλλον και όλες του οι προσπάθειες ήταν να αποκαταστήσει στον οίκο της, να επαναφέρει στην ευθεία οδό και να εξυγιάνει την παγανιστική φιλοσοφία που τότε αντιμετωπιζόταν με αναξιοπρέπεια και να εξοικειώσει, να εθίσει τα πνεύματα του Χριστιανισμού σε αυτήν. Είναι, όμως, άλλης τάξεως ζήτημα αυτό. Οι Στρωματείς έχουν ενδιαφέρον ως προς το τι αποκαλύπτουν μέσω της αποστροφής του συγγραφέα: αυτό που ήταν –και ηχητικά– υγιώς εχθρικό εντός του περιβάλλοντός του προς κάθε κερδοσκοπία. Καλώντας ο Κλήμης τους Simpliciores, αυτούς δηλαδή που όντως είναι κι οι πρώτοι Χριστιανοί, εμείς βρίσκουμε σε αυτούς τα γεωμετρικά αξιώματα του αποστολικού κηρύγματος: «Οι όχλοι τρομάζουν τόσο πολύ έναντι της Ελληνικής φιλοσοφίας όσο όταν είναι σαν τα παιδιά που τρομάζουν όταν βλέπουν τον πατέρα τους να τα πλησιάζει φορώντας προσωπείο».[68] Ο αντίκτυπος, όμως, της προσβολής γίνεται αισθητός διότι «Υπάρχουν κάποιοι νέοι που θεωρούν εαυτούς σαν έναν νέον γεννημένον εκ του πνεύματος και εκτιμούν ότι δεν οφείλει κανείς να αγγίζει ούτε την φιλοσοφία ούτε την διαλεκτική ούτε μάλιστα να εφαρμόζει τους υπολογισμούς του στην μελέτη του σύμπαντος για να αιτηθεί κάτι».[69] Ή, εκ νέου, «Υπάρχουν κάποια πρόσωπα που κάνουν αυτήν την αντίρρηση. Ποιός, όμως, ωφελείται από την γνωριμία των αιτίων που εξηγούν την κίνηση του ήλιου ή των άλλων αστεριών ή από την απόκτηση της γνώσης της γεωμετρίας, της διαλεκτικής ή των άλλων επιστημών! Αυτά τα πράγματα και οι ουσίες τους δεν είναι ουδεμίας χρησιμότητας εφ’ όσον κατευθύνονται στην ανάλυση της εικόνας των χρεών και των οφειλημάτων. Η Ελληνική φιλοσοφία δεν είναι παρά ένα προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας: αυτή δεν δίδει πληροφόρηση για την αλήθεια».[70]
Οι απόψεις των Χριστιανών του κοινωνικού περιβάλλοντος της Αλεξάνδρειας ήταν τελείως ευκρινείς. Η πίστη αρκεί για τον άνθρωπο –τα ρέστα είναι απλή λογοτεχνία. Συγκρίνετε, αντιθέτως, μιαν βεβαίωση που έρχεται μέσω του Τερτυλλιανού (που είναι σύγχρονος του Κλήμη αναφορικά με ένα κείμενο αυτού του τελευταίου) και επικυρώνουν εκατέρωθεν ο ένας τις πληροφορίες του άλλου: «Υπάρχει κοινό εδώ» λέει ο Τερτυλλιανός, «μεταξύ της εισόδου στην Αθήνα και στην Ιερουσαλήμ, μεταξύ της εισόδου στην Ακαδημία και στην Εκκλησία; Αποδιώχνουμε όσους ζουν μέσω ενός Χριστιανισμού στωϊκού, πλατωνικού, διαλεκτικού∙ Για τον δικό μας νου, δεν έχουμε πλέον καμίαν απορία ύστερα από την έλευση του Ιησού, Χριστέ, ούτε ερευνούμε μετά από το Ευαγγέλιο».[71]
Γράφει και ο Κλήμης: «Δεν αγνοώ αυτό που κάποιοι νέοι μωρολογούντες ισχυρίζονται λόγω της αγνοίας τους –και είναι αυτοί που τρομάζουν από κάθε όχλο και κρότο μάθησης– ότι πρέπει κανείς να μένει στις απαραίτητες ουσίες και να τις κρατά αυτές με τις οποίες έχουν αμοιβαία σχέση επαφής και συμπάθειας με την πίστη και ότι πρέπει να μένει γυμνός απέναντι σε ό,τι έρχεται εκ του πέραν και που είναι πλεονάζων σε αφθονία».[72] Αυτοί οι απλοί άνθρωποι περιόριζαν εαυτούς στην ιερή Βίβλο. Ο Απόστολος Παύλος τους είχε προειδοποιήσει να είναι σκοποί κατά της «ΚΕΝΗΣ ΑΠΑΤΗΣ».[73] Δίχως την χάρη, μπορεί κανείς να ελπίζει να είναι μόνον ο ΧΑΛΚΟΣ ΗΧΩΝ ή το ΚΥΜΒΑΛΟΝ ΑΛΑΛΑΖΟΝ. Ιδού γιατί στον 4ον αιώνα, ο Rutilius Namatianus όρισε με ευκρίνεια τον Χριστιανισμό ως την «αίρεση που υποδαυλίζει και υποκινεί τις ψυχές».[74] Και με την απόκλησην αυτή δημιουργείται απλώς έκπληξη στην Κλήμη της Αλεξανδρείας ενώ ο Κέλσος εξοργίζεται.[75] Αυτό αποτελεί ασφαλήν απόδειξη για την ζωντάνια εντυπώσεων μιας παράδοσης που φαίνεται με τον τρόπον αυτό καλά στερεωμένη για εμάς.
3. ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΟΥ
Αν ρίξουμε μια ματιά πίσω, πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο πρωτογενής Χριστιανισμός συνοψίζεται σε λίγα βασικά αλλά καλά ριζωμένα θέματα ενώ γύρω του οι κοινότητες συγκροτούνται και ελίσσονται ταυτόχρονα, πλεονάζουσες και υπερπλήρεις από αυτές τις πνοές και φιλοδοξίες ενώ επιχειρούν να τις ενσωματώσουν και να τους δώσουν σάρκα μέσω του παραδείγματος και του κηρύγματός τους. Αυτές είναι οι ισχυρές αξίες που αυτός ο νέος πολιτισμός έφερε σε συμφωνία και ολοκλήρωσε τελευταία. Εξ ου από το χρονικό αυτό σημείο και η έκστασις που συνοδεύει την γέννησή του καθώς και τα εσώτερα πλούτη –και μάλιστα, σε βαθμό τέτοιο που δημιουργεί τον άνθρωπο. Επί των βάσεων αυτών, όμως, προετοιμάζεται μια εξέλιξη. Ήδη, από τον Ματθαίο στον Ιωάννη, η γραμμή της εξελίξεως έρχεται στο φως. Το Βασίλειο του Θεού παραχωρεί την θέση του στην αιώνιον ζωήν.[76]
ΠΝΕΥΜΑ Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΣΚΥΝΩΝ ΑΥΤΟΝ ΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΔΕΙ ΠΡΟΣΚΥΝΕΙΝ. Ο Χριστιανισμός είναι ήδη διεθνοποιημένος, οικουμενικός.
Η Τριας –η οποία δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα– εκδηλώνεται μόνον εν μέρει ωστόσο.[77] Το σημείο του επιχειρήματος είναι ότι ο Χριστιανισμός έχει ήδη αντιμετωπίσει τον Ελληνικό κόσμο και, πριν περάσει μέσω κάποιου άλλου εξελικτικού τύπου, πρέπει να τσεκάρει τις αιτίες που διαρκώς τον ωθούν να εμβαθύνει και να διαχύσει την ροή της διδασκαλίας του υπό Ελληνικόν μανδύα. Η ρήξη με τον Ιουδαϊσμό και η είσοδος στο Μεσογειακό πνεύμα δημιουργεί για τον Χριστιανισμό ορισμένες υποχρεώσεις: να ικανοποιήσει τους Έλληνες που έχουν ήδη γίνει αποδεκτοί στην νέα θρησκεία, μαζί με αυτούς να δελεάσει τους υπόλοιπους προβάλλοντας έναν λιγότερο Ιουδαϊκό Χριστιανισμό και, κατά έναν γενικόν τρόπο, να μιλήσει την γλώσσα τους, να εκφραστεί με φόρμουλες κατανοητές και κατά συνέπεια να εισαγάγει τον διασκορπισμένο, διαμελισμένον ενθουσιασμό των Χριστιανικών κοινοτήτων με βαθειά μυστική πίστη από διαφορετικούς τόπους στα επιδέξια χέρια και μορφές σκέψεως των Ελλήνων. Αυτές είναι οι απαιτήσεις που πρέπει να διϋλίσουμε στο φως.
Α. Η αφοσίωση των πιστών
Από την περίοδο αυτή και μετά, πράγματι, και από την αρχή ως το τέλος (παντού) του 2ου αιώνος, ο Χριστιανισμός μετρά ανάμεσα στους προσκολλωμένους σε αυτόν τους πιο καλλιεργημένους Έλληνες:[78] Αριστείδης, του οποίου η Απολογία προς τον Αντωνίνιο τον Ευσεβή τοποθετείται μεταξύ του 136 και 161 μ.Χ.∙ Μιλτιάδης (προς το 150 μ.Χ.)∙ Ιουστίνος, του οποίου η πρώτη Απολογία βρίσκεται μεταξύ του 150 και 155 μ.Χ., ο/η δεύτερος/η μεταξύ 150 και 160 μ.Χ. και του οποίου ο διάσημος Διάλογος μετά του Τρύφωνος είχε δημοσιευθεί προς το 161 μ.Χ.∙ Αθηναγόρας, τελικά (Supplicatio pro christianos 176–178 μ.Χ.) –τόσο πολλά πνεύματα που προσήλθαν στην νέα θρησκεία έδωσαν συμπαγήν έκφραση στην ένωση μιας θεωρητικής παράδοσης ενατένισης και μιας νέας ακόμα ευαισθησίας στον κόλπο της Μεσογείου.
Από της ώρας εκείνης και μετά, πρόκειται για ζήτημα συμφιλίωσης του πνεύματός τους –που η εκπαίδευση είχε διαμορφώσει ως Ελληνικό– με την καρδιά τους –που η Χριστιανική αγάπη είχε διαπεράσει και διεισδύσει– αν και, από ιστορικής πλευράς, αυτοί οι Πατέρες είναι απολογητές: διότι όλη τους η προσπάθεια είναι να παρουσιάσουν τον Χριστιανισμό ως εναρμόνιο με τον Λόγο (πράγμα που επιτυγχάνουν με εντυπωσιακά αποτελεσματικόν τρόπο).
Συμφώνως με αυτούς, η Πίστη συμπληρώνει κι ολοκληρώνει τα ευρήματα του Λόγου και, άρα, δεν είναι κατακριτέο για ένα Ελληνικό πνεύμα να τον/την αποδεχθεί. Ώστε είναι σε φιλοσοφικό έδαφος που οι 2 πολιτισμοί αντιμετώπισαν ο ένας τον άλλο. Ο Ιουστίνος έρχεται προχωρώντας πολύ συγκεκριμένα και ιδιαιτέρως στον τόπο που υποδεικνύεται από αυτήν την οδό. Βασίζεται στις ομοιότητες μεταξύ του Χριστιανικού ρεύματος και της Ελληνικής φιλοσοφίας: το Ευαγγέλιο συνεχίζει τον Πλάτωνα και τους Στωϊκούς (ή) ο Πλάτων και οι Στωϊκοί συνεχίζουν το Ευαγγέλιο.[79]
Και ο Ιουστίνος βλέπει 2 λόγους για την σύμπτωση αυτή.
Πρώτον, αποδέχθηκε την ιδέα –τόσο ευρέως διάχυτη στον χρόνο[80]– ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν γνώση των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης και δέχονταν έμπνευση από αυτά (μια άνευ νοήματος υπόθεση που, όμως, είχε τεράστια δημοφιλία). Δεύτερον, ο Ιουστίνος θεωρεί ότι ο Λόγος ο ίδιος αφ’ εαυτό εμφανίζεται σε μας στο πρόσωπο του Ιησού αλλά ότι αυτός υπήρχε πριν την Ενσάρκωση και ενέπνευσε την φιλοσοφία των Ελλήνων.[81] Αυτό δεν εμποδίζει τον συγγραφέα μας να κρίνει υπέρ της ηθικής αναγκαιότητας της Αποκαλύψεως λόγω του ατελούς χαρακτήρα της παγανιστικής θεωρίας. Την ίδια στιγμή που οι Απολογητές πλησίαζαν πλησιέστερον προς τους Έλληνες, απομακρύνονταν ολοένα και περισσότερο από τον Ιουδαϊσμό. Η εχθρότητα των Ιουδαίων απέναντι στην νέα θρησκεία αποτελούσε επαρκή βάση. Προσέθεσε, όμως, μιαν αιτία πολιτικής τάξεως: τον ρόλο που οι Ιουδαίοι είχαν τηρήσει και διαδραματίσει στις διώξεις των Χριστιανών μέσω των κατηγοριών εναντίον τους.[82]
Ακέραιο το επιχείρημα του Διαλόγου μετά του Τρύφωνος είναι η αποδεικτική μαρτυρία της συμφωνίας μεταξύ των Προφητών και της Καινής Διαθήκης και από αυτήν άντλησε ο Ιουστίνος τις εντολές παράδοσης της Παλαιάς Διαθήκης και τον θρίαμβο της Χριστιανικής αλήθειας.[83]
Β. Η αντίσταση
Την ίδια ώρα, σχηματίζονταν και μορφές αντίστασης. Επιπροσθέτως, ξέρουμε ήδη περί της απέχθειας του Τερτυλλιανού αναφορικά με ολόκληρη την παγανιστική σκέψη. Ο Τατιανός[84]και ο Ερμίας[85] είναι εξ άλλου απόστολοι αυτού του αυτοδιοικητικού τοπικού κινήματος.
Ωστόσο, η πλέον φυσική τάση του Χριστιανισμού είναι η επέκτασή της, ώστε οι αντιστάσεις για τις οποίες μιλάμε είναι αυτές των παγανιστών. Μπορούμε (δίχως αντίλογο να μας διαψεύδει) να πούμε ότι αυτές οι αντιστάσεις συνεισέφεραν τα μέγιστα στην επιτυχία της συμφωνίας που οδήγησε στην νίκη του Χριστιανισμού.
Ο P. de Labriolle[86] εμμένει μετ’ επιτάσεως στο γεγονός ότι οι παγανιστές στο τέλος του 2ου αιώνος και στην αρχή του 3ου επιδίδονται στην εκτροπή των υδάτων του θρησκευτικού ενθουσιασμού της περιόδου προς παραστάσεις και προσωπικότητες που αναπαράγονται με βάση το μοντέλο του Χριστού.[87]
Αυτή η ιδέα είχε ήδη λάβει χώρα και είχε παρουσιαστεί στον Κέλσο όταν έθετε αντιμέτωπους τον Ασκληπιό, τον Ηρακλή ή τον Βάκχο με τον Ιησού. Αυτό, όμως, σύντομα εξελίχθηκε σε ένα σύστημα πολεμικό.
Στην αρχή του 3ου αιώνος, ο Φιλόστρατος έγραψε την θαυμάσια ιστορία του Απολλωνίου εκ Τυάνων που φαίνεται σε πολλά σημεία να μιμείται τις Γραφές.[88] Μετά ταύτα –ο Σωκράτης, ο Πυθαγόρας, ο Ηρακλής, ο Μίθρας, ο ήλιος και οι αυτοκράτορες θα διοχέτευαν και εξέτρεπαν προς άλλην κατεύθυνση το ρεύμα της συμπάθειας και ευμένειας του ΕλληνοΡωμαϊκού κόσμου και, τώρα, (θα) αντιπροσώπευαν/εύουν αντιθέτως έναν παγανιστή Χριστό. Η μέθοδος αυτή είχε τους κινδύνους και τα πλεονεκτήματά της αλλά τίποτε δεν δείχνει καλύτερα πόσο καλά είχαν κατανοήσει οι Έλληνες την ισχύ και την έλξη της νέας θρησκείας. Αυτός, όμως, ο εκχριστιανισμός ενός παρηκμασμένου Ελληνισμού αποδεικνύει επίσης ότι οι αντιστάσεις ήταν φτιαγμένες ευφυέστατα. Ιδού βλέπουμε εκ νέου την αναγκαιότητα να χρησιμοποιήσει ο Χριστιανισμός κάθε άποψη του Ελληνισμού, να επιδείξει ότι προωθεί τα υψηλά της δόγματα για την αιώνιο ζωή και για την φύση του Θεού και, ακόμα, να εισαγάγει σε όλα αυτά την μεταφυσική. Αυτός, εν συντομία, υπήρξε ο ρόλος των Απολογητών. Επιπλέον, οι Θεοί δεν κάνουν λάθος περί αυτού.
Η προσπάθεια αυτή για ομοίωση προήλθε από τα ανώτατα επίπεδα. Πάει πίσω στον Παύλο καθώς αυτός είναι που γεννήθηκε στην Ελληνική πόλη Ταρσός με το ομώνυμο Πανεπιστήμιο. Είναι ιδιαιτέρως σαφής στον Φίλωνα που, όμως, κρατά μιαν Ιουδαϊκή άποψη. Αυτήν την προσπάθεια την σημειώσαμε μόνο στους Απολογητές διότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που το κίνημα αυτό προσλαμβάνει μια συνεκτική, συγκεντρωτική και συλλογική μορφή. Ας δούμε μόνο τα προβλήματα που προκύπτουν.
Γ. Τα προβλήματα
Από τον συνδυασμόν αυτό της ευαγγελικής πίστης με την Ελληνική μεταφυσική γεννήθηκαν τα Χριστιανικά δόγματα. Επιπλέον, εμβαπτισμένη στην ατμόσφαιρα της θρησκευτικής έντασης, η Ελληνική φιλοσοφία έδωσε ώθησε στον Νεοπλατωνισμό. Το όλο πράγμα, όμως, δεν έγινε μέσα σε μιαν ημέρα.
Εάν είναι αλήθεια ότι οι αντιθέσεις μεταξύ Χριστιανικών και Ελληνικών ιδεών απαλύνθηκαν από τον κοσμοπολιτανισμό που έχουμε σημειώσει, εν τούτοις παρέμειναν πράγματι ορισμένες αντινομίες∙ ήταν αναγκαίο να συμφιλιωθεί η δημιουργία «ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ/ex nihilo» (κάτι που απέκλειε την υπόθεση της ύλης ως μήτρας) με την τελειογονία του Θεού των Ελλήνων (κάτι που υποννοούσε την ύπαρξη αυτής της ύλης). Το Ελληνικό πνεύμα διείδε την δυσκολία ενός τέλειου, αμετάβλητου κι ακίνητου Θεού που δημιουργεί το προσωρινό, το πεπερασμένο και το ατελές. Όπως πολύ αργότερα έγραψε, αναφορικά με το πρόβλημα αυτό, ο Άγ. Αυγουστίνος: «Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς την υπόσταση του Θεού που κάνει τα πράγματα να μεταβάλλονται χωρίς να υφίσταται καμία αλλαγή αλλά και πράγματα πρόσκαιρα στον κόσμο χωρίς να μετακινείται καθόλου μέσα στον Χρόνο».[89]
Με άλλα λόγια, η ιστορία είναι που κατέστησε αναγκαία την εμβάθυνση του Χριστιανισμού εφόσον αυτός ήθελε να διευρυνθεί διεθνώς. Αυτό συνέβη ώστε να δημιουργηθεί μια μεταφυσική.
Τώρα, δεν υπάρχει καμία μεταφυσική χωρίς ένα μίνιμουμ ρασιοναλισμού. Η διάνοια, ως πηγή πληροφόρησης, είναι ανίσχυρη να ανανεώσει τα θέματά της όταν το συναίσθημα αλλάζει διαρκώς αποχρώσεις. Η προσπάθεια συμφιλίωσης –που είναι εγγενής στον Χριστιανισμό– με την σκέψη θα είναι να την εξανθρωπίσει, να δώσει μορφή ανθρώπινη και να διανοητικοποιήσει τα συναισθηματικά της θέματα καθώς και να την αποκαταστήσει από αυτά τα ακραία όρια στα οποία είχε αποσυρθεί για να δώσει τις μάχες της.
Αυτό συμβαίνει διότι το να ερμηνεύει κανείς σημαίνει –μέχρι ενός σημείου– να ασκεί επιρροή. ΔΙΑ ΤΟΥΤΟ, αυτή η προσπάθεια για συμφιλίωση θα μειώσει ελαφρά την έλλειψη αναλογιών μεταξύ Θεού και ανθρώπου που είχε εγκαθιδρύσει ο Χριστιανισμός.
Φαίνεται, αντιθέτως, ότι στις απαρχές της η Χριστιανική σκέψη –κάτω από την επιρροή των αξιών του θανάτου και του πάθους και του τρόμου μπροστά στην αμαρτία και στον κολασμό– είχε φθάσει στο σημείο εκείνο όπου (όπως λέει ο Άμλετ) ο χρόνος είναι παραμορφωμένος.
Η διάνοια πρέπει να δώσει τώρα στην Χριστιανική σκέψη ένα πέρασμα, μίαν δίοδο, έναν δίαυλο.
Αυτή ήταν η αποστολή, σε ένα μάλλον αδύνατο μέτρο, των πρώτων Θεολογικών συστημάτων: εκείνων του Κλήμη της Αλεξανδρείας και του Ωριγένους καθώς και των συνόδων ως αντίδραση κατά των αιρέσεων και, υπεράνω όλων, του Αγ. Αυγουστίνου. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, όμως, η Χριστιανική σκέψη μετατοπίζεται. Ο Χριστιανισμός εισήλθε σε μιαν νέα φάση στην οποία ήταν το ζητούμενο να ερευνηθεί εάν έχανε την βαθύτερη, πρωτογενή πηγή της γέννησής της προκειμένου να εκλαϊκευθεί προς το καλύτερο, εάν αντιθέτως θα θυσίαζε την δύναμη επέκτασής της στην ανάγκη για αγνότητα και καθαρότητα ή εάν θα επιτύγχανε τελικώς μιαν επανασυμφιλίωση αυτών των εξίσου φυσικών μελημάτων. Η εξέλιξή της, όμως, δεν ήταν αρμονική. Ακολούθησε επικίνδυνα μονοπάτια που την δίδαξαν σύνεση.
Αυτά ήταν τα μονοπάτια του Γνωστικισμού. Ο Γνωστικισμός έκανε χρήση του Νεοπλατωνισμού και των κατάλληλων υποδομών με σκοπό να συμβιβάσει την θρησκευτική σκέψη.
Μονίμως αποκολλημένος από τον Ιουδαϊσμό, ο Χριστιανισμός εισήλθε και διϋλίστηκε μέσα στο φίλτρο του Ελληνισμού δια μέσου της πύλης που κρατούσαν ανοιχτή οι Ανατολικές και Οριεντάλ θρησκείες. Και πάνω σε αυτόν τον βωμό του στρατιώτη του αγνώστου Θεού (ή) του αγνώστου στον Θεό[90] τον οποίο ο Παύλος θεώρησε κατ’ είδωλον στην Αθήνα, αρκετοί αιώνες Χριστιανικής θεωρίας και ενατενίσεως θα αφιερώνονταν για την ύψωση της εικόνας του Σωτήρος στον σταυρό.


[1] P. de Labriolle, Η παγανιστική Αντίδραση (σημείωση μεταφραστή: η έλλειψη σελίδας στην παραπομπή αυτή συνδέεται με τις κατηγορίες Κέλσου, Πορφυρίου και Ιουλιανού κατά του Απ. Παύλου στον Άρειο Πάγο αλλά, ιδίως, με αναφορά του συγγραφέα στο Κατά Μάρκον Η΄ 39 που, ωστόσο, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ στο Ευαγγέλιο!).
[2] P. de Labriolle, «Λατίνων Ιστορία της χριστιανικής λογοτεχνίας» όπου ο Labriolle τιτλοφορεί το έργο “DURATIONE”.
[3] Για την άμεση εγγύτητα αυτής της Παρουσίας, συνέκρινε Κατά Μάρκον 8:39 – 13:30∙ Κατά Ματθ. 10:23,12:27 – 28,24:34∙ Κατά Λουκ. 9:26 – 27,21:32. Συνέκρινε ακόμα την κοινή έκδοση Βίβλου Αγ. Ιερώνυμου: Κατά Ματθ.24:42 – 44,25:13∙ Κατά Λουκ.12:37-40
[4] P. de Labriolle, Ιστορία της Λογοτεχνίας, σελ. 49: «Διαποτισμένοι από το αίσθημα ότι ο κόσμος θα τελείωνε σύντομα… επιθυμούσαν…».
[5] Ιωβ, 7:5 – 6.
[6] Ιώβ 2:9,3:3,10:8,10:21 – 22,12:23,17:19 – 16,21:23 – 26,30:23.
[7] Passim, αλλά υπεράνω όλων Εκκλησιαστής 2:17,3:19 – 21,12:1 – 8.
[8] Συνέκρινε Ρενάν, Ζωή του Ιησού, κεφ. XXV, σελ. 438: «Η ιδιαίτερη βαρβαρότητα της ποινής του σταυρού ήταν ότι μπορούσε να ζει κανείς 3 ή 4 μέρες σε αυτό το τρομακτικό καθεστώς. Η αιμορραγία των χειρών σταμάτησε και δεν υπήρξε θανάσιμη, μοιραία. Η πραγματική αιτία θανάτου ήταν η αφύσικη θέση του σώματος που περιλάμβανε ένα τρομερό κυκλοφοριακό πρόβλημα, τρομακτικούς πόνους στο κεφάλι και στην καρδιά και, στο τέλος, ακαμψία των άκρων».
[9] Πορφύριος, «Φιλοσοφία των Χρησμών» συμφώνως προς τον Άγ. Αυγουστίνο, «Η Πολιτεία του Θεού», XIX, 23.
[10] Πορφύριος, αναφορά του P. de Labriolle, «Η παγανιστική Αντίδραση», σελ. 211.
[11] Σημείωση του μεταφραστή: επισημαίνεται η ύπαρξη εκτεταμένης αλληλογραφίας των συνεργατών του κινήματος COMBAT δημοσιογράφων Albert Camus-Pascal Pia που κορυφώνεται στις 19/11/1946. Βλ. μεταφράσεις Χρήστου Π. Παπαχριστόπουλου.
[12] Κατά Ματθ. 8:22,10:21 – 22 και 35 – 37,12:46 - 50∙ Κατά Λουκ. 3:34,14:26 – 33.
[13] Κατά Λουκά 14:26 - 28
[14] Σημείωση του μεταφραστή: βλ. το κείμενο «ΠΕΣΣΙΜΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΑΡΡΟΣ», 3/11/1944, εφημερίδα COMBAT.
[15] Σημείωση του μεταφραστή: το λατινικό ρητό θρησκευτικής φύσεως σημαίνει «ΜΗΔΕΙΣ ΑΓΑΘΟΣ». Ωστόσο, πρέπει να προστεθεί ότι αργότερα στο κείμενο συναντάται και το ρητό «NEMO HABET DE SUO NISI» το οποίο –κυριολεκτικά– συνδέεται με το νησί του πλοιάρχου Νέμο. Άλλωστε, Μηδείς=Κανένας=Νέμο=Οδυσσεύς. Δες και το κείμενο «Ο ΑΠΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ», 1948, Ομιλία στο μοναστήρι Δομινικανών σε σύγκριση με την μετέπειτα αναφορά στον «ΛΟΓΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ» του Κέλσου.
[16] Κατά Ιωάννη 1:8, Α΄ Προς Κορινθίους 10:13, Κατά Ματθαίον 12:21 – 23, 19:25 - 26
[17] Προς Ρωμαίους 7:15 - 24
[18] Σημείωση του μεταφραστή: η παραπομπή στον φιλόσοφο Πασκάλ μοιάζει εξαιρετικά με την περιγραφή του μύθου του Σπηλαίου του Πλάτωνος. Ο Πλάτων αναφέρεται αμέσως σε λίγο στο κείμενο για την διδασκαλία του.
[19] Πασκάλ, Στοχασμοί, Νο. 199
[20] Άγ. Αυγουστίνος, Μονόλογοι, I, 2, 7.
[21] Σοφία, X,10: «Αυτή είναι που καθοδήγησε μέσω της ευθείας οδού τον δίκαιο ώστε να αποφύγει την οργή του αδερφού του∙ που θα του δείξει το βασίλειο του Θεού και θα του δώσει την επιστήμη των αγίων πραγμάτων».
[22] Κατά Λουκά 12:14∙ Κατά Ματθαίο 18:11,20:28
[23] Προς Κολασσαείς 2:18
[24] Κατά Ματθαίο 18:3,4, και 19:16∙ κατά Μαρκ. 10:14 - 15
[25] Minucius Felix, Octavius, VI, 4
[26] Σημείωση του μεταφραστή: η αναφορά στον «νέο» ταιριάζει με τα Προβλήματα του Αριστοτέλους στην ΕΙΣΑΓΩΓΗ της διπλωματικής αυτής εργασίας.
[27] Κατά Ματθ.14:33,12:58 (σημείωση μεταφραστή: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ στο Ευαγγέλιο!), 15:28
[28] Κατά Ματθ.10:16 – 18,20:1 – 16,25:14 – 23
[29] Κατά Ματθ.20:46 (σημείωση μεταφραστή: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ στο Ευαγγέλιο!),25:34 - 36∙ Κατά Μαρκ.10:17∙Κατά Λουκ.10:24
[30] Σημείωση του μεταφραστή: για το θέμα της Ενσάρκωσης και της λύσης προβλημάτων, βλ. Σιμόν Βέϊλ «Η ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΠΥΘΑΓΟΡΑ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ».
[31] Προς Κόλλασσαείς 1:15∙ Α’ Προς Κορινθίους 15:45∙ Προς Ρωμαίους 1:14
[32] Προς Ρωμαίους 1:20,8:28∙ Προς Εφεσίους 1:45 (σημείωση μεταφραστή: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ στο Ευαγγέλιο!), 3:11∙ Β΄ Προς Τιμόθεον 1:9
[33] Προς Ρωμαίους 5:12,14:15 – 17,6:23
[34] Προς Ρωμαίους 3:20,5:13,7:7 - 8
[35] Προς Ρωμαίους 1:3,4:4
[36] Προς Ρωμαίους 3:25,6:6∙ Α΄ Προς Κορινθίους 6:20, Προς Γαλάτες 3:13
[37] Σημείωση του μεταφραστή: για τα θέματα που αναπτύσσονται εδώ, βλ. την μετάφραση του κειμένου «ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ STATUS QUO» και ολόκληρη την σχετική ενότητα για τους Χριστιανούς της Ισπανίας από την «ΠΑΝΟΥΚΛΑ» ως την «ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΥΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ. Βλ. και το κείμενο «Η ΣΑΡΚΑ» της 27/10/1944.
[38] Κέλσος, Λόγος Αληθινός, IV 41.
[39] Πορφύριος, «Κατά των Χριστιανών», απόσπασμα 77 στον P.de Labriolle «Η παγανιστική Αντίδραση», σελ. 274.
[40] Στο ίδιο μέρος, απόσπασμα 84.
[41] Tixeront, Ιστορία των δογμάτων, κεφ. IΙΙ: «Η μαρτυρία των Αποστολικών Πατέρων».
[42] Στο ίδιο μέρος, κεφ. III, σελ.115: «Μπορεί κανείς να καλέσει Αποστολικό Πατέρα κάποιον εκ των εκκλησιαστικών συγγραφέων που εμφανίστηκαν στο τέλος του 1ου αιώνος ή στο πρώτο ήμισυ του 2ου αιώνος και οι οποίοι υποτίθεται ότι είχαν λάβει εκ των αποστόλων ή των μαθητών τους άμεσα την καθοδήγηση που μας μεταδίδουν».
[43] Ή «Διδαχή».
[44] XXX,6, σε Tixeront, III, 2
[45] Στο ίδιο μέρος, κεφ. XLIV
[46] Στο ίδιο μέρος, κεφ. XXXII, 3, 4.
[47] Στο ίδιο, κεφ. XXXIII, 1
[48] Για ό,τι ακολουθεί, συνέκρινε Tixeront, κεφ. III, 5.
[49] Προς τους κατοίκους της Σμύρνης, I, 1
[50] Εφέσιοι, XX, 2
[51] Εφ. VII, 2
[52] Σμύρναν I, 1, 2.
[53] Σμύρναν II.
[54] Smyrne III
[55] Σμύρναν VI, 1
[56] Εφ., 8, 2
[57] Ρωμ. VII, 2
[58] Tixeront, κεφ.III, 8
[59] V, 1∙ VII, 3, 5.
[60] XI, XI, 1 - 8
[61] I, 1, σε Tixeront, κεφ. III, 8.
[62] Tixeront, κεφ.III, 3 και 4
[63] Manduc, IV, 3.
[64] Similit. IV, 4
[65] Tixeront, κεφ.III, 6.
[66] Μεταξύ 180 και 203 μ.Χ.
[67] De Faye, Κλήμης Αλεξανδρείας, βιβλίο ΙΙ, κεφ. ΙΙ.
[68] Στρωματείς, VII, 80.
[69] Στρωματείς, Ι, 43.
[70] Στο ίδιο μέρος, VI, 93.
[71] De Prescriptione Haereticorum, VII.
[72] Στρωματείς, Ι, 8
[73] Προς τους Κολλασσαείς 2:8
[74] De Reditu Suo, I, 389.
[75] Λόγος αληθινός, III, 37
[76] Κατά Ιωάννην 3:16,36, και 4:14
[77] 5:19,26
[78] Puech, Οι έλληνες Απολογητές του 2ου αιώνος. Σε Tixeront, 1.
[79] Απολογία, ΙΙ, 13.
[80] Απολογία, Ι, 44, 59∙ Τατιανός, Αγόρευσις προς Έλληνας, 40∙ Minucius Felix, 34∙ Τερτυλλιανός, Apologeticum, 47∙ Κλήμης Αλεξανδρείας, Στρωματείς, Ι, 28∙ VI, 44∙ VI, 153∙ VI, 159
[81] Ιουστίνος Μάρτυρ, Απολογία, ΙΙ, 13, 8, 10.
[82] Ιουστίνος Μάρτυρ, Διάλογος μετά του Τρύφωνος 16, 17, 108, 122 κ.τ.λ.∙ Απολογία, Ι, 31-36.
[83] Διάλογος μετά του Τρύφωνος, 63 και τα εξής κατά διαδοχήν.
[84] Αγόρευσις προς Έλληνας (165)
[85] Irrisio gentilium philosophorum (3ος αιών)
[86] Η παγανιστική Αντίδραση, δεύτερο μέρος, κεφ. ΙΙ.
[87] Συνέκρινε Boissier, Η Ρωμαϊκή θρησκεία, προοίμιο, τομ. I, IX: «ο παγανισμός επιχειρεί να μεταρρυθμιστεί με βάση το μοντέλο της θρησκείας που τον απειλεί και την οποία πολεμά».
[88] Συνέκρινε υπεράνω όλων το επεισόδιο της κόρης του Ιαείρου (Κατά Λουκ.7:40) και την «Ζωή του Απολλωνίου», IV, 45.
[89] De Trinitate,I,1,3
[90] Πράξεις 17:16.

2 σχόλια:

  1. Διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον την ανάρτησή σας με τη διπλωματική εργασία του Α.Καμυ. Διεπίστωσα όμως ότι παρατίθεται μόνο το πρώτο μέρος αυτής. Υπάρχει η υπόλοιπη κάπου αναρτημένη;
    Σας ευχαριστώ πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα - αν ψάξετε πάνω δεξιά, στην αρχειοθήκη, υπάρχουν αν θυμάμαι Εισαγωγή-4 κεφάλαια-Επίλογος... keep touch!

    ΑπάντησηΔιαγραφή