*όπου ''Ενός'' στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ''άνθρωπος''. Έν=Ένα=One=Ο.Ν.Ε.=Ο.Η.Ε=UN=Γυνή=Οίνος=Venus/Αφροδίτη.

Η ''Πλειοψηφία του Ενός'' δεν αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι στην ζυγαριά της οικονομίας οι πολλοί βουλιάζουν και ο ένας διασώζεται αλλά, επιπροσθέτως, σημαίνει ότι αυτός ο ένας (1) άνθρωπος διασώζει κυρία και έλκει το πλοίο της κυβέρνησης, τον κύβο που ερρίφθη και βυθίζεται (όπως ακριβώς σε μιαν ζυγαριά όπου η μάζα των πολλών χάνεται λόγω του βάρους). Η βάση της ερευνητικής μεθόδου στηρίζεται στην διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία και την έκδοση αποτελεσμάτων μετρήσεων, ερευνών, ψηφοφορίας, εκλογής στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Κ. που διασώζουν μιαν χώρα -άνευ δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο)- από την ανισορροπία του Δημοσίου και από το “φούντο” του ταμείου της, δηλ. το Δ.Ν.Τ., με βάση τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και το εσωτερικό δίκτυο INNERNET πληρωμής της εργασίας των Ελλήνων κατ' οίκον: είναι το μοναδικό οικονομικό και τραπεζικό σύστημα στον κόσμο που λειτουργεί ως ραδιο-τηλεοπτικό κανάλι θετικών ειδήσεων και νέων μέσω προγραμμάτων και ταινιών με σκοπό την επικοινωνία με το κοινό. Αφενός χρησιμεύει ως Τράπεζα (Data Bank) πληροφοριών, δεδομένων και αίματος με προσωπική περιουσία 300 τρις Φοινίκων και αφετέρου βασίζεται στους θεσμούς της Ελεύθερης Οικονομίας ("Free Market"), στην απόλυτη τραπεζική πίστη, στο επιτόκιο Labor και στο ελληνικό νόμισμα οίκου (I.Q., συμβολική ονομασία για τον Φοίνικα, ο οποίος είναι το νόμισμα των Ελλήνων που αγαπούν την πατρίδα τους, που γνωρίζουν επαρκώς αρχαία και νέα Ελληνικά, Λατινικά, Αγγλικά, Γαλλικά κ.τ.λ., αγαπούν την έντεχνη μουσική, ελληνική και ξένη, και την ίδια την Τέχνη ενώ, με βάση την κατά κεφαλήν καλλιέργεια του Α.Ε.Π. αποτελεί την πλέον ανθούσα οικονομία στην Ευρώπη). Πρόκειται για μιαν νομισματική μονάδα που χαμηλότερη από αυτήν στον κόσμο σε αξία πλούτου δεν υπάρχει διότι πρωτίστως η νοημοσύνη και το νόμισμα των πολιτών που την χρησιμοποιούν δεν υποτιμάται ΠΟΤΕ: ειδικότερα, στηρίζεται στο νόμισμα της Αναγέννησης -ο Φοίνιξ- με βάση την ρήτρα E.C.U., δηλαδή 1 Φοίνιξ=3 Δολλάρια ενώ το Ευρώ υπολογίζεται με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των υπολοίπων νομισμάτων με βάση το E.C.U., το E.C.U. όμως υπολογίζεται ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!

ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΑ ΠΟΡΤΑΛ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΜΠΛΕΤ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ:

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ: www.my-insense.blogspot.com ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΕΞΥΠΝΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ: wwwpropagenda.blogspot.gr
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΡΧ.ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ: wwwmetafrasths.blogspot.com ΣΕΛΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ TYΠΟ: www.prothexousia.blogspot.com ΜΥ-INSENSE: wwwmiss-insense.blogspot.com
ΕΔΩ ΚΑΤΕΒΑΖΩ ΤΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ: www.scribd.com/user/22895639/ChrysJazz

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

ΙΕΡΟ ΧΡΗΜΑ" 27 ΚΕΙΜΕΝΑ (1989) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ - Β' ΜΕΡΟΣ


 Η Αντίσταση του Ελληνικού Λαού και η μη Παράδοση

Κάθε τι που προϋπήρξε σαν έκφραση της ζωής και της δημιουργίας ενός λαού, αποτελεί την ιστορική του παράδοση. Αυτή απεικονίζει τις εσωτερικές του εκδηλώσεις και σφυγμομετρά τις δυνάμεις του επειδή αφορά και περιλαμβάνει τις εκδηλώσεις τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής του ζωής.
Μέσα στην παράδοση παρουσιάζονται ανάγλυφα το ψυχικό και ηθικό περιβάλλον, οι αγώνες για την ύπαρξη, η φυσιογνωμία και η προσφορά κάθε λαού στην πολιτιστική άνοδο. Η παραμέληση της παράδοσης, σύμφωνα με την άποψη ότι «Σβήνοντας ένα κομμάτι απ’ το παρελθόν είναι σα να σβήνει κανείς και ένα κομμάτι από το μέλλον» (του πολιτικού και συγχρόνως πνευματικού ανθρώπου Γιώργου Σεφέρη), οδηγεί σε ένα απάνθρωπο μέλλον και η εγκατάλειψή της συνεπάγεται εγκατάλειψη των προσπαθειών για κοινωνική και πολιτιστική πρόοδο.
Πραγματικά, από την στιγμή που τα παραδείγματα για μίμηση ή αποφυγή τα οποία διδασκόμαστε από την παράδοση συμβάλλουν στην στερέωση του εθνικού δεσμού, οι βαθιές ρίζες ενός λαού είναι αδύνατο να χαθούν, όσο κι αν χτυπηθούν.
Οι άρρηκτοι δεσμοί αγώνων, θυσιών κάθε δημιουργίας ενισχύουν την πίστη στην εθνική ύπαρξη.
Η μια γενιά παραδειγματίζεται από την προηγούμενη και δημιουργεί δυνατότητες για την επόμενη. Για τα έθνη η παράδοση είναι η μνήμη του παρελθόντος που πλάθει και διατηρεί τα χαρακτηριστικά τους. Χωρίς αυτήν, δεν θα ήξεραν τον εαυτό τους, δεν θα ένιωθαν την ενότητα με τα περασμένα μα θα ήταν ξεκομμένα.
Η παράδοση, λοιπόν, είναι ο σύνδεσμος των ατόμων μιας φυλής που τα κάνει έθνος.
Το έθνος θα έχει μιαν ολοκληρωμένη και δημιουργική ζωή όταν εξισορροπήσει την παράδοση και την δημιουργία, όταν αποκτήσει εθνική αυτογνωσία. Και βέβαια, η παράδοση δεν είναι ούτε ιστορία αλλά ούτε και έκφραση του κατεστημένου, όπως έχει ειπωθεί.
Αντίθετα, ο άνθρωπος αντλεί δυναμική περηφάνεια για το μέλλον μέσω της παράδοσης.
Δεν καταπιέζεται από άδικους άρχοντες ούτε αντιμετωπίζει την αξία και την πρόοδο με αρνητισμό.
Η παράδοση είναι πνευματικό γεγονός και όχι κοινωνική οπισθοδρόμηση χωρίς πνοή.
Παραδίνεται από την μια γενιά στην άλλη και περιέχει τις αξίες ενός λαού, που ειδικά για την Ελλάδα δεν είναι μόνον εθνικές αλλά παγκόσμιες.
Ο νέος, παράλληλα, για να ανέβει στην κλίμακα των αξιών του πολιτισμού πρέπει να ενστερνιστεί την παράδοση, και δεν μπορεί να την αρνηθεί με το πρόσχημα του καινούργιου.
Η παράδοση, επιπλέον, είναι ο θεματοφύλακας των ενδόξων πράξεων του παρελθόντος, μαρτυρεί το παρόν και αποτελεί εξαιρετικό σύμβουλο για το μέλλον.
Επιβάλλεται, συνεπώς, η ανασκόπηση και η σπουδή της ώστε σαν άτομα και σαν λαοί να τοποθετηθούμε σωστά απέναντι στην ζωή και να ρυθμίσουμε την πορεία μας.
Αν βέβαια αποδεχτούμε την παλιά αντίληψη ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, τότε η σημασία των παραπάνω αναγκαιοτήτων θα ήταν αυταπόδεικτη.
Η ροή, όμως, της ιστορίας ακολουθεί μιαν περίεργη πορεία που ποτέ δεν επανέρχεται σε παλιά πρότυπα, όσο κι αν εντυπωσιάζουν μερικές εξωτερικές ομοιότητες.
Αν, όμως, λάβουμε υπόψη μας την συχνότητα με την οποία οι ίδιες συνθήκες δημιουργούνται από τα ίδια αίτια, τότε η παράδοση, αναμφισβήτητη και πανθομολογούμενη, αποτελεί πολύτιμο βοηθό. Έρχεται σαν αγγελιοφόρος από το παρελθόν, εμπλουτίζει την πείρα και φωτίζει την αλήθεια. Οδηγεί σταθερά και σε κάθε βήμα προς τα εμπρός τον άνθρωπο.
Δεν μπορούμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε το σήμερα αν δεν γνωρίζουμε το χθες.
Επιβάλλεται συνεπώς οι παλιοί να θυμούνται και οι νέοι να πληροφορούνται.
Ταυτόγχρονα, η μελέτη των περασμένων γενιών, η εκμετάλλευση προς το συμφέρον της κοινωνίας του κάθε τι που έχει κληροδοτηθεί σ’ εμάς, μπορεί να προσφέρει αρκετές ωφέλειες.
Εφόσον γνωρίζουμε τα σφάλματα και τον τρόπο με τον οποίον οι παλιοί προσέγγισαν την επιτυχία, μπορούμε να βασίσουμε την ζωή μας σε σωστές επιλογές, με ελαχιστοποιημένο τον κίνδυνο να υποβληθούμε σε δοκιμασίες και ταλαιπωρίες που πέρασαν οι προγενέστεροί μας.
Το μυστικό είναι η γνώση του παρελθόντος, ιδιαίτερα όταν αυτή δεν περιορίζεται σε μιαν άγονη και στείρα απομνημόνευση αλλά επεκτείνεται στην γνώση των ιδεών, στην κατανόηση της νομοτέλειας, στην εξοικείωση με το ήθος των προσώπων και του πνεύματος των εποχών που αξίζει να διατηρηθούν. Από το παρελθόν ακόμη θα μπορέσουμε να αντλήσουμε ηθικές δυνάμεις για να ανταπεξέλθουμε στις δυσχέρειες της ζωής.
Ειδικότερα οι Έλληνες, αφού διαθέτουμε ίσως το πλουσιότερο κληροδότημα, την ελληνική Παράδοση, είμαστε προνομιούχος λαός και δεν μας επιτρέπεται ο φυλετικός ξεπεσμός και η εθνική διάβρωση. Πόσο μάλιστα όταν αξιοποιήσουμε τα διδάγματά της και οπλιστούμε με υψηλό φρόνημα και αγωνιστικό ήθος.
Με το φως της παράδοσης θα γνωρίσουμε την θέση μας στο παρόν και θα μπορέσουμε να προεικάσουμε, να συμπεράνουμε το στίγμα μας στο μέλλον. Έχει, λοιπόν, ο Έλληνας την εθνική του συνείδηση που είναι βέβαια ανθρωπιστική και με κανέναν τρόπο σωβινιστική. Να γιατί δεν απομονονώμαστε απ’ τους άλλους λαούς, παρ’ ότι διατηρούμε –όσο διατηρούμε την παράδοσή μας.
Χαρακτηριστικό της ελληνικής ψυχής δεν είναι μόνον η δημιουργία πρωτοτύπων αλλά και η ενσυνείδητη αναπλαστική και αφομοιωτική ικανότητα, που πάντοτε μετουσίωνε ξενόφερτα στοιχεία σε γνήσιες ελληνικές δημιουργίες, συγκρατώντας μόνον όσα ταίριαζαν στην εθνική μας ιδιοσυγκρασία. Είναι, επομένως, εγκληματική η προσπάθεια για συναλλαγή που γίνεται για να ξεπουληθούν κακόγουστα εφευρήματα με την ελπίδα κάποιας πρόσκαιρης ικανοποίησης. Η απώλεια της εθνικής μας ταυτότητας, μέσα από την ξενομανία, ισούται με την αφάνιση του λαού μας.
Πρέπει να συνυπάρχει παράδοση και διεθνής επικοινωνία, όχι όμως και να αλλοτριωθεί η πρώτη από τα αρνητικά στοιχεία της δεύτερης.
Αν σήμερα υπάρχουμε σαν Έθνος και σαν λαός το οφείλουμε αποκλειστικά στην παράδοση, την ιδεατή αλυσίδα που ενώνει παρελθόν, παρόν και μέλλον.
*
Τα στοιχεία που συνθέτουν την παράδοση τυγχάνουν ιδιαίτερης προσοχής στο εξωτερικό, χωρίς να έχουν την βαρύτητα και την ευρύτητα των στοιχείων της δικής μας παράδοσης και χωρίς να έχουν συντελέσει τόσο αποφασιστικά στην πρόοδο της ανθρωπότητας. Αν, λοιπόν, καραδοκεί ένας μεγάλος κίνδυνος με εξίσου βαρύτατες εθνικές επιπτώσεις, αυτός είναι ακριβώς η απομάκρυνσή μας από την παράδοση που οφείλεται στην άγνοια, την προκατάληψη και τον μιμητισμό.
Μιλούμε για παράδοση χωρίς να γνωρίζουμε τι είναι αυτή, αγνοώντας ότι η πιο ουσιαστική πρωτοπορία κλείνεται μέσα στην ίδια την παράδοση, ενώ μεταφυτεύουμε ξένους τρόπους ζωής εντελώς ακατάλληλους για την ελληνική πραγματικότητα.
Αυτοί ακριβώς οι λόγοι οδηγούν αναπότρεπτα στην αλλοίωση του εθνικού μας προσώπου, μέσω της έσχατης μορφής δουλείας. Και η προγονοπληξία, όμως, η τάση δηλαδή για προσκόλληση στην παράδοση δημιουργεί τους ίδιους κινδύνους. Ήδη, το ελληνικό κράτος στο παρελθόν εμποδίστηκε να χαράξει την δική του πορεία, ενώ η αναχρονιστική νοοτροπία του Έλληνα είναι εμφανής και σήμερα. Η εμμονή, εξάλλου, σε ξεπερασμένες ιδέες και θεσμούς εμπόδισε την πρόοδο και αποτέλεσε αφορμή για διαμάχες.
Κανένα έθνος, λοιπόν, δεν μπόρεσε εύκολα να απαρνηθεί ή να περιφρονήσει την παράδοσή του η οποία αποτελεί θεμέλιο και στήριγμά του. Αλλά και κανένα έθνος δεν πρέπει να γίνει δούλος της, όσο σπουδαία κι αν είναι αυτή, γιατί τότε οι αρνητικές συνέπειες είναι περισσότερες από τις θετικές. Η επιρροή της παράδοσης πρέπει να περιορίζεται στις σωστές της διαστάσεις και να αποτελεί καταλύτη στις προσπάθειες για αξιόλογες πρωτοβουλίες. Η αδιαφορία για την παράδοση και η εμμονή σ’ αυτήν αντιμετωπίζονται, με κανέναν τρόπον όμως δεν πρέπει να σβηστεί ένα κομμάτι αυτής γιατί αυτό αυξάνει τις αδυναμίες μας στο μέλλον.


Το χρέος επικοινωνίας της τέχνης του Πνευμανθρώπου

Οι σχέσεις, οι κανόνες ζωής και τα πλαίσια επικοινωνίας των ανθρώπων μέσα σε κάθε κοινωνία αποτελούν την λειτουργική της δομή και διάρθρωση. Οι καθιερωμένες αυτές δομές εξελίσσονται σε θεσμούς για να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες και τα προβλήματα της κοινωνικής ζωής. Είναι αυτονόητο πως πίσω από αυτούς υπάρχει πάντα η ανθρώπινη παρουσία, μια παρουσία όμως που η ιστορία και η πείρα απέδειξαν ότι δεν μπορεί να καταπολεμήσει την αιτία του κακού.
Επομένως, η παρεμβολή του απρόσωπου θεσμικού παράγοντα δεν είναι σε θέση να αλλάξει την ποιότητα του ανθρώπου, να αντιμετωπίσει τα κοινωνικά προβλήματα αλλά διατηρεί καταστάσεις αδικίας που καταπιέζουν τον άνθρωπο και διαφθείρουν την κοινωνική ζωή.
Η επίτευξη της καλύτερης, κατά το δυνατόν, ποιότητας ζωής είναι –σε μεγάλο μέρος– σήμερα έργο με το οποίο επωμίζεται η πνευματική ηγεσία κάθε τόπου, η καθιερωμένη από την φύση και την δομή των πραγμάτων τάξη ανθρώπων του πνεύματος που κατέχουν υψηλές θέσεις στην Πολιτεία ή που καλύπτουν με τις δραστηριότητές τους έναν αρκετά ευρύ χώρο, έχοντας την δυνατότητα να καθοδηγήσουν θετικά την κοινή γνώμη ακριβώς επειδή η θέση τους είναι αυτή που τους επιτρέπει να γνωρίζουν και να κρίνουν –πράγμα ασφαλώς πιο σπουδαίο– με μεγαλύτερη ευχέρεια σχετικά με τους απλούς πολίτες.
Αν οι απλοί άνθρωποι έχουν κάποια δικαιολογία για την απώλεια των τυχόν στόχων που έχουν θέσει ή για την ανικανότητά τους να συλλάβουν τις κατευθύνσεις που διοχετεύονται καθημερινά, για τους ανθρώπους του πνεύματος μια τέτοια έλλειψη προσανατολισμού θα ήταν βαρύ σφάλμα για το οποίο η ανθρωπότητα θα κληθεί να πληρώσει εξίσου βαρύ τίμημα.
Το γεγονός αυτό επιβάλλει να τονίσουμε ότι κατά πρώτο και κύριο λόγο ο ρόλος του πνευματικού ανθρώπου στην σύγχρονη κοινωνία παραμένει η θεραπεία του ανθρωπισμού.
Όταν η ανθρωπότητα τείνει να χάσει τα διακριτικά της γνωρίσματα, όταν η δίψα για κέρδος νεκρώνει και διαφθείρει τις συνειδήσεις, τότε χρέος του πνευματικού ανθρώπου είναι να γίνει υπηρέτης των αξιών που συνθλίβονται από τα άνομα συμφέροντα, να πολεμήσει τις σκόπιμα δημιουργημένες συγχύσεις, να βρίσκεται στην πρωτοπορία των αγώνων για την προάσπιση της ελευθερίας.
Η εποχή μας δεν έχει ανάγκη από γνώσεις αλλά από γνώση.
Λείπουν οι άνθρωποι οι οποίοι θα δώσουν καινούργιο νόημα στις εσωτερικές μας αναζητήσεις.
Τον πνευματικό άνθρωπο θα πρέπει να τον βρίσκουμε πρώτον στην αντιμετώπιση των απρόβλεπτων συνεπειών που έχουν οι τεράστιες κοινωνικές αντιθέσεις που υπονομεύουν την ομαλή συμβίωση. Το βάρος εδώ πέφτει στην διασπορά αισθήματος δικαιοσύνης και στην υλοποίησή του τόσο στο στενότερο ανθρώπινο περιβάλλον όσο και σε ευρύτερα πλαίσια.
Ο πνευματικός άνθρωπος δεν μπορεί να μένει αδιάφορος.
Η συνειδητοποίηση εκ μέρους του της ύπαρξης των προβλημάτων αποτελεί το πρώτο βήμα.
Είναι μια άλλη κοινή διαπίστωση, εξάλλου, η έλλειψη επαρκούς επικοινωνίας μεταξύ των σημερινών ανθρώπων. Σ’ αυτό το πρόβλημα οφείλει να στρέψει το βλέμμα του ο άνθρωπος του πνεύματος για να βρει μεθόδους που θα σπάσουν τον κλοιό της απομόνωσης, να καλλιεργήσει την ιδέα της βελτίωσης των σχέσεων και της επέκτασης των επαφών.
Η νεολαία θα είναι αυτή που θα επωφεληθεί άμεσα. Βασικό μέλημα πρέπει να είναι η ομαλοποίηση των σχέσεων νέων-ενηλίκων, οι προτάσεις για την γεφύρωση του χάσματος και η ανάσχεση του κύματος της αναταραχής.
Ο πνευματικός άνθρωπος, καταξιωμένος και με ερείσματα στο κοινωνικό σύνολο, έχει την ικανότητα να τονίσει την σημασία του θεσμού της οικογένειας, να διαπραγματευθεί τις ευθύνες αλλά και τα δικαιώματα που απορρέουν απ’ αυτόν.
Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί άλλον τομέα στον οποίον η παρουσία του πν. ανθρώπου θα πρέπει να γίνεται αισθητή. Από την κατοχύρωσή τους εξαρτάται η ζωή, η ελευθερία, η τιμή, η ασφάλεια των πολιτών.
Με όλα τα μέσα που του διαθέτει η σύγχρονη τεχνολογία, ο πν. άνθρωπος πρέπει να προβάλλει το πνεύμα αλληλοσεβασμού στις σχέσεις ατόμου προς άτομο και ατόμου προς κράτος, να αντισταθεί και να καταγγείλει δημόσια την αυθαιρεσία, να δώσει δημοσιότητα σε κάθε θέμα, να βοηθήσει στον συντονισμό και την ενίσχυση της δράσης των οργάνων που μάχονται για την εμπέδωση των θεσμών της Δημοκρατίας.
Μόνο με την ενίσχυση της πολιτικής και ηθικής ωριμότητας θα εξαλειφθούν τα κρούσματα που απορρυθμίζουν την λειτουργία τους.
Η κρίση του πολιτισμού δεν πρέπει να κλονίσει τις ηθικές και πνευματικές αξίες.
Ο άνθρωπος του πνεύματος, ατομικά, και η πνευματική ηγεσία –συλλογικά– έχουν αποστολή να απελευθερώσουν τον άνθρωπο από τα πάθη του.
Οι μάστιγες της εποχής τίθενται στην πρώτη γραμμή των άμεσων στόχων τους.
Η ενιαία στάση απέναντι σ’ αυτά τα προβλήματα, η συγκρότηση μετώπου με όλες τις προσπάθειες συγκεντρωμένες επιβάλλεται, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από τον φαύλο, άκαρπο κύκλο που διαγράφει η κοινωνική ζωή.
Στον τομέα, ειδικότερα, που αποτελεί το φυσικό πλαίσιο ανάδειξής τους, οι πν. άνθρωποι οφείλουν να προτείνουν, να δώσουν λύσεις, να ταχθούν στην υπηρεσία του.
Η εκπαίδευση, το προπαρασκευαστικό κέντρο της μελλοντικής ζωής των νέων, έχει την ανάγκη της πολύτιμης προσφοράς τους. Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει να τεθεί σε δεύτερη μοίρα το πρόβλημα της μόλυνσης του περιβάλλοντος. Οι οικολογικοί προβληματισμοί δεν λείπουν. Λείπουν όμως οι παραδειγματικές πράξεις που θα ανοίξουν τον δρόμο για την διάσωση της φύσης.
Βέβαια, όλες αυτές οι πηγές κινδύνου, οι πληγές της σύγχρονης ζωής δεν θεραπεύονται μόνο με ατομικές προσπάθειες και πρωτοβουλίες αλλά απαιτούν ευρύτερες αλλαγές και κινητοποιήσεις που θα πραγματοποιηθούν μέσα από συγκεκριμένες ευαισθητοποιήσεις.
Η κάθε είδους αλλοτρίωση απαιτεί θυσίες για να αντιμετωπιστεί, αφοσίωση και βέβαια, όχι επιφανειακή αποφθεγματολογία.
Ακόμα και αν το παράδειγμα του πνευμ. ανθρώπου δεν έχει μιμητές και ο λόγος του δεν βρίσκει απήχηση, αυτός οφείλει να συνεχίσει να αποτελεί ασυμβίβαστη φωνή διαμαρτυρίας. Όχι μόνο δεν πρέπει να περιοριστεί στον εαυτό του, αλλά έχει υποχρέωση να υψώσει το ανάστημά του, να μεταδώσει τις ιδέες του και να οδηγήσει τον άνθρωπο στις αληθινές πηγές της ευτυχίας.
Η κοινωνική αποστολή της πνευματικής ηγεσίας προσδιορίζεται σαν μια στάση θετική αλλά και σαν μια αρνητική στάση.
Η θετική στάση καθορίζεται από την αποδοχή του κάθε τι που προάγει τον άνθρωπο σαν αξία, ενώ η αρνητική από την απόρριψη όλων εκείνων που προσβάλλουν την αξιοπρέπεια και τραυματίζουν την ευαισθησία του ανθρώπου.
Οι άνθρωποι με τέτοια ηθική ποιότητα σπανίζουν και μόνο με πράξεις μπορούν να βρουν ανταπόκριση.
Η ατέλειωτη αλυσίδα των ανησυχιών συνοδεύει όλη την πορεία του ανθρώπου και υποχρεώνει σε μόνιμη προσπάθεια και αδιάκοπο αγώνα, ενδιαφέρον και αυξημένη προσοχή.
Ο πνευματικός άνθρωπος θα ψάξει να βρει ικανοποιητικές λύσεις, θα μπει στην δίνη της κίνησης και της σύγκρουσης των ιδεών, θα παρακολουθήσει τις αντιμαχόμενες απόψεις και το δυσεπίλυτο των προβλημάτων και θα βοηθήσει τους πολίτες να γίνουν υπεύθυνοι και να αποκτήσουν συνείδηση, καλύπτοντας τις ελλείψεις και τις ατέλειες.
Η πνευματική ηγεσία δεν μπορεί παρά να συμπαρασταθεί στην προσπάθεια του απλού πολίτη να ξεριζώσει συνήθειες και παντοδύναμες, ψυχικές απόψεις και να ανατρέψει κάθε τι που αποτελεί τροχοπέδη στην κοινωνική εξέλιξη, χωρίς ωστόσο να απωλέσει την συνείδηση των ορίων μέσα στα οποία πρέπει να κινηθεί.
Η καταγγελία του κυνισμού και της υποκρισίας των υπεύθυνων που δεν αποφασίζουν να λύσουν τα προβλήματα των πολιτών πριν γίνουν εκρηκτικά, η αντιμετώπιση των αδικιών και ανισοτήτων είναι μέσα για την σωστή και υπεύθυνη καθοδήγηση της νεολαίας.
Στο παρελθόν, άλλωστε, η ερμαφρόδιτη τακτική και το αλλοπρόσαλλο των διανοουμένων ήταν υπεύθυνα για την διόγκωση αυτών των προβλημάτων.
Η πνευματική ηγεσία, επομένως, πρέπει να περιβάλλεται με αγάπη και εμπιστοσύνη και το ηθικό της όπως και η διάθεσή της να προσφέρει χρήσιμο έργο να τονώνεται συνεχώς.
Η σημερινή κοινωνία της αφθονίας δεν κατάφερε να δώσει διέξοδο στις πνευματικές και ηθικές ανησυχίες του ανθρώπου ενώ οι ευκαιρίες για επαφές καταστρέφονται.
Η ανυπαρξία πίστης, η έλλειψη στόχων ιδανικών και σαφών προσανατολισμών, η βαθιά θρησκευτική, εκπαιδευτική κρίση και σύγχυση, ο κυνισμός και η υποκρισία των κοινωνικών και διεθνών σχέσεων και η στροφή σε επιζήμιες απολαύσεις επιτάσσουν την ανάληψη δράσης εκ μέρους της πνευμ. ηγεσίας, η οποία θα πρέπει να ενδιαφερθεί ειλικρινά για την ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου του λαού και την βελτίωση της κοινωνικής αγωγής.
Σαν τελική εκτίμηση, λοιπόν, συμπεραίνουμε ότι η πν. ηγεσία δεν πρέπει να υϊοθετεί αφιλοσόφητες και αντιδιαλεκτικές θέσεις αλλά οφείλει να αγκαλιάσει όλα τα κοινωνικά στρώματα, να τα ενθαρρύνει να προβληματιστούν δημόσια, εις βάθος και αυθόρμητα εξυπηρετώντας την εθνική επιβίωση, να επιστρατεύσει κάθε αναμφισβήτητης ακτινοβολίας προσωπικότητα ώστε να ακουστούν όλες οι χρήσιμες απόψεις.
Τα πορίσματα των συζητήσεων πρέπει να γίνονται γνωστά, κίνητρα για εποικοδομητικό έργο, για άσκηση κριτικής, για εμφύσηση νέου πνεύματος.
Η επιδίωξη των αξιοπρεπών λύσεων συντελεί πάντα στην εγκατάλειψη της προχειρότητας και στην αλματώδη πρόοδο του πολιτισμού,

Ο φύλακας του φαινομένου της Τέχνης

Η τέχνη, η ενέργεια δηλαδή του πνεύματος με την οποία γίνεται προσπάθεια να εκφραστεί το ιδεώδες του ωραίου, απετέλεσε μιαν από τις πιο αποφασιστικές, βαρύνουσες και δραστήριες δυνάμεις που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος για την οικοδόμηση του πολιτισμού.
Είναι φανερό ότι η έννοια της τέχνης μπορεί να μεταβάλλεται και να εμφανίζεται διαφορετική σε κάθε τόπο και εποχή και συγχρόνως, να καθορίζεται από διάφορους παράγοντες, που ποικίλλουν ανάλογα με τις αντιλήψεις που επικρατούν κάθε φορά.
Η επικοινωνία του ατόμου με οποιοδήποτε έργο τέχνης και η επιρροή της στα αισθήματά του εξαρτάται κυρίως από την καλλιέργεια του ατόμου και με μιαν κρίση, η οποία όμως με την σειρά της μεταβάλλεται με την αλληλουχία των εποχών, ανάλογα βέβαια με την εξέλιξη ή την διαφοροποίηση των κριτηρίων τα οποία η κοινωνία λαμβάνει υπ’ όψη της, γι’ αυτό άλλωστε και δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε ποτέ με βεβαιότητα την καλλιτεχνική αξία ενός έργου τέχνης.
Η τέχνη, περισσότερο από κάθεν άλλη μορφή του πνευματικού πολιτισμού, συμβάλλει στην καλλιέργεια του ανθρώπου, τον εξευγενισμό της ψυχής του, στην εξημέρωση των παθών και των ηθών του, από την στιγμή που τα προϊόντα της ασκούν αποφασιστική επιρροή στην ψυχή του. Όχι μόνο τον ψυχαγωγούν αλλά του καλλιεργούν την ικανότητα να σκέφτεται σωστά, να κρίνει δίκαια, να παίρνει σωστές αποφάσεις με ψυχραιμία, να ενεργεί ανεπηρέαστος και όχι υποκειμενικά.
Εξ αιτίας αυτών των προτερημάτων τους οι τέχνες κέρδισαν την πρωτοκαθεδρία στην εκτίμηση του ανθρώπου. Η αφιλοκέρδεια και τα ταπεινά κίνητρα οδήγησαν στην δημιουργία ανεκτίμητων και μοναδικών έργων τέχνης, που τέθηκαν στην διάθεση του ανθρώπου για να τον ανανεώνουν ψυχολογικά, να του προσφέρουν αισιοδοξία, να τον οπλίζουν με αγωνιστικότητα και να του καταπραΰνουν τον εγωϊσμό, την μισαλλοδοξία και να τον καθιστούν υπεύθυνον, ικανό να πετύχει στην ζωή.
Η τέχνη μπορεί να επιδιώκει πολλούς και ποικίλους σκοπούς με την απαραβίαστη, όμως, προϋπόθεση ότι αυτοί θα παραμένουν μέσα στα πλαίσια της καλλιτεχνικής δημιουργίας, χωρίς παράλληλα να είναι θεμελιώδη κριτήρια για την αξιολόγηση του αποτελέσματος.
Δεν πρέπει να μας ξεφεύγει ότι κάθε έργο τέχνης δημιουργείται από άτομα που ζουν μαζί, γι’ αυτό και εκφράζει κοινές διαθέσεις και ψυχικές καταστάσεις, κοινά ιδεώδη και πνευματικά ρεύματα.
Σε κάθε έργο τέχνης, παρ’ όλα αυτά, εμφανίζεται με ακρίβεια η πρόθεση, η προσπάθεια και η προσωπικότητα του δημιουργού που αποβλέπει σε καθαρά αισθητικούς σκοπούς, δεν είναι όμως και αυτός που παίζει τον πρωταρχικό ρόλο.
Η αξία ενός καλλιτέχνη δεν εξαρτάται από την νεωτεριστικότητα των ιδεών που παρουσιάζει, αλλά από την αισθητική τελειότητα με την οποία τις εκφράζει.
Είναι ο καλλιτέχνης το άτομο που δίνει αξία σε στοιχεία που δεν αναπτύχθηκαν μέχρι την εποχή του ή που δεν προσέχτηκαν ιδιαίτερα από το κοινό.
Είναι, πράγματι, ένα σπουδαίο κατόρθωμα η έκφραση των ιδεών μιας εποχής, η μετουσίωση των πόθων, των επιθυμιών και των προθέσεων της κοινωνίας σε πράξη.

*
Δεν μπορεί, λοιπόν, παρά η τέχνη να αποτελεί ένα κοινωνικό φαινόμενο, που όμως αν μεταχειριστεί ατομικά θα οδηγήσει σε καταστρεπτικά αποτελέσματα. Αντίθετα, πρέπει να έχει την ικανότητα να ελίσσεται ανάμεσα στους νόμους που διέπουν την ζωή.
Εξ άλλου, στην αρχή της εμφάνισής της η τέχνη άρχισε να εμφανίζεται σαν αυτοσκοπός (η τέχνη για την τέχνη) ενώ αποτελούσε ήδη ύψιστη κοινωνική λειτουργία. Αργότερα, βέβαια, καθιερώθηκε σαν καθαρά αισθητική απόλαυση, αφού ο δημιουργός απευθύνεται στην συνείδηση του κοινού, και αναγνωρίστηκε η κοινωνική της αποστολή, όχι όμως και για να υπηρετήσει πολιτικούς, ιδεολογικούς σκοπούς (στρατευμένη τέχνη).
Πράγματι, η ελευθερία της πνευματικής δημιουργίας μόνο που δεν διαφυλάσσεται με την πολιτική τοποθέτηση, αλλά δεν σημαίνει και ότι ο καλλιτέχνης μένει απαθής και αδιάφορος μπροστά στα ζητήματα της κοινωνίας. Ίσα ίσα, που ο καλλιτέχνης έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να εκλέξει με απόλυτη ελευθερία τα θέματά του, αρκεί να έχει την έμπνευση και την συνείδηση που κάνει την τέχνη πλούσια σε ποιότητα.
Αυτό το θέμα αποτελεί κρίσιμο ηθικό πρόβλημα της εποχής μας και προεκτείνεται στην κοινωνική ζωή.
Αποτελεί, ωστόσο, η τέχνη και ένα προνόμιο που ενώ παλιότερα ήταν αποκλειστικό των ανώτερων οικονομικά τάξεων, σήμερα έχει γίνει κτήμα του ευρύτερου κοινού και είναι σωτήρια η συχνή οργάνωση δημοσίων εκθέσεων, πινακοθηκών, μαζί και με την προβολή των πολιτιστικών.
Σίγουρα, όμως, δεν πρέπει να παραμελείται η ποιότητα για χάρη του κέρδους, δια μέσου της ικανοποίησης των χαμηλών αισθητικών απαιτήσεων του κοινού στην οποίαν επιδίδονται πολλοί καλλιτέχνες για να αποπροσανατολίσουν και να συγχύσουν, πράγμα που συντελεί στην πτώση της καλλιτεχνικής προσφοράς και στην υποβάθμιση της αισθητικής μόρφωσης του κοινού.
Επιτακτική ανάγκη είναι η τέχνη να συνεχίσει να αντικατοπτρίζει την ζωή και να επηρρεάζει τον ηθικό και ψυχικό μας κόσμο. Πρέπει να συνεχιστεί η αναζήτηση τόσο της τελειότητας στην μορφή, γιατί αυτή είναι που χαρίζει το μέτρο και την αρμονία, όσο και στο περιεχόμενο, γιατί αυτό ανταποκρίνεται (και εξασκεί) στο αίσθημα και την νόηση.
Η τέχνη δεν πρέπει να παραπλανά, αλλά να διδάσκει και κυρίως να σε αφήνει ελεύθερο να τοποθετήσεις τον εαυτό σου εκεί που ο ίδιος νομίζεις ότι ανήκεις.
Όπως η επιστήμη για να ερμηνεύσει τα γεγονότα και τα φαινόμενα που περιβάλλουν τον κόσμο επιστρατεύει την φαντασία, έτσι και η τέχνη απευθύνεται στην φαντασία για να ερμηνεύσει την ψυχική κατάσταση του ανθρώπου, ενώ και οι δύο αν μη τι άλλο βελτιώνουν την ζωή του ανθρώπου, τον κάνουν ικανό να αφομοιώσει νέες αξίες, νέες μορφές έκφρασης και που είναι αυτή την στιγμή, με την υπερτροφικότητα της τεχνολογίας και την ατροφικότητα του πνευματικού πολιτισμού, το μεγαλύτερο πρόβλημα που πρέπει να μας απασχολήσει.
Η λύση, η μοναδική λύση, είναι η επικοινωνία καλλιτέχνη-κοινού, ενός κοινού που δεν έχει ανεπτυγμένο το αίσθημα της κριτικής. Κύρια αιτία του κακού είναι η κυριαρχία του αφηρημένου στην ζωή που η τέχνη για να την καταπολεμήσει, αυτήν που η ίδια δημιούργησε, πρέπει να στρέψει το κοινό στην σκληρή πραγματικότητα, την συγκεκριμενοποίηση.
Συμπερασματικά, η τέχνη (λογοτεχνία, μουσική, ζωγραφική, θέατρο, κινηματογράφος, ποίηση, γλυπτική, κ.λ.π.) είναι μεγάλο πνευματικό δημιούργημα που, μαζί με την φύση, την επιστήμη και την οικονομία, θεμελιώνει και κτίζει τους πολιτισμούς υπό το καθεστώς ελευθερίας.
Ήταν πάντα απαραίτητη στον άνθρωπο και ιδίως στην σημερινή εποχή πρέπει να μας κάνει να νιώσουμε άνθρωποι, απλά με την παρουσία της.
Παρ’ όλη την εσωτερική της αξία, η τέχνη έγινε και επιχειρείται σήμερα να γίνει αντικείμενο ευρείας εκμετάλλευσης από την πολιτική και το εμπόριο. Σίγουρα η αξία της δεν θα μειωθεί και θα εξακολουθήσει να είναι μέσο απόλαυσης και εξανθρωπισμού, επαναφοράς των ανθρώπων στην τάξη μέσα από το ξάνοιγμα του ορίζοντα για το κοινό.


Η ιδέα του Ωραίου

Η τέχνη, η ενέργεια δηλαδή του πνεύματος του καλλιτέχνη με την οποία γίνεται προσπάθεια να εκφραστεί το ιδεώδες του ωραίου, αποτέλεσε μιαν από τις πιο βαρύνουσες, αποφασιστικές και δραστήριες δυνάμεις που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος για την οικοδόμηση του πολιτισμού.
Είναι ολοφάνερο ότι η έννοια, η μορφή και το περιεχόμενο της τέχνης μπορεί να μεταβάλλονται και να εμφανίζονται διαφορετικά σε κάθε τόπο και εποχή επειδή καθορίζονται από διάφορους παράγοντες που ποικίλλουν, ανάλογα με τις αντιλήψεις που επικρατούν κάθε φορά.
Όπως, λοιπόν, η τέχνη αντικαθρεφτίζει και μιαν νέα πραγματικότητα καθώς εξελίσσεται, συγχρόνως όμως οι σχέσεις της με την ζωή παραμένουν πάντα σταθερές και αμετάβλητες.
Η τέχνη κάθε εποχής, στην άνθησή της, μορφοποιεί αισθητικά την ακμή του πολιτισμού, αντιμετωπίζει και μελετά την πραγματικότητα. Πασχίζει να ανακαλύψει και να αποδώσει την αληθινή ουσία της. Ξεχωρίζει στην τέχνη ο παλμός, η νεανική θέρμη, η επίμονη προσπάθεια για διαύγεια και απλότητα.
Η ίδια μορφή της τέχνης, ωστόσο, στην περίοδο της παρακμής αποπροσανατολίζεται και απομακρύνεται από την ζωή.
Αυτό είναι φυσικό, ορισμένες φορές, γιατί οι άπειροι συνδυασμοί στην έκφραση και στον ορισμό του ωραίου αλληλοσυγκρούονται, ενώ όλοι ίσως έχουν μιαν δόση αλήθειας.
Το ωραίο, όμως, δεν είναι αναλλοίωτο.
Απλούστατα, η αντικειμενική πραγματικότητα είναι διαφορετική και η καλλιτεχνική της έκφραση, η τέχνη. Προσαρμόζεται υποχρεωτικά σ’ αυτή.
Διαφορετικά, τα έργα άλλων εποχών και λαών δεν θα είχαν σήμερα για μας την παραμικρή καλλιτεχνική αξία.
Κάθε άξιο έργο τέχνης περικλείει όχι μονάχα την ιδιοφυΐα ενός ατόμου, μα ενός λαού.
Μας αποκαλύπτει τους αγώνες του, τις ιδέες, τα όνειρα, τις συνήθειες, το πνευματικό και ηθικό του υπόστρωμα, την κοινωνική του σύνθεση και την κοσμοθεωρία του.
Έτσι κι ο πιο μεγάλος καλλιτέχνης εκφράζει υποχρεωτικά, είτε το θέλει είτε όχι, μιαν μόνη εποχή, την δικιά του –με ό,τι όμως πιο πρωτοποριακό διαθέτει.
Οι επιδράσεις επισημαίνονται όχι τόσο με το περιεχόμενο του έργου όσο, κυρίως, με τον τρόπο που αυτό αναπτύσσεται και αποκτά προεκτάσεις –ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ.
Έχει, εξάλλου, ανέκαθεν αναγνωριστεί ότι η απόλαυση των έργων τέχνης υπόκειται στην υποκειμενική διάθεση. Επομένως, δεν υπάρχουν αντικειμενικά μέτρα για την αναμφισβήτητη αξιολόγηση των έργων της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Ο καλλιτέχνης είναι ελεύθερος να εκφράσει τον ψυχικό του κόσμο στην γλώσσα που ο ίδιος βρίσκει ότι τον ικανοποιεί.
Εφόσον την κατανοήσουμε, τότε πλουτίζουμε την ψυχή μας από τους θησαυρούς της εμπειρίας του δημιουργού, ειδάλλως υπεύθυνος δεν είναι ο καλλιτέχνης που την μεταχειρίστηκε.
Απλώς εμείς θα πρέπει να αναζητήσουμε αλλού εκείνην που μας ταιριάζει.
Πρώτα γιατί δεν συμφωνούμε όλοι στην αγέραστη ομορφιά των προτύπων που προβάλλονται και έπειτα, γιατί ούτε αυτά συμφωνούν μεταξύ τους.
Τα παραπάνω αναφερόμενα, όμως, δεν συνεπάγονται και ότι δεν υπάρχουν κάποιες γενικές αρχές, κάποιοι νόμοι καθολικής αποδοχής που εκφράζουν τις καλαισθητικές ανάγκες της ανθρώπινης ψυχής και γίνονται ενστικτωδώς σεβαστοί από τους δημιουργούς και το φιλότεχνο κοινό.
Όντας, λοιπόν, η τέχνη μέρος του πολιτιστικού εποικοδομήματος της κοινωνίας διαμορφώνεται από τις κοινωνικές συνθήκες αλλά και αντίστροφα, συντελεί κι αυτή στην διαμόρφωση εκείνων.
Είναι δημιουργός και συντηρητής της εθνικής πνευματικής παράδοσης, της εθνικής ταυτότητας όπως και φρουρός των πνευματικών συνόρων.
Και αυτό είναι λογικό, από την στιγμή που ο καλλιτέχνης όχι μόνο απεικονίζει αλλά κάνει κριτική στην πραγματικότητα.
Είναι καινοτόμος και νεωτεριστής, σπάζει το κέλυφος του δογματισμού, των συμβάσεων και του συμβιβασμού.
Έχει την δυνατότητα να λειτουργήσει παιδευτικά και ηθοπλαστικά, την ικανότητα να ευαισθητοποιήσει, αποτελεί το σημαντικότερο ίσως αντίβαρο στον μονοδιάστατον, ετεροκατευθυνόμενον άνθρωπο.
Η τέχνη, επομένως, παίζει κοινωνικό ρόλο και έχει προορισμό να βοηθήσει τον άνθρωπο, να τον χειραγωγήσει και να τον καθοδηγήσει, ώστε να ξεπεράσει τα προβλήματά του και να τον ενισχύσει στον αγώνα του για την πρόοδο.
Ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης αξιών, ιδεών, θεσμών και σύγχυσης, η τέχνη ξεδιαλύνει, ξεκαθαρίζει, αποσαφηνίζει και προσανατολίζει σωστά, ασκώντας απελευθερωτικό και λυτρωτικό ρόλο.
Οπλίζει και συνεχώς ανεφοδιάζει τον άνθρωπο με κουράγιο να αντιμετωπίσει της σκληρές ώρες της ζωής.
Έτσι θεωρημένο, το έργο της τέχνης αποτελεί την κορυφαία και την πιο πολύτιμη προσφορά στην ιστορία των ανθρώπων, αφού καθιστά τον ίδιο τον απλόν άνθρωπον ικανό να αρνηθεί την υποταγή του στην φθορά και τον μηδενισμό.
Βοηθά, ουσιαστικά, στην ανοδική πορεία προς τον πολιτισμό.
Η τέχνη, περισσότερο από κάθεν άλλη μορφή του πνευματικού πολιτισμού, συμβάλλει στον εξευγενισμό της ψυχής του ανθρώπου, στην καλλιέργεια των αρετών της, στην εξημέρωση των παθών και των ηθών του. Δεν αποτελεί απλά μιαν ψυχαγωγία αλλά βελτιώνει την κριτική ικανότητα, συντελεί στην λήψη σωστών, ψύχραιμων αποφάσεων.
Χάρη σ’ αυτά τα προτερήματά τους οι τέχνες κέρδισαν την πρωτοκαθεδρία στην εκτίμηση του ανθρώπου.
Η τέχνη τίθεται στην διάθεση του ανθρώπου για να τον ανανεώσει ψυχολογικά, για να τον γεμίσει με «αισθητική ηδονή» που είναι συνώνυμη με την Αριστοτελική «κάθαρση» στον ορισμό της Τραγωδίας (που ήταν Τέχνη).
Οδηγεί, λοιπόν, τον άνθρωπο στην κάθαρση του ψυχικού του κόσμου από τα περίπλοκα πλέγματα, πάθη, άγχη, ψυχικές ταλαιπωρίες και ακόμη σε μιαν ψυχική ευεξία και ευεργετική αισιοδοξία. Πρέπει να συνεχιστεί η αναζήτηση της τελειότητας γιατί αυτή εξυπηρετεί το μέτρο και την αρμονία.
Η τέχνη μαζί με την φύση, την επιστήμη και την οικονομία θεμελιώνει και κτίζει τους πολιτισμούς υπό καθεστώς ελευθερίας.
Είναι μέσο εξανθρωπισμού, επαναφοράς στην τάξη και έχει κοινωνικό χαρακτήρα παρ’ όλες τις προσπάθειες να αποδειχτεί το αντίθετο.
Είναι, πραγματικά, ανυπόστατο το επιχείρημα ότι όσο η τέχνη έχει λιγότερη σχέση με την πραγματικότητα, τόσο καλύτερη είναι.
Και αυτό, επειδή δήθεν η αξία ενός έργου βρίσκεται μόνο στην μορφή.
Οι θιασώτες του δόγματος αυτού, της Τέχνης για την Τέχνη, είναι οι καλλιτέχνες οι οποίοι ανήκουν σε μιαν κοινωνική τάξη που πεθαίνει. Ρίχνουν όλο το βάρος στην μορφή, γιατί δεν έχουν πια ιδανικά που να ενθουσιάζουν και να φλογίζουν. Αρνούνται οποιοδήποτε καθήκον και κάθε επίδραση της τέχνης στην ζωή, και την θέλουν να πορεύεται ασυγκίνητη ανάμεσα από τις εποχές, αδιαφορώντας για ό,τι γίνεται γύρω της. Προσπαθούν να πείσουν ότι ο καλλιτέχνης δεν έχει την παραμικρή υποχρέωση να ενδιαφέρεται για τα «πρόσκαιρα γεγονότα» και τον θέλουν εξωκοσμικό, ομφαλοσκόπο, αυτοεξόριστο και εγωκεντρικό.
Αυτά ακριβώς τα κηρύγματα φυγής από την πραγματικότητα αντιστοιχούν σε εποχές ξεπεσμού. Το συγκεκριμένο δόγμα είναι σοφιστική επινόηση, γιατί θέλει και επιμένει να αγνοεί το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται ο άνθρωπος και την προσπάθεια για επιβίωση και πρόοδο.
Ο καλλιτέχνης δεν έχει κανένα δικαίωμα να μην ενδιαφέρεται για τίποτα άλλο παρά για την τέχνη του, να μένει ακατάδεχτος και ουδέτερος.
Σε τελευταία ανάλυση, θα πρέπει να ασχολούνται οι καλλιτέχνες και να αλληλογραφούν μόνο με τους ομότεχνούς τους. Να απευθύνονται προς αυτούς και γι’ αυτούς αποκλειστικά να προορίζουν τα προϊόντα τους, επειδή φοβήθηκαν την κριτική για την αξία των έργων τους.
Αυτό θα είναι και για τους ίδιους πολύ επικίνδυνο αφού οι καλλιτέχνες δεν διακρίνονται ούτε για την επιείκια ούτε για την αμεροληψία τους όταν εκφράζουν γνώμη για συναδέλφους τους. Έτσι θα αποξενωθούν από την κοινωνία που προσδοκά τροφή και τρυφή από τις καλές τέχνες, και μάλιστα την κρίσιμη ώρα που οι απλοί άνθρωποι, αμήχανοι έχουν τα μάτια στηλωμένα απάνω στους ταγούς και περιμένουν βοήθεια, έτοιμοι να ανταμείψουν υλικά και ηθικά όσους τους υπηρετούν με πίστη και αυταπάρνηση και την προσφέρουν.
Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει και οι καλλιτέχνες που ανήκουν σε μιαν ορμητικά ανερχόμενη τάξη να βρεθούν στην αντίπερα άκρη, υποστηρίζοντας πως το περιεχόμενο στέκεται ο μοναδικός αποφασιστικός παράγοντας για την αξιολόγηση ενός έργου.
Για μας, η μορφή και το περιεχόμενο είναι ισοδύναμες αξίες, οι δύο αναπόσπαστες βάσεις στις οποίες στηρίζεται κάθε έργο τέχνης.
Όσο πιο τέλεια είναι η πρώτη, τόσο πιο αληθινό είναι το δεύτερο.
Η μορφή καθορίζει την ικανότητα του καλλιτέχνη.
Το περιεχόμενο αποκαλύπτει την δύναμη της διάνοιας και το ανθρωπιστικό στοιχείο.
Όποιος παραμελεί την μορφή δεν είναι καλλιτέχνης ενώ όποιος αγνοεί το περιεχόμενο δεν είναι δημιουργός.
Η τέχνη δεν μπορεί να είναι ούτε μια αυθαίρετη ούτε μια φωτογραφική αναπαράσταση της ζωής.
Άλλωστε, η αντικειμενική πραγματικότητα αποκτά αισθητική αξία όταν γίνει έργο τέχνης που δονεί τόσο την νόηση όσο και τα συναισθήματά μας.
Κάθε έργο που κατορθώνει να έχει άμεση απήχηση στον ηθικό και ψυχικό κόσμο είναι καλύτερο από κάποιο, που ενώ έχει βαθύτερο περιεχόμενο, μας αφήνει ψυχρούς και ασυγκίνητους.
Προϋπόθεση όλων αυτών, ωστόσο, αποτελεί η ικανότητα να ξεχωρίζουμε το αληθινό από το ψεύτικο, το σχετικό από το απόλυτο, το σύγχρονο από το ξεπερασμένο.
Η ιδέα μιας εξωπραγματικής, αφηρημένης τέχνης δεν είναι τέχνη αλλά μόδα.
Η τέχνη είναι αληθινή όταν είναι συνυφασμένη με το αίσθημα και την νόηση.
Η περιφρόνηση της πραγματικότητας και η αυθαίρετη αναπαράσταση της ζωής δεν εξυπηρετεί την πρωταρχική αναγκαιότητα.
Η διδασκαλία, εξ άλλου, στο έργο τέχνης πρέπει να είναι όσο το δυνατόν καλυμμένη.
Να βγαίνει μέσα από την πίστη του καλλιτέχνη για ένα ιδανικό, όχι μέσα από τα λόγια των ηρώων του, για παράδειγμα.
Για να μας πείσει, χρειάζεται πρώτα να μας συγκινήσει, και ο δρόμος για να φτάσει το έργο τέχνης στο μυαλό μας περνάει πρώτα από την καρδιά μας.
Δεν θα πρέπει, όμως, ο καλλιτέχνης να λησμονεί επίσης ότι η πρώτη αρετή κάθε μεγάλου έργου είναι πως δεν αποτείνεται σε μιαν ορισμένη κατηγορία ανθρώπων αλλά συγκινεί, λιγότερο ή περισσότερο, τους πολλούς, ανεξάρτητα από την πνευματική τους κατάρτιση, όπως ακόμα και ότι η μεγάλη τέχνη δεν είναι αυτοσκοπός –γιατί δεν δημιουργήθηκε από καμιά μεγαλοφυΐα.
Φτιάχτηκε από το σύνολο της ανθρωπότητας και σ’ αυτήν ανήκει.
Γι’ αυτό και είναι υποχρεωτική η επικοινωνία ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό του.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η σχέση καλλιτέχνη και κοινού είναι προσδιοριστικής σημασίας για την συμβολή της τέχνης στον κοινωνικό μετασχηματισμό.
Έχει πριν απ’ όλα την έννοια της επικοινωνίας και της μεταβίβασης μηνυμάτων, που δεν μπορεί παρά να είναι αμφίπλευρη.
Ο καλλιτέχνης δέχεται ερεθίσματα από το ανθρώπινο, κοινωνικό περιβάλλον του –το κοινό– τα οποία μετουσιώνει αισθητικά στην γλώσσα της τέχνης και ξαναδίνει στο κοινό με διαφορετική μορφή.
Αυτή η διαλεκτική σχέση και αλληλεπίδραση ήταν, όπως είναι γνωστό, ιδιαίτερα έντονη στην αρχαία Ελλάδα.
Την τέχνη οι Έλληνες δεν την θεωρούσαν απλή τέρψη ή «παιδιά», αλλά παιδεία για τους πολίτες, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την διδασκαλία των ομηρικών επών και τον ρόλο του αρχαίου θεάτρου στην ζωή τους. Το γεγονός ότι η τεχνολογική επανάσταση της εποχής μας δεν πλαισιώνεται πολιτισμικά, αλλά κινείται αυτόνομα έχει τεράστιες επιπτώσεις στην ικανότητα του μέσου ανθρώπου να δεχτεί μηνύματα και να αφομοιώσει νέες αξίες πολιτισμού και εκφραστικές μορφές.
Σ’ αυτήν ακριβώς την πολιτισμική καθυστέρηση και την μεταφορά ξένων προτύπων και τεχνοτροπιών καλείται ο καλλιτέχνης να απαντήσει ενεργά.
Το κοινό αφήνεται ανεπηρέαστο και αδιάφορο σ’ αυτήν την μάστιγα.
Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και ο καλλιτεχνικός σνομπισμός, το γεγονός ότι η τέχνη είναι σε μεγάλο βαθμό υπόθεση κλειστών κύκλων.
Η εύκολη λύση της περιφρόνησης των αδαών είναι μια άνετη λύση που δεν απαλλάσσει τον καλλιτέχνη από την ευθύνη, αλλά, αντίθετα, είναι μορφή προδοσίας της κοινωνικής ευθύνης και οδηγεί στον αυταρχισμό.
Όπως, επίσης, επικίνδυνη είναι η τέχνη που απευθύνεται στα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπου γιατί ενδιαφέρεται μόνο να αρέσει και εκχυδαΐζει την ζωή αλλά και η δεσμευμένη, στρατευμένη τέχνη που στοχεύει αποκλειστικά στην βίαια επιβολή ενός αισθητικού δόγματος, όσο σωστό κι αν είναι αυτό. Σ’ αυτήν την δεύτερη περίπτωση ο καλλιτέχνης υποτάσσεται σε πολιτικές, κυρίως, δεσμεύσεις και περιορίζει την έμπνευσή του στα στενά πλαίσια μιας αρχής.
Η τέχνη, όμως, πρέπει να είναι αδέσμευτη, να μην δοκιμάζεται από κανέναν περιορισμό αλλά να αναπτύσσεται μέσα στην ελευθερία ή τον αγώνα γι’ αυτήν.
Ο καλλιτέχνης έχει την ευθύνη των κοινωνικών και πολιτικών καθεστώτων που επιβάλλονται στην εποχή του.
Η έλλειψη από μέρους των ανθρώπων της τέχνης να διακρίνουν τα αναγεννητικά στοιχεία που θα μπορούσαν να γίνουν μοχλοί προς την αξιοποίηση νέων, πολιτικών και κοινωνικών μορφών οδήγησε στην αποξένωση από το πλήθος μ’ όλες τις αναπόφευκτες συνέπειες στην καλλιτεχνική δημιουργία στο παρελθόν.
Οι καλλιτέχνες δεν πρέπει να παρασυρθούν, αλλά να αντιταχθούν σε κάθε είδους απόπειρα να χρησιμοποιηθεί η τέχνη από κάθε πολιτική εξουσία, βοηθώντας το κοινό να σχηματίσει ακριβή συνείδηση των όρων της ευημερίας του.
Εξάλλου, ο καλλιτέχνης είναι από τα πράγματα η πιο ευαίσθητη κεραία, ο σεισμογράφος της κοινωνικής μεταβολής.
Οφείλει, μέσω της τέχνης, να ευαισθητοποιήσει, να γίνει επιταχυντικός συντελεστής στην πορεία απελευθέρωσης του ανθρώπου.
Και αυτό επιτυγχάνεται μόνο αν επικοινωνεί με το ευρύ κοινό, όχι με το ναρκισιστικό κοινό των κλειστών κύκλων, και αν στρατευθεί αποκλειστικά στην υπηρεσία του κοινωνικού συμφέροντος. Στόχος του είναι η δημιουργία ενός μεγάλου κοινού με κατανοητική και κριτική λειτουργία και αυτό είναι κατορθωτό, αν δεν κινηθεί σε ένα υποκειμενικό επίπεδο ατομικής έκφρασης αλλά δώσει αξία σε στοιχεία που δεν αναπτύχθηκαν ή προσέχτηκαν από το κοινό, αν κατορθώσει να εκφράσει τις ιδέες της εποχής του και μετουσιώσει τους πόθους, τις επιθυμίες και τις επιθυμίες της κοινωνίας στην οποία ζει σε πράξη, χωρίς να αλλοιωθεί το προσωπικό του στίγμα.

Πολιτισμός και Επικοινωνία των λαών μας

Στις μέρες μας περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, ο άνθρωπος αισθάνεται όχι απλώς ως μέλος ενός κράτους αλλά ως μέλος μιας παγκόσμιας κοινωνίας.
Η τάση αυτή για την ανάπτυξη διεθνών, πανανθρώπινων σχέσεων σε κάθε τομέα του πολιτισμού δείχνει σαφώς την διεθνιστική αντίληψη που διακατέχει τον σύγχρονο κόσμο και έχει παραμερίσει σημαντικά τις εθνικιστικές προκαταλήψεις. Αποτέλεσμα ευεργετικό της συμβολής τέτοιου είδους πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ κρατών είναι η αδιαμφισβήτητη πρόοδος του παγκόσμιου πολιτισμού και η προαγωγή της επικοινωνίας των λαών.
Δεν έχουν εκλείψει, ωστόσο, οι μεμονωμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες γίνεται φανερή η αρνητική επίδραση των ξένων ιδεών στην πολιτιστική παράδοση μικρών κατά κύριο λόγο χωρών.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο διεθνισμός δεν αντιστρατεύεται τις εθνικές παραδόσεις. Αυτό, άλλωστε, έχει γίνει συνείδηση της μεγάλης πλειοψηφίας των σημερινών κρατών που –ως στόχο της πολιτικής τους– αρκετές φορές θέτουν την ανάπτυξη των εξωτερικών σχέσεών τους, συγκεντρώνοντας το βάρος των προσπαθειών τους στην συνεργασία με τα άλλα κράτη και, βέβαια, ενάντια στην απομόνωση και τον σωβινισμό. Και αυτό, επειδή ακριβώς έχουν συναίσθηση του γεγονότος ότι σήμερα μόνο αν ενταχθούν σε έναν ευρύτερο συνασπισμό από κράτη θα μπορέσουν να σταθούν επιτυχημένα στην ρευστότητα που χαρακτηρίζει τον πλανήτη μας.
Σε αυτά τα πλαίσια εντάσσονται και οι κινήσεις για την ένωση κάτω από μιαν ισχυρή στις αποφάσεις της για το κοινό συμφέρον ηγεσία διαφόρων κρατών (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ευρωπαϊκή ένωση του 1992) και κύριο σκοπό την καλλιέργεια μιας ενιαίας ιδεολογίας. Η καλλιέργεια μιας ενιαίας ιδεολογίας, όπως και η έμφυτη ανθρώπινη ροπή στην επικοινωνία και η σφυρηλάτηση ισχυρών συνεκτικών δεσμών αποτελούν αίτημα των καιρών μας. Στους τομείς της επιστήμης, του πνεύματος και της εκπαίδευσης ειδικά, η ανάπτυξη των πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων μπορεί να ωθήσει κάθε χώρα να εισέλθει σε ένα ανώτερο πολιτιστικό περιβάλλον και να έρθει σε επαφή με το πνεύμα άλλων χωρών, την ανώτερη επιστήμη και τεχνολογία (όπως και να υϊοθετήσει ένα εκπαιδευτικό σύστημα) από τα οποία μόνον οφέλη θα έχει.
Με την αποδοχή, εξάλλου, και την προώθηση της ιδεολογίας –με την καλή έννοια του όρου– που θα είναι κοινή για τα μέλη που θα αποτελούν συγχρόνως πομπούς και δέκτες μηνυμάτων, θα διαφυλαχθούν οι πολιτιστικές και εθνικές παραδόσεις ενώ, επιπλέον, θα καταρριφθούν τείχη που ορθώνονταν ανάμεσα στους λαούς, στην μεταξύ τους γνωριμία και αλληλοκατανόηση και, άρα, τα κράτη που θα υποστούν τις ευεργετικές συνέπειες –πέρα από αυτά που ήδη τις υφίστανται– ενός τέτοιου ενδεχομένου θα επιζητήσουν την περαιτέρω προσφορά θετικών στοιχείων από τις προηγμένες χώρες.
Σίγουρα, όταν δύο κράτη αποφασίσουν να χαρακτηρίζει η ειλικρίνεια και η αμοιβαία επίδειξη συνεργαστικού πνεύματος τις σχέσεις τους, οι ανταλλαγές στον τομέα του πολιτισμού έχουν από εκείνη την στιγμή απεριόριστες δυνατότητες προσφοράς θετικού έργου. Το κάθε κράτος ξεχωριστά, μέσω των προσωπικοτήτων που διαθέτει και που έχουν παγκόσμια απήχηση ως φωτισμένα και διακεκριμένα άτομα, θα μπορέσει να διακρίνει τα θετικά στοιχεία του άλλου, να τα αφομοιώσει και ενσωματώσει δημιουργικά στις δικές του πολιτιστικές κατακτήσεις και, ασφαλώς, να αξιοποιήσει όσο το δυνατόν καλύτερα τις ευνοϊκές συνθήκες που θα υπάρξουν.
Αρκεί κάθε φορά να μπορεί ο άνθρωπος να ανασύρει από το κράμα αυτό ιδεών και νοοτροπιών τις συνήθειες που θα βελτιώνουν την ποιότητα της ζωής του.
Με αυτόν τον τρόπο, καλύπτονται οι οποιεσδήποτε αδυναμίες και τα κενά.
Άλλωστε, η τακτική των πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων έχει κάθε άλλο παρά βλαπτικές συνέπειες, όταν τοποθετείται στα σωστά πλαίσια, για την γενικότερη εξελικτική πορεία ενός τόπου. Επεκτείνει, ακόμα, τις ανθρώπινες βλέψεις προς κάτι δημιουργικό, παραγωγικό και ωφέλιμο.

*
Κάθε λαός, επομένως, οφείλει να ερευνά βαθειά και να κατανοεί κάθε ερέθισμα που δέχεται και να το απορρίπτει ή να το οικειώνεται.
Η μίμηση, λοιπόν, του καλύτερου δεν είναι μια ακούσια αυτοαποκάλυψη της εσωτερικής κενότητας ενός λαού ούτε και ένδειξη στασιμότητας ή ξεπεσμού. Αντίθετα, όταν περιορίζεται στην προσαρμογή και προσωπική διαμόρφωση των στοιχείων του προτύπου, όχι μόνο δεν είναι γόνιμη, αποδοτική και θεμιτή αλλά επιβάλλεται. Στην περίπτωση όμως άλλων μορφών πολιτιστικών ανταλλαγών, ο κίνδυνος που διαγράφεται απαιτεί την άμεση κινητοποίηση και επισήμανση από όλους.
Πρώτα-πρώτα, είναι παρατηρημένο πως αρκετές φορές η δίψα ενός υπανάπτυκτου λαού να γνωρίσει τις πολιτιστικές κατακτήσεις των προηγμένων εθνών μετατρέπεται σε ξενομανία, πράγμα που αποκαλύπτει έλλειψη εμπιστοσύνης στις ικανότητες του ίδιου του λαού και αποτελεί προάγγελο απώλειας της ιδιαιτερότητας και αυθεντικότητας που κάθε κράτος διαθέτει.
Στην εποχή μας, πάλι, η ανάπτυξη πολλών αναπτυγμένων χωρών σε θέσεις κυριαρχικές συντέλεσε στην ευρύτερη φθορά των αλληλεπιδράσεων που λαμβάνουν χώρα.
Με βασικό σκοπό πάντα το κέρδος, με τέλεια οργανωμένες ενέργειες και περίτεχνες μεθοδεύσεις οι διάφορες πολυεθνικές εταιρείες συντελούν στην εγκαθίδρυση, σε παγκόσμια κλίμακα, ενός τυποποιημένου τρόπου ζωής, εξαφανίζοντας με αυτόν τον τρόπο κάθε ιδιοτυπία.
Η ανάπτυξη των μέσω μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας, ο τουρισμός και η εξομοίωση του τρόπου ζωής των ασθενεστέρων λαών με ένα καθορισμένο πρότυπο, οδηγούν στην άκριτη και ασυλλόγιστη αποδοχή ξένων στοιχείων ως καλών, χωρίς παράλληλα εξέταση των βαθύτερων συνεπειών της εισροής τους στην καθημερινή κουλτούρα.
Η πνευματική, επίσης, τροφοδότηση με υποπροϊόντα οδηγεί στην πολιτιστική υποτέλεια, μετατρέπει τον λαό σε άμορφη μάζα και υποδουλώνει, αλλοιώνοντας το έθνος που υφίσταται την εξαφάνιση των ηθών και εθίμων του.
Έτσι, λοιπόν, η μετάγγιση σε μιαν κοινωνία ανεξέλεγκτων στοιχείων, ξένων προς την ιδιοσυγκρασία του λαού που την αποτελεί, την κατευθύνει στην παρακμή και την παραμόρφωση. Και αυτά, επικαλυμμένα με τις διακηρύξεις περί γόνιμων επιρροών από αξιόλογα ξένα στοιχεία.
Υπάρχει, άρα, διαρκώς ο κίνδυνος της μετατροπής ενός κράτους σε πνευματικά ετερόφωτο, όταν έχει προηγηθεί η απομίμηση αλλότριων αντιλήψεων, που δεν συμφωνούν με την νοοτροπία του κόσμου, και η καταστροφή της εθνικής κληρονομιάς.
Επομένως, πρέπει ο πολίτης κάθε χώρας να αποστρέφεται τις περιπτώσεις εκείνες όπου οι πολιτιστικές αλληλεπιδράσεις παίρνουν την μορφή της επιβολής ισχυρών κρατών σε βάρος των αδυνάτων. Ωστόσο, θα πρέπει να δοθεί και η δέουσα προσοχή μήπως βρεθούμε στον αντίποδα. Να αντιμετωπίζουμε δηλαδή τους ξένους πολιτισμούς και τους φορείς τους με στενόκαρδη αντίληψη και στείρα προγονοπληξία. Ο σωβινισμός δεν ταιριάζει στην εποχή μας.
Ο σημερινός πολίτης, ωστόσο, μολονότι δεν αρμόζει να δείχνει περιφρόνηση προς την πολιτιστική παράδοση άλλων λαών ή να υποτιμά τον τρόπο ζωής τους, δεν μπορεί να δέχεται παθητικά την υποταγή σε ξένα πολιτιστικά στοιχεία και την επιβολή ξένων συρμών.

*

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τον δικό μας πολιτισμό –και όχι μόνον οι Έλληνες αλλά οποιοσδήποτε– και να αξιοποιήσουμε τα διδάγματά του και, επιπλέον, να μελετάμε τα πολιτιστικά πρότυπα άλλων λαών σε βάθος και όχι επιφανειακά.
Συμπερασματικά, οφείλει το σύνολο των λαών να εντείνει τις προσπάθειές του για να γκρεμιστούν τα σύνορα κάθε μορφής που εμποδίζουν την ελεύθερη επικοινωνία τους.
Ένα τέτοιο επίτευγμα συνεπάγεται την ενημέρωση και τον διαφωτισμό ολόκληρων λαών αλλά και την εναρμόνιση και εξισορρόπηση αμιγών, παραδοσιακών στοιχείων με επιλεγμένα άλλα –τα οποία δεν αντιτίθενται σε ό,τι γερό προϋπήρχε.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι πρόβλημα συγκεκριμένων επιλογών και της λειτουργικότητάς τους σε μιαν νέα πραγματικότητα. Πρέπει να αλλάξει ο τρόπος εισαγωγής θεσμών και εννοιών σε κάθε κοινωνία, στοιχείων που δεν μπορούν παρά να προέρχονται από τον οικουμενικό πολιτισμό που τείνει να δημιουργηθεί, βάσει μιας ενιαίας συμφωνίας.

*

«Αυτά τα αγάλματα, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε».

*

Η σπουδαία αυτή φράση του στρατηγού Μακρυγιάννη κρύβει χιλιάδες αγώνες και θυσίες. Δίνει το νόημα ολόκληρου του Αγώνα και επεκτείνεται σε όλην την Ελληνική Ιστορία. Την ιστορία ενός πολιτισμού, μιας παράδοσης που δεν πήρε μόνο στοιχεία από άλλους αλλά που έδωσε και φώτισε με το πνεύμα και την λαμπρότητά του όλην την ανθρωπότητα –και γι’ αυτό, άλλωστε, θαυμάζεται και παρατηρείται προσεκτικά ακόμα και σήμερα.
Τα μνημεία μας, τα τραυματισμένα από τον χρόνο αριστουργήματα της ελληνικής ευφυΐας, σκορπίζουν παντού το φως του πολιτισμού μας.
Αποτελούν την πηγή από όπου καθένας μας περιμένει και προσδοκά να πιεί, να καταλάβει δηλαδή την ιερή παράδοση που κρύβουν.
Αξίζουν τόσο πολύ γιατί αποτελούν το ίδιο το έθνος, την ίδια την πατρίδα και την θρησκεία, είναι σαν την οικογένεια, κοντινά και φιλικά –μα, τόσο ανασφαλή.
Αντικατοπτρίζουν την πορεία και την εξέλιξη μιας φυλής που έπαιξε μέγιστο ρόλο στην πρόοδο του ανθρώπου και γι’ αυτό εκτιμούνται τόσο, όσο η ίδια μας η ψυχή και τα απόκρυφα συναισθήματά της.
Η αξία τους, όμως, γεννάει πάρα πολλούς κινδύνους. Κινδύνους που δείχνουν έμμεσα και την αξία του Ελληνισμού και του έργου του.
Η τεράστια σημασία τους φανερώνει το μέγεθος του πολιτισμού και γι’ αυτό επιβουλεύονται και εποφθαλμυούνται από τους «φτωχούς στο πνεύμα» που ούτε ιδανικά αλλά ούτε και θάρρος έχουν αλλά μόνο συμφέρον και ζηλοφθονία κρυφή.
Καθένας μας, λοιπόν, σαν άξιος φορέας του ελληνικού στοιχείου, οφείλει να προστατεύσει και να διαφυλάξει τα κεκτημένα αυτά.
Πρέπει να αντισταθεί και να εκτιμήσει σωστά την αξία των μνημείων αυτών, να τα αγαπήσει και να τα περιβάλλη με στοργή σαν να πρόκειται για κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο που δεν θέλει είτε να χαθεί είτε να του φύγει και να είναι σίγουρος ότι θα έχει κάνει το καθήκον του ως Έλλην, πατριώτης και άξιος άνθρωπος.

Η Φύση και ο Εκπολιτισμός του Ανθρώπου

Απειλητικά πάνω από τα κεφάλια μας στέκεται την τελευταία 20ετία η τρομερή απειλή του πυρηνικού ολέθρου. Μια εφιαλτική απειλή που, αν και δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα, δεν έχει παραλείψει ωστόσο να κάνει αισθητή την παρουσία της ως δαμοκλείου σπάθης με τον εξίσου μελανό προάγγελό της, την οικολογική καταστροφή.
Η ανοησία του ανθρώπου έχει ξεπεράσει κάθε σημείο λογικής. Ουσιαστικά αυτοκαταστρέφεται όταν επιφέρει στην φύση καίρια, θανάσιμα πλήγματα. Πλήγματα διαρκή και ύπουλα, που αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα για την αποκατάσταση των σχέσεων ανθρώπου-φύσης.
Πραγματικά, παρατηρείται –τελευταία σε ιδιαίτερη έξαρση– το φαινόμενο της χρήσης, της στυγνής εκμετάλλευσης της φύσης από τον άνθρωπο αλλά και της κατάχρησής της με τα νέα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, την στιγμή που η φύση στο παρελθόν υπηρέτησε καθοριστικά την ανθρωπότητα στην προσπάθειά της να δημιουργήσει: να στερεώσει τον πολιτισμό.
Άλλωστε, εξ ορισμού η φύση συνεπάγεται νόμους που κυβερνούν τον φυσικό κόσμο, είναι η δύναμη που δίνει γένεση και ενέργεια στα όντα και συνεχίζει μ’ αυτόν τον τρόπο το έργο της δημιουργίας μέσα στον χώρο που κινείται η ύπαρξη (που ενώ έχει την προοπτική να γίνει ο καλύτερος συνεργάτης της, κάνει ό,τι μπορεί για να αποδείξει ότι δεν θέλει αυτή την συνεργασία, αλλά επιδιώκει –για μιαν ακόμη φορά– να γευτεί την κυριαρχία).
Και όμως, η φύση συνιστά πηγή ζωής όσο και έμπνευσης για τον άνθρωπο, χωρίς να ξεχνά τον ρόλο της ως δασκάλου που εμπλουτίζει τον μαθητή της με τις πρώτες εμπειρίες. Και αυτό γιατί ερεθίζει την ορμή του ανθρώπου για έρευνα ενώ οι ιδιότητες και οι δυνάμεις της του δημιουργούν την ακατανίκητη επιθυμία να τις κάνει κτήμα του, να δημιουργήσει τις φυσικές επιστήμες για να κατακτήσει την αστείρευτη γνώση μέσω της παρατήρησης και του πειράματος.
Συγχρόνως, η φύση που χαρακτηρίζεται από αρμονία, τάξη και ομορφιά προσφέρει μιαν ανείπωτη γαλήνη και καλλιεργεί το ωραίο αλλά και παραδειγματίζει επιπλέον.
Μολονότι, λοιπόν, έχει πλήρως συνειδητοποιηθεί η σημασία της φύσης και η προσφορά της στην ανθρωπότητα, ο άνθρωπος εξακολουθεί να σχοινοβατεί επικίνδυνα, αγνοώντας ότι με μιαν τέτοια στάση διαταράσσει την ισορροπία της φύσης και συντελεί στην αποδυνάμωσή της. Άλλωστε, το πρόβλημα άρχισε να υφίσταται από την στιγμή εκείνη που ο άνθρωπος επενέβη σε τέτοιον βαθμό στο φυσικό του περιβάλλον ώστε να αδυνατεί η φύση με την φθοροποιό αλλά και αναζωογονητική της ισχύ να καλύψει τα κενά που δημιουργήθηκαν νομοτελειακά.
Ο σημερινός προοδευμένος άνθρωπος αλλοίωσε ολοκληρωτικά το φυσικό τοπίο, το παραμόρφωσε αισθητικά και το μόλυνε. Επιπλέον, έφθειρε την εθνική του κληρονομιά, έβλαψε ανεπανόρθωτα την σωματική και ψυχική του υγεία, εξαφάνισε την σπάνια χλωρίδα και πανίδα. Επίσης, εκδηλώθηκε η καταστροφική του μανία με χίλιους τρόπους.
Μια επισκόπηση στην ειδησεογραφία θα επιβεβαίωνε του λόγου το αληθές.
Τα πυρηνικά ατυχήματα αποτελούν υπαρκτό κίνδυνο. Οι διαρροές πετρελαίου και οι πετρελαιοκηλίδες της θάλασσας επιδιώκονται σκόπιμα πια, όπως υπάρχουν υπόνοιες ότι το ίδιο γίνεται και για τα δηλητηριώδη λήμματα που απελευθερώνονται από τις βιομηχανίες. Ακόμα, η κατάσταση από τα απορρίμματα των πόλεων έχει γίνει πλέον αφόρητη. Η καταστροφή και οι εμπρησμοί των δασών είναι πια σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στην πλήρη αποξένωση του ανθρώπου από την φύση.
Ο άνθρωπος απειλείται από τον βασανιστικότερο θάνατο, ο χημικός πόλεμος δεν αποτελεί όπως μέχρι πρότινος ουτοπία, αλλά πλήθος από ανεξήγητες, ανίατες παθήσεις πρωτοεμφανίζονται. Το άγχος πολλαπλασιάζεται, ο άνθρωπος νιώθει ανασφαλής κοντά στην φύση, χάνει την ηρεμία του και τον κυριεύει η αγωνία.
Για την φύση, ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα.
Υπάρχει γενική καταστροφή των πλουτοπαραγωγικών πηγών, διατάραξη της αυστηρής και ακριβοδίκαιης παράλληλα νομοτέλειάς της και επικρατεί ένα επιβλαβές κακοποιημένο περιβάλλον ενάντια όχι μόνο στον άνθρωπο και σε κάθε ζωντανό ον αλλά και στα άψυχα ακόμη.
Από τις συνέπειες της καταστρεπτικής αυτής επέμβασης του ανθρώπου, γίνεται αντιληπτή η έκταση του προβλήματος. Ενός προβλήματος που διατηρεί άρρηκτες τις διασυνδέσεις του με τον ίδιο τον άνθρωπο. Η ρίζα του βρίσκεται στην ακόρεστη δίψα του ανθρώπου να κερδίζει περισσότερα από αυτά τα οποία του είναι απαραίτητα. Ο παραλογισμός του, η τυφλή προσήλωση στο ατομικό συμφέρον αλλά και οι παρωπίδες με τις οποίες αντιμετωπίζει την αντικειμενική πραγματικότητα του δημιουργούν ψεύτικες, χαμένες προσδοκίες, τον εμποδίζουν να λάβει σοβαρά τις προειδοποιήσεις. Χρειάζεται συνετισμό, πράγματι, ο άνθρωπος.
Η οικονομία επηρεάζει την ζωή του. Όταν αρχικά προσπάθησε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της, δεν φανταζόταν ούτε αναλογίστηκε ότι η εξάντληση των φυσικών πηγών, που τον προμήθευε με ό,τι αγαθό χρησίμευε στην βιομηχανία και στις άλλες του κερδοφόρες δραστηριότητες, θα ήταν αναπόφευκτη.
Και αντί να περιοριστεί στα εντυπωσιακά επιτεύγματά του όταν το συνειδητοποίησε αυτό, στράφηκε σε άλλες πηγές ενέργειας και πλούτου, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό και προφύλαξη.
Ο οικονομικός ανταγωνισμός επέτεινε την ηθελημένη τύφλωση –και η μόλυνση έγινε πραγματικότητα. Η ασυδοσία των βιομηχανικών επιχειρήσεων συμβαδίζει με την ανευθυνότητα και τον επεκτατισμό των κρατικών φορέων που δεν έλαβαν κανένα προστατευτικό μέτρο ή αν το έκαναν, τα συμφέροντα που διακυβεύονταν τους εξώθησαν στην αναίρεσή του. Και από επιστημονικής πλευράς, βέβαια, δεν τηρήθηκαν οι αρχές της χρήσης των ανακαλύψεων προς όφελος του ανθρώπου, αλλά αυτές διοχετεύθηκαν –και ίσως δεν ήταν δυνατόν να γίνει διαφορετικά– σε αρμόδιους που όμως είχαν την «ατυχία» να είναι σε θέσεις εξουσίας, να χάσουν την ανθρωπιά τους και την ικανότητά ανταπόκρισης στην συνείδησή τους, και επομένως ήταν ακατάλληλοι για μιαν τέτοια διαχείριση.
Τέλος, θα ήταν εγωϊστικό να μην επισημανθεί η ευθύνη του απλού, αλλοτριωμένου ωστόσο, ανθρώπου που μένει απαθής, χαμένος στην ανωνυμία και την ασημαντότητά του, μπροστά στον τορπιλισμό του πολιτισμού του, στην κατάρρευση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζει και αναπτύσσεται. Και αυτή είναι μια αιτία κοινή για κάθε μεγάλο, αναπάντητο ερώτημα που βασανίζει τον πλανήτη μας. Τώρα που ο κώδωνας του κινδύνου κρούεται για τελευταία ίσως φορά, είναι ο καιρός να αποκτήσει η ανθρωπότητα οικολογική, υπερκομματική (γιατί δυστυχώς η εκμετάλλευση των σύγχρονων μαστίγων έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο) συνείδηση, να αντιληφθεί οριστικά και να αποβάλη κάθε επιφύλαξη για το μέγεθος της συμφοράς που της επιφυλάσσεται.
Χρειάζεται και είναι επιβεβλημένο, κατά την γνώμη μου, να υποστεί το ανθρώπινο γένος έναν τρομερό συγκλονισμό, όσο μακάβριο κι αν είναι αυτό, γιατί τότε μόνο το ζήτημα θα πάρει τις πραγματικές διαστάσεις του, που θα απαιτούν μιαν έντιμη, αποτελεσματική λύση.
Πρέπει, ωστόσο, η Πολιτεία να κάνει το πρώτο βήμα με τον έλεγχο των βιομηχανιών και την απομάκρυνσή τους από τα μεγάλα αστικά κέντρα, να δώσει ριζικές απαντήσεις στις κατηγορίες και λύσεις στα αμφισβητούμενα οικολογικά θέματα ώστε να αποσπάσει την συναίνεση του πληθυσμού.
Για κάθε κράτος, βέβαια, ισχύει αυτό, και συνδυασμένο με μιαν σωστή χωροταξική κατανομή όπως και με ευκρινείς προσπάθειες για αποκέντρωση και αποσυμφόρηση, θα ήταν δυνατόν να δώσει μιαν ευκαιρία στην φύση να ανακτήσει τις δυνάμεις της και να ενισχυθεί.
Είναι, για μιαν ακόμη φορά, όμως απαραίτητη η τοποθέτηση του κοινωνικού συμφέροντος πάνω από το στενό, οικονομικό συμφέρον. Και δεν είναι σωστή αντιμετώπιση του προβλήματος η δημιουργία ενός οποιουδήποτε ενιαίου φορέα, υπεύθυνου για την προστασία του περιβάλλοντος, αν δεν ελεγχθούν πρωταρχικά όλες οι πιθανές εστίες μόλυνσης και αν δεν εξαλειφθούν τα κίνητρα αυτής της παράλογης κινητοποίησης εναντίον της φύσης.
Την στιγμή, επομένως, που το οικοδόμημα του πολιτισμού μας είναι έτοιμο να καταρρεύσει όχι γιατί απέτυχε αλλά επειδή υπονομεύεται, η εκτροπή του ανθρώπου αποκτά επικίνδυνη κλίση.
Η εξόντωση της φύσης είναι τρομερά δύσκολο να παρακαμφθεί και να εμποδιστεί. Τα αποτελέσματα της ασυνείδητης επιθυμίας του ανθρώπου να ξεπεράσει κάθε μέτρο δεν αποτελούν πια θέματα εικασιών αλλά είναι πασιφανή.
Η φύση και κατά συνέπεια το ανθρώπινο γένος δεν μπορούν να σωθούν με ευχολόγια αλλά μόνο με πράξεις.
Η ανάληψη πρωτοβουλιών από κάθε πολίτη συναντά, λόγω της κοινωνικής δομής, ανυπέρβλητα εμπόδια, η φύση όμως αξίζει να γίνει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος σ’ όλον τον πλανήτη και το αποκλειστικό, μέχρι να αντιμετωπιστεί επιτυχώς, θέμα διαβουλεύσεων από υπεύθυνα, ανώτερα κλιμάκια.

Ύπαρξη και Ποιότητα ζωής

Ο βαθμός ύπαρξης της ποιότητας της ζωής σε έναν κόσμο οργανωμένο σε κοινωνίες είναι σήμερα κριτήριο και βασική προϋπόθεση της προόδου του ανθρώπινου πολιτισμού. Τουλάχιστον στα πλαίσια που την εννοούμε, η αξία μιας ανώτερης και ουσιαστικής ποιότητας ζωής είναι σήμερα υποβαθμισμένη, καθώς γίνεται αισθητή με τις πνευματικές ασχολίες και εκδηλώσεις, την επιδίωξη του αγαθού, την ύπαρξη επικοινωνίας, τον παραμερισμό του άγχους και την ομαλή συμβίωση.
Υπάρχουν αρκετά στοιχεία που μας κατευθύνουν προς την εκτίμηση ότι ο άνθρωπος την κατέκτησε και πολλοί υποστηρίζουν ότι σε αυτό το γεγονός οφείλεται ότι ο άνθρωπος έχει αφεθεί απερίσπαστος στο έργο της δημιουργίας.
Πιο ευρεία, όμως, διαπίστωση είναι ότι η τεχνολογική ανάπτυξη και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου δεν επέφεραν την απαιτούμενη ποιότητα ζωής. Επίσης, ότι η υποβάθμιση της ζωής εμφανίζεται μαζί με τα θλιβερά επακόλουθά της. Η προσφορά, ωστόσο, του σημερινού πολιτισμού για να γίνει η ζωή μας πιο ανθρώπινη θα κριθεί στα κατοπινά χρόνια. Την στιγμή αυτή, όμως, επιβάλλεται να σταθμήσουμε τα στοιχεία που συνηγορούν στην ύπαρξη της ποιότητας ζωής ή αναιρούν αυτήν την άποψη.
Το ανθρώπινο γένος, μετά από τόσες εμπειρίες που απέκτησε στην διάρκεια των αιώνων της ύπαρξής του, έθεσε ως κύρια επιδίωξή του την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την ζωή. Αυτή η επιδίωξη πραγματοποιήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτέλεσε συνισταμένη γοργής ανάπτυξης του πολιτισμού. Η ζωή απέκτησε πολυεδρικότητα και χάρη στην ανάπτυξη του τεχνολογικού πολιτισμού κυρίως, ανυψώθηκε το βιοτικό επίπεδο, αναπτύχθηκε η παραγωγή και η οικονομία, γενικά όλοι οι τομείς του επιστητού μέσω της συσσωρευμένης πείρας ανήκουν στο ενεργητικό του πολιτισμένου ανθρώπου.
Οι ανέσεις που προσφέρονται στην ζοφερή μας εποχή δεν υπήρξαν ποτέ στο παρελθόν και, από αυτήν την πλευρά, ο άνθρωπος μπορεί να υπερηφανεύεται. Επακόλουθο αυτών ήταν η πρόοδος της γεωργίας, της βιομηχανίας, του εμπορίου, των μέσων συγκοινωνίας και γενικά του υλικού τομέα του πολιτισμού. Με την τελειοποίηση και τον αυτοματισμό των μηχανών, αυξήθηκε η παραγωγή υλικών αγαθών και καλύπτει τις ανάγκες όλων των κατοίκων της υφηλίου. Η παραγωγή των βασικότερων φαρμάκων, των τελειότερων ιατρικών μηχανημάτων, η χρησιμοποίηση μηχανικών μέσων για την διάγνωση και την θεραπεία, συνέβαλαν στην ελάττωση του ποσοστού θνησιμότητας σε ολόκληρο τον κόσμο και στην καλύτερη προστασία της υγείας. Επιπλέον, ο άνθρωπος δάμασε τα στοιχεία της φύσης και χρησιμοποιεί την ενέργεια προς όφελός του.
Αλλά και η πνευματική εξέλιξη της ανθρωπότητας, που οδηγεί σε μιαν ουσιαστικότερη ποιότητα ζωής, βοηθείται από τα επιτεύγματα αυτά. Η γνώση γίνεται πιο εύκολα κτήμα όλων, αλλά το σημαντικότερο, η επιστημονική έρευνα γνωρίζει ραγδαία εξέλιξη. Ο υλικός, επομένως, τομέας έφτασε στα ύψιστα επίπεδα απόδοσης.
Ωστόσο, αποτελεί άλλη μιαν κοινή διαπίστωση η «εν δυνάμει» κατάσταση στην οποία βρίσκονται ο πνευματικός και ηθικός τομέας της ζωής. Από την στιγμή που οι δύο αυτοί τομείς χαρίζουν κατ’ εξοχήν την ποιότητα στην ζωή και δεν έχουν ενεργοποιηθεί, είναι εύλογη η αναίρεση της άποψης ότι οι κοινωνικές σχέσεις έχουν βελτιωθεί.
Τα στοιχεία που αποκαλύπτουν ότι ο άνθρωπος απέχει ακόμα από την πραγματική κατάκτηση μιας ανώτερης ποιοτικά ζωής παρατηρούνται σε μεγαλύτερη κλίμακα στις μεγαλουπόλεις, γιατί εκεί υπάρχει η μεγαλύτερη αντιρροπία μεταξύ των τεχνικών και των πνευματικών επιτευγμάτων, όσο κι αν η άνοδος του βιοτικού επιπέδου οδηγεί αυτόματα σε έκρηξη και των πνευματικών δραστηριοτήτων.
Δυστυχώς, αυτή παρεμποδίζεται από τις πλήθος υποχρεώσεις που απορρέουν από τον σύγχρονο, εντατικό και απαιτητικό τρόπο της ζωής. Αποτέλεσμα είναι η μονοτονία και η κούραση που αισθάνεται ο κάθε άνθρωπος, ανασταλτική για κάθε άλλο κίνητρο που αναμφίβολα εμφανίζεται στην καθημερινότητα. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την ποιοτική υποβάθμιση της ζωής ακριβώς στους τομείς όπου θα έπρεπε να συνδυαστούν τα γνήσια μέτρα της άνετης ζωής και της ιδανικής ζωής.
Θα ήταν σκόπιμη η επισήμανση των στοιχείων που οδηγούν σε αυτήν και των προβλημάτων που δημιουργεί αναπόφευκτα. Η αλλοτρίωση μεταξύ των ανθρώπων είναι η πρώτη πληγή.
Ο άνθρωπος εξωθείται στην απομόνωση ενώ είναι εγκλωβισμένος στις μεγαλουπόλεις. Το άγχος τον κυριεύει και τον υποχρεώνει να θεωρεί ως αυτοσκοπό της ζωής την απόκτηση υλικών αγαθών και όχι ως μέσο για να φτάσει σε αυτήν. Καταλαμβάνεται από μια κερδοσκοπική μανία που τον κατευθύνει σε ψυχοφθόρες ενέργειες που προκαλούν ψυχολογικά προβλήματα και του αφαιρούν την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητάς του.
Η πιεστική αυτή κατάσταση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά, την «υπεροχή» του ατομικού στο κοινωνικό συμφέρον, την έλλειψη επικοινωνίας, συντροφικότητας και συνεργασίας, την περιθωριοποίηση και την ματαιοδοξία.
Η εξειδίκευση προς την οποία (από)προσανατολίζεται η παιδεία μιμούμενη κατά τον χειρότερο τρόπο τα ξένα πρότυπα συντελεί αποφασιστικά στην διαιώνιση και εξάπλωση των θανάσιμων αυτών αμαρτημάτων του πολιτισμού μας. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα, κακώς χρησιμοποιούμενα, ωθούν σε επιδιώξεις μεγαλύτερες των δυνατοτήτων μας ενώ η εκβιομηχάνιση και η αυτοματοποίηση αυτή την φορά παραγκωνίζουν τον ανθρώπινο παράγοντα και τον αδρανοποιούν. Η στροφή, εξάλλου, της κοινής γνώμης προς τα οικονομικής φύσης ζητήματα αποδεικνύει πόσο βαθειά μέσα μας έχει εισχωρήσει ο ιός της απληστίας. Η μόλυνση της ατμόσφαιρας δεν συγκινεί πια, γιατί έχει γίνει πεποίθηση όλων μας η ματαιότητα μιας αντίδρασης. Και η επιστημονική μονομέρεια δεν έχει τίποτα να προσφέρει στον άνθρωπο που περικυκλώνεται από τα ογκώδη επακόλουθα του υποβιβασμού του ως μονάδας χρήσιμης και αποδοτικής.
Η ανθρώπινη ύπαρξη έχει καταπέσει και έχει γίνει υποχείριο των πιο στυγνών και προγραμματισμένων ενεργειών και φαινομένων. Ο ξεπεσμός της σύγχρονης ζωής με τις κάθε είδους εκλύσεις, την φτηνή ψυχαγωγία και διασκέδαση, την ωμή βία, την προσβολή της ανθρώπινης προσωπικότητας βρίσκει εφαρμογή καθημερινά. Ο άνθρωπος έχει χάσει τον αυτοέλεγχό του, την αξιοπρέπειά του, τα ιδανικά που δεν μπορεί να βρει γιατί η έννοια τους έχει διαστρεβλωθεί ενώ αντιφατικά μηνύματα διαχέονται και διαστρεβλώνουν τους αρχικούς του σκοπούς.
Επιπλέον, η φιλία αποτελεί δυσεύρετο καταφύγιο γι’ αυτόν. Τα άτομα γύρω μας έχουν κυριευτεί από μιαν πρωτόγνωρη κυνικότητα και ψυχρότητα ακολουθώντας την αρχή της αποφυγής των ενοχλημάτων. Έχουν γίνει απρόσβλητα σε κάθε συναισθηματικό σκίρτημα και το πιο σπουδαίο, νοιώθοντας ασήμαντοι, έχουν απωλέσει τον αυτοσεβασμό και την αυτοκυριαρχία τους. Έτσι, μέσα από την παρακμή κάθε θεσμού γίνεται αντιληπτή η κρίση ιδανικών, ηθών και αξιών της εποχής μας, στην οποία εντάσσεται πρώτιστα η κρίση της οικογένειας και της δικαιοσύνης (ελάχιστη εμπιστοσύνη παρέχει, με αποτέλεσμα την ανατροπή κάθε νομικού φράγματος δικαίου και την αναρχία που κάνει τον πολίτη ανασφαλή, σκυθρωπό και καχύποπτο).
Με αυτούς τους τρόπους, ο άνθρωπος χάνει τις ελπίδες του για το μέλλον και –αντί να δημιουργεί– η αποχαύνωση και ο εκφυλισμός τον οδηγούν σε άλλους τύπους συμπεριφοράς, στους οποίους μόνον η ποιότητα και η ποικιλία δεν μπορεί να αποδοθεί ως χαρακτηρισμός. Και όλα αυτά, σ’ έναν κόσμο όπου ευνοείται η ροπή προς την εσωστρέφεια και όπου διαψεύδονται τα όνειρα και οι προσδοκίες όσων θέλουν να οραματίζονται κάτι καλύτερο.
Πρέπει, επομένως, να βρεθεί η χρυσή τομή δια μέσου μιας νέας αντιμετώπισης των προβλημάτων. Μια διαρκής κινητοποίηση σε ατομικό και κρατικό πλαίσιο, θεμελιωμένη ακριβώς πάνω στο υψηλό βιοτικό επίπεδο και στα στοιχεία που συνηγορούν για την κατάκτηση στο μέλλον της ποιότητας ζωής που μας αξίζει, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την αναβάθμιση της ζωής, πράγμα που θα σημαίνει σεβασμό του συνανθρώπου και ενιαία πολιτισμική ανάπτυξη.
Σε ατομικό πλαίσιο, ο καθένας μας οφείλει να συμμετέχει σε πνευματικές εκδηλώσεις, να παραμερίσει τα υλικά αγαθά για να προωθήσει τις αξίες στις οποίες πιστεύει, να συντελέσει στην αναβίωση της γειτονιάς και να συμβάλη στην προστασία του περιβάλλοντος.
Επειδή, όμως, κάθε θετική προσπάθεια θα έμενε ανεφάρμοστη χωρίς την βοήθεια της Πολιτείας, αυτή πρέπει να στηρίζει την εθνική και πνευματική μας παράδοση, να οδηγήσει με πράξεις ανεξάρτητα πολιτικού κόστους στην αποκέντρωση, στην απομάκρυνση των εστιών ρύπανσης, στην δημιουργία χώρων με πράσινο, στην καταπολέμηση της ανεργίας και να παρέχει εγγυήσεις για την ζωή την υγιεινή και σεβαστή των πολιτών.
Είναι επιτακτική ανάγκη να ξεκινήσει μια συστηματική προσπάθεια για την βελτίωση της ποιότητας ζωής στα μεγάλα αστικά κέντρα και για την συμμετοχή της επαρχίας στα θετικά στοιχεία του πολιτισμού μας. Το περιβάλλον και οι συνθήκες ζωής έχουν χειροτερέψει σε τρομακτικό βαθμό. Οι αλματώδεις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις και οι κατευθύνσεις που έχουν δώσει στην ζωή και στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη δεν πείθουν ότι η ζωή στο μέλλον θα είναι ανθρωπινότερη αλλά μάλλον μηχανικότερη. Οφείλει κανείς να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα σημεία εκείνα που θα έχουν ως αποτέλεσμα τα ανθρωπιστικά κίνητρα να κερδήζουν περισσότερο έδαφος έναντι του ωφελιμισμού και του ευδαιμονισμού.

Το αγαθό της ειρήνης και τα κινήματα των λαών μας

Μία από τις κυριότερες πηγές από τις οποίες αναβλύζει το μεγαλύτερο μέρος της αγωνίας, του άγχους και της ανησυχίας που διακατέχει σε ολοένα αυξανόμενη κλίμακα την ανθρωπότητα την σημερινή εποχή και που προξενεί αχαρακτήριστες συνθήκες αθλιότητας και φτώχειας στον πλανήτη μας είναι η απειλή της ειρήνης και το ενδεχόμενο ενός νέου, πυρηνικού αυτή την φορά πολέμου.
Απροσδόκητα φαινόμενα κατά συρροή παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια και προβληματίζουν κάθε πολίτη, μέλος της ανθρώπινης κοινωνίας.
Είναι, άλλωστε, κοινό μυστικό η επίδοση των δυνάμεων, που κρατούν τα ηνία του κόσμου σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής, σε πρωτοφανείς πολεμικές τελειοποιήσεις, η τεράστια ανά χρόνο αύξηση των δαπανών για την εθνική «άμυνα» και η ενασχόληση των επιφανέστερων επιστημόνων με πυρηνικές μελέτες.
Είναι, άλλωστε, στην ημερήσια διάταξη η τάση της ανθρωπότητας να φτάσει στα χείλη της πυρηνικής καταστροφής από μιαν απρόβλεπτην ενέργεια ή λανθασμένη κίνηση. Οι μικρές περίοδοι ειρήνης αποτελούν μια προσωρινής μορφής ψευδαίσθηση, ο πυρετός έχει ανέβει στα ύψη και η αντίδραση που έχει πάρει διαστάσεις επιθυμίας είναι η οργάνωση εκδηλώσεων και κινήσεων υπέρ της προστασίας της ειρήνης.
Όλοι έχουμε στραμμένα τα μάτια προς τους ταγούς της κοινωνίας που διακινδυνεύουν την παγκόσμια ασφάλεια. Τα κινήματα που συστήνονται δεν αποτελούν παρά την προσπάθεια ευαισθητοποίησης όλων εκείνων που μπορούν να συντελέσουν στον εντοπισμό και στην εξάλειψη των αιτίων που οδηγούν στους παραλογισμούς που μπορούν να εξελιχθούν σε ολέθρια μάστιγα.
Ο χρόνιος ανταγωνισμός, η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και η εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων, η αύξηση της πολιτικής και οικονομικής επιρροής, η ροπή του ανθρώπου προς την υπεροχή, ο προσπορισμός κερδών από την παραγωγή και πώληση όπλων, η τροφοδότηση επικείμενων συρράξεων συντελούν στην άκριτη απόρριψη των προτάσεων διαλόγου και προσέγγισης και στην αποτροπή των ειρηνευτικών ενεργειών.
Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την παράταση της ανασφάλειας που αφήνει μετέωρα πλήθος αναπάντητα ερωτήματα. Αυτά ο πολίτης προσπαθεί να ξεδιαλύνει συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις ή κινήσεις ειρηνικής κατεύθυνσης. Η ειρηνική διευθέτηση των διαφορών αποτελεί αίτημα της εποχής, που δεν μπορεί να προχωρήσει με την ένταση της αβεβαιότητας και της διαίρεσης της ανθρωπότητας σε σφαίρες επιρροής και συμφερόντων. Αντίθετα, με αυτό τον τρόπο παραμελείται η κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη –ο χώρος για τους συναισθηματισμούς συνεχώς μειώνεται.
Το όραμα ενός κόσμου όχι ιδανικού αλλά στα μέτρα των ανθρώπινων προσδοκιών ολοένα απομακρύνεται.

*

Και πράγματι, το αγαθό της ειρήνης έχει κατά έναν μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί και από την ομαλή ως αυτήν την στιγμή κοινωνική ζωή.
Πλήθος προβλήματα έχουν γεννηθεί, εμποδίζουν τον άνθρωπο να ζήσει ειρηνικά, άνετα και ευτυχισμένα στο περιβάλλον του, τον βάζουν σε καθημερινή αγωνία και εντείνουν τα αισθήματα αβεβαιότητας.
Οι άνθρωποι διαφωνούν και αν για μια στιγμή χαλαρώσουν το ενδιαφέρον τους για την μόνιμη προσπάθεια και αγώνα που απαιτείται, τότε οι λανθασμένες προσπάθειες είναι πάρα πολύ κοντά.
Ο πολιτισμός της αφθονίας όχι μόνο δεν οδήγησε στην επιτυχία αλλά επέφερε ψυχολογικά και ηθικά προβλήματα.
Η έλλειψη επικοινωνίας δεν έμεινε χωρίς συνέπειες.
Η επιδίωξη των υλικών αναγκών, η αδιαφορία για τον συνάνθρωπο, η καλλιέργεια δυσπιστίας και μίσους και, βέβαια, η μετατροπή του χώρου εργασίας σε πεδίο συγκρούσεων, αλληλοϋπονόμευσης, ταπεινών επιδιώξεων και η προβολή φιλοδοξιών καθώς και η κακή χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης αποτελούν ένα σύμπλεγμα το οποίο έχει συντελέσει τα μέγιστα στην καλλιέργεια πολεμικής, εχθρικής ατμόσφαιρας μέσα στον κοινωνικό βίο.
Με τα άνωθεν χαρακτηριστικά που παρουσιάζονται, πώς είναι δυνατή η αποκατάσταση των κοινωνικών σχέσεων και η συναδέλφωση;
Και ιδιαιτέρως την στιγμή που βρισκόμαστε σε μιαν γενικότερη αναταραχή και αμφισβήτηση των πάντων, που δεν εκφράζεται με γόνιμο διάλογο αλλά με την εμμονή στην αναταραχή και τον έντονο αρνητισμό.
Επιπλέον, το χαμηλό επίπεδο ζωής ενέτεινε την κρίση εμπιστοσύνης και κατέστησε ανέφικτη την πραγμάτωση των ιδανικών του ανθρώπου.
Ιδιαίτερα ακόμα στην οικογένεια, τον τομέα που αποτελεί το βασικό κύτταρο της οργανωμένης κοινωνικής ζωής, γίνεται έκδηλη όσο ποτέ η αδυναμία διατήρησης της ψυχραιμίας και οι συνεχείς προστριβές. Οι διαπληκτισμοί, η απειθαρχία, η αυθαιρεσία, η εικόνα χάους που επικρατεί στην οικογένεια του σήμερα έχουν δυσάρεστες και καταστρεπτικές επιπτώσεις στην χώρα και καταρρακώνουν την ισοτιμία, τον αμοιβαίο σεβασμό και την συλλογική ευθύνη.
Και είναι φυσική και η σύγχρονη παρουσία των σύγχρονων μαστιγών που κάνουν την ανησυχία διάχυτη και αποτελούν ναρκοπέδιο για την γαλήνη, μαζί με τον υποδαυλισμό των παθών, την κοινωνική αδικία και τις ανισότητες. Εκδηλώσεις όλων αυτών αποτελούν η μόλυνση και η ηχορύπανση, ο συνωστισμός, η αύξηση της εγκληματικότητας κύρια.


*


Συνέπεια των άνωθεν είναι το συνεχώς αυξανόμενο εχθρικό κλίμα που χαρακτηρίζει τον Έλληνα.
Αυτό, όχι μόνο δεν βοηθά την λύση των πολύπλοκων προβλημάτων και δεν διαφωτίζει, αλλά δημιουργεί παρανοήσεις. Εμποδίζει συγχρόνως την κυκλοφορία και ανταλλαγή απόψεων και αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για έναν δημιουργικό κοινωνικό βίο –ενώ δημιουργεί εντυπώσεις ότι δεν υπάρχει ή δεν εφαρμόζεται το δημοκρατικό πολίτευμα και οι ελευθερίες του πολίτη.
Το πνεύμα της συνεργασίας εγκαταλείπεται και η σύσφιγξη των σχέσεων, η παγίωση της ειρήνης παρακωλύονται. Ο δογματισμός, η έλλειψη ανοχής, η προκατάληψη, οι φωνασκίες δεν εντοπίζονται και δεν περιορίζονται μόνο στην ελληνική νοοτροπία.
Ο αμοιβαίος, τελικά, ζήλος για την δημιουργία και την πραγμάτωση μεγάλων κοινωνικών σκοπών εκδηλώνεται ως ομαδική και αλληλέγγυη προσπάθεια για την επιτυχία των στόχων του συνόλου, δια μέσου θεμιτών και αξιοπρεπών μεθόδων.
Πρέπει, επομένως, από έμφυτη προδιάθεση και από λόγους κοινωνικής ανάγκης να υπάρξει κοινωνική γαλήνη και ηρεμία, που επιτυχαίνεται με την συνεργασία των διαφόρων κοινωνικών τάξεων και όχι με τον ανταγωνισμό τους. Η πείρα και η αλληλοκατανόηση πρέπει να αποκτηθούν από τον πολίτη που δεν έχει σαφή αντίληψη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του ούτε και έχει συνειδητοποιήσει την ευθύνη του, που πρέπει ουσιαστικά να βοηθά στην πρόοδο όταν συσταίνει πανίσχυρες ομάδες και να μην παρασύρεται σε λάθος εκτιμήσεις που τον κατευθύνουν στον εν ψυχρώ τορπιλισμό της ειρήνης που ο ίδιος στο παρελθόν κατόρθωσε να απολαμβάνει.

Παιδεία-Εκπαίδευση-Κοινωνία

Ένας από τους θεσμούς που εξακολουθούν να μην λειτουργούν αποδοτικά στην χώρα μας, ίσως ο πιο βασικός για την πολιτιστική και κοινωνικο-οικονομική μας ανάπτυξη είναι η εκπαίδευση, το σύνολο των μέσων, δηλαδή, των μεθόδων ή των ενεργειών που προσφέρονται ή καταβάλλονται από το Κράτος ή και άλλους κοινωνικούς ή ιδιωτικούς φορείς για την μόρφωση των πολιτών, της νεαρής ιδίως ηλικίας.
Κοινή είναι η πεποίθηση σε όλους ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα, σε σύγκριση μάλιστα με τις άλλες προηγμένες θεαματικά στον τομέα αυτό χώρες, έχει αρκετές ελλείψεις και βασικά ελαττώματα και δεν εξυπηρετεί με τρόπο ικανοποιητικό τις σύγχρονες ανάγκες.
Αυτή η διαπίστωση δεν είναι πρόσφατη ούτε έχει γίνει από λίγους μόνον ειδικούς, αλλά όλοι έχουν πειστεί πλέον ότι το ελληνικό κράτος από την γέννησή του σχεδόν δεν μπόρεσε να προγραμματίσει και να εφαρμόσει ένα άρτιο εκπαιδευτικό σύστημα που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες και ντόπιες απαιτήσεις και συνθήκες.
Εξαιτίας του συγκεντρωτικού συστήματος διοίκησης που επικρατεί στην Ελλάδα, η Πολιτεία έχει την βασική ευθύνη για τον καθορισμό της φιλοσοφίας που θα το διακατέχει και για τον επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων, με γνώμονα το συμφέρον του έθνους και του κοινωνικού συνόλου, και παιδαγωγικά κριτήρια. Ωστόσο, τα προγράμματα σπουδών, οι μέθοδοι διδασκαλίας, οι κτιριακές εγκαταστάσεις, ο εξοπλισμός με εποπτικά όργανα και άλλα αναγκαία μέσα είναι ανεπαρκή.

*

Και όμως από το 1964, όταν η τότε κυβέρνηση του Κέντρου του Γ. Παπανδρέου καθιέρωσε για πρώτη φορά τον θεσμό της δωρεάν παιδείας και το κράτος ανέλαβε βασικά την ευθύνη για την παροχή της παιδείας και την χρηματοδότησή της, όλοι πίστευαν ότι τα πράγματα στον χώρο της παιδείας θα βελτιώνονταν, από οικονομικής τουλάχιστον πλευράς. Και ότι θα λύνονταν τα εντονότερα προβλήματα που απασχολούσαν τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις, σχετικά με την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στα έξοδα μιας πληρωμένης εκπαίδευσης.
Γι’ αυτό και καθιερώθηκε ο προοδευτικός και αναγκαίος αναμφισβήτητα θεσμός της δωρεάν παιδείας. Και αυτό γιατί συντελεί στην δημοκρατικοποίηση της παιδείας, παρέχοντας ισότητα ή τις ίδιες ευκαιρίες για όλους σε σπουδές κάτω από τους ίδιους όρους.
Όπως είναι γνωστό, παλιότερα τα παιδιά των κοινωνικά και οικονομικά προνομιούχων τάξεων είχαν δυνατότητες και ευκαιρίες μεγαλύτερες για σπουδές αφού φοιτούσαν στα υψηλής στάθμης ιδίως ιδιωτικά ή στα καλά δημόσια σχολεία. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, και την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη που επακολούθησε στις ανώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, άρχισαν να προωθούνται και ικανοί νέοι φτωχών οικογενειών εκμεταλλευόμενοι τις διάφορες υποτροφίες ή και ορισμένες άλλες διευκολύνσεις που παρείχε το κράτος και άλλοι κοινωνικοί ή ιδιωτικοί φορείς.
Με αυτόν τον τρόπο, άρχισαν βαθμιαία να καταλύονται οι φραγμοί και οι νέοι να βαδίζουν δειλά αλλά σταθερά προς την ανώτατη εκπαίδευση. Σημαντικό επίσης ρόλο έπαιξε και η καθιέρωση του μέτρου των υποτροφιών όπως και αυτού της 9ετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης.
Ουσιαστικά, λοιπόν, το 1964 έγινε το πρώτο βήμα για την επέκταση της παιδείας χωρίς φραγμούς πλέον σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Αναμενόταν ότι μετά από αυτό το βήμα θα επακολουθούσαν και άλλα που θα ολοκλήρωναν την σχετική προσπάθεια. Η μεσολάβηση, ωστόσο, της δικτατορίας και άλλες πολιτικές και εθνικές εξελίξεις δεν επέτρεψαν, όπως φαίνεται, να ληφθεί μια σειρά από νέα μέτρα που θα έδιναν στην έννοια της δωρεάν παιδείας ουσιαστικό περιεχόμενο και δεν θα την άφηναν να είναι μια φράση χωρίς περιεχόμενο, όπως ακριβώς συμβαίνει τώρα.
Σύμφωνα με αρκετούς, βέβαια, η δωρεάν παιδεία κατοχυρώνει την ισότητα των ευκαιριών γιατί δίνει την δυνατότητα σε όλα τα παιδιά να σπουδάσουν κάτω από τις ίδιες συνθήκες, απαλλάσσει τους γονείς και τους νέους από το άγχος της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας για το μέλλον τους, αποβλέπει στην απόδοση, έστω μερικώς, κοινωνικής δικαιοσύνης γιατί είναι μέτρο δημοκρατικό –και, τέλος, ανήκει στις υποχρεώσεις του σημερινού συγκεντρωτικού και παρεμβατικού κράτους.

*

Αποτελεί, όμως, εξίσου πραγματικότητα και ο περιορισμός της δωρεάν παιδείας α) στην απαλλαγή των μαθητών των δημοσίων σχολείων από τα ποσά των εγγραφών και διαφόρων άλλων εισφορών και στην απαλλαγή των φοιτητών των Α.Ε.Ι. από τις εγγραφές, τα δίδακτρα και τα εξέταστρα,
β) στην δωρεάν χορήγηση διδακτικών βιβλίων, εγχειριδίων ή συγγραμμάτων,
γ) στην δωρεάν ή μερική σίτιση ή και στην στέγαση με μειωμένη δαπάνη στις φοιτητικές εστίες ενός μικρού αριθμού φοιτητών που επιβαρύνει το κράτος με μιαν ασήμαντη δαπάνη αν την συγκρίνουμε με το σύνολο δαπάνης για την διατροφή και στέγαση που καταβάλλουν όλοι οι άλλοι μαθητές και
δ) στην δωρεά ή την μεταφορά με μειωμένο εισιτήριο που ενώ δεν λύνει το πρόβλημα της καθημερινής μετακίνησης ταυτόχρονα δεν αποτελεί επίσης σημαντική δαπάνη για το κράτος.
Παρατηρείται, λοιπόν, δυσαναλογία στις παροχές και στα οικονομικά βάρη από τα οποία απάλλαξε τους γονείς το ελληνικό κράτος σε σχέση με άλλες αναπτυγμένες χώρες.
Συγχρόνως, οι γονείς εξακολουθούν να επιβαρύνονται με έξοδα
α) στα ιδιωτικά σχολεία όπου είναι αναγκασμένοι να πληρώνουν για δίδακτρα, κόμιστρα, ειδικές στολές, γραφική ύλη και επιπλέον εγχειρίδια,
β) στα δημόσια σχολεία όπου τώρα πια υποχρεώνονται να πληρώνουν γραφική ύλη, φόρμες αθλητικές και παπούτσια, φροντιστήρια ξένων γλωσσών και καλών τεχνών αλλά και να συνεισφέρουν για εράνους, δώρα καθαρίστριας, εκδρομές και να συνδράμουν στους Συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων.
Βαθμιαία προστίθενται βοηθητικά βιβλία και ιδιαίτερα ή ομαδικά φροντιστήρια.


*

Είναι επομένως μεγάλο και προκλητικό ψέμα να ισχυρίζονται οι αρμόδιοι ότι υπάρχει δωρεάν παιδεία στην Ελλάδα και κανείς γονιός δεν το πιστεύει.
Στην πραγματικότητα, η προσφορά 10-14 βασικών εγχειριδίων του Ο.Ε.Δ.Β. είναι ασήμαντη.
Επιπλέον, στις ευρωπαϊκές χώρες υπάρχουν δύο δωρεάν γεύματα την ημέρα και η μεταφορά με τα λεωφορεία επιβαρύνει το κράτος.
Εξάλλου, η καλή λειτουργία των σχολείων καλύπτει τις ανάγκες για φροντιστήρια ενώ και οι ελάχιστες δαπάνες είναι ανάλογες με την μόρφωση που οι μαθητές παίρνουν από τα σχολεία.
Φυσικό είναι, λοιπόν, οι επικριτές του θεσμού της δωρεάν παιδείας να υποστηρίζουν ότι ο θεσμός απέτυχε και επομένως πρέπει να καταργηθεί.
Επικαλούνται την κάθοδο του επιπέδου και της ποιότητας των σπουδών, την αύξηση των δαπανών των γονιών, την αδυναμία του κράτους να αναλάβει εξ ολοκλήρου την ευθύνη των δαπανών για την βελτίωση των συνθηκών και, τέλος, την υποχρέωση αλλά και το δικαίωμα των γονιών να δίνουν όποιο είδος παιδείας επιθυμούν στα παιδιά τους.
Σαν συμπέρασμα, λοιπόν, πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι η δωρεάν παιδεία αποτελεί, για την Ελλάδα τουλάχιστον και προς το παρόν, έναν μύθο.
Γιατί η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι οι γονείς όχι μόνο δεν απαλλάσσονται από τις σχετικές με την μόρφωση δαπάνες αλλά, αντίθετα, επιβαρύνονται με νέες και υψηλότερες.


*

Παρ’ όλ’ αυτά, δεν υφίσταται λόγος να καταργηθεί η δωρεάν παιδεία ως θεσμός επειδή δεν εφαρμόζεται σωστά. Ίσα-ίσα, επιβάλλεται να εντοπιστούν οι αδυναμίες και να ληφθούν μέτρα ώστε να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο. Αυτό, άλλωστε, είναι και το αίτημα της κρίσιμης εποχής στην οποία βρισκόμαστε.
Ως προϋπόθεση, ωστόσο, των άνωθεν ξεχωρίζει κυρίως μία.
Να δοθεί μια απάντηση στο ερώτημα: «Ποιός πρέπει να είναι ο ρόλος της παιδείας σήμερα;»
Πρέπει, λοιπόν, να διευκρινιστούν ένα σωρό πράγματα: ο σκοπός της Παιδείας, η φιλοσοφία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, η αποστολή του σχολείου και της παρεχομένης εκπαίδευσης, τα δικαιώματα των αποφοίτων και οι υποχρεώσεις τους και ο τρόπος με τον οποίον επιτυγχάνεται ο καλύτερος επαγγελματικός προσανατολισμός.
Χωρίς τις διασαφήσεις αυτές, θα εξακολουθήσουμε να παραπαίουμε στην σύγχυση και την αβεβαιότητα.
Η παιδεία, λοιπόν, πρέπει να βοηθά τον υπό ανάπτυξη άνθρωπο από ψυχική και σωματική άποψη, να τον εφοδιάζει με γνώσεις που θα τον στηρίζουν στην αντιμετώπιση των δυσκολιών και να διαμορφώνει την προσωπικότητά του.
Η παιδεία κάνει τον άνθρωπο πολίτη, συμβάλλει στην πολιτική του κοινωνικοποίηση και συντελεί στην ανόρθωση της Δημοκρατίας και κατ’ επέκταση δίνει αξία στον πολιτισμό.

*

Ο παιδευόμενος με αυτόν τον τρόπο κατανοεί την ζωή, συμμετέχει σε αυτήν και συμβάλλει στην ανύψωσή της. Οδηγείται στην ορθή αντίληψη του πρέποντος, του δίκαιου, έχει την δύναμη να κυριαρχεί στα πάθη, προφυλάσσεται από τον εγωϊσμό και την περηφάνεια και βελτιώνει τις σχέσεις του με τους άλλους ενώ ταυτόχρονα μαθαίνει να σέβεται τις πνευματικές αξίες.
Η αποστολή της παιδείας, με βάση την εμπειρία του παρελθόντος δεν είναι απλώς η απόκτηση των οποιωνδήποτε ικανοτήτων ή η μετάδοση άσχετων γνώσεων.
Ο ρόλος της, ουσιαστικά, είναι ο εξευγενισμός του ανθρώπου, η πνευματική του καλλιέργεια. Ενταγμένος αυτός ο ρόλος στις σύγχρονες απαιτήσεις, διαμορφώνεται στο να μάθει ο άνθρωπος να εκτιμά την ιδέα της συνεργασίας και να αποκαλυφθεί η πραγματική διάσταση που υπάρχει μεταξύ κοινωνικής πραγματικότητας και των σκοπών και επιδιώξεων των σχολείων μας.
Επομένως, ακριβώς λόγω της μεγάλης αξίας, της ιστορικής ζωής και του έργου που επιτελεί, η παιδεία πρέπει να συναντά την καθολική υποστήριξη και φροντίδα. Δεν πρέπει να ταυτίζεται με το σχολείο, την εκπαίδευση, αλλά να αποβλέπει σε όλους. Από όλους, γενικά –άλλωστε– αναγνωρίζεται ότι με αυτήν ενισχύεται και μετριέται ο δυναμισμός κάθε λαού.
Αν υπάρχει απαιδευσία σε ένα άτομο και πολύ περισσότερο σε έναν λαό, αυτό σημαίνει την χειρότερη συμφορά που μπορεί να πάθει ο άνθρωπος. Να μείνει χωρίς Δικαιοσύνη και πολιτική ζωή.


Αυτογνωσία και Αξιοκρατία στην Παιδεία

Σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης σήμερα, ο κύριος τρόπος αξιολόγησης του μαθητή είναι η βαθμολογία. Από τους καθηγητές γίνεται κάθε προσπάθεια να είναι αντικειμενικοί στις αποφάσεις τους και όσο το δυνατόν πιο κοντά στις πραγματικές ικανότητες του μαθητή που κρίνουν κάθε μέρα στην τάξη, ύστερα από προσεκτική εξέταση της απόδοσής του τόσο στον καθαρά διδακτικό τομέα όσο και στον τομέα της συμπεριφοράς του.
Παρ’ όλο, όμως, που οι καθηγητές κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει –όπως όλοι ομολογούν– πάρα πολλές ατέλειες και παρ’ ότι η παιδεία αποτελεί ένα από τα κύρια σημεία που έχουν συμπεριελάβει τα πολιτικά κόμματα στα προγράμματά τους, ελάχιστα βήματα έχουν γίνει για την βελτίωσή του.
Μοιραία, υπό αμφισβήτηση τίθεται και το σύστημα αξιολόγησης των μαθητών το οποίο, δυστυχώς, δεν είναι το μόνο υπεύθυνο.
Οι διαφωνίες που έχουν υψωθεί αφορούν την λεπτότητα και την σοβαρότητα με την οποία είναι αναγκαίο να αξιολογούνται οι μαθητές.
Τα άτομα που η κοινωνία έχει εμπιστευτεί στους καθηγητές για να εκπαιδευτούν, βαθμολογούνται χωρίς πολλήν σκέψη και προβληματισμό. Ακόμα, οι βαθμοί δεν θα πρέπει να αποτελούν σοβαρό παράγοντα στην λήψη αποφάσεων –ενώ αμφισβητείται η εγκυρότητα και η αξιοπιστία τους.
Αυτά είναι τα κύρια επιχειρήματα αυτών που απαιτούν την κατάργηση της αξιολόγησης με το συγκεκριμένο σύστημα.
Δεν έχουν επεκταθεί, όμως, στις πραγματικές αιτίες που τους ώθησαν να κατηγορήσουν την αξιολόγηση, γιατί αυτή καθαυτή προσφέρει και συντελεί στην επάνδρωση της κοινωνίας με στελέχη άξια και με προσόντα ενώ το σύστημα της αξιολόγησης αποτελεί τροχοπέδη αυτής της λειτουργίας.
Τα μειονεκτήματα του συστήματος αξιολόγησης στην Ελλάδα ανιχνεύονται στην οργάνωση της παιδείας.

*

Ο μικρός αριθμός των εξετάσεων ανά διδακτικό έτος, ο μεγάλος αριθμός από την άλλη μεριά των μαθητών σε κάθε τάξη, οι απαιτήσεις των προσκολλημένων σε παλιά, αντιπαιδαγωγικά συστήματα καθηγητών για ξερή απομνημόνευση της διδακτικής ύλης –και η καθόλου σωστή μέθοδος με την οποία προσπαθούν να προβλέψουν την μελλοντική εξέλιξη κάθε μαθητή– δημιουργούν καθημερινά προβλήματα άγχους στους μαθητές που εντείνονται κατά την διάρκεια των εξετάσεων, όταν δηλαδή αισθάνονται υποχρεωμένοι να αποδείξουν την αξία τους, να ελέγξουν την απόδοση της εργασίας τους (ή της μη εργασίας τους) κατά την διάρκεια του υπόλοιπου χρόνου που θεωρείται ότι αφομοίωσαν το υλικό που τους διοχετεύθηκε, όχι βέβαια για να περάσουν την τάξη αλλά για να νοιώσουν την ικανοποίηση ότι δίκαια κουράστηκαν, ότι δίκαια στερήθηκαν στιγμές ευτυχίας και διασκέδασης, με αντίτιμο την μόρφωση και κύρια, την άνοδο της αυτοπεποίθησής τους και την καλλιέργεια της προσωπικότητάς τους.
Οι καθηγητές, όμως, στερούνται παιδείας που σε συνδυασμό με την μόρφωση που κατέχουν θα εκμεταλλευόταν τις ιδιαίτερες κλίσεις κάθε μαθητή και θα τον προετοίμαζε για να προσαρμοστεί στην κοινωνία, όπου εκεί πια θα πρέπει να αποδώσει κάτω από σαφώς δυσκολότερες συνθήκες σε σύγκριση με αυτές του σχολείου.
Η πράξη, η πείρα και η συνεχής ενημέρωση είναι χρέος των εκπαιδευτικών, οι οποίοι μόνο έτσι θα υϊοθετήσουν ένα άρτιο, ολοκληρωμένο σχήμα αξιολόγησης, απαλλαγμένο από αδυναμίες κατά το μεγαλύτερο μέρος του.
Είναι, ωστόσο, και άλλοι παράγοντες που παρεμποδίζουν την σωστή και υπεύθυνη αξιολόγηση. Η έλλειψη προγραμματισμού είναι το «σήμα κατατεθέν» της ελληνικής παιδείας.
Αντί να οδηγεί τον μαθητή στην πλήρη ανάπτυξη των ικανοτήτων του και στον σχηματισμό μιας κρυστάλλινης γνώμης για όποιο ζήτημα τον αφορά, τον μπλέκει σε δαιδαλώδεις λαβυρίνθους και τον καθιστά έρμαιο διαφορετικών απόψεων, ερμηνειών και –γιατί όχι;– πραγματικοτήτων που αλληλοσυγκρούονται.
Το συναίσθημα παίρνει την θέση της λογικής, η αποχαύνωση αντικαθιστά την δημιουργική φαντασία ενώ συνεργασία υπάρχει για πράγματα ασήμαντα που δεν προσφέρουν στον μαθητή τίποτα.
Μην ξεχνάμε, όμως, ότι η λάθος αξιολόγηση φέρνει την απογοήτευση και τότε ακριβώς δεν προσφέρεται
κανένα χέρι βοήθειας.
Εξάλλου, η αγωνία αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τον μαθητή που ανησυχεί για το μέλλον του, για την είσοδό του στον επαγγελματικό τομέα και την αποκατάστασή του, που είναι πράγματα των οποίων τον έλεγχο κάποια στιγμή χάνει.
Συγχρόνως, ο οικονομικός παράγοντας είναι, πολλές φορές, το κριτήριο με το οποίο οι μαθητές αξιολογούνται θετικά ή αρνητικά.
Ακόμα και το είδος του σχολείου επηρεάζει την αξιολόγηση.
Είναι αναπόφευκτο γεγονός να μην προσφέρονται εξίσου οι ίδιες ευκαιρίες και αυτή είναι, ίσως, μια αδυναμία που πρέπει να ξεπεράσουμε.
Προτάσεις για την βελτίωση του συστήματος αξιολόγησης είναι, τελικά, ή πρέπει να είναι ο κύριος στόχος μας. Ωστόσο, πρέπει να ανταγωνιστούμε και το εξωτερικό, εκεί όπου τα περισσότερα κακώς κείμενα έχουν διορθωθεί και όπου τα προβλήματα έχουν εξαλειφθεί.
Αξιολόγηση, λοιπόν, πρώτα απ’ όλα –απαιτεί συγχρονισμό. Συγχρονισμό με ό,τι χρειάζεται η ζωή.
Και βέβαια, δεν είναι και τόσο σημαντικό το να ξεχωρίζεις στους Έλληνες, αλλά να μπορείς να στέκεσαι και ανάμεσα στους ξένους. Αυτό ισχύει και για στενό τοπικό επίπεδο.

*

Ο καθηγητής δεν πρέπει να βαθμολογεί με βάση το σχολείο όπου διδάσκει όταν ξέρει ότι αυτό είναι, από κάθε πλευρά, υποβαθμισμένο αλλά με βάση τις συνθήκες που επικρατούν στα άλλα σχολεία, τα ανώτερα, γιατί με αυτόν τον τρόπο ο μαθητής είναι ικανός να εκτιμήσει την πραγματική του αξία και όχι να ενθουσιαστεί, απατημένος από την απόδοσή του σε σχέση με κατώτερους μαθητές.
Επίσης, εκείνο που χρειάζεται είναι η περιγραφική αξιολόγηση, αφού πολλές φορές ένας βαθμός αντικατοπτρίζει απλά την μόρφωση του μαθητή. Ο βαθμός, όμως, θα πρέπει να αντανακλά και την συμμετοχή του μαθητή, την συμπεριφορά του, την κοινωνικότητά του, την ειλικρίνειά του, την εφευρετικότητα και την συνέπειά του, ώστε να ξέρει κι ο ίδιος σε τι ακριβώς πρέπει να βελτιωθεί και να προσπαθήσει να βελτιωθεί επειδή θα του έχουν προσφερθεί τα κίνητρα για να αποφασίσει ο ίδιος να αναλάβει τα ηνία του εαυτού του.
Έτσι μόνο θα αναπτύξει πρωτοβουλίες.
Ένα άλλο σχετικό μέτρο που πιστεύω ότι θα πετύχαινε επειδή θα αποκάλυπτε τις πραγματικές και άγνωστες στον καθηγητή πλευρές του χαρακτήρα και αισθήματος ευθύνης που έχει κάθε μαθητής θα ήταν η αξιολόγησή του από τους συμμαθητές του. Αυτή θα αποκάλυπτε, επίσης, και την κριτική ικανότητα των μαθητών και θα βοηθούσε τις διαπροσωπικές σχέσεις.
Όσον αφορά, τώρα, τις μεθόδους αξιολόγησης κατά τις εξετάσεις, πιστεύω ότι θα έπρεπε να παρθούν δύο αποφάσεις: 1) να γίνονται τεστ πολλαπλών επιλογών, και 2) ερωτήσεις με διαφόρων ειδών απαντήσεις που ο μαθητής θα πρέπει να χαρακτηρίσει ως σωστές ή λάθος.
Όλα αυτά, αναλόγως με την υφή κάθε μαθήματος, θα ήταν κριτήρια για την εμπέδωση της ύλης και το όσο ικανός είναι ο μαθητής.
Εξάλλου, είναι δοκιμασμένες μέθοδοι που ισοπεδώνουν κάθε διάκριση.
Η συχνή χρησιμοποίησή τους κάνει τους μαθητές να εξοικειώνονται με τις απαιτήσεις αυτών και να είναι έτοιμοι να δώσουν την μάχη με επιτυχία, χωρίς να καταρρεύσουν την τελευταία στιγμή. Θα ξέρουν τις ικανότητές τους και θα είναι σίγουροι για την ανεμπόδιστη απόδοσή τους.
Η τεράστια σημασία της αξιολόγησης φαίνεται από το γεγονός ότι κύριο έργο των καθηγητών είναι η μετάδοση γνώσεων και η σφυρηλάτηση υγιών και ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων.
Η σωστή αξιολόγηση επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων και αν δεν υπάρξει σωστή μελέτη και σχεδιασμός οι σκοποί αυτοί δεν εξυπηρετούνται.
Χρειάζεται πάνω απ’ όλα συζήτηση και εκφορά όλων των σχετικών απόψεων από τους ειδικούς, για να βρεθεί η καλύτερη λύση, που πιστεύω ότι θα δώσει και την λύση στα προβλήματα της χώρας μας.

Κοινωνική αναγνώριση και Επάγγελμα

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι κάποιες στιγμές στην ζωή μας πρέπει, αν και ανέτοιμοι τις περισσότερες φορές, να αποφασίζουμε για το μέλλον μας, για το είδος της ζωής που θα ακολουθήσουμε και για την ένταξή μας μέσα σε ορισμένα κοινωνικά πλαίσια. Αυτό επιβάλλεται από την στιγμή που αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της εκλογής ενός επαγγέλματος, κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό από τις μέχρι εκείνην στην στιγμή αποφάσεις, οι οποίες δικαιολογούσαν μιαν κάποιαν άγνοια, ανευθυνότητα και ίσως παιδικότητα –και που δεν είχαν κανέναν σοβαρό αντίκτυπο στην ζωή μας και που, επίσης, πολλές φορές δεν απαιτούσαν σύνεση και λογική.
Σταδιακά, όμως, ο άνθρωπος ωριμάζει και η κοινωνική δομή τον υποχρεώνει να επιλέξει μέσα από ένα πλήθος επαγγελμάτων, βιαστικά και μην εκτιμώντας σωστά όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, το επάγγελμα εκείνο που θα τον συντροφέψει μιαν ολόκληρη ζωή και που θα την επηρεάσει σημαντικά.
Κι αυτό, γιατί η απασχόλησή του αυτή σε κάποιον τομέα της ζωής όχι μόνο θα τον κατατάξει σε κάποια κοινωνική ομάδα, ανάλογα με τις απολαβές και τις δυνατότητες που θα του προσφέρει, αλλά και θα χρειαστεί να αφιερώσει σ’ αυτήν τον περισσότερο χρόνο της ζωής του.
Δεν θα πρέπει ο άνθρωπος ούτε στιγμή να ξεχνάει ότι από μια απόφαση που θα πάρει στην ηλικία των 17-18 χρονών θα κριθούν ζητήματα τεράστια, που θα διαμορφώσουν τον χαρακτήρα του και ή θα τον ικανοποιήσουν ψυχικά ή θα τον καταβάλλουν και απογοητεύσουν.
Το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα ασκήσει το επάγγελμα που επιθυμεί, η ανάπτυξη και εξέλιξη των δυνατοτήτων του σε ικανότητες, η οικογενειακή του κατάσταση, η δημιουργικότητα και ασφάλεια που θα αισθάνεται αν το επάγγελμά τον εκφράζει και κυρίως ο σεβασμός που θα εμπνέει στους άλλους είναι παράγοντες, ίσως και αποτελέσματα, που τον βοηθούν να πραγματοποιήσει τις πεποιθήσεις και τα όνειρά του σε έναν βαθμό που να εξασφαλίζει μιαν άνετη ζωή, έστω και με προβλήματα που, όμως, μπορούν να ξεπεραστούν.
Αλλά βέβαια, αν δεν έχει γίνει η σωστή επιλογή δεν είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί η γνώση και η κλίση του καθενός. Τον ασύγκριτα μεγαλύτερο ρόλο σ’ αυτήν, παίζουν τα κριτήρια με τα οποία ο άνθρωπος κάνει αυτήν την επιλογή. Και είναι φυσικό αυτά να διαφέρουν από άτομο σε άτομο, και γι’ αυτό άλλωστε οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές επιδιώξεις ο καθένας.
Κύριος λόγος είναι αυτή την φορά το περιβάλλον μέσα στο οποίο έχουν μεγαλώσει και η χρηματική, οικονομική δυνατότητα που η οικογένειά τους έχει, γιατί από αυτές τις πηγές έχουν εφοδιαστεί με ιδανικά, απαιτήσεις και κυρίως, μόρφωση.

*

Εξετάζοντας τα κριτήρια με τα οποία οι Έλληνες πολίτες επιλέγουν τον τρόπο ζωής τους και έχοντας υπ’ όψιν ότι στην Ευρώπη και την Αμερική, κυρίως, επικρατούν πολύ πιο προχωρημένες ιδέες και αξίες για την ζωή σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο και την επαγγελματική αποκατάσταση, θα ήταν πολύ εύκολο να διακρίνουμε τα 3 σπουδαιότερα, αυτά τα οποία λαμβάνει περισσότερο υπ’ όψιν της η μεγάλη μάζα του λαού και που είναι αλληλένδετα μεταξύ τους:
i) τις προσωπικές ανάγκες που έχει κάποιος που μεγάλωσε σε φτωχό και μίζερο περιβάλλον, που έζησε μιαν απλή ζωή, που γνώρισε στερήσεις αλλά και ευτυχισμένες στιγμές και που συναισθάνεται ότι πρέπει κάποια στιγμή να ξεφύγει, να αισθάνεται πια σίγουρος για την ζωή του, να έχει τέλος πάντων ένα εισόδημα που να τον ικανοποιεί, χωρίς να δουλεύει πολύ και με αξιόλογο ελεύθερο χρόνο. Πολλές φορές, παρ’ όλ’ αυτά, δεν αρκείται στα αρκετά, αλλά επιθυμεί την συνεχή βελτίωση της ζωής προς όφελός του.
ii) την κοινωνική αναγνώριση, στοιχείο που εκτιμάται ιδιαίτερα από τους νέους που έχουν αυτοπεποίθηση και θέλουν να την ικανοποιήσουν. Νοιώθουν την ανάγκη να αισθάνονται χρήσιμοι και ικανοί στο κοινωνικό τους περιβάλλον αλλά συγχρόνως και να έρχονται σε επαφή με πολύ κόσμο, γεγονός που αυξάνει τις μετοχές τους στο χρηματιστήριο της κοινωνικής καταξίωσης. Πολλές φορές, σ’ αυτήν την περίπτωση, ο τρόπος σκέψης αυτός έχει μεταδοθεί σε αυτούς από την οικογένεια και τους φίλους τους.
iii) τα χρήματα τα οποία αυτό το επάγγελμα θα αποφέρει, το αίσθημα κυριαρχίας που θα χαρίσει και η άνεση για δημιουργία.
Αυτό είναι το στοιχείο που παίζει και τον μεγαλύτερο ρόλο στην σχηματοποίηση μιας άποψης για το επάγγελμα που πρέπει να ακολουθηθεί.
Η καταναλωτική μας κοινωνία προσφέρει εύφορο έδαφος για την ανάδειξη κεφαλαίων, και γι’ αυτό η οικονομική πλευρά του επαγγέλματος έχει υϊοθετηθεί από τους νέους που γεμάτοι ενθουσιασμό και ελπίδες ξεκινούν την ζωή τους, με επίγνωση του γεγονότος ότι για να αποκτήσουν ό,τι θέλουν θα πρέπει να διαλέξουν ένα επάγγελμα με προοπτικές και μεγάλες απολαβές.
Δεν μπορεί, όμως, να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στα 3 αυτά κριτήρια.
Το ένα φέρνει το άλλο, και αυτό είναι φυσικό.
Κύριος στόχος, όμως, όσων διαλέγουν ένα επάγγελμα είναι η εξοικονόμηση χρημάτων.
Ένας διαχωρισμός πολύ σημαντικός μπορεί, τελικά, να γίνει στον τρόπο με τον οποίο κάθε νέος, έχοντας λάβει υπ’ όψιν του όλες τις πλευρές κάθε επαγγέλματος, προσπαθεί να αναρριχηθεί στην κορυφή.
Εξάλλου, σημασία δεν έχει το επάγγελμα που κάνεις, είτε αποφέρει τεράστια κέρδη είτε είναι το πιο ταπεινό, αλλά ο τρόπος που το ασκείς.
Αυτό είναι κάτι που πολλοί λίγοι έχουν συνειδητοποιήσει και γι’ αυτό έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα άλλα κριτήρια με τα οποία κάποιος μπορεί να επιλέξει το επάγγελμά του. Δεν είναι λίγο πράγμα να ξέρεις ότι κάνεις τίμια την δουλειά σου και ότι το περιβάλλον σου σε θεωρεί απαραίτητο, ούτε να μπορείς να εξασκείσαι συνεχώς, να αποκτάς νέες γνώσεις και να μην αρκείσαι στα ήδη γνωστά.
Επίσης, το επάγγελμα είναι χωρίς κανένα ψυχικό κέρδος αν δεν προσφέρει και δεν βοηθά τους άλλους ανθρώπους.
Βέβαια, το τέλειο θα ήταν ο συνδυασμός όλων αυτών, που ελάχιστα επαγγέλματα μπορούν να προσφέρουν. Είναι αναπόφευκτο ο άνθρωπος να οδηγείται σε έναν και μόνο στόχο: την εξασφάλιση των οικονομικών πόρων έτσι ώστε να είναι σε θέση να καλύψει βασικές ή μη ανάγκες του.
Εγώ προσωπικά, θα θεωρούσα αρκετό για τους νέους ανθρώπους να καλύψω τις βασικές ανάγκες μου, και της οικογένειάς μου ύστερα από μερικά χρόνια που θα μεγαλώσω και θα έχω εμπειρία σε όποιο επάγγελμα, αρκεί αυτό να μου άρεσε, να μου έδινε τα κίνητρα για να εργαστώ, να κουραστώ για να δημιουργηθεί κάτι. Αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να αισθάνομαι χρήσιμος και καταξιωμένος. Θα ήταν, βέβαια, ψέμα να πω ότι θα προτιμούσα ένα επάγγελμα με λιγότερες απολαβές ώστε να αισθάνομαι πιο πλήρης ψυχικά και πιο ασφαλής, αλλά δεν παύω να επιθυμώ να δουλεύω με δραστηριότητα, επιδεξιότητα και θέληση.*

Ο δρόμος* που πρέπει να πάρουμε μοιάζει με το δίλημμα του Ηρακλή να ακολουθήσει την Αρετή και την κακία, εδώ όμως δεν χρειάζεται η δύναμη του Δία αλλά η συνεχής αναζήτηση για απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών με αποτέλεσμα την σωστή κριτική, την υπεύθυνη και ζυγισμένη απόφαση.


Η εσωτερική αρμονία, λοιπόν, είναι προϊόν τόσο της οικονομικής όσο και της κοινωνικής κατάστασης του ανθρώπου και σκιαγραφεί με έντονα χρώματα την μορφή του.


Νάρκη Πλάτους

Μια από τις αμέτρητες μάστιγες, σύγχρονες πληγές που ταλαιπωρούν και ταλανίζουν τα τελευταία χρόνια όχι μόνο τις χώρες του εξωτερικού αλλά και την δική μας αποτελούν τα ναρκωτικά. Κατέχουν την κύρια θέση στους προβληματισμούς του σύγχρονου ανθρώπου ο οποίος, παρ’ όλη την πρόοδο που έχει σημειώσει, δεν έχει καταφέρει, δυστυχώς, να αντιμετωπίσει και αυτών την εξάπλωση.
Είναι αδιαμφισβήτητη η έκταση του προβλήματος, γιατί την στιγμή που γίνεται κάποιο βήμα προς τον περιορισμό του, οι δυνάμεις του κακού αναδιπλώνονται και ανασυντάσσονται, ώστε να αντισταθούν.
Διάχυτη είναι η ανησυχία τόσο μεταξύ της παλιότερης γενιάς όσο και της σημερινής υγιούς ότι η χρήση και η διάδοση των ναρκωτικών στις τάξεις της υπόλοιπης νεολαίας είναι ευρύτατη.
Όσο, όμως, κι αν αυτό το συμπέρασμα είναι βιαστικό, λόγω του επιδεικτικού και κυνικού τρόπου με τον οποίο απολαμβάνουν τα θύματα τα προϊόντα του επονομαζόμενου «αργού θανάτου» και της προβολής που τυγχάνει οποιασδήποτε παρέκκλιση από το καθιερωμένο και φυσιολογικό, οι διαστάσεις του κακού είναι πράγματι αρκετά ανησυχητικές, ιδίως στις πολύ αναπτυγμένες οικονομικά και τεχνολογικά χώρες, επομένως δικαιολογείται και η ανάπτυξη της σχετικής φιλολογίας.
Αναμφίβολα, ωστόσο, τα ναρκωτικά απέκτησαν «φήμη» τις τελευταίες δεκαετίες.
Ενώ είχαν κάνει την εμφάνισή τους στην Αρχαία Ελλάδα ως μέσα δημιουργίας ευχάριστων ψευδαισθήσεων και κατάληψης του οργανισμού από ευεξία με πιο γνωστό το παράδειγμα της Πυθίας στο μαντείο των Δελφών και ενώ η χρήση τους συνεχίστηκε επί εκατοντάδων χρόνων στην υψηλή κοινωνία αρκετών χωρών, η συστηματική εκμετάλλευση των ιδιοτήτων τους ως τοξικών ουσιών φυτικής ή συνθετικής προέλευσης άρχισε από το 1900 στην Αμερική, προωθήθηκε το 1960 και διογκώθηκε σήμερα, που έχουν παραμεριστεί οι σπουδαίες φαρμακολογικές τους ικανότητες για να οδηγήσουν τον χρήστη τους, αναπόφευκτα και απρόσμενα, στον βέβαιο θάνατο.
Η αναζήτηση των αιτιών που ωθούν τους νέους στην χρήση των διάφορων παραισθησιογόνων από τον καθένα μας θα οδηγούσε, ασφαλώς, στην ενημέρωση, όχι βέβαια με την σημερινή έννοια που αρκετές φορές φέρνει αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Η τάση, η «τροπή» στα ναρκωτικά και ο βαθύς διαποτισμός της νεολαίας από αυτά, αποτελεί μια σιωπηρή και παθητική αντίδραση κατά της σημερινής κοινωνικής οργάνωσης και ζωής γενικά.
Η καταναλωτική κοινωνία και ο πολιτισμός της αφθονίας δεν έφερε την επιτυχία ούτε οδήγησε στον Παράδεισο, όπως είχε υποσχεθεί.
Αντίθετα, γέννησε ένα πλήθος ψυχολογικά και ηθικά προβλήματα, κάτω από την επίδραση των οποίων ο νέος υποφέρει. Έτσι, αισθάνεται μόνος και δυστυχής, ενώ η προσπάθεια για πραγματοποίηση στόχων διάφορων μορφών είχε σαν αποτέλεσμα να καλλιεργηθεί η δυσπιστία μεταξύ των ανθρώπων, να κοπούν οι γέφυρες επικοινωνίας και να μην υπάρχει η πραγματική ολοκλήρωση δια μέσου απρόσωπων σχέσεων, που προκαλούν άγχος, αγωνία για την επόμενη μέρα.
Η χρήση των ναρκωτικών, άλλωστε, δεν είναι τίποτε άλλο από μια τραγική φυγή από τον κόσμο που μας περιβάλλει, από μιαν απελπισμένη διαμαρτυρία των νέων εκείνων που δεν βρίσκουν καμιά ικανοποίηση πλέον, μέσα στα όρια του σημερινού τρόπου ζωής, του στερημένου ευτυχίας. Κι αυτό, απλώς, γιατί οι νέοι έλαβαν την δεκαετία 60-70 εχθρική στάση απέναντι στις καθιερωμένες αξίες, καθώς είδαν να κυριαρχεί η αδικία και η υποκρισία, να γκρεμίζονται τα είδωλά τους, και να παίρνει την θέση τους η επιδίωξη των υλικών αγαθών και η μικροπολιτική των συμφερόντων.
Αποτελούν, λοιπόν, τα ναρκωτικά μιαν αναζήτηση της προσωπικότητας στον κόσμο της εσωτερικής γαλήνης, της ανυπαρξίας και παραίτησης ακόμα που είναι όμως καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού δεν προσφέρουν την νέα διάσταση της ζωής που θα λυτρώσει τον νέο, παρ’ όλο που ο λήπτης έχει την αίσθηση –μάταιη, βέβαια– ότι οδηγείται σε έναν κόσμο ευτυχίας και ικανοποίησης.
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και οι φαινομενικά κορεσμένοι από την υπερεπάρκεια αγαθών και την απόλαυση κάθε ηδονής σε πρόωρη ηλικία, και αναζητούν νέες σφοδρές συγκινήσεις και μέσα ικανοποίησης των διαθέσεών τους. Επίσης, δεν πρέπει να παραβλέπεται και το γεγονός ότι πολλοί νέοι καταφεύγουν στα ναρκωτικά παρασυρόμενοι από περιέργεια, από λόγους γοήτρου, ψυχικής αδυναμίας ή μίμησης, απειρίας ή άγνοιας.
Άλλη μια από τις κυριότερες αιτίες είναι το διεθνές λαθρεμπόριο ναρκωτικών που παρασύρει πολλούς αφελείς και τους υποδουλώνει, καθιστώντας τους άβουλους, εξαρτημένους από το πάθος τους.
Το όπιο, η μορφίνη, η κοκαΐνη, η ηρωΐνη, το χασίς, η μαριχουάνα, το L.S.D. παράγονται στην Νότιο Αμερική, μεταφέρονται λοιπόν σε όλον τον κόσμο με διεθνή κυκλώματα, άριστα οργανωμένα, με ισχυρές προσβάσεις και πειστική εξωτερική εικόνα.
Προστατεύονται από μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, είτε ατομικά είτε ομαδικά, και ωφελούνται από την παραγωγή, την επιβολή φόρων, το εξαγωγικό εμπόριο και την απασχόληση που προσφέρουν. Παράλληλα, η εξυπηρέτηση πολιτικών και ιδεολογικών συμφερόντων και σκοπιμοτήτων υποχρεώνει, σπάνια ευτυχώς, πολιτικές ομάδες, οργανώσεις και κυβερνήσεις να καταφεύγουν στην διάδοση των ναρκωτικών για να παραλύουν την δράση της νεολαίας που ερευνά την αλήθεια, και να την στρέφουν προς άλλες ανώδυνες κατευθύνσεις, ώστε να αποσπούν το ενδιαφέρον τους για τις σχέσεις των ατόμων και των λαών, για τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα και για ύποπτες ή πλαστές καταστάσεις και να τα μετατρέπουν σε πολιτικό μηδενισμό, αλλοτρίωση και τάση φυγής από την πραγματικότητα.
Όσον, όμως, αφορά την πραγματική όψη του νομίσματος, αυτή των πραγματικών συνεπειών των ναρκωτικών, τα πράγματα ίσως είναι ακόμη χειρότερα, αφού επιφέρουν βλάβες στην ψυχική ισορροπία του ατόμου, στην λειτουργία του εγκεφάλου του, στην σωματική του υγεία ενώ αρκετοί άνθρωποι σπρώχθηκαν στο έγκλημα, την οικονομική καταστροφή. Οι οικογένειές τους διαλύθηκαν, η υπόληψή τους καταρρακώθηκε, και οι ίδιοι έχασαν αρκετά χρόνια δημιουργικής εργασίας στην φυλακή, όπου μπλέχτηκαν βαθύτερα στα πλοκάμια των ναρκωτικών.
Πιο συγκεκριμένα, το σώμα αρχίζει να υφίσταται μιαν πρωτοφανή φθορά, γερνά πρόωρα, ο εγκέφαλος χάνει τις διανοητικές του δυνατότητες και η ανάγκη και εξάρτηση από τα ναρκωτικά ωθεί τον χρήστη σε πράξεις ενάντια στην θέλησή του για να εξασφαλίσει την δόση του ναρκωτικού που θα αποκαταστήσει προσωρινά την ισορροπία του, ως την στιγμή που ο οργανισμός θα αποζητά αγωνιωδώς νέα.
Γενικά, λοιπόν, η χρήση των ναρκωτικών, αναντίρρητα προκαλεί περισσότερες βλάβες παρά ωφέλειες. Ωφέλειες που συμπυκνώνονται στην ιατρική, στις χειρουργικές επεμβάσεις και την καταπολέμηση ασθενειών.
Σαν αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, επιτακτική είναι η ανάγκη και η θέληση της κοινής γνώμης για την λήψη, από τις κυβερνήσεις και τους άλλους αρμόδιους φορείς, μέτρων που θα περιορίζουν την χωρίς σοβαρούς φραγμούς κυκλοφορία των ναρκωτικών.
Καθώς, όμως, όλοι γνωρίζουν –είναι πολύ δύσκολο να οργανωθεί μια πραγματική σταυροφορία για την πάταξη του λαθρεμπορίου αλλά και τον έλεγχο της παραγωγής, επειδή σχετίζονται άμεσα με σημαντικά συμφέροντα.
Τα πιο αποτελεσματικά μέτρα, ωστόσο, αν εφαρμόζονταν σωστά θα ήταν:
α) Η διεθνής συνεργασία, δια μέσου της δημιουργίας μιας επιτροπής ελέγχου η οποία θα βοηθούσε συν τοις άλλοις στην λήψη δραστικών ποινικών μέτρων, αποδεκτών από όλες ανεξάρτητα τις κυβερνήσεις,
β) Η απαγόρευση της καλλιέργειας φυτών, με την εξαίρεση όσων χρησιμεύουν στην φαρμακολογία,
γ) Η ένταση και στον ρυθμό και στην αυστηρότητα ελέγχου σε αεροδρόμια, λιμάνια και σύνορα κάθε χώρας που θα βοηθούσε στον εντοπισμό των λαθρεμπόρων,
δ) Η ενίσχυση, οικονομική και υλική, του Σώματος Δίωξης και Καταπολέμησης Ναρκωτικών, και
ε) Η επιβολή, έγκαιρα, εξοντωτικών ποινών προς τους λαθρεμπόρους στα δικαστήρια και, συγχρόνως, η παροχή προστασίας σε δικαστές που διστάζουν (λόγω απειλών που δέχονται) να καταδικάσουν εμπόρους –και καταδικάζουν τους απλούς χρήστες, επιτείνοντας έτσι το μέγεθος του προβλήματος– και η αναθεώρηση της νομοθεσίας που παρέχει διευκολύνσεις και «παραθυράκια» που επιτρέπουν σε οποιονδήποτε δικηγόρο παραδώσει «αθώο» τον πελάτη του να κυκλοφορεί ελεύθερος.
Τέλος, η διάθεση σημαντικού μέρους του προϋπολογισμού κάθε χώρας θα έπρεπε να προβλέπεται σε ειδική διάταξη για τους σταθμούς αποτοξίνωσης, νοσοκομεία και κοινωνικούς λειτουργούς, που θα ήταν ένα ακόμα βήμα στην αλυσίδα από τις απόπειρες που γίνονται και στην Ελλάδα για την θεραπεία των τοξικομανών.
Τα διάφορα κράτη έχουν υποχρέωση, αγνοώντας τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τα ναρκωτικά, να λάβουν επείγοντα και δραστικά μέτρα εναντίον τους. Ειδάλλως, οι ευθύνες της πολιτικής, πνευματικής ηγεσίας, των φορέων αλλά και των ιδιωτών θα είναι ιστορικές,
Μια κοινή, ανθρώπινη πολιτική θα μπορούσε να βάλει τα θεμέλια για την βελτίωση των κοινωνικών, οικονομικών, ψυχολογικών συνθηκών που ευνοούν την χρήση τοξικών ουσιών και να οδηγήσει σταδιακά στην εξάλειψη της πληγής αυτής.


Θρησκεία – Τέχνη & Ουτοπία

«Για τον ίδιο λόγο, οι εκκλησίες τους δεν έχουν εικόνες του Θεού, ώστε καθείς είναι ελεύθερος να τον φανταστεί με όποια μορφή θέλει, ανάλογα με το ποιαν θρησκεία θεωρεί καλύτερη» THOMAS MORE “Outopia”


Οι Ουτοπίες του 16ου αιώνος, οι οποίες εκφράζουν το επιθυμητό μοντέλο μιας ιδεώδους κοινωνίας, πηγάζουν από την σύνθεση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και της εκ νέου αναδυομένης μορφής της Αναγεννησιακής Ουτοπίας, μιας έκφρασης σκέψης και δράσης που θέτει στο επίκεντρο τον άνθρωπο. Έχουν γεννηθεί από τις ουτοπίες του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Κικέρωνα. Όπως αναφέρει ο μύθος: «Σόλων, Σόλων, εσείς οι Έλληνες είστε αιωνίως παιδιά. Κανείς Έλλην δεν είναι γέρων – Ο Σόλων, άμα ήκουσε, του είπε: Πώς γίνεται αυτό; Τί εννοείς με αυτά που λέγεις; – Και κείνος απήντησε: Όλοι είστε νέοι κατά την ψυχή, διότι δεν έχετε μέσα εις την ψυχήν σας καμία παλαιά γνώση δια την αρχαίαν παράδοσιν ούτε και κανένα μάθημα παλαιό από την πολυκαιρία». Ο Πλάτων μιλά για την εξαφάνιση και για την εμφάνιση της Ατλαντίδας, η οποία, αν και ήταν «άμα Λιβύης και Ασίας μείζων» όπως λέει «σεισμών εξαισίων και κατακλυσμών γενομένων δύσα κατά της θαλάττης εξαίφνης ηφανίσθη». Στενός φίλος του Πλάτωνα, ο Φίλων –για αυτούς τους δύο λεγόταν το ρητό «Ή ο Πλάτων φιλωνίζει ή ο Φίλων πλατωνίζει»– ο οποίος έχει αναλυτικά γράψει για τον μύθο περί καταστροφής της Αθήνας: «ΟΠΕΡ ΕΝ ΟΦΘΑΛΜΩ ΚΟΡΗ Η΄ ΨΥΧΗ ΛΟΓΙΣΜΟΣ, ΤΟΥΤ’ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΑΘΗΝΑΙ» αναφερόμενος στην κόρη, στο μάτι, στον οφθαλμό της πόλης ενώ στο κείμενο «ΠΕΡΙ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ ΚΟΣΜΟΥ» αναφέρεται στην εμφάνιση της Ατλαντίδας ως «κόρης του Πελάου» από ύμνο του Πινδάρου: Χαίρε ω θεόδμητη, λαχταριστό, ποθητό στερνοπαίδι της Λητούς με τα λιπαρά πλοκάμια για γόνιμες πλεξούδες, κόρη του Πελάγους του ακίνητου και πλατύσωμου υποχθόνιου τέρατος, Δήλο σ’ αποκαλούν οι θνητοί, Κενταύρισσα της κυανοπώγωνος Γης οι μακάριοι Ολύμπιοι θεοί, Τηλέφαντο Αφροδίσιο Άστρο Αυγής».
*
Αυτή η μορφή Ουτοπίας με την σειρά της –και με επίκεντρο την Σχολή της Λυόν, Οίκο με πλούσια ποίηση, λογοτεχνία, βιβλιοθήκη– έδωσε βάση στις ουτοπίες των Marx, Owen, Morelly, Dom Dechamps και από αυτήν επηρεάστηκαν για τον «μελωδικό» μελλοντικό Παράδεισο οι Orwell, Simone Weil και René Leynaud. Είναι η «Εύρω Πηγή της Ζωής», η «Θύρα του Παραδείσου», το «Αρχαίο Κάλλος». Είναι το γνωστό «ΕΥΡΗΚΑ» του Ευκλείδη, η ΚΛΕΙΔΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ, η μουσική λειτουργία. Επιζητούν να επικρατήσει η αρχή της ισότητας, να παταχθεί η ιδιοκτησία και να πάψει η εκμετάλλευση. Οι ουτοπίες της Αναγεννήσεως δεν βρίσκονται στο μέλλον αλλά στο παρόν και σε απόσταση χώρου (η Ουτοπία του More σε κάποιο νησί του ωκεανού ενώ του Campanella Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ στο εσωτερικό της Κεϋλάνης). Δεν απευθύνονται, ωστόσο, προς συγκεκριμένο «κοινό» ή «ακροατήριο» καθώς ο More απευθυνόταν στην κυρίαρχη τάξη, ο Campanella στους μοναχούς και ο Μίλτων σε μιαν ιδεώδη συμβίωση όλων των πολιτών. Επιπλέον, αποδίδουν μεγάλη σημασία στην επιστήμη, στην εκπαίδευση και στην απόκτηση της πραγματικής γνώσης. Θεωρούν ότι ο κόσμος είναι επίπεδος (βλ. πίνακα του Χανς Χωλμπειν “ΟΙ ΠΡΕΣΒΕΥΤΕΣ”) και το αποδεικνύουν βάσει αστρονομικών οργάνων και χαρτών. Σε ίση μοίρα θέτουν και την δημιουργία ευφυών, γερών και γενναίων απογόνων, οι οποίοι με την «πρόοδο», την «τάξη» και τον «λόγο» θα βελτιώσουν ακόμα περισσότερο την κοινωνία.
Βασικός βοηθός στις επιδιώξεις για τελειότητα, ο Ένας Θεός, Θεός αγάπης, όχι όμως και προκαθορισμένης μορφής –δεν υπάρχει ούτε προορισμός ούτε πεπρωμένο ούτε προκαθορισμός μοίρας, η ερμηνεία των ουτοπιών αυτών είναι υποκειμενική– ούτε γραφτό. Ο καθένας κρίνει εάν το αποτέλεσμα της σύνθεσης για την ιδεώδη κοινωνία ανταποκρίνεται ή όχι στο δικό του πρότυπο, σχέδιο. Μάλιστα, για τον Βοηθό εκ της Σιδόνης λέγεται ότι τον είχαν περιβάλλει με σπάργανα (εξ ου και η Ιερά Σινδόνη του Χριστού) εντός του κύκλου των Στωϊκών δογμάτων αλλά εξηγούν ότι αυτό έχει 3 σημασίες: α) ότι οι Στωϊκή διδασκαλία πηγάζει από την «amor fati», την «μελέτη θανάτου» ή «αγάπη της ειμαρμένης» που διδάσκει την στωϊκότητα, β) ότι πηγάζει από τα ύδατα της Στυγός, δηλαδή την ιερή πηγή των αθανάτων με το όνομα «Στυξ», γ) ότι η αλήθεια είναι διαφορετική και πως το όνομα προέρχεται από την Ποικίλη Στοά και τις θαυμάσιες τοιχογραφίες της και ότι, άρα, οι Στωϊκοί πρέπει να γράφονται Στοϊκοί, δηλαδή οι φιλόσοφοι της Στοάς, της γαλαρίας ή του βάθους στο Σπήλαιο του Πλάτωνα και της γέννησης του Χριστού. Περίφημοι Στοϊκοί, λοιπόν, ήταν ο Ζήνων, ο Κλεάνθης, ο Παναίτιος και ο Χρύσιππος. Γύρω από αυτούς, σχηματίζεται μια χρυσοποίκιλτη, πλεκτή εσθήτα, ένας χιτώνας υφαντός με χρυσές κλωστές της ζωφόρου των γλυπτών του Παρθενώνος Πολυκλείτου, Μύρωνος, Μνησικλέους και Καλλικλέους και φθάνει ως τις κατακόμβες, τις ληκύθους και τους «κρατήρες» των Γεωμετρικών Αγγείων και, ειδικότερα, τους ζωγράφους Πολύγνωτο, Έκφαντο και Αγάθαρχο. Γύρω από τον καθέναν, υπάρχει ένας ολόκληρος κύκλος μαθητών, σχηματίζεται ένα σχέδιο, ένα πατρόν, ένα μοντέλο, ένα πρότυπο. Αυτό λέγεται «Σχέδιο Αναγεννήσεως» – Ουτοπία.
*
Όλες οι Ουτοπίες αναφέρονται σε ζητήματα όπως η εργασία (την οποία περιορίζουν κατά πολύ), η κοινοκτημοσύνη προσώπων και αγαθών, ο έρως, η κοινωνική διαστρωμάτωση, ο προορισμός της ψυχής, η χρήση βίας. Αυτά τα θέματα απασχολούν την ουτοπική «προγραμματολογία» της Αναγέννησης με γνώμονα και μέτρο τον άνθρωπο. Παραγκωνίζεται η υλική ευημερία, χάρη του πνευματικού πληρώματος. Ο άνθρωπος, ως αξία ανεκτίμητη, μένει ανυπότακτος και στηρίζεται στην δύναμη της βούλησής του, του «θελήματός» του. Η ουτοπία δεν είναι τέχνη. Ασφαλώς, όμως, αποτελεί δημιουργία, η οποία εντάσσεται σε μιαν γενικότερη σφαίρα «ποίησης» ανώτερης από την φιλοσοφία. Ο Πλάτων δεν ήταν καλλιτέχνης και εξοβέλιζε την μυθική σκέψη από την δημιουργία, την οργάνωση της ιδεατής κοινωνίας. Ήταν, όμως, «ποιητής» και χρησιμοποίησε τον μύθο για να προσεγγίσει την ιδέα του καλού, το Αιώνιο Αρχέτυπο του Αγαθού, αιτίας και σκοπού του «κόσμου». Κατά τον ίδιο τρόπο, δημιούργησε τέχνη –το λεγόμενο «Σύμπαν του Καλό»– ο χαράκτης Jacques Callot. Στον «ΦΑΟΥΣΤ» του Γκαίτε: καθώς ο Φάουστ περιμένει να του δοθεί το ελιξήριο της νεότητας, κοιτάζει σε έναν καθρέφτη και αντικρύζει, εκστατικός, μιαν όμορφη γυναίκα. Δεν γνωρίζει, ωστόσο, ότι η εικόνα αυτή είναι πλάσμα της φαντασίας του. Δίνει ο ίδιος σάρκα και οστά στο ιδανικό του, όπως και οι πολίτες της Ουτοπίας του Thomas More. Στην θρησκεία, είναι ο Θωμάς που θέτει «τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων» στο «Μαγικό Βουνό» είναι ο Thomas Mann, ο άνθρωπος και ο γιος του, στην λογοτεχνία, Klaus Mann o οποίος είναι ο σύνδεσμος μεταξύ Αντρέ Ζηντ, Όργουελ, Καμύ, Σιμόν Βέϊλ, Καίσλερ, Ντε Γκωλ –ένας ακόμα ολοκληρωμένος και αυτόνομος κύκλος βασισμένος στην Ελλάδα. Ο Θεός τους, αν ήταν έγχρωμοι οι ίδιοι, θα ήταν και αυτός έγχρωμος. ΥΠΑΡΧΕΙ, όμως, εκ των προτέρων. Αποδεικνύεται, θέλουν να τον πλησιάσουν, να τον προσεγγίσουν, τους είναι γνωστός από πριν ο Θεός, τον ζητούν: Αποδεικνύει ότι η Γη ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ στρογγυλή: «Δεν υπάρχει ούτε καν μία λογική αιτία που να εξηγεί γιατί η Γη είναι στρογγυλή. Το ότι η επιφάνεια της Γης είναι καμπυλοειδής, δεν συνεπάγεται και ότι η Γη είναι σφαιρική. Μπορεί το σχήμα της Γης να είναι ελλειψοειδές, σαν ένα αυγό-πώς θα στηριχτεί; Ούτε και για τον Ήλιο και την Σελήνη δεν ξέρω αν αυτά τα δύο σώματα είναι σφαιρικά. Γνωρίζω μονάχα ότι φαίνονται στρογγυλά. Και γιατί η Γη πρέπει να έχει εξ ανάγκης το ίδιο σχήμα με τον Ήλιο και την Σελήνη; Κι επειδή, δηλαδής, η σκια της Γης, όταν πέφτει στο φεγγάρι κατά την διάρκεια των εκλείψεων και μοιάζει σαν να είναι η σκια ενός στρογγυλού αντικειμένου, γνωρίζω ότι οι εκλείψεις στην επιφάνεια της Σελήνης προκαλούνται από την σκια της Γης; Αφού και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι (που θεωρούσαν ότι ο Ήλιος γυρίζει γύρω από την Γη) κι αυτοί μπορούσαν να κάνουν πρόγνωση για τις εκλείψεις!».
Απόδειξη που λέγεται στα μαθηματικά «Εις Άτοπον Απαγωγή», ΟΠΕΡ ΕΣΤΙ ΔΕΙΞΑΙ. Το ίδιο και στον μύθο του σπηλαίου, ο «ποιητής των όλων», η φάτνη στην «ΠΟΛΙΤΕΙΑ» του Πλάτωνα. Η διαλεκτική αυτή, της ανάλυσης και της σύνθεσης, της διάκρισης και ταξινόμησης εννοιών, είναι μια τέχνη. Τεχνική ανάλυση, ανάλυση μετοχών, έκθεση, έργο, πίνακας, τάξη, πρόβλημα, λύση, γεωμετρία, χάρτης, σχέδιο, θησαυρός. Η ουτοπία εκφράζει με τον τρόπο της ό,τι εκφράζει και η τέχνη. Και, ειδικότερα, η Αναγεννησιακή Τέχνη. Θέτει τον άνθρωπο ως κέντρο. Κέντρο τίνος; Μα, του Κόσμου. Δημιουργεί ένα Σύστημα και θέλει να το θεμελιώσει με βάση στήριξης της φιλοσοφίας του τον Άνθρωπο.
*
Δείτε το παράδειγμα με την ανάλυση ενός αντικειμένου: ενός κουτιού με την μορφή κύβου. Δεν υπάρχει οπτική γωνία θέασης από την οποία το κουτί να δίνει την όψη ενός κύβου. Κανείς ποτέ δεν βλέπει παρά επίπεδες πλευρές. Αν κανείς πάει γύρω από το κουτί, τότε γεννιώνται μια απεριόριστη ποικιλία φαινομενικών μορφών. Καμιά, όμως, από αυτές τις όψεις δεν είναι κύβος. Καμιά από τις φαινομενικές όψεις ή θεάσεις του κουτιού δεν είχε την μορφή ενός κύβου αλλά όποιος περιέστρεφε το κουτί ολόγυρα ήξερε ότι η κυβική μορφή είναι αυτή που αποφασίζει για την μεταβλητότητα της κάθε φαινομενικής όψεως. Αυτός ο καθοριστικός παράγοντας συνθέτει τόσο καλά στα μάτια μας το σώμα του αντικειμένου που, κοιτάζοντας το κουτί, πιστεύουμε ότι βλέπουμε έναν κύβο –κάτι, όμως, που ποτέ δεν συμβαίνει (ποτέ δεν βλέπουμε κύβο, δηλαδή). Από τις φαινομενικές όψεις που παράγει η προοπτική ποτέ δεν προκύπτει σχέση με τον κύβο. Κανείς ποτέ δεν έχει βάλει το δάκτυλό του –ούτε θα το κάνει ποτέ– επί τον τύπον (για τους ίδιους λόγους) ενός κύβου. Η μορφή του κύβου διαφέρει από όλες τις αντιλήψεις, είναι έξω από αυτές, υπερβαίνει το επίπεδό τους. Την ίδια στιγμή, όμως, η μορφή του κύβου συνθέτει την ενότητά τους. Επίσης, συνιστά την αλήθειά τους. Το γνωρίζουμε αυτό τόσο καλά, με όλην μας την καρδιά: ότι κάθε φορά που βλέπουμε ένα κουτί, εμείς πιστεύουμε ότι βλέπουμε άμεσα, πραγματικά έναν κύβο. Αυτήν την μελέτη προοπτικής και προβολής είχε αναλάβει να κάνει στο στούντιό του ο Λέων Βαπτιστής Αλμπέρτι. Και ο ζωγράφος Albrecht Duhrer, όμως, θεωρούσε τον εαυτό του «Salvator Mundi», «Σωτήρα του Κόσμου» της Αναγεννήσεως και είχε αναλάβει την προβολή των έργων τέχνης. Δείτε την επίλυση των προβλημάτων προοπτικής και βάθους στα έργα του Φλαμανδού Ντιρκ Μπουτς: «ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ»,«ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ», «ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ» (15ος αι). Καλλικλής και Μνησικλής ανήκουν στους Μαθητές του Δασκάλου. Αυτή είναι η σκέψη που ολοκληρώνει το θέμα του αντικειμένου. Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ, άρα, εμπεριέχει τόσο την υποκειμενική ανάλυση του ενός, όπερ εστί μεθερμηνευόμενον του δημιουργού της –όσο και τις αντιλήψεις του αναγνώστη που επιμελείται του δημιουργήματος. Κι εδώ υπάρχει στράτευση συχνά, από τους υποστηρικτές των Ουτοπιών (Marx, Sorel ενδεικτικά). Η τέχνη και η ουτοπία θέτουν ερωτήματα και δίδουν απαντήσεις που δεν αξιώνουν την ολοκληρωτική αποδοχή τους αλλά θέλουν να είναι η τελείωση, το τελευταίο, αρμονικότερο και δικαιότερο, κοινωνικό σύστημα. Από την άλλη μεριά, από τον Πλάτωνα, τον Θέωνα, τον Θεόγνιν ως τον Χριστό και τον Campanella στα γραφτά κείμενα γίνεται λόγος για την αθανασία της ψυχής, για την διαμάχη Καλού-Κακού, θέματα τα οποία έδωσαν τροφή σε νέους προβληματισμούς και σηματοδότησαν νέες εποχές αντίστοιχα στην ανθρώπινη σκέψη. Οι ιδέες αυτές, ωστόσο, και πάλι προϋπήρχαν. Όπως προϋπάρχει και κάθε ιδέα, η οποία όμως αποκαλύπτεται ως γνώση πια και πλήρης κατανόηση από κάθε πολιτική θεωρία. Με ίδιο τρόπο η τέχνη και η πολιτική θεωρία –ουτοπική και μη– αποκρυσταλλώνουν με υποκειμενικότητα και με δυνατότητες για περαιτέρω βελτίωση ιδέες (όπως απελευθερώνεται ο δεσμώτης του Σπηλαίου, της Φάτνης ή της Στοάς και αντικρύζει τα πραγματικά όντα και όχι τις σκιες τους). Με την μέθοδο αυτή, η τέχνη, η ουτοπία, η επιστήμη, η φιλοσοφία ετοιμάζουν την εφαρμογή των θεωριών τους στον πολιτικό στίβο. Το Άτομο υπακούει, υποκύπτει, δίνει την μαρτυρία του, σέβεται τους νόμους αλλά αντιστέκεται. Ξέρει να διαβάζει, να αναγιγνώσκει, να ερμηνεύει καλύτερα. Το άτομο ξέρει καλύτερα τους νόμους, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ, από δικαστές, εισαγγελείς και αστυ-Νομικούς. Το Άτομο δίνει αγώνα αντίστασης κατά του Κράτους –το τέλειο θα ήταν, φυσικά, η βασιλεία των Σοφών.
Εξάλλου, την ίδια εποχή με κάθε ουτοπία αναπτύσσεται και η τέχνη, η οποία ανταποκρίνεται στα ίδια αιτήματα, στις ίδιες απαιτήσεις, στις ίδιες αξιώσεις, στα ίδια αξιώματα. Αξίωμα είναι αίτημα, τίτλος τιμής και ευγενείας, βαθμός αλλά και γεωμετρικός όρος. Στην Αναγέννηση, στο επίκεντρο τόσο της τέχνης όσο και της ουτοπικής δημιουργίας, τίθεται εκ των πραγμάτων, από την ανάγκη για ισότητα ο άνθρωπος. Η ισότητα και πάλι είναι γεωμετρικός όρος. Χωρίς να είναι τέχνη, η ουτοπία βρίσκεται παράλληλα σε αυτήν. Επιδέχεται, ωστόσο, ακόμα περισσότερες ερμηνείες από ένα έργο τέχνης, το οποίο είναι απτό, πραγματικό, ψηλαφητό. Η συνεισφορά τους όμως είναι η ίδια, όπως και κάθε αγνού ανθρώπινου δημιουργήματος που δεν αποσκοπεί στην επιβράβευση απλώς ή στον θαυμασμό αλλά εκφράζει τις πιο βαθειές ανησυχίες, της ψυχής και της σκέψεως. Στους τόπους που δημιουργούνται, όμως, ορισμένες ιδανικές πόλεις, τόπους ασύλου και σύλληψης των ικετών στων Ελλήνων τα Ιερά, πρέπει να υπάρχει μια αίσθηση ισορροπίας του ατόμου, πρέπει να είναι το περιβάλλον ιδανικό για το συγκροτημένο άτομο, με μέτρο άριστον. Θα πρέπει να υπάρχει η ευωδιά της φύσεως. Δεν θα πρέπει να υπάρχει η σημερινή μαζική δημοκρατία που περιέχει την τυραννία της πλειοψηφίας. Οι ΝΟΜΟΙ του Πλάτωνα δεν τελείωσαν ποτέ, έμειναν ανολοκλήρωτοι: ΔΕΝ ΗΡΘΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΩ ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΩ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ –όπως θα έλεγε μια φίλη μου «Η εξίσωση της Παραβολής είναι η συνάρτηση που αποτελεί το «αναλογικό μέσο» μεταξύ μιας σταθεράς και μιας μεταβλητή. Η εφεύρεση του «ολοκληρωτικού λογισμού» αποδίδεται στον Εύδοξο, ο οποίος σχηματοποίησε την θεωρία των πραγματικών αριθμών και έθεσε το εξής αξίωμα:
ΑΞΙΩΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (κακώς είναι γνωστό ως αξίωμα του Αρχιμήδη)
«ΔΥΟ ΠΟΣΟΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΑΝΙΣΑ ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΕΡΒΕΙ ΚΑΘΕ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΗΝ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΤΗΣ»

Ο Εύδοξος βρήκε τον όγκο της Πυραμίδος και του Κώνου, ο Αρχιμήδης βρήκε το τετράγωνο της Παραβολής. Άρα, πρόκειται για ένα ζήτημα «ολοκληρώματος» ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ. Το ζητούμενο αφορά το άθροισμα των όρων μιας γεωμετρικής προόδου άπειρης. Στο πεδίο των ακέραιων αριθμών, είναι δυνατόν το 1 και το 1 να παραμένει το ένα δίπλα στο άλλο εις τους αιώνας των αιώνων. Ποτέ δεν θα κάνουν 2 –εκτός αν μία διάνοια εκτελέσει την πράξη της πρόσθεσης. Το πρόβλημα του διπλασιασμού του κύβου ο Μέναιχμος, μαθητής του Πλάτωνα, το έλυσε και εφηύρε την Παραβολή, την Ισόπλευρην Υπερβολή και την Λειτουργική Συνάρτηση. Και ο Εύδοξος, τέλος, επεξεργάστηκε ολόκληρο το σύστημα αστρονομίας των Αρχαίων Ελληνικών. Το ξαναγράφω, για να γίνει αντιληπτό: δεν πρόκειται για σύστημα των Αρχαίων Ελλήνων –είναι απλώς μεταφραστικό λάθος των Αγγλικών. Είναι το σύστημα των Αρχαίων Ελληνικών. Σύστημα Αστρονομίας του Κόσμου. Ο «κόσμος» συμβολίζει τον ουρανό και τ’ άστρα σε κάθε τόπο της Γης καθώς και όλα τα έμψυχα (ζώα και φυτά) που βρίσκονται σε αυτήν την χώρα. Υπαινισσόμενος τους χορούς και τις περιστροφές των άστρων– κι ο Αναξαγόρας, όταν τον ρώτησαν γιατί προσπαθούσε να διανυκτερεύει στην εξοχή και στην ύπαιθρο, απάντησε: «ΤΟΥ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΘΕΑΣΑΣΘΑΙ». Κι ο «θείος» Πλάτων μετά το ρητό «ΦΘΟΝΟΣ ΕΞΩ ΘΕΙΟΥ ΧΟΡΟΥ ΙΣΤΑΤΑΙ», πρόσθεσε το μάτι κλείνοντας: «Τ’ αστέρια είναι μοντέλα της Θεότητας που τα ‘χει σκαλίσει σε γλυπτά ο ίδιος ο Θεός». Αυτή είναι, άρα, η Τέχνη της Αναγεννήσεως: μέσω των στιγμάτων του πυρός, όπως το παιδάκι που ΑΙΩΝ ΠΑΙΣ ΕΣΤΙ ΠΑΙΖΩΝ παίζει στην άμμο, ΔΙΑ ΠΥΡΟΣ ΚΑΙ ΣΙΔΗΡΟΥ, δημιουργεί τον κόσμο EX NIHILO, εκ του μηδενός -και μέσω της Αναγεννήσεως οδηγεί στην Παλιγγενεσία.
«NIHIL DURARE POTEST TEMPORE PERPETUUM».
Στα ερείπια της Πομπηΐας σε στήλη το ρητό, η επιγραφή, δεν σημαίνει ότι «τίποτε δεν μπορεί να διαρκεί για πάντα» αλλά –με έμφαση και τονισμό και ρυθμό στο λάτιν «ποτές», τί ειρωνεία, Θεέ μου! σημαίνει
«ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΑΡΚΕΙ ΑΙΩΝΙΑ»
Και, επιτέλους, αυτός ο «ΜΗΔΕΙΣ ΑΓΕΩΜΕΤΡΗΤΟΣ» ή ο «ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ» ποιός θα πει ότι είναι ο Μίδας, ο Κανένας, ο Νέμο, ο Οδυσσεύς; Με μια λέξη, όπως θα ‘λεγε ο Δάντης: «ΤΙΣ Δ’ ΕΣΤΙ ΔΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΕΙΝ ΑΦΡΟΝΤΙΣ ΩΝ;»

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ

Απαρχές: Φυλή Guaran → “Land Without Evil” Βραζιλία, Αραβία
Ταοϊσμός, Βουδισμός, Μεσαιωνικός Μουσουλμανισμός, Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία.
Ελληνιστικές νοβέλλες, διηγήματα → Λουκιανός
1516 “Nusquama” = Nowhere Thomas More Έρασμος
Ου + Τόπος = Ουτοπία - Ευτοπία/E.U.topia KHΠΟΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ
Guillamme Budé, Γάλλος ανθρωπιστής → “Udepotia” = Neverland
Germaine de Brie/Brixius “Antimorus”
1595 Sir Philip Sydney «Άμυνα Ποίησης» → Ουτοπία και Ποίηση υπεράνω φιλοσοφίας και ιστορίας διότι οδηγούν στην αρετή. Η Ουτοπία αποτελεί ομιλούσα εικόνα.
Θερβάντες – Σεξσπηαρ – Βάκων → Η ΝΕΑ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ
16ος αιών Σχολή Λυόν Ποίησης + Βιβλιοθήκη Rene Leynaud → Λυόν – Λύνω – Σελήνη - Rene Char
1642 John Milton – Samuel Hartlib → Μοντέλο Ιδεώδους Κοινωνίας
1647 Peter Chamberlen → ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ
ΠΑΝΣΟΦΙΚΕΣ ΟΥΤΟΠΙΕΣ: Campanella, Andreae, Comenius, Leibniz
18ος αιών. Morelly, Dom Dechamps, Restif de la Brettone, Condorcet, Charles Fourier: λογικές, συστηματικές ουτοπίες για πολιτική δράση – χρήση βίας, επανάσταση, μηχανισμοί προπαγάνδας, ντετερμινισμός, τυφλή ιστορική μοίρα: Owen, Saint – Simon, Marx
ROUSSEAU Mοναχική
ΟΥΤΟΠΟΓΡΑΦΟΙ: οι συγγραφείς ουτοπιών
ΟΥΧΡΟΝΙΑ / Charles Renouvier: Φανταστική ιστορία του παρελθόντος που βασίζεται στην υπόθεση ότι ένα κρίσιμο γεγονός θα είχε διαφορετική κατάληξη
ΕΥΧΡΟΝΙΑ = Zukunftsroman
ΕΥΨΥΧΙΑ / Abraam Maslow: Ιδεώδης κατάσταση συνειδητοποίησης
Thomas More → King Utopus , ποτάμι Άνυδρος
Σύγχυση με προφητεία
More/Patrizi, Bacon/Campanella, Andreae/Morelly, Fénelor/Condorcet, Restif de la Bretton/Edward Bellamy, H.G. Wells/Hertzka, Wilhelm Reich/Norman Brown, Erich Fromm/Herbert Marcuse.
Σχιζοφρένεια: Μαργαρίτα Καβέντις/Μοναχική Ουτοπία: Giulio Clemente Scotti
ΙΣΤΟΡΙΚΑ Κριτική προς Ουτοπία: «Πολιτικά 2» Αριστοτέλη, Ερρίκος του Άλεφεντ 1704,
Louis Reybayd 1840, Robert von Mohl.
(Κακή χρήση) Ουτοπίας : Μαρξισμός, Φασισμός (George Sorel)
Ortega Y Gasset, Karl Popper, Arnold Toynbee: περιφρονούσαν, χλεύαζαν, θεωρούσαν την ουτοπία ως σύμπτωμα που υποβιβάζει τον πολιτισμό.
Ο Μέλβιν Λάσκυ συνδέει το 1976 θεωρία και πράξη: «ΟΥΤΟΠΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ»
Karl Mannheim, Raymond Ruyer, Georges Duveau, Martin Buber, Ernst Bloch, Friedrich Ludwig Polak, Roger Muchielli, Jean Servier. Οι Ουτοπίες γεννούνται από ουτοπίες και ασχολούνται με: εργασία, διακυβέρνηση, αγάπη, γνώση, θρησκεία, ομορφιά, ζωή, θάνατο.
Πλάτων: μύθος, λόγος «ΠΟΛΙΤΕΙΑ»/ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ («Πολιτικά»)/ΚΙΚΕΡΩΝΑ (“Offices”).
Αναγέννηση: Χριστιανισμός + Ελληνισμός «Ιδεώδης Πολιτεία»
Ομιλούσα εικόνα: Όμηρος, Ησίοδος, Οβίδιος, Ξενοφών, Αριστοφάνης, Λουκιανός
ΤΡΟΠΟΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ
Γεωγραφικά, Ιστορικά, Ψυχολογικά, Μυθικά, Φιλοσοφικά, Κοινωνικά, Μονοδιάστατα.
Νησιά μακρινά, απομονωμένες κοιλάδες (Ρώμη), βουνά, διάστημα, Σελήνη, Ήλιος, Άρης, Αφροδίτη.
Μετά το 1600: Kepler Σελήνη, Wilkins, Godwin, Cyrano de Bergerac
H ουτοπία γραπτό κείμενο, γράφεται από έναν, μοναδική δημιουργία
Όχι Τέχνη: ικανοποιεί την δίψα, παρακινεί πνεύμα – και σώμα σε νέες δυνατότητες, είναι το όνειρο της δίκαιης τάξης πραγμάτων, συνεργεί σε κάθε φιλοσοφική αξιολόγηση της κοινωνίας, έκφραση απελπισμένων στρωμάτων που πλήρωσαν μετάβαση από μεσαίωνα σε αστική κοινωνία
Φταίει η ιδιοκτησία, ο πλούτος ως κατοχή των μέσων εργασίας, εκμετάλλευση/ενιαία ανθρωπότητα, «οικουμενική μοναρχία». Η θρησκεία αποτελεί το σκεύος που διατηρεί ανόθευτα: δικαιοσύνη, άγια κοινότητα. Ο άνθρωπος δεν είναι κακός από την φύση του. Αρχή της ισότητας. Το ιδιωτικό συμφέρον είναι πανούκλα, πυρετός. Οι Ουτοπίες βρίσκονται σε απόσταση χώρου και όχι χρόνου. ΠΕΙΘΩΣ, ΠΟΝΗΡΙΑ, ΒΙΑ.
More, Campanella: Καθολικοί.
Η Ουτοπία του Μωρου σε νησί του ωκεανού, του Campanella στην KeyLand.
(Wells – TO ΝΗΣΙ ΤΟΥ Δρ. Μορώ) - Καμύ «NEMO HABET IN SUO NISI» - «NEMO BONUS»
Εργασία 6/9 ώρες
Συνεταιρισμός ελεύθερων πολιτών/πρότυπο μεσαιωνικών μοναστικών ταγμάτων
ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΕΥΓΟΝΙΚΗ. Ο More θέλει να πείσει τους κυρίαρχους, ο Campanella τους μοναχούς
THOMAS MUNTZER: ανυπόμονος Χριστιανός


«Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ»
Πεδιάδα κάτω από τον Ισημερινό, Λόφος, επτά κύκλοι, 4 πύλες και δρόμοι, 7 τείχη, ναός, 7 πλανήτες, Ιερέας Βασιλιάς/Μεταφυσικός, Δύναμη, Σοφία, Αγάπη, Κοινοκτημοσύνη, Εκπαίδευση, Τέχνη, Νόμος, Καύση νεκρών, Αθανασία ψυχής



ΠΛΑΤΩΝΟΣ «ΠΟΛΙΤΕΙΑ»
Ο ΜΥΘΟΣ του ΣΠΗΛΑΙΟΥ και των ΔΕΣΜΩΤΩΝ
Η ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ (Τίμαιος)
Θεωρία των Ιδεών: ψυχή, προσωματική περίοδος, ανάμνηση, νοσταλγία, αιώνιο αρχέτυπο. ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ: διάκριση εννοιών.
Αληθινά όντα μόνο τα αρχέτυπα των αισθητών, οι ιδέες, αιώνιες οντότητες.
Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ είναι ένα σύνολο όλων των αιτίων, απόλυτος σκοπός.
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ: Η ψυχή ανάμεσα σε ιδέες και φαινόμενα, θεία καταγωγή, όχι ιδέα. Η αρετή είναι διδακτή. Πνευματική και ηθική προαγωγή. Καταμερισμός εργασίας, άκρατος ιδεαλισμός.
«ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ», κριτική σε μαζική δημοκρατία, επίγνωση άγνοιας, ένας Θεός, «ΚΡΙΤΩΝ», σεβασμός σε νόμους, Επαΐοντες
«ΦΑΙΔΩΝ», Αθανασία ψυχής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου