*όπου ''Ενός'' στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ''άνθρωπος''. Έν=Ένα=One=Ο.Ν.Ε.=Ο.Η.Ε=UN=Γυνή=Οίνος=Venus/Αφροδίτη.

Η ''Πλειοψηφία του Ενός'' δεν αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι στην ζυγαριά της οικονομίας οι πολλοί βουλιάζουν και ο ένας διασώζεται αλλά, επιπροσθέτως, σημαίνει ότι αυτός ο ένας (1) άνθρωπος διασώζει κυρία και έλκει το πλοίο της κυβέρνησης, τον κύβο που ερρίφθη και βυθίζεται (όπως ακριβώς σε μιαν ζυγαριά όπου η μάζα των πολλών χάνεται λόγω του βάρους). Η βάση της ερευνητικής μεθόδου στηρίζεται στην διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία και την έκδοση αποτελεσμάτων μετρήσεων, ερευνών, ψηφοφορίας, εκλογής στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Κ. που διασώζουν μιαν χώρα -άνευ δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο)- από την ανισορροπία του Δημοσίου και από το “φούντο” του ταμείου της, δηλ. το Δ.Ν.Τ., με βάση τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και το εσωτερικό δίκτυο INNERNET πληρωμής της εργασίας των Ελλήνων κατ' οίκον: είναι το μοναδικό οικονομικό και τραπεζικό σύστημα στον κόσμο που λειτουργεί ως ραδιο-τηλεοπτικό κανάλι θετικών ειδήσεων και νέων μέσω προγραμμάτων και ταινιών με σκοπό την επικοινωνία με το κοινό. Αφενός χρησιμεύει ως Τράπεζα (Data Bank) πληροφοριών, δεδομένων και αίματος με προσωπική περιουσία 300 τρις Φοινίκων και αφετέρου βασίζεται στους θεσμούς της Ελεύθερης Οικονομίας ("Free Market"), στην απόλυτη τραπεζική πίστη, στο επιτόκιο Labor και στο ελληνικό νόμισμα οίκου (I.Q., συμβολική ονομασία για τον Φοίνικα, ο οποίος είναι το νόμισμα των Ελλήνων που αγαπούν την πατρίδα τους, που γνωρίζουν επαρκώς αρχαία και νέα Ελληνικά, Λατινικά, Αγγλικά, Γαλλικά κ.τ.λ., αγαπούν την έντεχνη μουσική, ελληνική και ξένη, και την ίδια την Τέχνη ενώ, με βάση την κατά κεφαλήν καλλιέργεια του Α.Ε.Π. αποτελεί την πλέον ανθούσα οικονομία στην Ευρώπη). Πρόκειται για μιαν νομισματική μονάδα που χαμηλότερη από αυτήν στον κόσμο σε αξία πλούτου δεν υπάρχει διότι πρωτίστως η νοημοσύνη και το νόμισμα των πολιτών που την χρησιμοποιούν δεν υποτιμάται ΠΟΤΕ: ειδικότερα, στηρίζεται στο νόμισμα της Αναγέννησης -ο Φοίνιξ- με βάση την ρήτρα E.C.U., δηλαδή 1 Φοίνιξ=3 Δολλάρια ενώ το Ευρώ υπολογίζεται με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των υπολοίπων νομισμάτων με βάση το E.C.U., το E.C.U. όμως υπολογίζεται ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!

ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΑ ΠΟΡΤΑΛ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΜΠΛΕΤ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ:

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ: www.my-insense.blogspot.com ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΕΞΥΠΝΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ: wwwpropagenda.blogspot.gr
ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΡΧ.ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ: wwwmetafrasths.blogspot.com ΣΕΛΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ TYΠΟ: www.prothexousia.blogspot.com ΜΥ-INSENSE: wwwmiss-insense.blogspot.com
ΕΔΩ ΚΑΤΕΒΑΖΩ ΤΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ: www.scribd.com/user/22895639/ChrysJazz

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

''Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ'' Πανεπιστημιακή μελέτη



Η Ευρώπη σε εξέλιξη.
Προβλήματα και προοπτικές στο άμεσο μέλλον .


(ΑΙΚ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ - ΕΛ. ΝΤΡΟΥΛΙΑ)
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ



Καστοριά , Νοέμβριος  2004



 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ



ΣΥΝΟΨΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ : ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΤΑΣΗ
   Διακυβερνητισμός
   Ομοσπονδία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ : Η ΣΥΖΕΥΞΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΚΑΙ    
   ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ Ε. Ε
   Α.  Η περίοδος 1957 – 1965
   Β.  Η περίοδος 1966 – 1985
   Γ.  Η περίοδος 1986 – 1995  
   Δ.  Η περίοδος 1996 – 2004

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ : ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ
   Οι προτάσεις της Συντακτικής Συνέλευσης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ : Η ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ                                       ΣΤΗΝ ΔΚΔ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ

   Α. Η διπλωματική στρατηγική Γερμανίας – Γαλλίας
       Ο  ρόλος των πολιτικών συστημάτων
       Ο Γαλλογερμανικός άξονας
   Β. Η διακυβερνητική στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου                                                     και η ειδική του σχέση με τις Η.Π.Α
   Γ. Ο συνασπισμός των μικρών κρατών
   Δ. Οι αποφάσεις  της ΔΚΔ και της Συνόδου των Βρυξελλών

ΕΠΙΛΟΓΟΣ




Προοίμιο-Σύνοψις

Η μελέτη αυτή –εν όψει της έγκρισης του νέου Ευρωπαϊκού Συντάγματος– διερευνά τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει η Ε.Ε. των 27 κρατών και τις προοπτικές που διανοίγονται για αυτήν στο άμεσο μέλλον.
Στην βάση της μελέτης υπάρχει η επικράτηση δύο κυρίαρχων τάσεων, της ομοσπονδιακής και της διακυβερνητικής, στο ιστορικό της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Στην πορεία κατέστη αναγκαίο να εξεταστούν όχι μόνον τα θεωρητικά στοιχεία που συνθέτουν τα δύο μοντέλα αλλά, επιπλέον, και το χρονικό εξέλιξης των αντιλήψεων περί ομοσπονδίας και διακυβερνητισμού καθώς και των προσωπικοτήτων που τις υποστήριξαν.
Στο συμπέρασμα της μελέτης διατυπώνεται η εκτίμηση ότι τα διάφορα στάδια από τα οποία σε διαφορετικές περιόδους διήλθε η ευρωπαϊκή ενοποίηση αλλά και οι Συνθήκες της Ε.Ε. ερμηνεύονται από την ιστορία του Φεντεραλιστικού κινήματος: από την γέννησή του στον Μεσοπόλεμο, από την ανάπτυξή του κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από την άνθησή του μεταπολεμικά, από την σύγκρουση που επήλθε στους κόλπους του το 1948, από την διάσπασή του την περίοδο 1956-1973 και από την μετέπειτα επανένωσή του. Στο διάστημα που το Ευρωπαϊκό Φεντεραλιστικό Κίνημα ήταν διχασμένο, στην λειτουργία της Ε.Ο.Κ. επικράτησε η οικονομική διάσταση ενώ μετά το 1974 και έως σήμερα η σύζευξη ομοσπονδίας και διακυβερνητισμού (με την λεγόμενη «κοινοτική μέθοδο») προκάλεσε θεσμική σύγχυση στην οργάνωση της Ε.Ε.
Η ερμηνεία που δίδεται στην μελέτη αυτή εξηγεί το γεγονός ότι οι προωθούμενες θεσμικές μεταρρυθμίσεις στην Ε.Ε. έχουν προκαλέσει ρήγματα ανάμεσα στο ομοσπονδιακό, στο ευρωσκεπτικιστικό και στο φιλοευρωπαϊκό στρατόπεδο.
Καταλήξει, εξάλλου, η μελέτη στο συμπέρασμα ότι στο γεγονός ότι αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως «φεντεραλισμός» υπολείπεται σαφώς έναντι των αρχικών επιδιώξεων του φεντεραλιστικού κινήματος έχει συντελέσει η ειδική σχέση μεταξύ Ε.Ε.-Ηνωμένου Βασιλείου-Η.Π.Α. καθώς και ο ρόλος των εσωτερικών, παραδοσιακών πολιτικών συστημάτων Γερμανίας, Γαλλίας, Αγγλίας. Όπως διαφαίνεται, λοιπόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες διαστρέβλωσης του φεντεραλιστικού ιδεώδους η Ε.Ε. οδεύει με το νέο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα προς μιαν μορφή συνδυασμού των ενισχυμένων συνεργασιών, της μεταβλητής γεωμετρίας, των πολλαπλών ταχυτήτων και των ομόκεντρων κύκλων.
Η μελέτη αυτή υποστηρίζει, πάντως, ότι η ισχύς της Ε.Ε. δεν είναι στρατιωτική και οικονομική αλλά εντοπίζεται κυρίως στο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Κατά την γνώμη μας, η ευρωπαϊκή ενοποίηση πρέπει να στηριχθεί στην πολιτισμική διάσταση των εθνικών γλωσσών, παραδόσεων και τεχνών που ενώνουν τους πολίτες της Ε.Ε. σε κοινή ταυτότητα και είναι αλληλένδετες με την επιστροφή στην αυθεντική πηγή προέλευσης του φεντεραλισμού.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Κυρίαρχο θέμα στη σφαίρα της δημοσιότητας στην Ευρώπη αποτελεί την τελευταία τριετία το έργο της Συντακτικής Συνέλευσης για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι τροποποιήσεις που θα επέλθουν στις Ιδρυτικές Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο β’ εξάμηνο του 2004, με στόχο την κωδικοποίηση των Συνθηκών αυτών για πρώτη φορά σε ένα κείμενο Συντάγματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είναι, ταυτόχρονα, και η πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια που διεξάγεται στον ευρωπαϊκό χώρο μια ευρύτερη πολιτική συζήτηση, ανοιχτή στην κοινή γνώμη, με αντικείμενο το μέλλον της Ευρώπης, τον ρόλο του εθνικού κράτους, την ευρωπαϊκή συνείδηση και ταυτότητα, την θεσμική συγκρότηση της Ε.Ε. και την προοπτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Η 6η διεύρυνση της Ε.Ε. τον Μάιο του 2004 υπήρξε η κύρια αιτία για την ανάδειξη αυτής της σειράς θεμάτων στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, σε συνδυασμό με την ανάγκη να υπάρξουν στο μέλλον θεσμικές μεταρρυθμίσεις στην λειτουργία των κοινοτικών οργάνών: αντικειμενικός στόχος είναι να απορροφήσει ομαλά η Ευρωπαϊκή Ένωση τους κραδασμούς από την ένταξη 10 νέων κρατών δίχως να αποδιοργανωθεί και να χάσει την φυσιογνωμία της.
Σε αυτήν την κατεύθυνση, αναζητήθηκε από τους ειδικούς στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ένα νέο σχήμα παραγωγής ιδεών, αρχών και πράξεων (πέραν της σύγκλισης ΔΚΔ) ώστε να μην απωλέσει η Ε.Ε. την βασική της δομή.
Όλες οι προηγηθείσες στην ιστορική εμπειρία της Ε.Ε. διακυβερνητικές διασκέψεις συνεκλήθησαν προκειμένου να μεταβάλλουν εκ των υστέρων, με το κέρδος της αποκτηθείσας γνώσης, το νομικό και θεσμικό πλαίσιο των θεμελιωδών Συνθηκών. Αυτό το θεσμικό πλαίσιο βοήθησε στο παρελθόν την Ε.Ε. να συμβαδίσει με 5 διευρύνσεις και να μην σημειωθούν ρωγμές στην ευρωπαϊκή δομή. Οι διευρύνσεις αυτές ήταν, ωστόσο, ελεγχόμενης και περιορισμένης κλίμακας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, από τα μέσα της δεκαετίας των ’90 το μοντέλο της συγκρότησης Διακυβερνητικών Διασκέψεων για την αναθεώρηση των – κάθε φορά προηγουμένων – Καταστατικών Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγινε αντιληπτό πως άρχιζε να εξαντλεί τα όρια του.
Η συνθήκη του Μάαστριχτ, η πρώτη από τις Συνθήκες που περιείχε σαφώς διάταξη με την οποία προβλεπόταν η διεξαγωγή Διακυβερνητικής Διάσκεψης (ΔΚΔ) για την αναθεώρηση της, δεν έλαβε καμία απολύτως πρόνοια για την μελλοντική διεύρυνση της Ε.Ε. με νέα κράτη – μέλη. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει αντιληπτό σταδιακά ότι είχε δημιουργηθεί συνωστισμός στον προενταξιακό θάλαμο από κράτη τα οποία επιθυμούσαν την εισδοχή τους αλλά ήταν επιβεβλημένο για διάφορους λόγους να προσδεθούν στην Ε.Ε. και να μην ενταχθούν αμέσως.
Στο εξής, ωστόσο, (και με εκκίνηση το έτος 2004), προβλέπεται ότι η Ε.Ε. θα μετεξελιχθεί : κατ’ αρχάς, επειδή καταργούνται ακόμη και τυπικά όλες οι προηγούμενες Συνθήκες και επανιδρύεται η Ε.Ε.[1] και, ακόμη, διότι αυτή η μεταλλαγή της Ε.Ε. θα γίνει με βάση έναν μοναδικό ιστορικό συνδυασμό. Θα υπάρξει, για πρώτη φορά, μια δημιουργική σύνθεση ενός νέου Ευρωπαϊκού κειμένου μέσα από τις συνιστώσες της Συντακτικής Συνέλευσης και της Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Ταυτόχρονα δίχως να καταργείται εντελώς η διαδικασία της σύγκλησης Διακυβερνητικής Διάσκεψης, με την είσοδο στον 21ο αιώνα οι έννοιες «Διακυβερνητική Διάσκεψη» και «Καταστατική Συνθήκη» αντικαθίστανται από τις έννοιες «Συντακτική Συνέλευση» και «Σύνταγμα». Καθώς ο θεσμός των Διακυβερνητικών Διασκέψεων ατροφεί, η Ε.Ε. οδηγείται στην μέθοδο αναθεώρησης των Ιδρυτικών της Συνθηκών μέσω της λεγόμενης Συντακτικής Συνέλευσης.
Τι σημαίνει, όμως, αυτή η αλλαγή στην πρακτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης; Έχει ευρύτερη σημασία η σταδιακή εξασθένηση της διακυβερνητικής μεθόδου προς την κατεύθυνση της απόκτησης Συντάγματος της Ε.Ε.; Σημαίνει, άραγε, ενδυνάμωση του ομοσπονδιακού μοντέλου, το οποίο είναι άμεσα συνδεδεμένο με την έννοια «­Σύνταγμα»; Ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτής της μεταβολής στην συνολική στρατηγική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;[2]
Αυτή η διαδικασία μετεξέλιξης της Ε.Ε., διαδικασία που έχει τον διττό χαρακτήρα της θεσμικής εμβάθυνσης και της διεύρυνσης, αποτελεί το σημείο όπου θα εστιάσει η ανά χείρας μελέτη.
Η επικείμενη 6η διεύρυνση έχει φέρει στο προσκήνιο έναν εκτεταμένο διάλογο για τις αναγκαίες θεσμικές μεταρρυθμίσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διάλογο στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η επιλογή ή ο συνθετικός συνδυασμός μεταξύ της ομοσπονδιακής αντίληψης και του διακυβερνητικού χαρακτήρα της Ε.Ε..
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν στη Διακυβερνητική Διάσκεψη που έχει ξεκινήσει οι αποφάσεις θα ληφθούν με διακρατικό τρόπο από τους εκπροσώπους των μελών της Ε.Ε., ή με συγκεντρωτικό τρόπο και δίχως να επηρεάζουν τα εθνικά συμφέροντα την κοινή ευρωπαϊκή πορεία, όπως προστάζει η ομοσπονδιακή θεώρηση.
Σε διαφορετικής μορφής Ε.Ε. θα καταλήξουμε εάν υπερισχύσει η ομοσπονδιακή συνιστώσα και σε διαφορετική εάν κυριαρχήσει η διακυβερνητική αντίληψη: πρέπει να αναζητηθεί, επομένως, με βάση την ιστορική εμπειρία, ποια από τις δύο αυτές προσεγγίσεις για την ευρωπαϊκή ενοποίηση αναμένεται να επηρεάσει περισσότερο τον δημόσιο διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης, μια συζήτηση που θα κορυφωθεί εντός του 2004.
Η διάρθρωση της μελέτης έχει ως εξής :
Στο πρώτο κεφάλαιο θα αναπτυχθούν τα θεωρητικά στοιχεία των δύο αντιλήψεων αυτών (ομοσπονδίας και διακυβερνητισμού) που κατέχουν μείζονα ρόλο στην πορεία ενοποίησης της Ευρώπης. Θα αναζητηθεί η προέλευσή τους στο ιστορικό δημιουργίας της Ε.Ε. ενώ θα γίνει αναφορά στους υποστηρικτές των δύο τάσεων καθώς και στις παραλλαγές με τις οποίες τα υποδείγματα αυτά εμφανίζονται στον δημόσιο διάλογο.
Κατόπιν, στο δεύτερο κεφάλαιο, θα εντοπισθούν στοιχεία των δύο προτύπων ευρωπαϊκής ενοποίησης στις τέσσερις βασικές συνθήκες (Ρώμης, Μάαστριχτ, Άμστερνταμ, Νίκαιας) και θα γίνει αναφορά στα σημεία – σταθμούς για την κατανόηση του τρόπου εφαρμογής των θεωρητικών μοντέλων στην πράξη. Θα διερευνηθεί, εξάλλου, ποια συγκεκριμένη μορφή[3] απέκτησε, κάτω από την επιρροή των ομοσπονδιακών και των διακυβερνητικών τάσεων, η Ε.Ε.
Ακολούθως, στο τρίτο κεφάλαιο, θα εξεταστούν οι προτάσεις της Συντακτικής Συνέλευσης για το μέλλον της Ευρώπης και θα εξεταστεί μια δέσμη ζητημάτων που προκύπτουν σε θεσμικό επίπεδο και αφορούν την οργάνωση-δομή της Ε.Ε.[4] Η προσοχή θα εστιαστεί στις αντιδράσεις που έχουν εγερθεί από τους επικριτές του σχεδίου Συνταγματικής Συνθήκης, ιδιαίτερα από την οπτική πλευρά της εφαρμογής ή όχι στοιχείων του ομοσπονδιακού ή του διακυβερνητικού προτύπου.
Εξάλλου, στο τέταρτο κεφάλαιο θα αναπτυχθούν οι παράγοντες που επηρέασαν την διπλωματική στρατηγική των κρατών της Ε.Ε. όπως αυτή εκδηλώθηκε στη Συντακτική Συνέλευση, στη Διακυβερνητική Διάσκεψη αλλά και στην έγκριση του κειμένου του Ευρωπαϊκού Συντάγματος από την Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών τον Ιούνιο του 2004. Στο διάστημα αυτό σημειώθηκαν ρωγμές ανάμεσα στους υποστηρικτές του ομοσπονδιακού προτύπου λόγω των πιέσεων που προκαλούν οι προτεινόμενες θεσμικές μεταρρυθμίσεις, η λειτουργία του γαλλογερμανικού άξονα, η διεύρυνση της Ε.Ε. και η ειδική της σχέση με τις Η.Π.Α. (ενόψει της οριστικής έγκρισης της Συνταγματικής Συνθήκης έως το τέλος Οκτωβρίου του 2004).
Στον επίλογο θα υπάρξει μια συνολική κριτική των προτάσεων για το μέλλον της Ε.Ε. και θα διερευνηθούν ενδιάμεσες προσεγγίσεις στα θέματα που προκύπτουν από την σύγκρουση Ομοσπονδίας – Διακυβερνητισμού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΤΑΣΗ :
Υποστηρικτές των μοντέλων και οι παραλλαγές των δύο υποδειγμάτων.
Στον ευρωπαϊκό χώρο αυτήν την στιγμή συγκρούονται 2 μεγάλες τάσεις ιδεών, που κωδικοποιούνται στο δίπολο Διακυβερνητισμός & Ομοσπονδία : και οι 2 αυτές αντιλήψεις έχουν συγκεκριμένη αντίληψη για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βασίζονται σε θεωρητικά υποδείγματα[5] και υποστηρίζονται από συντεταγμένες ομάδες.
Την πρώτη τάση ιδεών αντιπροσωπεύει η εθνοκεντρική προσέγγιση, η οποία θέλει ως βάση οργάνωσης της Ε.Ε. το εθνικό κράτος : η τάση αυτή ζητά την επανεθνικοποίηση της λήψης αποφάσεων σε διαφόρους τομείς άσκησης ευρωπαϊκής πολιτικής και τάσσεται, κυρίως στο πολιτικό επίπεδο, υπέρ της ενίσχυσης των θεσμών της Ε. Ε., όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται διακρατικά. Την δεύτερη τάση αντιπροσωπεύουν οι δυνάμεις οι οποίες θεωρούν ότι, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι διεθνείς εξελίξεις στον οικονομικό και τεχνολογικό τομέα, θα πρέπει να υπάρξει υπέρβαση των εθνικών θεσμικών πλαισίων και να αναδειχθεί η έννοια της υπερεθνικότητας.
Η υπερεθνικότητα[6] βασίζεται στην αρχή της μη διάκρισης μεταξύ των κρατών και μεταξύ των πολιτών, στον αμετάκλητο χαρακτήρα της αμοιβαίας εκχώρησης τμημάτων της εθνικής τους κυριαρχίας και, τέλος, στην ικανότητα της Ε.Ε. να παράγει δίκαιο υπέρτερο από τις εθνικές νομοθεσίες.
Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, βάση οργάνωσης της Ε.Ε. πρέπει να είναι μια υπερεθνική, ομοσπονδιακή αρχή. Ταυτόχρονα, η προσέγγιση αυτή τάσσεται υπέρ της κοινοτικοποίησης της διπλωματίας της Ε.Ε. ώστε να λαμβάνονται οι αποφάσεις από όργανα που θα λειτουργούν πέραν των εθνικών κρατών, στο όνομα της Ευρώπης.
Αυτές οι δύο κατευθύνσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση ενσαρκώνονται και αποκτούν συγκεκριμένη μορφή μέσω των δύο προτύπων ολοκλήρωσης της Ευρώπης, του Διακυβερνητισμού και της Ομοσπονδίας.[7] Θα εξεταστούν στην συνέχεια τα θεωρητικά στοιχεία αυτών των δύο μοντέλων.
Διακυβερνητισμός (Intergovernmetalism)
Ειδικά ως προς την επιδίωξη των εθνικών συμφερόντων μέσα από τον σεβασμό της Ένωσης, θεμελιώδης είναι η συνεισφορά της θεωρίας του θεσμικού διακυβερνητισμού.[8]
Η θεωρία αυτή προσφέρει το ερμηνευτικό πλαίσιο για να κατανοηθεί το γεγονός πως η δημιουργία και η επιτυχία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οφείλεται στις σκληρές διακρατικές διαπραγματεύσεις και στους συμβιβασμούς (στον χαμηλότερο κοινό παρανομαστή) μεταξύ των κυβερνητικών ελίτ που συνεργάστηκαν σε διακυβερνητική βάση προκειμένου να προστατεύσουν την εθνική τους κυριαρχία. Σε αυτές τις διαπραγματεύσεις συχνά δίνονται ισχυρά ανταλλάγματα οικονομικής ή επιχειρηματικής φύσεως, ανταλλάσσονται πληροφορίες, αποκτάται εμπειρία για την διεκδίκηση των εθνικών επιδιώξεων ενός κράτους και ουσιαστικά διαμορφώνεται η ρέουσα πολιτική ιστορία της Ε.Ε. (ακόμη και μέσω μικρών λεπτομερειών που συνδέονται με την προσωπικότητα των διαπραγματευτών ή την τύχη) σύμφωνα με την γενικότερη ευρωπαϊκή στρατηγική κάθε χώρας.
Παραδοσιακά, στην βάση της διακυβερνητικής συνεργασίας βρίσκεται η αρχή της διπλωματικής διαπραγμάτευσης.
Ο διακυβερνητισμός στηρίζεται στην ισχύ των κυρίαρχων κρατών και θεωρεί πως η εξουσία πηγάζει από την συμφωνία τους με ομοφωνία, κριτήριο απαραίτητο και άμεσα συνυφασμένο με τον πυρήνα της θεωρίας αυτής.
Για τον λόγο αυτό, ο διακυβερνητισμός σημαίνει ότι τα κράτη της Ε.Ε. έχουν δικαίωμα αρνησικυρίας, δηλαδή μπορούν να «μπλοκάρουν», με βέτο τις αποφάσεις.[9]
Την έννοια του «θεσμικού διακυβερνητισμού» συνεισέφερε ο Andrew Moravcsik, στα πλαίσια μελέτης του για την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, με την οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προώθηση της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης με βάση τα εθνικά συμφέροντα των κρατών και στους συμβιβασμούς. Οι συμβιβασμοί αυτοί επιτυγχάνονται ύστερα από διπλωματικές διαπραγματεύσεις, όπου εκδηλώνεται σύγκλιση των προτιμήσεων των κρατών της Ε.Ε. και, κατόπιν, συμφωνία στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή.
Στην πράξη, ο διακυβερνητισμός σημαίνει την ενίσχυση των διακρατικών θεσμών. Δημιουργεί, βέβαια, το ερώτημα πώς θα μπορεί να λειτουργεί η Ε. Ε αρμονικά μετά την διεύρυνση και πώς θα μπορεί να επιτυγχάνεται ομοφωνία μεταξύ 25 διαφορετικών ερμηνειών για τα εθνικά συμφέροντα. Πιο συγκεκριμένα, πάντως, την εθνοκεντρική άποψη εκπροσωπούν σήμερα στην Ευρώπη το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Δανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Σουηδία, η Φινλανδία, η Πολωνία, η Σλοβακία, η Εσθονία, η Λεττονία και η Λιθουανία ενώ, γενικότερα, υπέρ του διακυβερνητικού μοντέλου τάσσεται το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα.
Ειδικότερα, πολιτικοί που έχουν υποστηρίξει διαχρονικά την λειτουργία της Ευρώπης ως ενός μορφώματος διακυβερνητικής σύμπραξης είναι οι πρώην πρωθυπουργοί του Ην. Βασιλείου Winston Churchill, Margaret Thatcher, John Major και ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Charles De Gaulle ενώ σήμερα η διακυβερνητική προσέγγιση υποστηρίζεται στην Γαλλία από τους πολιτικούς Eduard Balladur, Philliphe Seguin, Jean - Pierre Chevenement και εκπροσωπείται στο Ην. Βασίλειο με στελέχη (όπως οι William Hague, David Owen, Kenneth Clarke, Malkolm Rifkind) που αντλεί από το κίνημα του Ευρωσκεπτικισμού.[10]
Η προσέγγιση αυτή αντιμετωπίζει την Ευρώπη απλά ως μια συνεργασία μεταξύ κυβερνήσεων όπου διατηρείται ανέπαφη η εξουσία του εθνικού κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, έχουν προταθεί ως παραλλαγές αυτής της συνεργασίας διάφορα υποδείγματα λειτουργίας της Ευρώπης είτε ως Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών, είτε απλά ως ενός Συνεταιρισμού Εθνών, είτε με τα κράτη να συνυπάρχουν σε Ομόκεντρους Κύκλους ανάλογα με το βαθμό επαφών που έχουν ή, τέλος, με την κατά περίπτωση – a la carte – επιλογή των σχέσεών τους.
Παραδοσιακά, πάντως, εναντίον του διακυβερνητισμού τάσσονται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ακριβώς διότι αντιπροσωπεύουν, ως θεσμοί, την υπερεθνική τάση εντός της Ε.Ε.
Ομοσπονδία (Federalism)
Ως προς την κατεύθυνση της υπερεθνικής ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινείται η θεωρία της Ομοσπονδίας, η οποία –όσον αφορά τα προτεινόμενα μοντέλα και τις παραλλαγές με τις οποίες εμφανίζεται ιστορικά– είναι πιο πλούσια σε προβληματισμό γύρω από το ζήτημα της Ευρωπαϊκής ενότητας[11] σε σχέση με την διακυβερνητική θεωρία.
Η ομοσπονδιακή αντίληψη στηρίζεται στην αμοιβαία εκχώρηση κυριαρχίας από τα εθνικά κράτη προς υπερεθνικούς θεσμούς. Η λογική που βρίσκεται πίσω από την θεώρηση αυτή είναι πως με την συνταγματική θέσπιση θεσμών δημιουργείται ένα νέο πολιτικό σύνολο, υπέρτερο από το άθροισμα των επί μέρους κρατών που το αποτελούν.
Γενικότερα, η ομοσπονδιακή θεωρία βασίζεται στην ιδέα της συνταγματικής κατοχύρωσης των σχέσεων μεταξύ διαφορετικών επιπέδων εξουσίας. Στην λογική αυτή, ένα πολιτικό σύστημα ομοσπονδιακού τύπου διακρίνεται από την ύπαρξη δυο επιπέδων εξουσίας : α) την κεντρική εξουσία, που αποτελεί την κυβέρνηση του λαού και β) την περιφερειακή εξουσία, που αποτελεί το τοπικό επίπεδο διακυβέρνησης. Τα δύο αυτά επίπεδα εξουσίας είναι διαφορετικά αλλά διέπονται από σχέσεις στενής συνεργασίας.
Μια ομοσπονδιακή θεωρία αποτελεί ένα πρότυπο πολιτειακής συγκρότησης, το οποίο στην ιστορική εμπειρία έχει λάβει διάφορες μορφές μέσα από συγκεκριμένα[12] παραδείγματα : την Ελβετική Συνομοσπονδία, τις Ηνωμένες Επαρχίες Ολλανδίας, την Γερμανική Ένωση, την Αμερικάνική Συνομοσπονδία προ Ανεξαρτησίας, την Βρετανική Κοινοπολιτεία, την ΕΟΚ και βέβαια τις Η.Π.Α.
Στην πράξη, υπάρχουν, ασφαλώς, παραλλαγές του ομοσπονδιακού προτύπου ανάλογα με τον βαθμό ολοκλήρωσης[13] στον οποίο έχει προχωρήσει η ομοσπονδιακή συνένωση: γενικά, έχουν παρατηρηθεί οι μορφές της Ομοσπονδίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, της Συνομοσπονδίας, της Ρεπούμπλικας, της Ένωσης και της Κοινοπολιτείας.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πάντως, υπέρ της ομοσπονδιακής θεώρησης για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης τάσσονται η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, η Αυστρία και η Ελλάδα ενώ την αντίληψη αυτή παραδοσιακά υπερασπίζεται το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.
Διαχρονικά, πλήθος πολιτικών και προσωπικοτήτων έχει υποστηρίξει την ομοσπονδιακή προσέγγιση : οι Γερμανοί Friedrich Naumann/ Kurt Schumacher/ Konrad Ademauer/ Hans DietrchGenscer/ Helmut Schmidt/ Willy Brandt/ Helmut Kohl, οι Γάλλοι Aristide Briand/ Jean Monnet/ Robert Schumann/ Francois Mitterand/ Jacques Delors, οι Ιταλοί Alcide De Gasperi/ Altiero Spinelli/ Emilio Colompo και, ακόμη, οι Leo Tindemans/ PaulHenri Spaak.
Σταθμός στην ιστορία του ομοσπονδιακού ιδεώδους υπήρξε, κατ’ αρχάς, η δημιουργία το 1923 του Πανευρωπαϊκού Κινήματος και η έκδοση του 1924 του Πανευρωπαϊκού Μανιφέστου από τον Αυστριακό, με ελληνικές ρίζες, κόμη Richard CoudenhoveKallergi. Το πρώτο συνέδριο της «Πανευρώπης» συγκέντρωσε το 1926 στην Βιέννη 2000 προσωπικότητες της πολιτικής και του πνεύματος από 24 ευρωπαϊκά κράτη.
Το πιο σημαντικό, ωστόσο, γεγονός είναι η εμφάνιση, κατόπιν, του όρου «φεντεραλισμός» και η δημοσίευση της Διακήρυξης – Μανιφέστο του Vendotene από τον Altiero Spinelli το 1941. Το Ενωτικό Κίνημα για την «Πανευρώπη» αμέσως μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο εμπλουτίστηκε με στελέχη του αντιστασιακού κινήματος ολόκληρης της Ευρώπης (από όλους τους πολιτικούς χώρους: φιλελεύθερους, χριστιανοδημοκράτες, σοσιαλιστές, αριστερούς, αναρχικούς) και από διανοούμενους, συγγραφείς και δημοσιογράφους όπως ο Albert Camus, ο George Orwell, ο Ignazio Silone και ο Denis de Rougemont.
Οι συναντήσεις της Γενεύης το 1944 κατέληξαν το 1945 στο Διεθνές Συνέδριο[14] της Ευρωπαϊκής Ένωσης των φεντεραλιστών στο Παρίσι καθώς και στις Συνόδους του Μοντραί το 1947 και της Χάγης το 1948, όπου συμμετείχαν 1000 άτομα από 19 ευρωπαϊκά κράτη με κεντρικό αίτημα την μείωση της ισχύος των εθνικών κρατών και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ώστε να προστατεύονταν στο εξής οι Ευρωπαίοι πολίτες από τον κρατικό ολοκληρωτισμό.
Στην Σύνοδο της Χάγης, όμως, εκδηλώθηκε οξεία σύγκρουση η οποία ξέσπασε ανοιχτά το 1956, οπότε και το φεντεραλιστικό κίνημα διασπάστηκε και έμεινε διχασμένο έως το 1973.
Στην «Ευρωπαϊκή Ένωση των Φεντεραλιστών»[15] βρίσκονται – κατά την γνώμη μας – οι ρίζες του ομοσπονδιακού ιδεώδους και οι ιδανικές αρχές του ευρωπαϊκού φεντεραλιστικού κινήματος.
Αυτό εξηγεί και την εκτίμηση που γίνεται στη μελέτη αυτή ότι ακόμη και οι σημερινές επιδιώξεις των υποστηρικτών της ομοσπονδιακής προσέγγισης υπολείπονται και συνιστούν διολίσθηση έναντι των αρχικών επιδιώξεων του φεντεραλισμού.
Στη μεταπολεμική Ευρώπη, πάντως, είναι γεγονός ότι υπερίσχυσε η οικονομική πτυχή του ζητήματος της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και ότι οι πολιτικοί που ανέλαβαν την υλοποίηση και δημιουργία της Ε.Ο.Κ. και της Ε.Ε. υποχώρησαν σαφώς σε σχέση με τον γνήσιο φεντεραλισμό, ευνοώντας περισσότερο τα ισχυρά κράτη της Ευρώπης (από στρατιωτικής, πολιτικής, οικονομικής και βιομηχανικής άποψης) και διατηρώντας την ισχύ των εθνικών κυβερνήσεων.
Ακόμη και σήμερα, άλλωστε, με το νέο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα εμφανίζεται το παράδοξο φαινόμενο – όπως θα αναλυθεί στην συνέχεια – οι εμφανιζόμενες ως φίλο-ομοσπονδιακές προτάσεις να ενισχύουν τα ισχυρά κράτη της Ε.Ε. σε θεσμικό επίπεδο.
Στην σύγχρονη εποχή ειδικά για την οργάνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους κόλπους του ομοσπονδιακού «στρατοπέδου» έχουν αναπτυχθεί διάφορες ακραιφνείς ή ήπιες μορφές αυτού του προτύπου ενοποίησης, ανάλογα με τον βαθμό εμβάθυνσης που προβλέπεται για την Ε.Ε. και ανάλογα με τον βαθμό συμμετοχής των κρατών στις κοινές πολιτικές.
Συνοπτικά, οι επιμέρους αυτές προτεινόμενες μορφές για την λειτουργία της Ε.Ε. είναι :
α) «Διαφοροποιημένη / Ευέλικτη Ολοκλήρωση / Ευελιξία»: την μορφή αυτή υποστηρίζουν ανεπιφύλακτα τα έξι ιδρυτικά μέλη της Ε.Ε. και υπό όρους τα υπόλοιπα τρία μέλη καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.[16] Η «διαφοροποιημένη ολοκλήρωση» εκφράζει τις ισχύουσες ρυθμίσεις αλλά και τις προωθούμενες μεταρρυθμίσεις στην Ε.Ε. που δεν επιτρέπουν σε ορισμένα κράτη να συμμετέχουν πλήρως σε συγκεκριμένα πεδία της ενοποιητικής προσπάθειας,
——— ——— ——— ———
β) «Ενισχυμένες Συνεργασίες / Μορφές Αλληλεγγύης»: την μορφή αυτή υποστηρίζουν Γερμανία και Γαλλία και ειδικότερα, οι Χέλμουτ Κολ, Ζακ Ντελόρ, Κλαους Κίνκελ, Αλαίν Ζυπέ, Ζακ Σιράκ, Χέλμουτ Σμιτ.[17] Οι «ενισχυμένες μορφές αλληλεγγύης» δίνουν την δυνατότητα σε ορισμένα κράτη της Ε.Ε. να προχωρούν μόνα τους σε στενότερη συνεργασία σε συγκεκριμένους τομείς. Η διαφορά σε σχέση με την «ευέλικτη ολοκλήρωση» είναι πως στις «ενισχυμένες μορφές αλληλεγγύης» τα υπόλοιπα κράτη μπορούν να ακολουθούν, συμμετέχοντας ωστόσο στην συγκεκριμένη πολιτική, έστω και σε μικρότερο βαθμό.
Η ακραία εκδοχή αυτής της μορφής είναι η λεγόμενη «ανοικτή πρωτοπορία» που προβλέπει την δημιουργία ενός σκληρού πυρήνα κρατών που θα προσελκύσει ως μαγνητικό πεδίο τα υπόλοιπα κράτη. Ωστόσο, αυτή η μέθοδος αποτελεί την έσχατη λύση και χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης προς τα μικρότερα κράτη για να αποδέχονται τις ευρωπαϊκές πολιτικές και να αναπτύσσεται το κοινοτικό κεκτημένο.[18]
——— ——— ——— ———
γ) «Δύο Ταχύτητες/ Πολλαπλές ταχύτητες» : η μορφή αυτή είναι ήδη παγιωμένη στην λειτουργία της Ε.Ε. αλλά υφίσταται άτυπα, δίχως να έχει αναγνωριστεί επισήμως. Με τον τρόπο αυτό, τα κράτη που εντάσσονταν στην Ε.Ε απολάμβαναν το δικαίωμα ευνοϊκής μεταχείρισης ώστε να ενσωματώνονται αποδοτικά στο πλαίσιο λειτουργίας της Ε.Ε.
Οι «πολλαπλές ταχύτητες»[19] στηρίζονται στην αντίληψη πως η διαδικασία ολοκλήρωσης δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδέα της μη συμμετοχής όλων των κρατών – μελών σε όλες τις από κοινού καθοριζόμενες πολιτικές. Για να γίνει, όμως, αυτό θα πρέπει να συμφωνούν από πριν όλα τα κράτη – μέλη αναφορικά με το θέμα της μη συμμετοχής μεμονωμένων κρατών – μελών και τους όρους εφαρμογής που θα ισχύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Το σύστημα των «πολλαπλών ταχυτήτων» προτάθηκε για πρώτη φορά από τον Λεό Τιντεμάνς[20] προκειμένου να εφαρμοστεί στον οικονομικό τομέα (όπως και έγινε αργότερα με την Ο.Ν.Ε.).
Πράγματι σταδιακά στην Ε.Ε. έγινε συνήθης πρακτική η ολοκλήρωση με την συνδρομή των «πολλαπλών ταχυτήτων»[21] που επέτρεπε σε ορισμένα κράτη να συνεργαστούν στενότερα σε διάφορους τομείς άσκησης πολιτικής (π.χ ΟΝΕ, Συνθήκη Σένγκεν). Τα υπόλοιπα κράτη δεν αποκλείονται από την εφαρμογή των συγκεκριμένων δράσεων αλλά και εξακολούθησαν να διαθέτουν την δυνατότητα να φθάσουν στο ίδιο επίπεδο συνεργασίας την κατάλληλη στιγμή. Εκείνη τη στιγμή, έστω και με χρονική καθυστέρηση, τα κράτη των κατωτέρων ταχυτήτων μεταπηδούσαν στην αμέσως επόμενη.
Σε ρητορικό επίπεδο, πάντως, ακόμη και σήμερα σχεδόν όλοι απορρίπτουν και αρνούνται την Ευρώπη των «πολλαπλών[22] ταχυτήτων»: τα μόνα σύγχρονα κείμενα που αναφέρεται και υιοθετείται ο όρος είναι οι δύο εκθέσεις του γερμανικού συνασπισμού κομμάτων CDU-CSU ενόψει της ΔΚΔ του 1996.
——— ——— ——— ———
δ) «Μεταβλητή Γεωμετρία»: Ως έννοια[23] είναι σχεδόν ταυτόσημη με τις πολλαπλές ταχύτητες, έχοντας τα επιπλέον στοιχεία ότι ζητά την θεσμοθετημένη αναγνώριση των πολλαπλών ταχυτήτων αλλά και ταυτόχρονα δέχεται την βάση του διακυβερνητικού προτύπου, δηλαδή τις διακρατικές συμφωνίες και τους συμβιβασμούς μεταξύ των μελών της Ε. Ε. Ακόμα και αυτό το μοντέλο πάντως, (που θεωρείται το πλέον «ομοσπονδιακό» στον δημόσιο διάλογο για το μέλλον της Ε.Ε.) βλέπουμε πως ενσωματώνει το βασικό χαρακτηριστικό του διακυβερνητικού μοντέλου, την ισχύ των κρατικών κυβερνήσεων. Άρα, από την άποψη αυτή, ούτε και αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να θεωρηθεί καθαρά «φεντεραλιστικό» αλλά κυριαρχείται, οπωσδήποτε – υπό τις δεδομένες εθνικές και πολιτιστικές δομές της Ε.Ε. – από την ομοσπονδιακή λογική. Με βάση αυτήν την μορφή ομοσπονδιακής οργάνωσης της Ε.Ε. επιτρέπεται σε όλα ανεξαιρέτως τα κράτη της Ε.Ε., να δημιουργούν ιδιαίτερους συνασπισμούς στενότερης συνεργασίας και προχωρημένων βαθμών ολοκλήρωσης σε συγκεκριμένους τομείς, δίχως όσοι καθυστερούν να μπορούν να το εμποδίσουν αλλά και να εμποδιστούν από την προοπτική αυτή.
Υπέρ της «μεταβλητής γεωμετρίας» έχει ταχθεί ο Ζακ Σαντέρ ενώ ο όρος εγκαινιάστηκε από την Γερμανία το 1994 όταν το κυβερνών κόμμα CDU και η βαυαρική πτέρυγα CSU κατέθεσαν τις προτάσεις τους, οι οποίες περιλαμβάνονται στις εκθέσεις των ηγετικών του στελεχών Wolfang Shaeudle και Karl Lamers με τίτλο: «ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ».[24]
——— ——— ——— ———
Από την παράθεση αυτών των δεδομένων, προκύπτει, επομένως ότι σε γενικές γραμμές στη σημερινή συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης προτείνεται από την πλευρά του διακυβερνητικού πόλου η ενίσχυση των θεσμών διακρατικού χαρακτήρα ενώ ο ομοσπονδιακός πόλος προτείνει την επίσημη θεσμοθέτηση με το Σύνταγμα της Ε.Ε. της δυνατότητας ορισμένων κρατών να προχωρούν σε εμβάθυνση σε διάφορες ευρωπαϊκές πολιτικές (όταν μπορούν και θέλουν) αλλά με την εγγύηση πως θα το αποφασίζουν αυτό με ομοφωνία.
Η πρακτική αυτή, όπως αποδεικνύεται με την Οικονομική και Νομισματική Ένωση για παράδειγμα, εφαρμόζεται ήδη αλλά δεν έχει θεσμοθετηθεί (π.χ. δεν έχει θεσμοθετηθεί το Eurogroup): το ζήτημα δεν είναι μόνο να προχωρήσουν οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις αλλά κυρίως να κατοχυρωθούν σε Συνταγματική Συνθήκη καθώς η Ε.Ε. εμπλουτίζεται με νέα κράτη και διευρύνεται.
Ποια είναι, ωστόσο, αυτή η δομή λειτουργίας[25] που θα κατοχυρωθεί στο Σύνταγμα; Σε ποια από τις δύο κατευθύνσεις ομοσπονδίας και διακυβερνητισμού τείνει η Ευρωπαϊκή ενοποίηση; Ποιο είδος Ευρώπης συζητείται για το μέλλον;
Είναι προφανές ότι για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει στρατηγικό σχέδιο ολοκλήρωσης της Ε.Ε. θα πρέπει να εξεταστεί η εμπειρία του παρελθόντος. Πρέπει να εξεταστούν τα στάδια τα οποία έχει διέλθει το ομοσπονδιακό και το διακυβερνητικό μοντέλο και με ποιο τρόπο επηρέασαν τους ιστορικούς σταθμούς και τις ιδρυτικές Συνθήκες της Ε.Ε.
Αυτή η ανάλυση θα χρησιμεύσει για να διαπιστωθεί ποιο από τα δύο πρότυπα ερμηνεύει την εξέλιξη της Ε.Ε. και να εξεταστεί εάν θα ακολουθηθεί και πως θα επηρεάσει την Ευρώπη στο μέλλον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Η ΣΥΖΕΥΞΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ – ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ Ε.Ε.
Από την παράθεση των 2 βασικών θεωρητικών υποδειγμάτων που προσφέρονται για την ερμηνεία της εξέλιξης της Ευρώπης αλλά και των παραλλαγών με τις οποίες η ομοσπονδιακή και η διακυβερνητική αντίληψη εμφανίζονται στην συζήτηση για το μέλλον της Ε.Ε. πρέπει να κρατήσουμε ως δεδομένο το εξής: Η ομοσπονδιακή προσέγγιση προσφέρεται κυρίως για τις περιπτώσεις όπου η Ε.Ε. έχει αναπτύξει κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές προκειμένου να εξυπηρετείται το υπέρτερο κοινοτικό συμφέρον που καθορίζεται από την υπερεθνική αρχή, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η διακυβερνητική προσέγγιση προσφέρεται για τις περιπτώσεις όπου δεν έχει αναπτυχθεί κοινή ευρωπαϊκή πολιτική και δεν έχει προσδιοριστεί σαφώς το κοινοτικό συμφέρον.
Το ερώτημα ωστόσο, που ανακύπτει είναι πώς διαμορφώθηκε στην πράξη το «κοινοτικό κεκτημένο», ποια μέθοδος ακολουθήθηκε τελικά έως σήμερα στην Ε.Ε. για να συμβιβαστούν το ευρωπαϊκό με τα εθνικά συμφέροντα και πως κρίνεται το αποτέλεσμα αυτής της μεθόδου με βάση την εμπειρία.
Στην συνέχεια της μελέτης, θα εξετάσουμε το περιεχόμενο και τους παράγοντες που διαμόρφωσαν τους ιστορικούς σταθμούς της Ε.Ε.. Ο χωρισμός σε περιόδους προκύπτει από τα συμπεράσματα στα οποία οδηγηθήκαμε κατά την πορεία της έρευνας και γίνεται από την οπτική γωνία της εξισορρόπησης ή όχι στοιχείων του ομοσπονδιακού και του διακυβερνητικού προτύπου.
Α. Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1957-1965
Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια συμβάδιζαν με την επικυριαρχία των Η.Π.Α. στην Ευρώπη, τον «Ψυχρό Πόλεμο», την δημιουργία της Cominform, την ίδρυση του ΝΑΤΟ και την διαίρεση της Ευρώπης (και της Γερμανίας ) σε Δυτικό και Ανατολικό μπλοκ. Στην συγκυρία αυτή, επικράτησε αρχικά η ανάγκη για διακρατική συνεργασία των χωρών της Ευρώπης και για τον λόγο αυτό οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν (όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης, η Δυτικό-Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας) λειτούργησαν διακυβερνητικά. Ωστόσο, εμφανίστηκε ταυτόχρονα η ανάγκη να ενσωματωθεί και η Γερμανία σταδιακά στο μεταπολεμικό σύστημα θεσμών και, κυρίως, να αποκατασταθούν οι σχέσεις της με τη Γαλλία. Η ανάγκη για υπέρβαση των πολυετών εθνικών συγκρούσεων στην Ευρώπη, της ιστορικής διαμάχης Γερμανίας – Γαλλίας καθώς και για το κλείσιμο των πληγών που προέκυψαν την περίοδο 1920-1945 με την ανάδειξη των φασιστικών καθεστώτων οδήγησε τελικά στην υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης[26] το 1957, με την οποία ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Στο στάδιο αυτό προτιμήθηκε να γίνουν αρχικά μικρά βήματα με σκοπό αργότερα να υπάρξει διάχυση (το λεγόμενο «spill over») των θετικών οικονομικών δεδομένων σε παράπλευρους τομείς ενοποίησης. Και στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι είναι ευδιάκριτη η υποχώρηση που σημειώνεται στην ομοσπονδιακή τάση έναντι του ιδεατού στόχου του φεντεραλισμού.
Αντί για την κατάργηση της εξουσίας των κρατικών κυβερνήσεων που πρέσβευε ο φεντεραλισμός με σκοπό να εξουδετερώσει τους πολιτικούς κίνδυνους που προκύπτουν από τα ολοκληρωτικά κράτη, ενισχύθηκε η οικονομική πτυχή στην Ε.Ο.Κ.. Προτάχθηκε, επομένως, η οικονομική ολοκλήρωση και η εγκαθίδρυση κοινών βάσεων οικονομικής ανάπτυξης ως το πρώτο στάδιο για την δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, όρος που περιέχεται στην Διακήρυξη Ρομπέρτ Σουμάν.
Με την Συνθήκη της Ρώμης για πρώτη φορά θεσπίστηκαν ρυθμίσεις που προέβλεπαν την παραχώρηση από τα εθνικά κράτη των κυριαρχικών τους εξουσιών για οικονομικά ζητήματα προς υπερεθνικά όργανα.
Οι τομείς αυτοί ήταν ο ανταγωνισμός, η κοινή αγορά, ελεύθερη διακίνηση, η τελωνειακή και εμπορική πολιτική και (με τη Συνθήκη Ευρατόμ) ο τομέας της ενέργειας. Κατόπιν, άνοιξε ο δρόμος για την σύσταση με επίσημη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα: η Συνθήκη αυτή εγκαινίασε και είχε ως κύριο χαρακτηριστικό την έννοια της υπερεθνικότητας. Η ΕΚΑΧ ήταν ο πρώτος Ευρωπαϊκός θεσμός που είχε συγκροτηθεί υπερεθνικά και όχι διακυβερνητικά, πράγμα που διαφαίνεται με την θέσπιση της «Ανώτατης Αρχής» που λάμβανε αποφάσεις πέραν τον εθνικών, κρατικών κυβερνήσεων.
Συμπερασματικά, πρέπει να ειπωθεί ότι σε αυτά τα πρώιμα στάδια της ευρωπαϊκής ενοποίησης υπήρξε, περισσότερο έντονη η ομοσπονδιακή τάση , δίχως ωστόσο να μπορεί να γίνει λόγος ότι κυριάρχησε επί της διακυβερνητικής τάσης. Η εκτίμηση αυτή αποδεικνύεται άλλωστε, από το γεγονός ότι τα τρία κορυφαία όργανα που προέκυψαν από τη Συνθήκη της Ρώμης αποτελούν συνδυασμό και των δύο μοντέλων : Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέκτησαν κατ’ εξοχήν υπερεθνικό χαρακτήρα, ενώ το Συμβούλιο Υπουργών λειτουργούσε με βάση την Διακυβερνητική Συνεργασία.

Β. Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1966-1985

Στην περίοδο αυτή εμφανίστηκε η ανάγκη να καθησυχαστούν οι ανησυχίες της Γαλλίας ότι θα υπερίσχυε η ομοσπονδιακή τάση στην Ε.Ο.Κ. αλλά και να γίνει κατορθωτή η ένταξη κρατών όπως (η Αγγλία, η Δανία και η Ιρλανδία) όπου παραδοσιακά κυριαρχεί η εθνοκεντρική τάση (κυρίως διότι στις χώρες αυτές έχει διαμορφωθεί, στο πέρασμα της ευρωπαϊκής ιστορίας, μια ιδιαίτερη κουλτούρα που αντιμετωπίζει συντηρητικά το ζήτημα της προάσπισης της πολιτιστικής τους παράδοσης από ξένες επιρροές και, ταυτόχρονα, βασίζεται στην εκτίμηση ότι αυτή η παράδοση προστατεύεται επαρκώς από την χαλαρή κρατική δομή αυτών των χωρών).
Ειδικότερα, η Γαλλία του στρατηγού Ντε Γκωλ σε όλο αυτό το διάστημα υποστήριζε εξαρχής τον προσανατολισμό της Ευρώπης προς την κατεύθυνση μιας «Διακυβερνητικής Ένωσης Κρατών – Union des Etats», αντιτασσόμενη τόσο προς την υπερεθνική οργάνωση της Ε.Ο.Κ. όσο και ως προς την λήψη αποφάσεων δίχως ομοφωνία.
Η οπτική γωνία αυτή αποκρυσταλλώθηκε σε 3 ιστορικούς σταθμούς κατά την διάρκεια της περιόδου 1966-1985:
1. Στον Συμβιβασμό του Λουξεμβούργου:[27] από το 1966 και μετά κατοχυρώθηκε ότι για ουσιώδη, πολύ σημαντικά ζητήματα που συνδέονταν με ζωτικά συμφέροντα των εθνικών κρατών θα καταβαλλόταν από όλα τα μέλη προσπάθεια να λαμβάνονται ομόφωνες αποφάσεις. Κάτω από την πίεση της Γαλλίας, ενισχύθηκε έκτοτε η διακυβερνητική τάση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.
2. Στην δημιουργία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Κορυφής: από το 1974 με πρόταση του Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν καθιερώθηκαν οι Σύνοδοι Κορυφής σε επίπεδο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων. Ο θεσμός αυτός προβλέπει την επίλυση, σε ανώτατο επίπεδο, των κρίσιμων ζητημάτων που δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν στα κατώτερα όργανα. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής αποτελεί έκτοτε την κορωνίδα της διακυβερνητικής συνεργασίας, εφόσον λειτούργησε ως θεσμικό όργανο λήψης αποφάσεων με διακρατικό τρόπο, και συνέβαλε στην εξασθένιση του υπερεθνικού ρόλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.[28] Παράλληλα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δημιουργήθηκε ένα όργανο, όπου θα έπρεπε να λαμβάνονται οπωσδήποτε ομόφωνες αποφάσεις που αναγκαστικά θα έπρεπε να αποτελούν προϊόν συμβιβασμού των αντιτιθέμενων συμφερόντων των Εθνικών κρατών.
3. Στην λειτουργία της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας : ο μηχανισμός αυτός λειτούργησε εκτός των Συνθηκών της Ε.Ο.Κ. για την περίοδο 1970-1987 με σκοπό τον συντονισμό της εξωτερικής πολιτικής των κρατών της Ε.Ο.Κ. και αυτός ο μηχανισμός, που εφαρμόστηκε κυρίως για τα διεθνή θέματα, είχε επίσης ως βάση του την διακρατική συνεργασία.
Ωστόσο, η ενίσχυση αυτής της πτυχής της διακυβερνητικής θεώρησης είχε ως αποτέλεσμα να παρουσιαστούν στην ΕΟΚ συμπτώματα «ευρωσκλήρωσης»[29] και ευρωαπαισιοδοξίας για το τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση: όπως προκύπτει, εκείνη την περίοδο «μπλοκαρίστηκε» η πρόοδος στην εφαρμογή των διαδικασιών λήψης αποφάσεων και η επικράτηση των εθνικών συμφερόντων στην Ευρώπη των 10 και 12 κρατών στα μέσα της δεκαετίας του 1980 αναπαρήγαγε τις αντιθέσεις της διπλωματίας εντός των κοινοτικών θεσμών. Οι διαφωνίες και οι αντιθέσεις των μελών της ΕΟΚ ανέβαλαν την διαδικασία προόδου και η ΕΟΚ αντιμετώπισε μια κρίση ενοποίησης.

Γ. Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1986-1995

Με την ανάδειξη της ηγεσίας του Ζακ Ντελόρ στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφασίστηκε ότι θα έπρεπε να δοθεί νέα ώθηση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και να υπάρξει μια αναζωογόνηση προς την πλευρά της ενίσχυσης της ομοσπονδιακής θεώρησης, ώστε να δοθεί η δυνατότητα να αντιμετωπίζονται πιο ευέλικτα τα προβλήματα στα θεσμικά όργανα. Σε όλα τα επόμενα χρόνια, και ακόμη περισσότερο στην περίοδο 1986-1995 υπήρξε μια σαφής στροφή υπέρ του ομοσπονδιακού προτύπου ολοκλήρωσης. Επιγραμματικά, μπορεί να ειπωθεί ότι η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την επίσημη αναγνώριση και θεσμοθέτηση των διαφορετικών ρυθμών ολοκλήρωσης με τις οποίες υλοποιείται στην πράξη το ομοσπονδιακό πρότυπο ενώ ταυτόχρονα γίνονται απόλυτα σεβαστές οι διακυβερνητικές δομές της Ε.Ε.. Στην ευρωπαϊκή ορολογία, ο τρόπος με τον οποίο έγινε αυτό αναφέρεται ως «κοινοτική μέθοδος»[30] και εννοεί την διαφύλαξη του κοινοτικού κεκτημένου βάσει της συνεργασίας Ευρωπαϊκής Επιτροπής – Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Κορυφής - Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Δύο είναι τα βήματα με τα οποία αναγνωρίστηκαν και θεσμικά πλέον τα κεκτημένα της ομοσπονδιακής και της διακυβερνητικής αντίληψης που στην πράξη[31] αποκρυσταλλώθηκαν στην «κοινοτική μέθοδο»:
1. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη: η Ε.Ε.Π. το 1986 επέκτεινε την λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία και, επιπλέον, καθόρισε για πρώτη φορά επίσημα ότι τα θέματα υψηλής πολιτικής που άπτονται μείζονων εθνικών συμφερόντων θα αντιμετωπίζονταν σε διακρατικό επίπεδο, στα Συμβούλια Υπουργών και στις Συνόδους Κορυφής. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη έδωσε διέξοδο στο κλίμα απαισιοδοξίας που είχε δημιουργηθεί διότι ενίσχυσε την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση προς ομοσπονδιακή κατεύθυνση, δεδομένου ότι έδωσε το δικαίωμα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καθορίζει το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον στα θέματα χαμηλού επιπέδου που άπτονταν του πεδίου δράσης της και δεν επηρέαζαν το Εθνικό συμφέρον των 12 της Ε.Ο.Κ.. Προωθήθηκαν με τον τρόπο αυτό, τα σχέδια για την «Ενιαία Αγορά» και προχώρησαν οι δράσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την συνοχή και την σύγκλιση των κρατών της Ε.Ε. μέσω του Α’ Κ.Π.Σ. και μπήκαν οι βάσεις για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Δεν προχώρησαν ωστόσο, ικανοποιητικά τα μεγάλα θέματα εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε.. Έπρεπε να πέσει το τοίχος του Βερολίνου και να καταρρεύσουν τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης για να αποφασίσουν οι ηγέτες της Ε.Ε. με πρωτοβουλία της Γερμανίας την τροποποίηση της Συνθήκης της Ρώμης.
Η απόφαση αυτή ελήφθη τον Δεκέμβριο του 1989 στο Στρασβούργο και οδήγησε στην Συνθήκη του Μάαστριχτ (αφού πρώτα εντάχθηκε αυτόματα η Ανατολική Γερμανία στην Ε.Ε.) που είχε ως αντικειμενικό σκοπό την πολιτική ένωση της Ε.Ε και την ΟΝΕ.
2.Η Συνθήκη του Μαάστριχτ : η Συνθήκη αυτή[32] το 1992 ενίσχυσε την ομοσπονδιακή κατεύθυνση της Ε.Ε. με τους εξής τρόπους α) αναγνώρισε για πρώτη φορά[33] το δικαίωμα ταχύτερων ρυθμών ενοποίησης με αρχικό πεδίο εφαρμογής την ΟΝΕ, β) θέσπισε την ευρωπαϊκή ιθαγένεια, γ) δέχθηκε για πρώτη φορά την δημιουργία «κοινής αμυντικής πολιτικής», η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κοινή άμυνα, δ) χαρακτήρισε την ΚΕΠΠΑ ως «κοινή πολιτική». Παράλληλα, η Συνθήκη του Μαάστριχτ ικανοποίησε τους υποστηρικτές της διακυβερνητικής κατεύθυνσης με τους εξής τρόπους: α) απέρριψε την χρήση του όρου «ομοσπονδία»[34], β) έκανε για πρώτη φορά αναφορά στον σεβασμό της εθνικής ταυτότητας των κρατών της Ε.Ε., γ) σεβάστηκε το δικαίωμα βέτο, δ) δεν θέσπισε την λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία, ε) δεν προχώρησε στην ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στ) αναγνώρισε τους τομείς όπου είχε ακολουθηθεί διακυβερνητική συνεργασία. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο έγινε αυτή η αναγνώριση προκάλεσε χάος στην θεσμική οργάνωση. Η Ε.Ε. απέκτησε ενιαίο θεσμικό πλαίσιο το οποίο, όμως στηρίχθηκε σε 2 άξονες: α) τους τομείς όπου εφαρμόζεται η «κοινοτική μέθοδος» και όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθορίζει το ευρωπαϊκό συμφέρον για τις κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές όπου υποχωρεί το εθνικό συμφέρον, β) τους τομείς όπου δεν εφαρμόζεται η «κοινοτική μέθοδος» και όπου αποφασίζουν τα κράτη με διακυβερνητικό τρόπο βάσει του εθνικού συμφέροντος.
Τέτοιοι τομείς είναι η Δικαιοσύνη και οι Εσωτερικές Υποθέσεις καθώς και η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας. Αυτοί οι τομείς έχουν «κοινή πολιτική» αλλά όχι «κοινοτικοποιημένη», δηλαδή αποφασίζουν οι κυβερνήσεις και όχι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ειδικά για την περίπτωση της ΚΕΠΠΑ, το παράδειγμα αυτό συμπυκνώνει στην εντέλεια την θεσμική σύγχυση που προκλήθηκε[35] με την Συνθήκη του Μαάστριχτ.
Κατ’ αρχάς, υπεύθυνο για να λαμβάνει τις αποφάσεις για την ΚΕΠΠΑ καθορίστηκε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής το οποίο θεσμοθετήθηκε μόνο για την ΚΕΠΠΑ ενώ δεν είναι ούτε καν αναγνωρισμένο θεσμικό όργανο της Ε.Ε. Επιπλέον, η ΚΕΠΠΑ χαρακτηρίστηκε ως μια ξεχωριστή κοινή πολιτική που στο μέλλον θα ανήκει στην επιδιωκόμενη πολιτική ένωση της Ευρώπης.
Ωστόσο, η ΚΕΠΠΑ δεν είναι «κοινοτικοποιημένη» πολιτική : απλά αναπτύσσεται παράλληλα, χρησιμοποιώντας τους θεσμούς της Ε.Ε. και, ακόμη, δεν υπόκειται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία ειδικά για την ΚΕΠΠΑ, στερείται του δικαιώματος πρωτοβουλιών.
Στην περίπτωση, επομένως, των εξωτερικών θεμάτων της Ε.Ε. καταλαβαίνει, επομένως, κανείς από την περιγραφή αυτών των δυσνόητων ρυθμίσεων πόσο δύσκολα θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτό το σύστημα για την Ε.Ε. στην διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Στην προσπάθεια της να αναγνωρίσει και να θεσμοποιήσει τις διαφορετικές ταχύτητες ολοκλήρωσης (που προέρχονταν από την ομοσπονδιακή αντίληψη) και τους τομείς διακρατικής συνεργασίας (που προέρχονταν από την διακυβερνητική αντίληψη) η Ε.Ε. δημιούργησε σύγχυση την οποία επιχείρησε να διορθώσει μετά το 1996, αναθεωρώντας την Συνθήκη του Μαάστριχτ με την Συνθήκη του Άμστερνταμ.

Δ. Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1996-2003

Η ουσιαστική καινοτομία που έφερε στο προσκήνιο η περίοδος μετά το 1996 είναι η λεγόμενη «αρχή της Ευελιξίας», η οποία προχώρησε στην αρχή διστακτικά και κατόπιν πιο τολμηρά. Η «αρχή της Ευελιξίας» δίνει την δυνατότητα σε όσα κράτη το επιθυμούν να προχωρούν σε ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ τους τόσο σε καθαρά κοινοτικούς τομείς όσο και σε τομείς διακυβερνητικής συνεργασίας, αρκεί μόνο να εκπληρώνονται κάποια ικανά και αναγκαία κριτήρια (όπως π.χ τα κριτήρια του Μάαστριχτ για την ΟΝΕ). Όποιο κράτος δεν επιθυμεί να συμμετάσχει ή δεν μπορεί να εκπληρώσει τα κριτήρια – σύμφωνα με την αρχή αυτή – έχει το δικαίωμα να μείνει εκτός ή να περιμένει για να συμμετάσχει αργότερα, δίχως να εμποδίζει τα υπόλοιπα κράτη. Πρέπει να σημειωθεί ότι και αυτές οι ρυθμίσεις κινούνται σε σαφώς ομοσπονδιακή κατεύθυνση δίχως να καταργούν πάντως την διακρατική συνεργασία των κρατών της Ε.Ε. Η «αρχή της Ευελιξίας», η οποία συνιστά έναν συμβιβασμό μεταξύ των 2 μοντέλων, εισήχθη στην Συνθήκη του Άμστερνταμ και επεκτάθηκε με την Συνθήκη της Νίκαιας.
1. Η συνθήκη του Άμστερνταμ: με την Συνθήκη αυτή καθιερώθηκε το 1997 η «Ευελιξία» άνευ[36] όρων για τους καθαρά κοινοτικούς τομείς. Για τον τομέα διακρατικής συνεργασίας της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων η απόφαση για να υπάρχει «ενισχυμένη συνεργασία» θα υπόκειται στο δικαίωμα αρνησικυρίας, εφόσον μια χώρα επικαλείται την ύπαρξη «ζωτικού συμφέροντος». Ωστόσο, η «Ευελιξία» αποκλείστηκε από την ΚΕΠΠΑ.
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο που ενίσχυσε την ομοσπονδιακή διάσταση της Ε.Ε. ύστερα από το Άμστερνταμ ήταν η ενίσχυση της «αρχής της Επικουρικότητας», (η οποία συνδέεται άμεσα με την ομοσπονδιακή αντίληψη) ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται εν πρώτοις από τις κατώτερες τοπικές αρχές και να υπάρχει αποκέντρωση, προκειμένου να μην επιφορτίζονται τα ανώτερα όργανα με προβλήματα που λύνονται καλύτερα σε περιφερειακό επίπεδο.
Αντίθετα, προς την πλευρά της ενίσχυσης της διακυβερνητικής αντίληψης δεν σημειώθηκε στο Άμστερνταμ κάποια ιδιαίτερη εξέλιξη.
Συνολικά, ενώ οι προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί ήταν πως θα ενισχυόταν η αποτελεσματικότητα και ο δημοκρατικός χαρακτήρας των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε., τελικά δεν υπήρξε καμία θεσμική μεταρρύθμιση: η μείωση των μελών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και η αλλαγή της στάθμισης των ψήφων στο Συμβούλιο Υπουργών στην κατεύθυνση της καθιέρωσης της ειδικής πλειοψηφίας (ώστε να διευκολυνθεί η λήψη αποφάσεων στην Ε.Ε. των 25) παραπέμφθηκαν στο μέλλον. Άρα, η Συνθήκη του Άμστερνταμ ανέβαλε την μεταρρύθμιση των θεσμών της Ε.Ε. για τον 21ο αιώνα, παρά την επιτακτική ανάγκη να αντιμετωπίσει την επερχόμενη διεύρυνση – και αυτό, ανεξαρτήτως αν επικρατήσει το ομοσπονδιακό ή διακυβερνητικό πρότυπο.
2. Η Συνθήκη της Νίκαιας:[37] με την Συνθήκη αυτή εξασφαλίστηκε ότι κατά την διαδικασία εφαρμογής της «Ευελιξίας» θα είναι αυτόματη η ένταξη ενός κράτους στην ομάδα κρατών που προχωρούν σε ενισχυμένη συνεργασία. Η ρύθμιση αυτή είναι πολύ σημαντική και από πλευράς ομοσπονδιακής αντίληψης, διότι έως εκείνη τη στιγμή δεν ήταν σίγουρη η αυτόματη ένταξη στην ενισχυμένη συνεργασία : με τον τρόπο αυτό δόθηκε η δυνατότητα στα κράτη που εκπληρώνουν τα αναγκαία κριτήρια να συμμετάσχουν αμέσως και δίχως πρόβλημα σε ένα ανώτερο στάδιο ολοκλήρωσης.
Μια ακόμη εξαιρετικά σημαντική ρύθμιση, που κινείται υπέρ της ομοσπονδιακής αντίληψης, υπήρξε στην Νίκαια η κατάργηση του δικαιώματος βέτο στην διαδικασία εφαρμογής της ευελιξίας. Οι αποφάσεις για την ευελιξία θα λαμβάνονταν πλέον τόσο για τους καθαρά κοινοτικούς τομείς όσο και για τον τομέα Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων με ειδική πλειοψηφία.
Το τρίτο νέο στοιχείο ήταν η επέκταση της «αρχής της ευελιξίας» και στην ΚΕΠΠΑ αλλά με διατήρηση του δικαιώματος βέτο:για θέματα εθνικού συμφέροντος, προστασίας της εθνικής ανεξαρτησίας και κοινής άμυνας προβλέφθηκε πως μια χώρα, αν κρίνει ότι διακυβεύεται η ασφάλεια της, μπορεί να μπλοκάρει την λήψη απόφασης για ενισχυμένη συνεργασία.
Το τέταρτο νέο στοιχείο είναι η μερική κατάργηση του δικαιώματος βέτο, το οποίο ωστόσο εξακολουθεί μετά την Νίκαια να υπάρχει σε ορισμένους κρίσιμους τομείς υψηλής και ουσιαστικής πολιτικής. Όπως αποφασίστηκε, οι αποφάσεις θα λαμβάνονταν στο εξής – ανάλογα με τη σπουδαιότητα του θέματος – με απλή ή ειδική πλειοψηφία. Διατηρήθηκε όμως το βέτο σε θέματα, όπως οι εξωτερικές σχέσεις, η χρηματοδότηση, η ναυτιλία, η φορολογία, η κοινωνική πολιτική, τα διαρθρωτικά ταμεία, το άσυλο, η μετανάστευση και το εμπόριο.
Ουσιαστικά, πρόκειται για τις ελάχιστες δυνατές εγγυήσεις, και παραχωρήσεις που παρέχονται προς τους υποστηρικτές του διακυβερνητικού προτύπου. Ειδικά, όμως, για τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής ο συμβιβασμός αυτός προβληματίζει ως προς τα αποτελέσματά του ακριβώς διότι η άσκηση ενιαίας εξωτερικής πολιτικής είναι καίριο αίτημα τόσο των υποστηρικτών του ομοσπονδιακού προτύπου όσο και αυτών που ζητούν να αποκτήσει ενιαία εκπροσώπηση η Ε.Ε. σε σημαντικά θέματα όπως οι εξωτερικές της σχέσεις και η διεθνής της εικόνα. Αντίθετα, με τις ρυθμίσεις της Νίκαιας στην προοπτική μιας Ένωσης με 25 μέλη υπάρχει η πιθανότητα – στην καλύτερη περίπτωση – να προχωρά με ενισχυμένη συνεργασία σε συγκεκριμένη εξωτερική πολιτική μια ομάδα 13 κρατών αλλά μια μειοψηφία 12 κρατών να μην εμποδίζει αλλά και να μην ακολουθεί προς αυτήν την κατεύθυνση.
Ο συμβιβασμός μεταξύ των δύο προτύπων για την ευρωπαϊκή ενοποίηση (ομοσπονδίας και διακυβερνητισμού) στην Σύνοδο της Νίκαιας ήταν ουσιαστικά ένας συμβιβασμός μεταξύ των βασικών υποστηρικτών τους (Γερμανίας και Γαλλίας αντιστοίχως) που βρέθηκαν αντιμέτωπες στα θεσμικά ζητήματα. Βέβαια, από την στιγμή που δεν διερράγη ο γαλλογερμανικός άξονας, υπάρχει ευκαιρία από την στιγμή που λυθούν τα θεσμικά ζητήματα, να ακολουθήσουν πιο εύκολα και οι υπόλοιπες χώρες. Ωστόσο, η Σύνοδος της Νίκαιας απέτυχε στον βασικό της σκοπό εν όψει της 6ης διεύρυνσης : δεν έλαβε αποφάσεις για την λειτουργία των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. και δεν απλούστευσε τις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να γίνουν κατανοητές από τον απλό πολίτη.[38]
Αντίθετα, αμφιλεγόμενες και εξαιρετικά δύσκολες στην κατανόηση αλλά και ως προς την εφαρμογή τους μελλοντικά ήταν οι ρυθμίσεις της Νίκαιας για την κατάργηση του βέτο σε ορισμένα ζητήματα.
Όπως αποφασίστηκε, όταν ένα τέτοιο θέμα συζητείται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής ή στα Συμβούλια Υπουργών, θα μπορεί να λαμβάνεται απόφαση δίχως ομοφωνία (με ενισχυμένη ή ειδική πλειοψηφία όπως λέγεται) αρκεί να εκπληρώνονται τρεις όροι:
Α) η αρχή της «απλής πλειοψηφίας»: δηλαδή να συμφωνεί το 50+1% των κρατών,
Β) η αρχή της «διπλής πλειοψηφίας» : δηλαδή να συμφωνούν κράτη που αντιπροσωπεύουν ταυτόχρονα 1) ποσοστό 58% έως 62% του συνολικού πληθυσμού της Ε.Ε. 2) ποσοστό 71% έως 74,5% των ψήφων στο Συμβούλιο (με τα ποσοστά να κυμαίνονται ανάλογα με τα κράτη που συμμετέχουν στην Ε.Ε.),
Γ) η αρχή της «αναστέλλουσας μειοψηφίας» : δηλαδή να μην εμφανίζεται μειοψηφία κρατών που να ακυρώνει τα παραπάνω κριτήρια και να ζητά ακριβή μέτρηση– στάθμιση των ψήφων ως «ασφαλιστική δικλείδα».
Όπως προκύπτει, επομένως, από αυτούς τους τρεις όρους στο Άμστερνταμ μπορεί να ενισχύθηκε η ομοσπονδιακή τάση αλλά ταυτόχρονα ενισχύθηκαν τα μεγάλα κράτη του ιδρυτικού πυρήνα : για μια ακόμη φορά, η προσπάθεια να ικανοποιηθεί το διακυβερνητικό «στρατόπεδο» είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί θεσμική σύγχυση. Η επικράτηση των εθνικών συμφερόντων ενίσχυσε τον ρόλο των εθνικών κυβερνήσεων εις βάρος των υπερεθνικών θεσμικών οργάνων όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Γνωρίζοντας τα ισχυρά κράτη ότι με την επερχόμενη διεύρυνση της Ε.Ε. θα μειωθεί η ισχύς τους, επιχείρησαν στην Νίκαια να εκμεταλλευθούν την ανάγκη να προηγηθεί η «θεσμική εμβάθυνση», διαστρέβλωσαν την έννοια αυτή και επιχείρησαν να συγκροτήσουν Διευθυντήριο και να αναδιανείμουν τους συσχετισμούς υπέρ τους. Αυτό καταδεικνύεται από το γεγονός ότι επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς να θεσπιστεί η δυνατότητα της Γερμανίας, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου να λαμβάνουν από μόνες τους αποφάσεις αλλά και να μπλοκάρουν την λήψη αποφάσεων.
Ως αποτέλεσμα αυτής της διολίσθησης της ομοσπονδιακής προσέγγισης προς την πλευρά της ενίσχυσης των ισχυρών κρατών (και, συνεπακόλουθα, της ακύρωσης των θεσμικών αλλαγών) το ανησυχητικό στοιχείο, μετά την Νίκαια, είναι πως η όλη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης έχει προκαλέσει ρήγμα ακόμη και στο φίλο –ομοσπονδιακό μπλοκ και έχει χωρίσει τα κράτη της Ε.Ε. σε δύο πόλους : στα μεγάλα ισχυρά κράτη και στα μικρότερα κράτη, τα οποία δεν επιθυμούν θεσμικές αλλαγές που θα τα πλήξουν και επιχειρούν να προστατεύσουν τις θέσεις τους.
Όπως θα δούμε και στην συνέχεια, η προσπάθεια να ενισχυθεί το ομοσπονδιακό πρότυπο ενοποίησης (μέσω της μεταβλητής γεωμετρίας, των ενισχυμένων συνεργασιών και των πολλαπλών ταχυτήτων) υπάρχει κίνδυνος να καταλήξει σε ασύμμετρη και άνιση μεταχείριση των μικρών κρατών, κάτι που θα αποτελούσε την μεγαλύτερη διαστρέβλωση της ομοσπονδιακής αντίληψης. Η σωστή ερμηνεία της ομοσπονδιακής αντίληψης θα έλυνε αυτά τα προβλήματα καθιερώνοντας ίσα δικαιώματα, ίσες ψήφους, ίσες υποχρεώσεις, ισότιμη αντιπροσώπευση σε όλα τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. και ανεξάρτητα από το μέγεθος, τον πληθυσμό, την ισχύ ή την οικονομική ανάπτυξη κάθε κράτους. Ταυτόχρονα, θα έλυνε και το πρόβλημα της αναζήτησης συμμαχιών στην Ε.Ε.
Από την άλλη πλευρά, το διακυβερνητικό πρότυπο διαπραγματεύσεων καθυστερεί την υιοθέτηση ενιαίας εικόνας της Ε.Ε. ακριβώς στα ζητήματα υψηλής πολιτικής (όπως η ΚΕΠΠΑ) που καθορίζουν αποφασιστικά αυτή την εικόνα διεθνώς αλλά και προς τους Ευρωπαίους πολίτες.
Ταυτόχρονα, το διακυβερνητικό πρότυπο ευθύνεται ουσιαστικά για την θεσμική υποβάθμιση των μικρών κρατών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και για την επικράτηση των ισχυρών κρατών στα διακυβερνητικά όργανα, πράγμα που καταλήγει και πάλι στην νόθευση της ισοτιμίας των κρατών Ε.Ε..
Όπως είδαμε, η πρακτική εφαρμογή της ομοσπονδιακής και της διακυβερνητικής θεωρίας ήταν η «κοινοτική μέθοδος» με την οποία το κοινοτικό κεκτημένο διαφυλάχθηκε και αναπτύχθηκε[39] σε νέους τομείς άσκησης πολιτικής. Η Ε.Ε. αποδέχτηκε[40] με την Συνθήκη του Μάαστριχτ τους ταχύτερους ρυθμούς ενοποίησης και τους επισημοποίησε[41] στις Συνθήκες Άμστερνταμ και Νίκαιας με την αρχή της «ευελιξίας».
Συμπερασματικά, καταλήγουμε στην εκτίμηση πως η διακυβερνητική τάση ερμηνεύει την εξέλιξη της Ε.Ε. από το ξεκίνημα της το 1957 έως και σήμερα σε αποφασιστικό βαθμό, εφόσον ηττήθηκε το αμιγές φεντεραλιστικό πρότυπο και εγκαταλείφθηκε χάριν της σύζευξης του ομοσπονδιακού και του διακυβερνητικού μοντέλου. Βέβαια, η ομοσπονδιακή τάση ανταποκρίθηκε μετά το 1985 καλύτερα στις ανάγκες της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Με την διακυβερνητική τάση εμπεδώνονται καταρχάς οι διακρατικές μέθοδοι συμβιβασμών στα όργανα της Ε.Ε. και, κατόπιν, με την ομοσπονδιακή τάση προωθείται το ενιαίο ευρωπαϊκό συμφέρον.
Σε έδαφος που έχει προλειανθεί για να δεχθεί αργότερα και νέα κράτη στην Ε.Ε. γίνεται μετά κάθε καινούργια διεύρυνση. Για τον λόγο αυτό, θεωρείται ότι η Ε.Ε. αποτελεί ένα ιδιόμορφο, ιδιότυπο μόρφωμα[42] που προχωρά εξελικτικά.
Το φαινόμενο αυτό αποκαλείται «ιδιοσυστασία» ή «ετερότητα» της Ε.Ε. και σημαίνει ότι η Ε.Ε. είναι ένας απολύτως συγκεκριμένος θεσμικός οργανισμός Ένωσης Κρατών και Λαών που εμφανίζεται στην ιστορία για πρώτη φορά. Δεν ανταποκρίνεται πλήρως ούτε στο ομοσπονδιακό πολιτικό σύστημα ούτε σε έναν συνήθη διεθνή οργανισμό διακυβερνητικής μορφής (όπως ο ΟΗΕ ή το ΝΑΤΟ).
Δεν έχει στρατηγικό σχέδιο ολοκλήρωσης έτοιμο εκ των προτέρων αλλά συνδυάζει στοιχεία της ομοσπονδιακής και της διακυβερνητικής τάσης με αναδιπλώσεις, προόδους, καθυστερήσεις, άλματα και αναθεωρήσεις.
Τα περιορισμένα αποτελέσματα του διακυβερνητικού προτύπου προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επιχειρεί να υπερβεί η Ε.Ε. με την Διακυβερνητική Διάσκεψη του 2004 : αυτή τη φορά, η Συντακτική Συνέλευση, σε συνδυασμό με τον θεσμό της Διακυβερνητικής Διάσκεψης, πρότειναν το τελικό σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο στην Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών στις 18/06/2004 ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα το οποίο θα υπογραφεί έως το τέλος Οκτωβρίου του 2004.


[1] Για τις συνταγματικές πτυχές της έγκρισης του Ευρωπαϊκού Συντάγματος βλ. τα άρθρα του συνταγματολόγου Γ. Παπαδημητρίου «Η παραγωγή του Ευρωπαϊκού Συντάγματος» στο «ΒΗΜΑ» 29/06/2003 σελ. 28, «Η θέσπιση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος» στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» 11/12/2003 σελ. 59 – 61 και κυρίως «Η γέννηση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος», κείμενο ένθετο στο «ΒΗΜΑ» 20/06/2004.
[2] Εξαιρετικά πολύτιμη η συνεισφορά στον δημόσιο διάλογο για την κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης από τον ιστορικό Timothy Garton Ash, σε άρθρο με τίτλο «Δαιδαλώδες κάστρο», εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 19/05/2001 σελ. 61.
[3] Για τον καθορισμό της ευρωπαϊκής ταυτότητας, βλέπε το άρθρο της αγγλίδας συγγραφέως A. S. Byatt με τίτλο «Τι σημαίνει να είσαι Ευρωπαίος;» στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 15/12/2002 σελ. 61 – 62.
[4] Για την σύγχυση που επικρατεί αναφορικά με την διεθνή εκπροσώπηση της Ε.Ε., βλέπε το αντιπροσωπευτικό άρθρο του Joe Klein με τίτλο «Ποιος διοικεί τελικά τον κόσμο;», εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 30/06/2002 σελ 26.
[5] Για την χρήση των μοντέλων στη πολιτική θεωρία βλ. «Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» CRAWFORD Mac Pherson σελ. 13-21, ΕΚΔ. ΓΝΩΣΗ 1994 Η ανάλυση μέσω των μοντέλων συνεισφέρει, άλλωστε, και στην εκτίμηση των μελλοντικών κατευθύνσεων στις οποίες μπορεί να κινηθεί η Ε.Ε.
[6] Για το ζήτημα της σχέσης ομοσπονδιακών θεωριών και υπερεθνικότητας βλ. άρθρο του Παν. Ήφαιστου με θέμα την «Υπερεθνικότητα πριν και μετά το Μαάστριχτ» στο τεύχος 16 της «Επιθεώρησης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» εκδ. 1993 καθώς επίσης και «European Integration and Supranational Governance» των Alec Stone και Wayne Sandholtz στην «Journal of European Public Policy Center», σελ. 297-317, του Σεπτεμβρίου 1997.
[7] Σύμφωνα με τον Ηλία Κουσκουβέλη, η ομοσπονδιακή θεωρία επηρεάζεται από 3 θεωρίες των διεθνών σχέσεων με αντικείμενο την ολοκλήρωση (κοινοτισμό, λειτουργισμό, νεολειτουργισμό) ενώ η διακυβερνητική θεωρία από τον δομικό ρεαλισμό. Για το θεωρητικό πλαίσιο αυτό, βλ. αναλυτικά στο «Διπλωματία και Στρατηγική της Ε.Ε.», εκδ. Παπαζήση 1995, σελ. 101 – 129.
[8] Για τον «θεσμικό διακυβερνητισμό» βλ. την μελέτη του Andrew Moravcsik για την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, «Negotiating the Single European Act : National Interests and Conventional Statecraft in the E.C»,45,I, Winter 1991, International Organization. Βλ. ακόμη την μελέτη του Andrew Moravcsik με τίτλοPreferences and Power in the European Community: A Liberal Intergovenmentalist Approachστο τεύχος Δεκεμβρίου 1993 «Journal of Common Market Studies» σελ. 473-524. Και του ίδιου, «Liberal Intergovernmentalism and Integration: A Rejoinder» στο τεύχος Δεκεμβρίου 1995 της «Journal of Common Market Studies», σελ. 611- 627. Για την επιρροή των κυβερνητικών ελίτ στη θεωρία του Διακυβερνητισμού, βλ. τη μελέτη του John Zysman και του Wayne Sandholtz στο τεύχος Οκτωβρίου 1989 των «World Politics» σελ. 95 - 128 με θέμα «1992: Recasting the European bargain».
[9] Μια συνηγορία υπέρ της επικράτησης του εθνικού κράτους επί του φεντεραλιστικού ιδεώδους καταθέτει ο ιστορικός Mark Mazower στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» σε άρθρο με τίτλο «ΝΙΚΑΙΑ και ΕΘΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ», όπου κάνει αναφορά στα ιστορικά δεδομένα του 20ου αιώνα για την Ευρώπη (αναδημοσίευση από Financial Times). Βλ. παράρτημα.
[10] Για το κίνημα του Ευρωσκεπτικισμού βλ. την ιστοσελίδα www.euro-sceptic.org.
[11] Για μια συνολική αντιμετώπιση του θέματος της ομοσπονδιακής θεώρησης βλ. το έργο του Dusan Sidjanski «Η Αναζήτηση μιας Πρωτότυπης Ευρωπαϊκής Ομοσπονδιοποίησης», εκδ. Παπαζήση 2002.
[12] Για μια σύγκριση του ομοσπονδιακού και συνομοσπονδιακού προτύπου, βλ. τη μελέτη των Μιχάλη Τσινισιζέλη, Δ. Χρυσοχόου και Δημ. Ξενάκη με τίτλο «Ποια διακυβέρνηση για την Ευρώπη;» στο περιοδικό «Ευρωπαϊκή Έκφραση», τεύχος 50, γ’ τρίμηνο 2003 καθώς και το βιβλίο “Quo Vadis Europa?” του Μ. Τσινισιζέλη, εκδόσεις Σμυρνιωτάκη 2001. Για τις εκτιμήσεις του καθηγητή Μιχάλη Τσινισιζέλη για την ομοσπονδιακή θεωρία βλ. Μ. Τσινισιζέλη – Δ. Χρυσοχόου «Ευρωπαϊκή Ένωση και Δημοκρατία» εκδ. Σιδέρη 1995 και Ν. Μαραβέγια – Μ. Τσινιζέλη «Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Θεωρία και πολιτική» εκδ. Θεμέλιο 1993.
[13] Για τον ορισμό της ολοκλήρωσης βλ. «The uniting of Europe» Ernst Haas, σελ. 16 – 84, STANFORD UNIVERSITY PRESS 1958. Σύμφωνα με τον ορισμό του Haas, ολοκλήρωση είναι η «μετατόπιση πίστης και νομιμοποίησης, αναμονών και πολιτικών δραστηριοτήτων προς ένα νέο κέντρο του οποίου οι θεσμοί έχουν ή διεκδικούν αρμοδιότητες εις βάρος των αρμοδιοτήτων των κρατών που προϋπάρχουν».
[14] Ένα εξαιρετικό ιστορικό, που αποτελεί ταυτόχρονα και μια φιλοσοφική μαρτυρία, για τους εμπνευστές της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί το άρθρο του δημοσιογράφου Bernard Cassen στην «LE MONDE DIPLOMATIQUE» που αναδημοσιεύτηκε στην «ΑΥΓΗ» στις 04/05/2003, βλ. και www.avgi.gr με τίτλο «Ευρώπη : από την γέννηση στη διεύρυνση».
[15] Οι αντιλήψεις του Albert Camus και του George Orwell για την Ε.Ε. βρίσκονται διάσπαρτες σε ολόκληρο το συγγραφικό τους έργο. Βλ. ιδιαίτερα το βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ «ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ» εκδ. Αλεξάνδρεια 2004 και το βιβλίο «ΟΥΤΕ ΔΗΜΙΟΙ ΟΥΤΕ ΘΥΜΑΤΑ» εκδ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ 1979 καθώς και το κείμενο του Τζώρτζ Όργουελ «The rediscovery of Europe» από την εφημερίδα «The Tribune», διαθέσιμο στο internet.
Ο Denis de Rougemont υπήρξε ιδρυτής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Κουλτούρας και έχει εκδώσει τα βιβλία «Federalism and Nationalism» (1954), «Letter open to Europeans» (1970), «Chances of Europe» (1962). Για τις απόψεις του CoudenhoveKallergi, βλ. «ΒΗΜΑ» 19/04/2003, σελ.7.
Ο κόμης Richard CoudenhoveKallergi έχει συγγράψει τα βιβλία «Η Ηνωμένη Ευρώπη», «Προς τας Ηνωμένας Πολιτείας της Ευρώπης».
[16] Για μια ολοκληρωμένη παρουσίαση και ανάλυση της έννοιας: ο ευρωβουλευτής Δημήτρης Τσάτσος έχει υποβάλει έκθεση προς την Επιτροπή Θεσμικών Θεμάτων του Ευρ. Κοινοβουλίου, ενώ το σχέδιο του εγγράφου εργασίας δημοσιεύτηκε στον «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ» στις 09/02/1995 με τίτλο «Η ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ Ε. Ε.».
[17] Βλέπε ανακοίνωση της ομάδας «Η δική μας Ευρώπη» στο Ίντερνετ. Στο κείμενο, με τίτλο «Να αφυπνίσουμε την Ευρώπη», 13 διακεκριμένοι Ευρωπαίοι πολιτικοί (με επικεφαλής τους Κωλ/ Ντελόρ) υποστηρίζουν τις ενισχυμένες συνεργασίες υπό τον όρο ότι θα είναι προσωρινές και όχι αποσπασματικές, διότι διαφορετικά θα οδηγήσουν την Ευρώπη σε διάσπαση. Ζητείται, για το σκοπό αυτό, να υπάρξει συγκροτημένο σχέδιο εμβάθυνσης με ενισχυμένες συνεργασίες. Βλ. το κείμενο : «Europa : The future of EuropeDebate» 15/10/2001.
[18] Βλ. προηγούμενη υποσημείωση: Ντελόρ, Σαντέρ, Κολ, Γκονζάλες, Σμιτ: ζήτησαν να προσανατολιστεί η Ε.Ε. στην μέθοδο της ανοικτής πρωτοπορίας εάν δεν προχωρήσουν οι ενισχυμένες συνεργασίες.
[19] Για το ζήτημα της Ευρώπης των πολλαπλών ταχυτήτων βλέπε το άρθρο του Π. Ιωακειμίδη «Εγεννήθη Ε.Ε. πολλαπλών ταχυτήτων», Οικονομικός Ταχυδρόμος 19/12/91 και «Το ιστορικό των δύο ταχυτήτων» του Ι. Κίννα στον Οικ. Ταχυδρόμο.
[20] «EUROPEAN UNION: REPORT BY MR. LEO TINDEMANS TO THE EUROPEAN COUNCIL» 29/12/75, Bulletin of the European Communities, Συμπλήρωμα 1/76. Βλέπε επίσης «THE DYNAMICS OF EUROPEAN UNION» που επιμελήθηκε ο R. PRYCE, Λονδίνο, Groom Helm, 1987. Βλ. επίσης R. Pryce (ed) «The Dynamics of European Union», London: Groom Helm, 1987.
[21] Για τη λειτουργία της Ε.Ε. με βάση τις «πολλαπλές ταχύτητες», βλ. «Η Ε.Ο.Κ. των δύο ταχυτήτων: Ολοκλήρωση άνισων εταίρων», Κ. Βαίτσου, εκδ. Παπαζήση.
[22] Για μια επιθετική κριτική του μοντέλου των «πολλαπλών ταχυτήτων», βλ. το βιβλίο του Παν. Ήφαιστου «Ευρωπαϊκή Άμυνα και Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση: Η Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων και κατηγοριών κατά της Ευρωπαϊκής Ιδέας», εκδ. Οδυσσέας 1994.
[23] Για ανάλυση του μοντέλου της μεταβλητής γεωμετρίας βλ. το άρθρο του Γ. Μαρκοπουλιώτη με τίτλο «Οι αδυναμίες του μοντέλου της μεταβλητής γεωμετρίας» στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 08/11/95 σελ. 8, του Χρυσ. Λαζαρίδη «Τι είναι η μεταβλητή γεωμετρία», στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», 01/12/94 σελ.20 –24. Βλ. παράρτημα.
[24] H έκθεση των δύο στελεχών της πολιτικής ομάδας CDU/CSU του Γερμανικού Κοινοβουλίου με τίτλο «Σκέψεις για την Ευρωπαϊκή Πολιτική» υπεβλήθη την 1η Σεπτεμβρίου 1994 και τμήμα δημοσίευσε η εφημερίδα «ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ» στις 16 Σεπτεμβρίου 1994. Η δεύτερη έκθεση της CDU/CSU δόθηκε στη δημοσιότητα στο Βερολίνο στις 13 Ιουνίου 1995, βλ. “LE MONDE” 15/06/1995.
[25] Για τις παραδοξότητες που χαρακτηρίζουν την δομή της Ε.Ε., στην πορεία της προς την Ενοποίηση, βλ. το βιβλίο του Δημήτρη Μαρκή «Η Κατασκευή της Ευρώπης» εκδόσεις Κριτική, 2000.
[26] Για την Συνθήκη της Ρώμης βλ. «Ερμηνεία κατ’ άρθρο της Συνθήκης ΕΟΚ» του Α. Χριστόπουλου, εκδ. Σάκκουλα 1981, «Ο μετασχηματισμός της ΕΟΚ» Π.Ιωακειμίδη, εκδ. Παπαζήση 1988, «Η διεθνής διάσταση της Ε.Ο.Κ.» Θ. Χριστοδουλίδη, εκδ. Σάκκουλα 1984.
[27] Βλέπε το άρθρο του Νίκου Μούση με τίτλο «Ο σκόπελος της ομοφωνίας και η διέξοδος», εφημερίδα «Το Βήμα», 28/2/2003, σελ.12.
[28] Βλέπε «Από την Ε.Κ. στην Ε.Ε.: «Θεσμοί και πολιτικές», Νίκου Σ. Μούση , εκδ. Παπαζήση 1993, σελ 29. Κριτική στο διακυβερνητικό πρότυπο ασκεί ο Ντανιέλ Κον- Μπεντίτ, ο οποίος θεωρεί ότι «Οι διακυβερνητικές σύνοδοι είναι σκέτη καταστροφή, δεδομένου ότι εκεί η εθνική εγωισμοί αλληλοσπαράσσονται». Βλ. συνέντευξη στην “Le Parisien” 07/11/2003, όπου παραπέμπει δημοσίευμα της «Ελευθεροτυπίας» που περιέχεται στο Παράρτημα.
[29] Βλέπε «Η Νέα Ευρωπαϊκή Οικονομία» Λουκά Τσούκαλη, εκδ. Παπαζήση 1993 για αναλυτική παρουσίαση του όρου.
[30] Για την φιλοσοφία και τους εκπροσώπους του ιδεολογικού ρεύματος του κοινοτισμού (communautarisme) βλ. τα κείμενα: «Από το κράτος –πρόνοια στην εργασία - πρόνοια» Amitai Etzioni, «Αυγή» 30/07/95, σελ. 17 «Ο κοινοτισμός φθάνει και στην Ευρώπη» του Π.Λ Ρυλμόν στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» 27/04/95, σελ. 71 «Κοινοτισμός και δημοκρατία» του Charles Taylor, στην «Αυγή» 11/06/95, σελ. 20
[31] Για την «κοινοτική μέθοδο», βλέπε αναλυτικά την έκδοση «Το μέλλον της Ευρώπης» της Ελληνίδας επιτρόπου στην Ε.Ε. Α. Διαμαντοπούλου, Εκδ. Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2002, σελ 7-8.
[32] Για τις ρυθμίσεις της Συνθήκης του Μαάστριχτ βλ. «Η Συνθήκη του Μαάστριχτ: συνθετική θεώρηση» των Θ. Χριστοδουλίδη, Κ. Στεφάνου, εκδ. Σιδέρη 1993
[33] Παράλληλα, η Συνθήκη του Μαάστριχτ έδινε το δικαίωμα αυτοεξαίρεσης (opting-out) ενός κράτους από μια κοινή πολιτική. Στο πλαίσιο αυτό η Αγγλία πέτυχε να μην συμμετέχει στην ΟΝΕ ούτε και στην Κοινωνική Πολιτική, εξαίρεση που επικυρώθηκε για πρώτη φορά και με ειδικό πρωτόκολλο.
[34] Ο όρος «ομοσπονδία» εισήχθη για πρώτη φορά σε επίσημο κείμενο τον Ιούνιο του 1991 στο Σχέδιο Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση που είχε συντάξει η Λουξεμβουργιανή Προεδρία στα πλαίσια της Διακυβερνητικής Διάσκεψης για την Πολιτική Ένωση.
[35] Ο εκπρόσωπος της Ελλάδος στη Σύνοδο του Μαάστριχτ Παν. Ιωακειμίδης κρίνει ότι η Συνθήκη αποτελούσε σαφή αποτυχία στον θεσμικό τομέα βλέπε το βιβλίο «Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση», εκδ. Θεμέλιο 1995, σελ.316.
[36] Για την Συνθήκη του Άμστερνταμ βλ. «Μια νέα Συνθήκη για την Ευρώπη: Άμστερνταμ» και «Συνθήκη του Άμστερνταμ: τι άλλαξε στην Ευρώπη», εκδ. Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του 1997 και του 1999 αντιστοίχως.
[37] Εκτεταμένα πρακτικά της Συνόδου Κορυφής της Νίκαιας δημοσιεύτηκαν από τον ισπανό δημοσιογράφο Κάρλος Γιάρνοθ στην εφημερίδα «El Pais» στις 16/12/2000 και αναδημοσιεύτηκε στο «Βήμα» στις 21/12/2000, σελ. 11.Βλ. παράρτημα.
[38] Ο Ζακ Ντελόρ έχει εδώ και πάνω από 10 χρόνια σχολιάσει την ενισχυμένη / ειδική πλειοψηφία ως εξής: «Πρώτα θα πρέπει να αποφασίσουμε με ομοφωνία αν η συνάντηση θα γίνει στην Βαρσοβία, στην Βουδαπέστη ή στην Πράγα. Μετά θα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα πάμε με αεροπλάνο. Για γεύμα; θα χρειαζόμαστε μια επιλογή για χορτοφάγους. Χωρίς αμφιβολία, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την ειδική πλειοψηφία για να αποφασίσουμε που θα πρέπει να διαχωριστούν οι χώροι καπνιζόντων και μη», «Διπλωματία και στρατηγική της Ε.Ε.» Η. Κουσκουβέλη, εκδ. Παπαζήση 1995, σελ 72.
[39] Βλ. το άρθρο του καθηγητή Παν. Καζάκου στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 11/6/95 με θέμα «Η Ελληνική στρατηγική για την ΔΚΔ».
[40] Βλ. το άρθρο του πρέσβη Στέφανου Σταθάτου στο περιοδικό «ΕΠΙΛΟΓΗ» τεύχος Δεκεμβρίου 1995 με θέμα «Η προετοιμασία της ΔΚΔ ’96 και οι ελληνικές θέσεις».
[41] Βλ. το βιβλίο του Ηλία Κουσκουβέλη «Διπλωματία» και Στρατηγική της Ε.Ε», εκδ. Παπαζήση 1995, σελ. 244 - 245.
[42] Για πληρέστερη ανάλυση του εξελικτικού χαρακτήρα της Ε.Ε. βλ. «Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση» , Π.Κ. Ιωακειμίδης, εκδ. Θεμέλιο 1995, σελ 29-31.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ



ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ



Στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η Συντακτική Συνέλευση για το μέλλον της Ευρώπης θα είναι και αυτή η οποία θα ψηφίσει τελικά το πρώτο Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι το οποίο δεν είναι αλήθεια. Επιπλέον, το Σύνταγμα της Ε.Ε. δεν θα ψηφιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής το οποίο δεν είναι αναγνωρισμένο θεσμικό όργανο της Ε.Ε..43
Η σωστή εικόνα που πρέπει να έχει κανείς για την διαδικασία ψήφισης του Συντάγματος της Ε.Ε. είναι πως το σχέδιο της Συντακτικής Συνέλευσης (την οποία αποτελούσαν αντιπρόσωποι των κυβερνήσεων και των Εθνικών Κοινοβουλίων τόσο των 15 κρατών της Ε.Ε. όσο και των νέων υποψήφιων κρατών καθώς επίσης και εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), θα υπογραφεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής (σε συνδυασμό με την διαδικασία της Διακυβερνητικής Διάσκεψης). Θα είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που η έγκριση μιας νέας Συνθήκης της Ε.Ε. θα έχει ξεκινήσει από ένα όργανο στο οποίο εκπροσωπούνται με τον αναλογικότερο τρόπο οι Ευρωπαίοι πολίτες αλλά, από την άλλη πλευρά, τόσο οι τελικές διαπραγματεύσεις όσο και η οριστική έγκριση θα γίνουν με διακυβερνητικές  πρακτικές (ΔΚΔ και Ευρ. Συμβούλιο). Βέβαια,  τα εθνικά κοινοβούλια των 25 κρατών της Ε.Ε. θα κληθούν όπως φαίνεται περίπου τα 15 να επικυρώσουν το Σύνταγμα της Ε.Ε. και σε ορισμένες χώρες θα διενεργηθούν δημοψηφίσματα : ωστόσο, οι χώρες που δε θα εγκρίνουν το νέο Σύνταγμα απειλούνται με αποπομπή από την Ε.Ε., στοιχείο που προκαλεί προβληματισμό. 
 
Θα επιχειρηθεί στην συνέχεια να διερευνηθεί εάν το περιεχόμενο του


43Για την θεσμική θέση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Κορυφής βλ. «Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση» Παν. Ιωακειμίδη, εκδ – Θεμέλιο 1995, σελ. 344 – 346.


σχεδίου Συνταγματικής Συνθήκης44 επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του
προηγούμενου κεφαλαίου για τον συγκερασμό στοιχείων του ομοσπονδιακού και του διακυβερνητικού προτύπου στην εξέλιξη της Ε.Ε..
Επειδή, ακόμη, το σχέδιο Συνταγματικής  Συνθήκης θα αποτελεί μόνο την βάση εκκίνησης των διαπραγματεύσεων και θα είναι ένα είδος αφετηρίας για την ΔΚΔ του 2004, θα χρειαστεί να εξεταστούν και οι θέσεις των κρατών επί του σχεδίου ώστε να διαπιστωθεί κατόπιν ποια προοπτική αποκτά ο σχεδιασμός της Ευρώπης για το μέλλον.      
Στις προτάσεις της Συντακτικής Συνέλευσης45 για το μέλλον της Ευρώπης οι  διακρίσεις είναι λεπτές ως προς την ενίσχυση του ομοσπονδιακού ή του διακυβερνητικού προτύπου : πρέπει κανείς να αναλύσει, συνοπτικά αλλά και απλά, τις αποχρώσεις ανάμεσα στις οποίες κινούνται αυτές οι προτάσεις, που προβλέπεται να εφαρμοστούν μετά την ψήφιση του νέου Συντάγματος και, οπωσδήποτε, μετά την 01/11/2009 καθώς έως την ημερομηνία αυτή θα ισχύουν οι ρυθμίσεις της Συνθήκης της Νίκαιας.
  1. Ονομασία.
    Η Συντακτική Συνέλευση απέρριψε την ονομασία «Ηνωμένες Πολιτείες της  Ευρώπης» καθώς και την χρήση της λέξης «ομοσπονδία». Η Αγγλία άσκησε βέτο στις διαπραγματεύσεις και, τελικά, έγινε αποδεκτή η ονομασία «Ευρωπαϊκή Ένωση» άρθρο Ι-1. Επομένως, δεν μεταβλήθηκε κάτι, υπέρ του



44Το πλήρες σχέδιο της Συνέλευσης για το Σύνταγμα της Ευρώπης δημοσιεύθηκε ολόκληρο στην εφημερίδα «Ο Κόσμος του Επενδυτή» στις 21/6/2003.
45 Οξεία κριτική στο σχέδιο Συντάγματος ασκεί η γαλλική εφημερίδα “Le Monde Diplomatique” σε άρθρο του Bernard Cassen με τίτλο «Συντακτική Συνέλευση για το τίποτα». Δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία» στις 24/08/03, σελ. 24 - 25. Εστιάζεται κυρίως στην έλλειψη προσέγγισης της Ε.Ε. με τους πολίτες. Για μια πλήρη ενημέρωση επί των διαπραγματεύσεων στην Συντακτική Συνέλευση βλ. την συνέντευξη του αναπληρωτή εκπροσώπου της Ελλάδας Π. Ιωακειμίδη στην «Αυγή» 13/4/2003 καθώς και τα προγενέστερα άρθρα του στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» 12/10/2002 σελ. 75-79, 26/10/2002 σελ. 57, 9/11/2002 σελ.33, 8/2/2003 σελ. 28-29.


 ενός ή του άλλου προτύπου αλλά δεν εγκρίθηκε η πρόταση των υποστηρικτών του ομοσπονδιακού προτύπου.
  1. Τρόπος λειτουργίας.  
Η Συντακτική Συνέλευση απέρριψε την «ομοσπονδιακή οργάνωση» της Ε.Ε. ύστερα από την αντίδραση της Αγγλίας που δεν δέχθηκε καν να συζητήσει το θέμα46. Προκρίθηκε η «κοινοτική μέθοδος», η οποία –όπως αναπτύχθηκε – αποτελεί την εφαρμοσμένη μέθοδο με την οποία προχωρά η Ε.Ε. : εμπεδώνοντας το διακυβερνητικό πρότυπο και ενισχύοντας εκ νέου το κοινοτικό κεκτημένο με στοιχεία του ομοσπονδιακού προτύπου.
  1. Λήψη αποφάσεων.
Η Συντακτική Συνέλευση προτείνει να διατηρηθεί το δικαίωμα  βέτο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και φορολογίας. Ταυτόχρονα, επεκτείνει την λήψη αποφάσεων με ενισχυμένη, ειδική πλειοψηφία σε ζητήματα εσωτερικών, δικαιοσύνης, ασύλου και αστυνόμευσης. Με τον τρόπο αυτό, ειδικά για το πεδίο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, δημιουργείται το οξύμωρο σχήμα ότι παραμένει ο φορολογικός τομέας εκτός ΟΝΕ. Ήδη διατυπώνονται εκτιμήσεις ότι η διατήρηση του βέτο στον φορολογικό τομέα47 απομακρύνει το ενδεχόμενο μιας ενιαίας (ή τουλάχιστον, αποτελεσματικά συντονισμένης) οικονομικής πολιτικής της Ε.Ε.. Σύμφωνα με τους φόβους αυτούς, με την διατήρηση και στο μέλλον του βέτο (ουσιαστικά δηλ. του διακυβερνητικού μοντέλου διοίκησης), η Ε.Ε. θα είναι καταδικασμένη σε μόνιμη παραλυσία και βάλτωμα των προωθητικών της μηχανισμών. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, κάθε κράτος μέλος θα μπορεί να μπλοκάρει εκείνες τις αποφάσεις



46Το Ην. Βασίλειο απέρριψε αυτές τις προτάσεις με το επιχείρημα πως οδηγούν σε «υπερεθνική» Ευρώπη. Συνολικά το Ην. Βασίλειο απορρίπτει την έννοια της «ομοσπονδίας» (federal) ή γνωστή ως «The F word».
47Άρθρο του Επιτρόπου Φριτς Μπολκενστάιν στην Εφημερίδα «Le Monde» στις 13/06/2003 και αναδημοσίευση στην «Οικονομική Καθημερινή» 22/06/2003, σελ.7.


που θα θίγουν τα πλεονεκτήματα που απολαμβάνει. Ύστερα από τους όποιους συμβιβασμούς που θα έχουν ήδη γίνει για να επιτευχθεί ο στόχος της αναγκαίας ομοφωνίας θα υπάρχουν εκτεταμένες εξαιρέσεις ή απαλλαγές των κρατών από ορισμένα ρηξικέλευθα μέτρα που με τον τρόπο αυτό δε θα προχωρούν.
  1. Ευελιξία και Ενισχυμένες Συνεργασίες.
Η Συντακτική Συνέλευση επιβεβαιώνει με τις προτάσεις της, τις ρυθμίσεις της Νίκαιας, του Άμστερνταμ και του Μάαστριχτ τόσο για το θέμα της «ευελιξίας» (Άρθρο Ι-17) όσο και για το θέμα των «ενισχυμένων συνεργασιών», τις οποίες επεκτείνει με το νέο Σύνταγμα αναγνωρισμένα πλέον στην κοινή εξωτερική πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) καθώς και στη Άμυνα.
          Το καινούριο στοιχείο είναι πως καθορίζεται ως σκοπός των ενισχυμένων συνεργασιών η ενίσχυση της διαδικασίας «συνολοκλήρωσης». Όπως αναφέρεται, «οι ενισχυμένες συνεργασίες εγκρίνονται ως έσχατη λύση και είναι ανοικτές σε όλα τα κράτη μέλη ανά πάσα στιγμή» (Άρθρο Ι-43). Με τον τρόπο αυτό, επιβεβαιώνεται και πάλι πως το σύστημα αυτό δεν θα είναι  κλειστό ούτε στεγανοποιημένο αλλά θα δέχεται αυτόματα τα ενδιαφερόμενα κράτη. Επιπλέον, αναφέρεται ότι οι ενισχυμένες συνεργασίες δεν αποτελούν κοινοτικό κεκτημένο και δεν δεσμεύουν ούτε τα κράτη που δεν συμμετέχουν (αλλά μπορούν να παρακολουθούν τις σχετικές διεργασίες) ούτε τις υποψήφιες προς ένταξη στην Ε.Ε. χώρες. Από πλευράς τήρησης της θεσμικής ισορροπίας πάντως, το αρνητικό στοιχείο είναι πως εντός των ενισχυμένων συνεργασιών οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με ενισχυμένη πλειοψηφία ενώ θα πρέπει – κατά την γνώμη μας να λαμβάνονται ομόφωνα.
Δημιουργείται, ωστόσο, το ερώτημα εάν τα όργανα που σήμερα δεν υφίστανται αλλά στο μέλλον προβλέπεται να δημιουργηθούν και να  αποφασίζουν  για τις ενισχυμένες συνεργασίες σε θέματα τόσο καθοριστικά για την διεθνή φυσιογνωμία της Ε.Ε. – όπως η ΟΝΕ, η ΚΕΠΠΑ και η Άμυνα – θα αναγνωριστούν και τυπικά, όπως προβλέπει το σχέδιο της Συντακτικής Συνέλευσης. Για τον λόγο αυτό, αποκτά εξαιρετική σημασία σε θεσμικό επίπεδο η διαπραγμάτευση και οι εξελίξεις στην Ε.Ε. έως το 2009.
Το ζήτημα που έχει δημιουργηθεί στους κόλπους της Ε.Ε. είναι ουσιαστικά εάν θα θεσμοθετηθούν μελλοντικά όλα τα όργανα που θα προκύψουν από την εφαρμογή του συστήματος των «ενισχυμένων συνεργασιών». Και, επιπλέον το ερώτημα είναι εάν αυτά τα όργανα θα λειτουργούν με ομοσπονδιακές ή διακυβερνητικές δομές.
Για παράδειγμα, σήμερα ακόμη και η πιο ολοκληρωμένη κοινή και «κοινοτικοποιημένη» πολιτική – δηλ. η ΟΝΕ – λειτουργεί και αυτή με βάση τον διακυβερνητισμό : ωστόσο, (πράγμα που δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να διαστρεβλωθεί το ομοσπονδιακό ιδεώδες),  Γερμανία και Γαλλία έχουν προτείνει την θεσμοθέτηση του «Eurogroup» ή «Ευρω-Λέσχης» 48 ενώ και στο τομέα της χάραξης της νομισματικής πολιτικής έχει εκδηλωθεί απόπειρα δημιουργίας του λεγόμενου «Διευθυντηρίου Ελεφάντων» : από τον ίδιο τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει επισημανθεί η ανάγκη να υιοθετηθεί ένα ευέλικτο σχήμα με επικεφαλής την Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία ώστε να αποφασίζουν για τα επιτόκια του Ευρώ με αναλογία ποσοστού 80% σε σύγκριση με τα υπόλοιπα 8 μέλη της ζώνης του ευρώ.
Το θέμα είναι καίριο διότι αφενός η ίδια η ονομασία Ευρω – Λέσχη δίνει μια εντύπωση κλειστού, αριστοκρατικού και ελιτίστικου κλαμπ και αφετέρου το όργανο αυτό αποτελεί κατ’ ουσία τον κορυφαίο θεσμό μιας πολύ σημαντικής «ενισχυμένης συνεργασίας». Αν παράλληλα με το Συμβούλιο Υπουργών των Οικονομιών των 25 (το λεγόμενο ecofin) αποκτήσει θεσμική υπόσταση και το «Eurogroup» σημαίνει πως θα νομιμοποιηθεί ένα είδος «οικονομικής κυβέρνησης» της Ε.Ε., με όλες τις συνέπειες στους υπολοίπους τομείς της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Βέβαια, εάν θεσμοθετηθεί έως το 2005 de facto το «eurogroup», ανοίγει ο δρόμος για την παγίωση των ενισχυμένων συνεργασιών στην Ευρώπη μετά την διεύρυνση και για την θεσμοθέτηση και των άλλων οργάνων που θα προκύψουν αργότερα από τις ενισχυμένες συνεργασίες και που θα λαμβάνουν αποφάσεις με ενισχυμένη πλειοψηφία.
Ωστόσο, αυτή η παγίωση των ενισχυμένων συνεργασιών θα οδηγήσει σε κεντρικά όργανα ομοσπονδιακού χαρακτήρα με διακυβερνητική δομή ή σε


48Βλ. τις κοινές προτάσεις που υπέβαλαν  Γερμανία και Γαλλία προς την Συντακτική Συνέλευση και δημοσιοποιήθηκαν στις 20/12/2002.


διαδικασίες «Διευθυντηρίου», που βρίσκονται πέρα από τα δύο πρότυπα ολοκλήρωσης; Η απάντηση θα εξαρτηθεί από την αξιοποίηση και την μέθοδο
εφαρμογής των θεσμικών αλλαγών που προτείνει η Συντακτική Συνέλευση για την οργάνωση του θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε., την δημιουργία νέων θεσμικών οργάνων, την καθιέρωση νέων θεσμικών  προσώπων που τίθενται επικεφαλής των οργάνων αυτών και από τις ψηφοφορίες που θα κρίνουν εάν όλες οι χώρες θα αντιμετωπίζονται ισότιμα ή θα ευνοούνται οι μεγάλες χώρες.
Το σχέδιο της Συντακτικής Συνέλευσης, πάντως, τόσο για τις κοινοτικοποιημένες πολιτικές (όπως η ΟΝΕ) όσο και για τις μη- κοινοτικοποιημένες, κοινές πολιτικές (όπως η ΚΕΠΠΑ) προσπαθεί να καλύψει τα κενά ευνοώντας μια συνολική θεσμική επίλυση. Το ορθό, από πλευράς προώθησης του φεντεραλιστικού / ομοσπονδιακού μοντέλου, θα ήταν η λήψη όλων των αποφάσεων για όλες τις πολιτικές της Ε.Ε. από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή  ή από μια ανεξάρτητη ανώτατη αρχή που να εκλέγεται απευθείας από τους Ευρωπαϊκούς λαούς και να μην επηρεάζεται από τις κρατικές κυβερνήσεις. Αυτό, βέβαια, δε συμβαίνει σήμερα ούτε κατά διάνοια στην Ε.Ε..
  1. Θεσμικές αλλαγές στα όργανα της Ε.Ε..49
      Επί της ουσίας, η μεγάλη θεσμική αλλαγή που γίνεται από τις προτάσεις της Συντακτικής Συνέλευσης είναι η αναγνώριση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Κορυφής ως θεσμικού οργάνου της Ε.Ε., η θέσπιση αξιώματος Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και η διασύνδεση του με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΚΕΠΠΑ. Ειδικότερα:
α) Αναγνώριση του Ευρωπαϊκού  Συμβουλίου ως θεσμικού οργάνου.
         Έως τώρα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής δεν είχε αναγνωριστεί ως θεσμικό όργανο της Ε.Ε.. Με την διακυβερνητική του λειτουργία είχε συμβάλει – ειδικά την περίοδο 1974-87- στην εξασθένηση του υπερεθνικού



49Για την κριτική που έχει ασκηθεί στις προτάσεις της Συντακτικής Συνέλευσης επί του ζητήματος των σχέσεων των οργάνων της Ε.Ε. βλ. το άρθρο του Γάλλου συνταγματολόγου Ρομπέρ Μπατιντέρ, με τίτλο «Η δικέφαλη προεδρία της Ε.Ε.», εφημερίδα «Κυριακάτική Αυγή», 23/2/2003, σελ. 24 – 25, καθώς και την ανάλυση του Dusan Sidjanski, προέδρου του Ευρωπαϊκού Κέντρου Κουλτούρας, για την οργάνωση της Ε.Ε. που περιέχεται σε άρθρο του στο περιοδικό «Ευρωπαϊκή Έκφραση» τεύχος 50, γ΄ τριμήνου 2003, με τίτλο “A two- headed presidency and bicameral legislative power”.


    – ομοσπονδιακού ρόλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Μάλιστα, καθόριζε τους γενικούς πολιτικούς προσανατολισμούς της Ε.Ε.
δίχως να είναι αναγνωρισμένο θεσμικό όργανο, εκτός κοινοτικού κεκτημένου, σε θέματα καθοριστικά για την διεθνή φυσιογνωμία της Ε.Ε.. Με τις προτάσεις της Συντακτικής Συνέλευσης (Άρθρο Ι-20), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής καθίσταται ο κεντρικός θεσμός διακυβέρνησης της Ε.Ε., από την στιγμή που θα διορίζει τους επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι όποιοι μάλιστα θα συμμετέχουν σε αυτό.
        Παράλληλα, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι τελικά το σχέδιο Συνθήκης κινείται προς τον διακυβερνητισμό επειδή ενισχύει το κατ’ εξοχήν διακυβερνητικό όργανο, το Ευρ. Συμβούλιο, εις βάρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που είναι ο πιο υπερεθνικός, ομοσπονδιακός θεσμός της Ε.Ε.. Ποια είναι, όμως, η ουσιαστική διαφορά τους ; Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποτελείται από τους εκλεγμένους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων οι οποίοι ουσιαστικά διορίζουν τα μη εκλεγμένα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Επομένώς, εάν δεχθεί κανείς ότι η ομοσπονδιακή αντίληψη συνδέεται άμεσα με την προαπαιτούμενη λαϊκή και δημοκρατική νομιμοποίηση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι πιο αντιπροσωπευτικό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πρέπει, άρα, να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι ο φαύλος κύκλος που δημιουργείται θα διακοπεί μόνο εάν τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκλέγονται απευθείας από τους Ευρωπαϊκούς λαούς. Το ίδιο ισχύει, ασφαλώς και για τον Πρόεδρο του Ευρ. Συμβουλίου.
β) Θέσπιση Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
         Εκτός από την αναβάθμιση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η Συντακτική Συνέλευση προτείνει θέσπιση του αξιώματος του Προέδρου του Ευρ. Συμβουλίου, ο οποίος θα εκπροσωπεί διεθνώς την Ε.Ε.. Εμφανίζεται και εδώ ο σκόπελος του υπερεθνικού ή διακρατικού χαρακτήρα του αξιώματος και της λαϊκής του νομιμοποίησης : από ένα διακυβερνητικό όργανο διορίζεται ένα «ανεξάρτητο» πρόσωπο που δεν έχει εθνικό αξίωμα και το οποίο, ανεξέλεγκτα, δίχως καν την γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ασκεί επί 2,5 έτη την προεδρία της Ε.Ε. και έχει υπό τον έλεγχο του όλα τα άλλα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. και θα είναι επικεφαλής της ΚΕΠΠΑ.

        Υπάρχει βέβαια το ερώτημα γιατί ο πρόεδρος της Ε.Ε. να επιλέγεται από τους 25 εθνικούς πρωθυπουργούς της Ε.Ε. και να μην προέρχεται από απευθείας εκλογές μεταξύ όσων πολιτών της Ευρώπης θέσουν υποψηφιότητα για την θέση αυτή ή έστω μέσα από τους Ευρωπαϊκούς πολιτικούς σχηματισμούς.
          Για παράδειγμα, η Ελλάδα προτείνει την απευθείας εκλογή του προέδρου της Ε.Ε. από τους ευρωπαίους πολίτες με καθολική ψηφοφορία στις Ευρωεκλογές.
Είναι χαρακτηριστική η αντιμετώπιση της Ελληνικής πρότασης για απευθείας εκλογή του Προέδρου της Ε.Ε. από τους λαούς της Ευρώπης εκ μέρους του επικεφαλής της Συντακτικής Συνέλευσης Βαλερί Ζισκάρ Ντεστέν, ο οποίος τη χαρακτήρισε ως «μη ρεαλιστική επί του παρόντος» προσθέτοντας ότι «πιθανώς να γίνει πραγματικότητα σε 50 χρόνια» 50.
Στο ζήτημα αυτό, την θέσπιση της θέσης του προέδρου της Ε.Ε. ζητούν οι ισχυρές χώρες της Ε.Ε. μαζί με τη Σουηδία και τη Δανία ενώ οι μικρότερες χώρες αντιμετωπίζουν το θέμα με σκεπτικισμό.
          Εξάλλου, η βασική κριτική που έχει ασκηθεί στην πρόταση για καθιέρωση θέσης προέδρου του Ευρ. Συμβουλίου προέρχεται από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής51: οι αντιδράσεις οφείλονται στον φόβο ότι θα συγκεντρωθεί υπερβολική εξουσία σε ένα μόνο πρόσωπο και θα υπάρξει σύγκρουση με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Γενικότερα υπάρχει ο φόβος ότι, με την ενίσχυση των εξουσιών του Προέδρου της Ε.Ε., ο Πρόεδρος της Ευρ. Επιτροπής θα υποβιβαστεί σε υπηρεσιακό παράγοντα ο οποίος θα χειρίζεται μόνο πρακτικά ζητήματα





50 Για μια συνολική εκτίμηση επί των προτάσεων της Συντακτικής Συνέλευσης για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το «Κολλέγιο» των Επιτρόπων βλ. τα κείμενα εργασίας των Ντ’ Εστέν, Αμάτο, Λυκ Ντεάν που δημοσιεύτηκε στον ευρωπαϊκό τύπο («Ελευθεροτυπία»
02/12/2003, σελ. 14 και 11/12/2003, σελ. 18). Βλ. δηλώσεις του Βαλερύ Ζισκάρ Ντ’ Εστέν στην Αθήνα στον Ελληνικό ημερήσιο τύπο της 27/05/2003.
51Συνέντευξη Τύπου του Ρομάνο Πρόντι στην Αθήνα στις 28/05/2003 με θέμα το Σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης. Βλ. τον Ελληνικό ημερήσιο τύπο στις 29/05/2003.


γραφειοκρατικού χαρακτήρα. Με τον τρόπο αυτό, το αποτέλεσμα θα είναι να υποσκαφθεί ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και να εκπέσει σε
ένα είδος γραμματείας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, προλειαίνοντας το έδαφος για τη δημιουργία Διευθυντηρίου.
        Και στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται ότι – αντί να στραφεί η Ε.Ε. προς την ενίσχυση της ανεξαρτησίας  της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως φεντεραλιστικού οργάνου – τελικά οδηγείται στην εξύψωση ενός διακρατικού θεσμού, του Ευρ. Συμβουλίου, και στην αναπαραγωγή των 25 εθνικών κυβερνήσεων με την εικόνα ενός Ευρωπαϊκού Υπερκράτους με μια τεράστια και αδιαφανή γραφειοκρατία.
γ) Σύνδεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΚΕΠΠΑ.
         Η Συντακτική Συνέλευση με τις προτάσεις της επιχείρησε να καλύψει 2 κενά που υπάρχουν στις ιδρυτικές Συνθήκες της Ε.Ε. κάτι το οποίο γίνεται με την άσκηση καθηκόντων εκπροσώπου της ΚΕΠΠΑ από τον Πρόεδρο του Ευρ. Συμβουλίου και με την θέσπιση του αξιώματος του Υπουργού Εξωτερικών της Ε.Ε. και Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
·         Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ασκεί τα καθήκοντα της εκπροσώπησης διεθνώς της Ε.Ε. (Άρθρο Ι-21) με βάση το σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης. Η Συντακτική Συνέλευση με τον τρόπο αυτό θέτει και επίσημα την ΚΕΠΠΑ κάτω από την σκέπη της Ε.Ε. και της αποδίδει εκπροσώπηση σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Δημιουργείται, επομένως, μια εικόνα «επισημοποίησης» της κοινής εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. που διαφέρει, ωστόσο , σε σχέση με την ΟΝΕ : δηλαδή για την ενιαία και κοινοτικοποιημένη οικονομική και νομισματική πολιτική δεν υπάρχει εκπρόσωπος της Ε.Ε. αλλά για την μη - κοινοτικοποιημένη ΚΕΠΠΑ υπάρχει ο ίδιος ο επικεφαλής της Ε.Ε.. Επιπλέον, πρόκειται για μια ΚΕΠΠΑ όπου στις ενισχυμένες συνεργασίες οι αποφάσεις λαμβάνονται με ενισχυμένη πλειοψηφία αλλά υπάρχει δικαίωμα βέτο για θέματα ζωτικού ενδιαφέροντος, εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον διακυβερνητικό της χαρακτήρα.
·          Δημιουργείται, εξάλλου, η διπλή θέση του Υπουργού Εξωτερικών της Ε.Ε., αρμοδίου για θέματα ΚΕΠΠΑ, ο οποίος θα είναι ταυτόχρονα Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Γίνεται, με τον τρόπο αυτό, διασύνδεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Κορυφής με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αυτών των δύο οργάνων με την ΚΕΠΠΑ. Επιπλέον, ο αντιπρόεδρος της Ευρ. Επιτροπής λειτουργεί ως εντολοδόχος του Ευρ. Συμβουλίου (Άρθρο Ι-27). Δεδομένου ότι το  Ευρ. Συμβούλιο προτείνει τον πρόεδρο της Ευρ. Επιτροπής και, επιπλέον, μπορεί να απαλλάξει τον αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τα καθήκοντα του δημιουργείται η εντύπωση ότι η Ευρ. Επιτροπή αποτελεί ένα παρακλάδι του Ευρ. Συμβουλίου. Άρα, ένα υπερεθνικό όργανο τίθεται κάτω από ένα διακυβερνητικό όργανο ενώ τα μέλη του, επιπλέον, διορίζονται από αυτό, εφόσον όλα τα μέλη της Ευρ. Επιτροπής προτείνονται από τις εθνικές κυβερνήσεις. Και σε αυτή την περίπτωση, επομένως, επικρατεί ο διακυβερνητικός χαρακτήρας, ο οποίος θα μπορούσε αμέσως να μετατραπεί σε ομοσπονδιακό χαρακτήρα εάν ο πρόεδρος του Ευρ. Συμβουλίου και επικεφαλής της ΚΕΠΠΑ, ο πρόεδρος και τα μέλη της Ευρ. Επιτροπής καθώς και ο Υπουργός Εξωτερικών της Ε.Ε. εκλέγονταν όλοι, άμεσα, από τον λαό και ήταν ανεξάρτητοι από τις εθνικές κυβερνήσεις, με τρόπο ώστε να υπηρετούν όχι το εθνικό αλλά το ευρωπαϊκό συμφέρον, με όρους θεσμικής ισοτιμίας. Αυτό, βέβαια, σημαίνει πως θα μειωνόταν εξαιρετικά η ισχύς επηρεασμού των εθνικών πολιτικών και οικονομικών προσωπικοτήτων και των κομμάτων τους ενώ θα αναδεικνύονταν προσωπικότητες της πνευματικής και πολιτιστικής Ευρώπης, όπως ήταν αρχικά το πραγματικό ζητούμενο του φεντεραλισμού. 
δ) Η σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
    Ενόψει της διεύρυνσης της Ε.Ε. το 2004, η Συντακτική Συνέλευση προτείνει να αλλάξει μετά την 01/11/2009 η σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και να ανατραπούν οι ρυθμίσεις της Νίκαιας που προέβλεπαν έναν Επίτροπο για κάθε κράτος.
    Το σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης προτείνει την δημιουργία ενός συστήματος 2 ταχυτήτων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή με υποχρεωτική εναλλαγή κατά «ισότιμο τρόπο». Πιο συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αποτελείται από την Commission (όπου θα ανήκουν Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος και 13 εναλλασσόμενοι Επίτροποι με χαρτοφυλάκιο και δικαίωμα ψήφου) και από το λεγόμενο «Κολλέγιο των Επιτρόπων» (με 10 μέλη άνευ χαρτοφυλακίου και δικαιώματος ψήφου). Όπως αναφέρεται, (άρθρο Ι-25), «κάθε διαδοχικό σώμα θα αντικατοπτρίζει με ικανοποιητικό τρόπο το δημογραφικό γεωγραφικό φάσμα του συνόλου των κρατών της Ε.Ε.».
Η ρύθμιση αυτή, ωστόσο, έχει προκαλέσει την αντίδραση των μικρών κρατών, τα οποία αντιδρούν συντασσόμενα με τον πρόεδρο της Ευρ. Επιτροπής Ρομάνο Πρόντι, ο οποίος δήλωσε το σχέδιο Συντάγματος «απειλεί την Ευρώπη με παράλυση, είναι απογοητευτικό, ούτε όραμα έχει, ούτε φιλοδοξία, δεν δίνει λύσεις, αν δεν αποτελεί και οπισθοδρόμηση».52     
        Οι αντιδράσεις του επικεφαλή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής53 συγκεντρώνονται και στην ρύθμιση της Συντακτικής Συνέλευσης που προβλέπει την εκλογή του προέδρου της Commission από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πρόταση που έχει διπλή ερμηνεία, θετική και αρνητική, ταυτόχρονα. Από την μια πλευρά, εκλαμβάνεται ως ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατά τον ίδιο τρόπο που σε ένα εθνικό κράτος η νομοθετική εξουσία εκλέγει τον πρόεδρο της. Από την άλλη πλευρά, εκλαμβάνεται πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή - σε αντίθεση με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο – είναι υπόλογη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Άρθρο Ι-26).
Η σωστή στάση, ασφαλώς, θα ήταν να είναι τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θεσμοί υπόλογοι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.



52 Βλ. δηλώσεις του Ρ. Πρόντι στις 28/05/2003 : ο πρόεδρος της Ευρ. Επιτροπής δήλωσε ότι η ενισχυμένη πλειοψηφία αποτελεί παράδειγμα της οπισθοδρόμησης του σχεδίου της Συντακτικής Συνέλευσης και ζήτησε την αναβάθμιση της «κοινοτικής μεθόδου» διότι θεωρεί ότι αυτή διαβρώνεται εξαιτίας της εντεινόμενης τάσης ν’ αποφασίζουν για όλα οι εθνικές κυβερνήσεις. Βλ. επίσης δηλώσεις στον ελληνικό ημερήσιο τύπο της 29/05/2003 καθώς και το «Μανιφέστο Πρόντι» στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» στις 04/03/2004 σελ. 14 – 18.
53Για μια καλύτερη συνεκτίμηση και γνωριμία με τις απόψεις Πρόντι βλ. ομιλία στο Ευρ. Κοινοβούλιο 3/10/2000 , δηλώσεις στο πρακτορείο Reuters 1/11/2000, συνέντευξη στην «La Stampa» 27/11/2000, συνέντευξη στο «ΒΗΜΑ» 7/1/2001, ομιλία στο Ευρ. Κοινοβούλιο 14/2/2001, ομιλία στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών στο Παρίσι 2/6/2001, συνέντευξη στη «El Pais» 27/2/2002, Κοινοβούλιο για το Σύνταγμα της Ε.Ε. 5/12/2002, συνέντευξη στην «Καθημερινή» 18/10/2002, ομιλία στο Ευρ. Κοινοβούλιο για το Σύνταγμα της Ε.Ε. 5/12/2002. Και ακόμη, αναφορικά με τις θέσεις του Ρομάνο Πρόντι, βλ. «Ελευθεροτυπία» 19/6/2003, «Ελεύθερο Τύπο» 19/9/2003 και δηλώσεις του στην Αθήνα σε «Βήμα» και «Ελευθεροτυπία» στις 2/12/2003.

         Ένα ακόμη παράδειγμα παρερμηνειών που παρατηρούνται στην διπλωματική διαπραγμάτευση ανάμεσα στα μεγάλα και στα μικρά κράτη καθώς
και ανάμεσα στους υποστηρικτές της ομοσπονδιακής και της διακυβερνητικής τάσης είναι η κατάργηση της εκ περιτροπής εξάμηνης προεδρίας της Ε.Ε.. Κανονικά, τα μικρότερα κράτη θα έπρεπε να τάσσονται υπέρ της ενίσχυσης των ομοσπονδιακών αντιλήψεων που, προφανώς, τα συμφέρει ειδικά σε θέματα υψηλής πολιτικής, όπως π.χ. η κοινή άμυνα. Όταν, όμως, βλέπουν τις θεσμικές αλλαγές που ετοιμάζονται για το μέλλον της Ευρώπης να εκτρέπονται και να καταλήγουν στην ενίσχυση των ισχυρών κρατών σε υπερβολικό βαθμό, είναι φυσιολογικό να αντιτάσσονται και στην πιο λογική μεταρρύθμιση.
Ειδικά για την εναλλασσόμενη προεδρία, η λογική λέει πως – ενόψει της διεύρυνσης και με την προοπτική 25 εξαμηνιαίων εναλλαγών – θα έπρεπε να είναι όλα τα κράτη σύμφωνα. Βλέποντας, όμως, τις θεσμικές αλλαγές που προωθούνται γενικότερα, φοβούνται πως δεν θα ασκήσουν εξουσίες στην προεδρία της Ε.Ε. και ότι θα μείνουν εκτός κοινοτικών οργάνων, οπότε υπερασπίζονται έναν αποτυχημένο θεσμό διακυβερνητικού χαρακτήρα.
Τα ισχυρά κράτη, παράλληλα, σε πολλές περιπτώσεις, καταλαμβάνουν τα σημαντικά χαρτοφυλάκια και τις πιο καλές θέσεις στην Ε.Ε. και, επιπλέον, επιχειρούν να βελτιώσουν τις ψήφους τους στα Συμβούλια μέσω της ενισχυμένης πλειοψηφίας.
 Επιγραμματικά, αμέσως μετά την κατάθεση των προτάσεων της Συντακτικής Συνέλευσης τον Ιούνιο του 2003 προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Χαλκιδικής έγινε αντιληπτό πως η διαπραγμάτευση εντοπιζόταν πλέον στο σημείο όπου ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκαν οι θεσμικές αλλαγές στα όργανα της Ε.Ε. βρέθηκε πέρα από την λογική της ισότιμης αντιμετώπισης των κρατών της Ε.Ε., με αποτέλεσμα να  προκαλέσει διχασμό ανάμεσα στους υποστηρικτές της ομοσπονδιακής τάσης.

Στο επόμενο κεφάλαιο θα δούμε ποια διπλωματική στρατηγική υπαγόρευσε τις κινήσεις54  των κρατών της Ε.Ε. στο διάστημα των 12 μηνών που ακολούθησαν ώστε να εγκριθεί κατ’ αρχήν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου του 2004 στις Βρυξέλλες το κείμενο του Ευρωπαϊκού Συντάγματος.
           Ακόμη, θα εντοπιστούν και θα αναλυθούν οι διαφοροποιήσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου από την Συντακτική Συνέλευση.
   


54Για την διασύνδεση των πολιτικών συστημάτων Γερμανίας – Γαλλίας – Ην. Βασιλείου με τις προτάσεις της Συντακτικής Συνέλευσης βλ. το άρθρο του  Ν. Μούση με τίτλο «Ποιος θα κυβερνά την Ευρώπη» στο «Βήμα» της 02/02/2003, σελ.57. Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει την συνύπαρξη των 2 προέδρων ως «Σολομώντεια λύση» με το επιχείρημα ότι για να είναι λειτουργική μια ομοσπονδία χρειάζεται μια ισχυρή κεντρική εξουσία και όχι δυο διαιρεμένα κέντρα αποφάσεων. Βλ. παράρτημα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Η ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΣΤΗΝ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ.

Στην διπλωματική διελκυστίνδα που αναπτύχθηκε γύρω από τις προτάσεις της Συντακτικής Συνέλευσης προς την Διακυβερνητική Διάσκεψη το διάστημα Οκτωβρίου 2003 έως Ιουνίου 2004 διαμορφώθηκαν, διάφορες ομαδοποιήσεις που είναι δύσκολο να καταταγούν υπό τους όρους του ομοσπονδιακού ή του διακυβερνητικού προτύπου αποκλειστικά και μόνο. Τα «στρατόπεδα» που σχηματίστηκαν δεν ήταν περιχαρακωμένα αλλά σημειώθηκαν μετακινήσεις, ανάλογα με το κάθε ζήτημα που τέθηκε προς διαπραγμάτευση. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρατηρήθηκε μια διάσπαση στους κόλπους του φίλο – ομοσπονδιακού μπλοκ δυνάμεων ενώ για πρώτη φορά τα μικρότερα κράτη συνασπίστηκαν κατά των ισχυρών ενώ, την ίδια στιγμή, Γερμανία και Γαλλία προωθούσαν την διμερή τους ένωση.
Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, ως επικεφαλής των κρατών που θέλουν να υπερασπιστούν την διακυβερνητική δομή της Ε.Ε., αναπροσάρμοσε την τακτική της για διαπραγματευτικούς λόγους αλλά και επειδή υπάρχουν πραγματικές αιτίες επανεκτίμησης της στάσης της. Τους λόγους που υπαγόρευσαν την διπλωματική στρατηγική των κρατών αυτών θα ανιχνεύσουμε στην συνέχεια και κατόπιν θα εξετάσουμε τις αποφάσεις της ΔΚΔ και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών της 18/06/2004.

Α. Η διπλωματική στρατηγική Γερμανίας – Γαλλίας.
Η δημιουργία και η εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και η διαμόρφωση, σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο, των δύο μοντέλων που ερμηνεύουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι άμεσα συνυφασμένες με την λειτουργία του γαλλογερμανικού άξονα και την στρατηγική που έχουν ακολουθήσει διαχρονικά οι δύο χώρες στο διπλωματικό επίπεδο.
Για να κατανοηθεί καλύτερα η διπλωματική στρατηγική της Γερμανίας και της Γαλλίας στις διαπραγματεύσεις για την Συντακτική Συνέλευση και, για την ΔΚΔ του 2004 καθώς και για την μελλοντική προοπτική της Ευρώπης είναι χρήσιμο να υπογραμμιστεί κατ’ αρχάς ο ρόλος που διαδραματίζουν τα παραδοσιακά πολιτικά συστήματα των 2 κρατών καθώς και ο συναγωνισμός εντός του γαλλογερμανικού άξονα για την ηγεμονία στην Ε.Ε. μετά την επικείμενη διεύρυνση. Αυτοί οι δύο παράγοντες κρύβονται πίσω από την αντιπαραβολή του ομοσπονδιακού και του διακυβερνητικού προτύπου στην θεωρία και στην πράξη.
1.   Ο ρόλος των πολιτικών συστημάτων.
Α) Γαλλία.
    Το γεγονός ότι η Γαλλία έχει ημιπροεδρικό πολίτευμα όπου υπάρχει συγκατοίκηση Προέδρου και Πρωθυπουργού έχει ως αποτέλεσμα να προτείνει και για την Ευρωπαϊκή Ένωση ένα σχήμα δικέφαλης εξουσίας που να συνίσταται στην κοπή της εκτελεστικής εξουσίας στα δύο. Επειδή στο γαλλικό πολίτευμα οι εξουσίες συγκεντρώνονται κυρίως στο πρόσωπο του Προέδρου, η Γαλλία προτείνει (μέσω του Β. Ζ. Ντ’ Εστέν) την θέσπιση του αξιώματος του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Κορυφής.
Για να έχει, ωστόσο, και τον διοικητικό μηχανισμό στην διάθεση του (όπως συμβαίνει με τον πρωθυπουργό της χώρας) η Γαλλία προτείνει την ταυτόχρονη συνύπαρξη του Προέδρου της Ε.Ε. με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος θα εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Γενικότερα το γαλλικό πολίτευμα βρίσκεται ανάμεσα στο ρεπουμπλικανικό μοντέλο της προεδρικής δημοκρατίας και στο κοινοβουλευτικό μοντέλο της προεδρευόμενης δημοκρατίας. Από αυτόν τον συμβιβασμό προέρχεται και το γεγονός ότι η Γαλλία κινείται παραδοσιακά στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ομοσπονδία και στον διακυβερνητισμό. Για τον ίδιο λόγο, όλες οι γαλλικές προτάσεις (Ντε Γκωλ, Μιττεράν, Ντελόρ, Ντε’ Εστέν, Σιράκ) σε θεωρητικό επίπεδο βρίσκονται συντεταγμένες κάτω από τον τίτλο «διακυβερνητική προσέγγιση» και στην πράξη κάτω από τον τίτλο «κοινοτική μέθοδος». Και με βάση αυτή τη λογική, ζητά να λάβει η Ε.Ε. μια μορφή Ένωσης Εθνών – Κρατών με έναν Πρόεδρο γαλλικού τύπου και έναν Πρόεδρο της Commission με καθήκοντα, ουσιαστικά, πρωθυπουργού – επικεφαλής του διοικητικού μηχανισμού της Ε.Ε..
Β) Γερμανία.   
 Το γεγονός ότι η Γερμανία έχει ομοσπονδιακό σύστημα οργάνωσης του κράτους της και η χώρα αποτελείται από ομόσπονδα κρατίδια (που έχουν τοπική κυβέρνηση και κοινοβούλιο) επηρεάζει ανέκαθεν την διπλωματική της στρατηγική. Επειδή στο γερμανικό Ομόσπονδο Κράτος οι εξουσίες συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του Προέδρου, ο οποίος ταυτόχρονα είναι και Καγκελάριος, δηλ. ασκεί καθήκοντα πρωθυπουργού και είναι επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, η Γερμανία προτείνει ένα παρόμοιο σύστημα για την οργάνωση της Ε.Ε.. Επιπλέον, δίνει έμφαση στην έννοια της επικουρικότητας, κάτι που εξηγείται ακριβώς διότι την εφαρμόζει στις σχέσεις της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης με τα κρατίδια και τις τοπικές αρχές.
 Γενικότερα, η Γερμανία ζητά55 να αποκτήσει η Ε.Ε. πολιτική διεύρυνση και ισχυρή εκτελεστική εξουσία, η οποία να υπόκειται στον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να έχει αυστηρά καθορισμένες αρμοδιότητες σε διοικητικό επίπεδο. Η ομοσπονδιακή αντίληψη διαπνέει διαρκώς τις γερμανικές θέσεις για την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση : ειδικά τα τελευταία χρόνια, ξεχωρίζει η τοποθέτηση του Χέλμουτ Κολ για την Πολιτική Ένωση της Ευρώπης56 κατά την ΔΚΔ του 1996.
Υπάρχουν, βέβαια, διαφορετικές αποχρώσεις των γερμανικών θέσεων αλλά, επί της ουσίας, τους Γερμανούς πολιτικούς και τα πολιτικά κόμματα διακατέχει σύμπνοια στη σημερινή συγκυρία αλλά και παλαιότερα.
Ο Γκέρχαρντ Σρέντερ θέτει ως στόχο «να ενσαρκώνει η ομοσπονδιακή Ε.Ε. ένα ορισμένο κοινωνικό και πολιτισμικό πρότυπο, το οποίο να διαφοροποιείται από την κοινωνία της αγοράς και να μην αρθρώνεται μόνο με οικονομικούς όρους»57. Περισσότερο συντηρητική η εκτίμηση του


55 Επιστολή του Γερμανού Υπ. Εξ. Φίσερ προς την Συντ. Συνέλευση, εφημερίδα «Το Βήμα», 14/05/03.
56 Βλ. Δηλώσεις Χέλμουτ Κολ στο Μόναχο , στην 33η Διάσκεψη για την Ασφάλεια στη Ευρώπη, στις 5 και 06/02/1996, εφημερίδες «Ελευθεροτυπία», «Καθημερινή».
57 Συνέντευξη Γκέρχαντ Σρέντερ την 01/05/2001


 Έντμουντ Στόιμπερ, ηγέτη της αντιπολίτευσης : «Η Ευρώπη χρειάζεται   Σύνταγμα που δεν θα οδηγήσει στην ομοσπονδία αλλά σε ένα ιδιότυπο υπερεθνικό μόρφωμα το οποίο θα εξακολουθήσει και στο μέλλον να αποτελείται από εθνικά κράτη».
Προφανώς, οι διαφοροποιήσεις οφείλονται στις κομματικές ανάγκες διότι, κατά τα λοιπά, την πραγματική φιλοσοφία της γερμανικής στρατηγικής για την Ευρώπη μετά την διεύρυνση εκφράζουν οι 2 εκθέσεις των κομμάτων CDUCSU (LamersSchaeuble) το 1994-1995.
Στις 2 αυτές εκθέσεις58 καταγράφονταν για πρώτη φορά η πρόταση «να καταρτιστεί ένα συνταγματικό κείμενο, το οποίο θα εμπνέεται από το ομοσπονδιακό πρότυπο ολοκλήρωσης και θα ορίζει τις θεμελιακές αξίες που στηρίζουν την Ε.Ε.».Οι συντάκτες του κειμένου πρότειναν την θεσμοποίηση της ιδέας της «μεταβλητής γεωμετρίας», την ανάδειξη ηγετικού πυρήνα στην Ε.Ε., την κατάργηση του δικαιώματος βέτο, την επέκταση της λήψης αποφάσεων με ενισχυμένη πλειοψηφία και την προώθηση της Κοινής Άμυνας της Ε.Ε.. Τα κείμενα αυτά είναι αποκαλυπτικά για την γερμανική αντίληψη που κυριάρχησε έκτοτε στον δημόσιο διάλογο για τα ευρωπαϊκά θέματα και επηρεάζουν έως και σήμερα την συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.
Η βασική φιλοσοφία τους είναι πως, εάν τα μέτρα που προτείνουν δεν υιοθετηθούν από την Ε.Ε., τότε θα δημιουργηθεί «κενό εξουσίας» στην Κεντρική Ευρώπη που θα κλιθεί να καλύψει η Γερμανία, ασκώντας πολιτική ηγεμονισμού.
2.Ο Γαλλογερμανικός άξονας.     
Η θεωρία των διεθνών σχέσεων έχει καλύψει πλήρως το ζήτημα της λειτουργίας του άξονα Γερμανίας – Γαλλίας και της άμεσης επιρροής του 



58 Βλ. την υποσημείωση 22 καθώς και την συνέντευξη του Karl Lamers στον δημοσιογράφο Τάσο Τέλλογλου, εφημερίδα «ΝΕΑ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ», 7/11/1994. Ενδεικτική είναι και η έκθεση των Γερμανών ευρωβουλευτών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος RinschePfeiffer.





     στην Ευρωπαϊκή Ενοποίηση59. Ωστόσο, ο συναγωνισμός εντός του άξονα
Βερολίνου – Παρισίου για την πολιτική και οικονομική ηγεμονία στην Ευρώπη των 25 ερμηνεύει και τις θέσεις των 2 κρατών απέναντι στο ζήτημα της ομοσπονδιακής και της διακυβερνητικής προσέγγισης.
Εν όψει της επικείμενης διεύρυνσης της Ε.Ε., η Γερμανία επιδιώκει να αξιοποιήσει την πληθυσμιακή της υπεροχή, την οικονομική της ισχύ και τις παραδοσιακές της σχέσεις με τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ενώ η Γαλλία ζητά την διανομή της ηγεμονίας. Με τον τρόπο αυτό,  εξηγείται γιατί η Γερμανία επιδιώκει σταθερά να τεθεί στην πρωτοπορία της Ε.Ε. ενώ, αντίθετα, η Γαλλία επιδιώκει την διατήρηση της επιρροής των εθνικών κρατών.
Στην διαπραγμάτευση για το σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης και στην ΔΚΔ εκδηλώθηκε για μια ακόμη φορά ο γαλλογερμανικός άξονας, υποβάλλοντας κοινές προτάσεις για το μέλλον της Ευρώπης όπου το κοινό σημείο υπήρξε η επέκταση των ψηφοφοριών για την λήψη αποφάσεων με ενισχυμένη πλειοψηφία60. Κυρίως, όμως, ο γαλλογερμανικός άξονας λειτουργεί ως όχημα για να πιέσει διαπραγματευτικά τα υπόλοιπα κράτη της Ε.Ε. προς την κατεύθυνση της ενοποίησης και να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις στα θεσμικά ζητήματα που επιθυμεί.
     Στην  διαπραγμάτευση για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα αυτό έγινε με 2            μεθόδους :
α)με την απειλή της Γαλλίας ότι, εάν δεν γίνουν αποδεκτές οι γαλλικές θέσεις, θα προβάλλει συνολικό βέτο και θα ενεργοποιήσει  τον «συμβιβασμό του Λουξεμβούργου», κάτι που μεταφράζεται σε μπλοκάρισμα όλων των αποφάσεων στην ΔΚΔ του 2004 και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής και  β)με την απειλή ότι Γερμανία και Γαλλία θα προχωρήσουν σε διμερή


59 Για τις πολιτικές και οικονομικές πτυχές των σχέσεων Γερμανίας – Γαλλίας βλ. την συζήτηση με θέμα «ποιος είναι ο ρόλος του γαλλογερμανικού άξονα στην διευρυμένη Ευρώπη» των Π. Καζάκου και Επαμ. Μαριά στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» 29/03/2003 σελ. 32-34.
60 Βλ. κοινή δήλωση της γαλλογερμανικής Συνόδου Κορυφής στις 23/11/2001. Για τις προτάσεις Σρέντερ – Σιράκ, «Ποια κυβέρνηση για την Ευρώπη», στον «οικονομικό Ταχυδρόμο» 25/1/2003.

γαλλογερμανική ένωση.61 Μάλιστα, η εικόνα που δημιουργείται – λόγω της ταχύτητας των εξελίξεων – είναι πως η Γερμανία και η Γαλλία απειλούν ότι εάν δεν προχωρήσουν οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις της Συντακτικής Συνέλευσης, τότε θα προχωρήσουν μόνες στην συγκρότηση  του λεγόμενου «σκληρού πυρήνα». Επιπλέον, χρησιμοποιούν ένα ακόμη τακτικό όπλο,            την σχέση τους με το Ηνωμένο Βασίλειο, προκειμένου να προωθήσουν τις αντιλήψεις τους      για το σκοπό αυτό από τον Οκτώβριο του 2003 που ξεκίνησε η ΔΚΔ  : α)προχώρησαν                  στην σύγκλιση 3 Τριμερών Διασκέψεων Γερμανίας – Γαλλίας – Ηνωμένου Βασιλείου             μέσα στο τελευταίο έτος62 για να χαράξουν κοινή στρατηγική. Τελικά, κατέληξαν στην υποβολή κοινής πρότασης  για την θέσπιση αξιώματος Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής                με ευθύνη για ζητήματα Οικονομίας, Βιομηχανίας και Παιδείας.


61 Την ιδέα για μια ένωση Γερμανίας – Γαλλίας είχαν το 2001 οι Πασκάλ Λαμύ, Ντομινίκ Στρος – Καν, Ανρί Ναλέ, Ζαν Νοέλ Ζανενέ. Βλ. άρθρο των Henri de Bresson και Arnaud Leparmentier στο «Βήμα» 13/11/2003. Από τον Ιανουάριο του 2002 οι Γκύντερ Φερχόιγκεν, Ντομινίκ Στρος – Καν, Πασκάλ Λαμύ αναβάθμισαν τις άτυπες γαλλογερμανικές συναντήσεις κορυφής και δημιούργησαν ομάδες εργασίας για να προχωρήσουν σε διμερή ένωση των 3 κρατών. Οι  συζητήσεις εντάθηκαν με την αποστολή του Ζακ Σιράκ για να αντιπροσωπεύσει επισήμως τον Γκέρχαρντ Σρέντερ σε Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε.. Όπως έχει διαρρεύσει στον διεθνή τύπο στα μέσα του 2003, τα σχέδια Γερμανίας – Γαλλίας προβλέπουν: γαλλογερμανική συνομοσπονδία , κοινή οντότητα με έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, κοινή αντιπροσώπευση σε Συνόδους Κορυφής της Ε.Ε., κοινές πρεσβείες σε τρίτες χώρες, συνεργασία κοινοβουλίων, εναρμόνιση δικαστικών συστημάτων και ίδρυση Γενικής Γραμματείας γαλλογερμανικής συνεργασίας. Βλ. και το άρθρο του Παν. Ιωακειμίδη με τίτλο «Ο σκληρός πυρήνας Γαλλίας – Γερμανίας» στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 27/11/2003.
62  Οι Τριμερείς Διασκέψεις Γερμανίας – Γαλλίας – Ηνωμένου Βασιλείου έγιναν στις 27/09/2003, στις 12/12/2003 και στις 18/02/2004 και είναι γνωστές ως « Τρόϊκα » ή ως « The Big Three ». Βλ. «Βήμα» 19/02/2004, «Οικονομικό Ταχυδρόμο» 12/02/2004 και «Ελευθεροτυπία» 29/06/2003, 23/01/2004, 25/01/2004, 19/02/2004.


Οι διασκέψεις αυτές επικρίθηκαν ότι επιχειρούν τη νομιμοποίηση «Διευθυντηρίου», χαρακτηρισμό και κατηγορία που οι 3 συμμετέχουσες χώρες απέρριψαν,
β) προχώρησαν, παράλληλα, στην άσκηση πίεσης προς το Ηνωμένο Βασίλειο απειλώντας την με έξοδο από την Ε.Ε. αν δεν επικυρώσει το νέο Σύνταγμα στο επικείμενο δημοψήφισμα.
Γίνεται, επομένως, σαφές ότι το Ηνωμένο Βασίλειο κατέχει ιδιαίτερο ρόλο στις διεργασίες που αφορούν τις διαπραγματεύσεις για το Σύνταγμα της Ε.Ε..

Β. Η Διακυβερνητική στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου και η ειδική του σχέση με τις Η.Π.Α..
      Το Ηνωμένο Βασίλειο, αν και παραμένει ο τρίτος πόλος στο τρίγωνο Βερολίνου – Παρίσι – Λονδίνο, επηρεάζει ελάχιστα με δικές του προτάσεις την διαπραγμάτευση για το νέο Σύνταγμα της Ε.Ε. και τηρεί ανέκαθεν μια αμυντική στάση.
      Για δεκαετίες το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει σταθερό στην υπεράσπιση του όρου «Διακυβερνητική Συνεργασία – Intergovernmental Cooperation» και (για λόγους εθνικής πολιτικής και πολιτισμικής παράδοσης) αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως ένα οργανισμό όπου κατά περίπτωση και κατ’ επιλογήν το ίδιο επιλέγει να συμμετέχει όποτε το κρίνει ως συμφέρον.63
      Στις διαπραγματεύσεις της Συντακτικής Συνέλευσης και της Διακυβερνητικής Διάσκεψης το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν η χώρα που απέρριψε παντελώς κάθε χρήση της λέξης «Ομοσπονδία» με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη δημιουργία μιας υπερσυγκεντρωτικής κεντρικής κυβέρνησης (επιχείρημα που τελικά απέδωσε, αφού ο όρος αφαιρέθηκε).
     Εκείνο που ενδιαφέρει, σε αυτό το σημείο, είναι πως στη στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου τον τελευταίο χρόνο έχει υπάρξει μια ριζική μετατόπιση προς την κατεύθυνση της συνδιαμόρφωσης των εξελίξεων μαζί με τον Γαλλογερμανικό άξονα.
     Αν και αρχικά το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετείχε σχεδόν καθόλου στην υποβολή προτάσεων στη Συντακτική Συνέλευση, αρκούμενοι στην απορριπτική στάση,64  σταδιακά μετάβαλε στάση.
     Η καινούρια θέση του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως εκφράστηκε από τον Πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ,65 τάσσεται υπέρ ενός «Συντάγματος της Ε.Ε. για Εθνικά Κράτη».
     Στο ζήτημα της σχέσης ομοσπονδίας και διακυβερνητισμού η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι πως «το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τις διακυβερνητικές συνεργασίες με στόχο την εξασθένιση των Ευρωπαϊκών θεσμών αλλά να αναγνωρίσει ότι η Ευρώπη είναι και πρέπει να παραμείνει μια συμμαχία της ευρωπαϊκής κυβέρνησης με τις εθνικές». 



63 Για την άντληση συμπερασμάτων για την Βρετανική πολιτική στα Ευρωπαϊκά ζητήματα είναι χρήσιμη η μελέτη των πρακτικών της συζήτησης John MajorTony Blair στο Βρετανικό Κοινοβούλιο στις 01/03/1995 για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του Ηνωμένο Βασιλείου.

64 Είναι χαρακτηριστικό ότι η εκπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου στη Συντακτική Συνέλευση G. Stuart  (με άρθρο της στην εφημερίδα «Guardian» με τίτλο «Πρέπει να το σχίσουμε και να ξεκινήσουμε εξαρχής» στις 17/12/2003) πρότεινε να εγκαταλειφθεί ολοσχερώς το σχέδιο Συντάγματος και να αρχίσει όλη η διαδικασία από μηδενική βάση.
65 Βλ. δηλώσεις του Tony Blair στο «ΒΗΜΑ» 30/11/2002, σελ. 59 και, ακόμη, στην «Ελευθεροτυπία» 21/06/2004, σελ. 13.

      Εκτός από αυτό το άκρως αποκαλυπτικό πνεύμα από γενικής απόψεως, σε πιο συγκεκριμένα ζητήματα η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι πως επιθυμεί έναν Πρόεδρο της Ε.Ε. που «απλώς θα προεδρεύει»  : η στάση αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου ερμηνεύεται, κατά τη γνώμη μας, από το πολιτικό του σύστημα της βασιλευόμενης δημοκρατίας  που δεν έχει ούτε καν γραπτό Σύνταγμα. Επιβεβαιώνεται, επομένως, και πάλι η άποψη ότι ο ρόλος των πολιτικών συστημάτων στο εσωτερικό της χώρας είναι κυρίαρχος στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και τις ευρωπαϊκές, εξωτερικές της υποθέσεις.
     Ακόμη πιο ειδικά, πάντως, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει δεχθεί το τελευταίο διάστημα ότι «υπάρχουν σοβαροί λόγοι που υπαγορεύουν την ενίσχυση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και την επέκταση της λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία». Η αλλαγή αυτή στην ευρωπαϊκή στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου πιθανόν να οφείλεται στην ειδική του σχέση μεταπολεμικά με τις Η.Π.Α. : το γεγονός ότι οι περισσότερες χώρες της Ε.Ε. μετά την διεύρυνση βρίσκονται κάτω από την επιρροή των Η.Π.Α. σημαίνει πως θα αποτελούν την πλειοψηφία και, άρα, το «φίλο-ατλαντικό» μπλοκ θα επωφεληθεί από το νέο θεσμικό σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας.
    Το Ηνωμένο Βασίλειο επιθυμεί ταυτόχρονα να βρεθεί επικεφαλής της φιλοαμερικάνικης ομάδας κρατών εντός της Ε.Ε. και να συμμετέχει στον ηγετικό πυρήνα, επηρεάζοντας από μέσα την πολιτική της Ε.Ε..
    Η ύπαρξη ισχυρού ευρωσκεπτικιστικού ρεύματος στο Ηνωμένο Βασίλειο που τάσσεται κατά της Ε.Ε. και ζητάει εθνική ανεξαρτησία είναι ένας ακόμη παράγοντας που αναμένεται να επηρεάσει το δημοψήφισμα για το νέο Σύνταγμα της Ε.Ε. και την ένταξη στην Ο.Ν.Ε..
     Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί πως είναι οξύμωρο το φαινόμενο ύπαρξης στο Ηνωμένο Βασίλειο εθνικιστών που με πατριωτική ρητορική τάσσονται κατά της Ε.Ε. αλλά όχι και κατά των Η.Π.Α.
      Εντός του ευρωπαϊκού ευρωσκεπτικιστικού κινήματος, ωστόσο, υπάρχουν και ευρωσκεπτικιστές φιλοευρωπαϊστές που πιέζουν για μια Ε.Ε.  φεντεραλιστικής κατεύθυνσης  και εμφανίζονται κυρίως στις μικρότερες χώρες.

Γ. Ο συνασπισμός των μικρών κρατών.
     Στο πεδίο των θεσμικών μεταρρυθμίσεων για την μελλοντική λειτουργία της Ε.Ε. εκτός από την σύγκρουση φιλοευρωπαίων –αντιευρωπαίων εντός του κινήματος του ευρωσκεπτικισμού, υπάρχει και ένας ακόμη διαχωρισμός εντός του ομοσπονδιακού στρατοπέδου.
      Οι ρωγμές που σημειώνονται ανάμεσα στους υποστηρικτές του ομοσπονδιακού προτύπου εκδηλώνονται μεταξύ του γαλλογερμανικού άξονα από τη μια πλευρά και περίπου 15 μικρότερων κρατών από την άλλη. 
Με πρωτοβουλία του Λουξεμβούργου εμφανίστηκε εντός του 2003 για πρώτη φορά μια ομάδα κρατών της Ε.Ε. που επιχείρησε να συντονίσει την διπλωματική της στρατηγική, προκειμένου να διαμορφώσει μια ενιαία στάση απέναντι στις θεσμικές προτάσεις της Συντακτικής Συνέλευσης.

      Στην ομάδα αυτή που έγινε γνωστή ως «Σύνοδος των 7 νάνων»,   ανήκουν66 :
Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ολλανδία, Αυστρία, Πορτογαλία, Ιρλανδία και Φιλανδία (εκ των οποίων οι 4 πρώτες ανέκαθεν είχαν φίλο – ομοσπονδιακή τοποθέτηση).
Μια ακόμη ομάδα 15 κρατών67 συγκεντρώθηκαν στην Βιέννη και, με κοινή απόφασή τους, κατήγγειλαν ότι απειλούνται στην Συντακτική Συνέλευση «με διαδικασίες σκληρές και όχι διπλωματικές» για να μην φέρουν αντιρρήσεις.
Οι 3 αυτές άτυπες διασκέψεις έγιναν εκτός του επισήμου πλαισίου της Ε.Ε. αλλά σε κορυφαίο διπλωματικό επίπεδο και επισημοποιήθηκαν με την αποστολή προς την Συντακτική Συνέλευση κοινής επιστολής από  15 κράτη της Ε.Ε. – με επικεφαλής την Ισπανία – και με κύριο αίτημα την διαιώνιση του συστήματος ψηφοφοριών της Συνθήκης της Νίκαιας. Οι χώρες αυτές διαφώνησαν με την εκ νέου τροποποίηση της Συνθήκης της Νίκαιας ως προς το σημείο της επέκτασης της «αρχής της ενισχυμένης πλειοψηφίας» στην λήψη των αποφάσεων : π.χ. η Ισπανία επιθυμούσε να διατηρήσει το ισχύον καθεστώς που προέκυψε μετά τη Νίκαια διότι της έδινε αναλογικά περισσότερες ψήφους από ότι δικαιολογεί ο πληθυσμός της. Ισπανία και Πολωνία θεωρούσαν ότι έπρεπε να διατηρηθούν οι ρυθμίσεις της Νίκαιας επειδή τις ευνοούσε το πληθυσμιακό κριτήριο. Η άρνηση τους να δεχθούν68 συμβιβαστική λύση οδήγησε στα τέλη του 2003 στην αποτυχία των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων Νάπολης και Βρυξελλών. Σε αυτές τις 2 Συνόδους Κορυφής συμφωνήθηκε ότι προς το παρόν θα ισχύουν οι προβλέψεις της Συνθήκης της Νίκαιας για την στάθμιση των ψήφων (σε αντίθεση με ό,τι ζητούσαν Γερμανία – Γαλλία) αλλά και ότι το όλο θέμα θα μετετίθετο για να συζητηθεί εξαρχής – αργότερα.
Εντός του 2004, ωστόσο, η κατάσταση – κατά την διάρκεια της Διακυβερνητικής Διάσκεψης – άλλαξε άρδην λόγω της μεταβολής της στάσης της Ισπανίας και της Πολωνίας ( για πολιτικούς, ενδοκυβερνητικούς λόγους ), κάτι το οποίο επέτρεψε να επιτευχθεί στις 18/06/2004 συμφωνία στο Συμβούλιο Κορυφής των Βρυξελλών για το σύστημα ψηφοφοριών και το νέο Σύνταγμα. 

  

66 Η άτυπη διάσκεψη των 7 κρατών έγινε στο Λουξεμβούργο, υπό τον πρωθυπουργό Ζακ Κλοντ Ζανκέρ, λίγες ημέρες πριν την Σύνοδο Κορυφής τον Μάιο του 2003 των Αθηνών. Βλ. δημοσιεύματα του ελληνικού τύπου.
67 Η σύνοδος της Βιέννης έγινε στις 28/05/2003 και η σύνοδος της Πράγας την 01/09/2003. Βλ. δημοσιεύματα του ελληνικού τύπου.
68  Στο πλαίσιο αυτό, στις αρχές του 2004, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία έλαβαν σαφή θέση εναντίον των 2 ταχυτήτων, της ανοιχτής πρωτοπορίας και του Διευθυντηρίου. Κατόπιν, στις 22/02/2004, μαζί με την Πολωνία, την Ολλανδία και την Εσθονία εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση με την οποία ζήτησαν «ισότητα μεταχείρισης στο εσωτερικό της Ε.Ε.» καθώς και «να εφαρμόζονται ισομερώς οι αποφάσεις». 


Δ. ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΚΔ 2004 ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ       ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΩΝ ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ.
   Ύστερα από 8 μήνες διαπραγματεύσεων στο διάστημα Οκτωβρίου 2003 – Ιουνίου 2004 η Διακυβερνητική Διάσκεψη για το νέο Σύνταγμα της Ε.Ε. ολοκληρώθηκε με την έγκριση του κειμένου από την Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών69.
Στο κείμενο, το οποίο αναμένεται να υπογραφεί έως το τέλος Οκτωβρίου 2004 και κατόπιν θα τεθεί υπό επικύρωση στα 25 κράτη της Ε.Ε. επιβεβαιώθηκε η απάλειψη των όρων «ομοσπονδία» και «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» ενώ παράμεινε η αναφορά στην «κοινοτική μέθοδο» ενοποίησης.
Συγκριτικά με τις προτάσεις Συντακτικής Συνέλευσης, η μεγάλη διαφορά είναι πως απαλείφθηκε η αναφορά (στο προοίμιο του Συντάγματος), πως το πολίτευμα της Ε.Ε. είναι η «δημοκρατία». Η απάλειψη  αυτής της αναφοράς δημιουργεί προβληματισμό αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι η επιχειρηματολογία που οδήγησε στην αφαίρεση αυτού του όρου : ειδικότερα, η Πορτογαλία έθεσε βέτο με το επιχείρημα ότι η «δημοκρατία» και ο κανόνας της πλειοψηφίας δεν είναι ο μοναδικός τρόπος λήψης των αποφάσεων στην Ε.Ε..
Εάν κρίνουμε, πάντως, με βάση το ιδεώδες το φεντεραλισμού, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη που συμμετέχουν στην ομοσπονδία («federation») πρέπει να είναι θεσμικώς ισότιμα έναντι της κεντρικής ενιαίας κυβέρνησης – και με δεδομένο ότι συνεχίζει να υφίσταται το δικαίωμα βέτο  - τότε κρίνεται πως πράγματι ο κανόνας της δημοκρατίας με την κατά πλειοψηφία λήψη αποφάσεων υποχωρεί έναντι της ομοφωνίας και σύμπνοιας των κρατών που από κοινού συναποφασίζουν με αίσθημα «κοινότητας» μεταξύ τους.
Το δεύτερο νέο στοιχείο στο κείμενο Συντάγματος της Ε.Ε. υπήρξε στην Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών η ρύθμιση σύμφωνα με την οποία όταν εκδηλωθεί «λαϊκή πρωτοβουλία» από 1 εκατομμύριο Ευρωπαίους πολίτες, υποχρεούται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναλάβει νομοθετική πρωτοβουλία. Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη αποτελεί μιαν υποχώρηση έναντι του γενικότερου αιτήματος για την διενέργεια δημοψηφισμάτων στην Ευρώπη ώστε να έχει λόγο ο λαός στην λήψη αποφάσεων (ιδιαίτερα από την στιγμή που δεν υπάρχουν ευρωπαϊκά ψηφοδέλτια στις ευρωεκλογές με υποψηφίους σε όλη την Ε.Ε.).
Το τρίτο σημαντικό στοιχείο που προέκυψε από την Σύνοδο των Βρυξελλών ήταν η «έκπτωση» που έγινε στην εφαρμογή του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. : όπως αποφασίστηκε, η εθνική νομοθεσία θα υπερισχύει έναντι του κοινοτικού δικαίου όσον αφορά τον Χάρτη. Αυτό, ασφαλώς, δεν κινείται προς ομοσπονδιακή κατεύθυνση.
Το τέταρτο νέο στοιχείο του κειμένου Συντάγματος υπήρξε η Συμφωνία της Συνόδου Κορυφής των Βρυξελλών επί της λεγόμενης «Ρήτρας Εξόδου»: σύμφωνα με την ρύθμιση αυτή, υφίσταται η δυνατότητα εθελουσίας αποχώρησης, ακόμη και μονομερούς (δίχως δηλαδή την συμφωνία της Ε.Ε.) από την Ε.Ε..
Σε ειδικότερα ζητήματα που αφορούν την θεσμική λειτουργία της Ε.Ε., στις Βρυξέλλες αποφασίστηκε :
α) η διατήρηση του δικαιώματος βέτο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας, φορολογίας, δημοσιονομικής πολιτικής, δημιουργίας «ενισχυμένων συνεργασιών», κοινωνικών θεμάτων, δικαστικής συνεργασίας, εμπορίου, υγείας, εκπαίδευσης, πολιτισμού.
Ασφαλώς, η επιμονή του Ηνωμένου Βασιλείου στο βέτο για την πληθώρα αυτών των ζητημάτων κινείται προς διακυβερνητική κατεύθυνση, ωστόσο (υπό το πρίσμα της ανάγκης για ύπαρξη ομοφωνίας και κοινοτικής αλληλεγγύης σε θέματα αρχών) πρέπει να ερμηνευθεί ως «πράσινο φως» για την επίσημη εκκίνηση των «ενισχυμένων συνεργασιών» με θεσμική
κάλυψη,
     β) η επίσημη θεσμοθέτηση της «ευελιξίας» και των «ενισχυμένων συνεργασιών» στον τομέα της Άμυνας.
     Θεσπίστηκε, ακόμη, το κύριο χαρακτηριστικό του μοντέλου της «μεταβλητής γεωμετρίας», δηλαδή ότι στις συμμαχίες τα κράτη της Ε.Ε. θα μπορούν να αλλάξουν στρατόπεδο. Άρα, αυτό σημαίνει ότι με τον τρόπο αυτό ικανοποιούνται όλες οι πλευρές : η Γερμανία διότι γίνεται αποδεκτή η «μεταβλητή γεωμετρία», η Γαλλία διότι γίνεται αποδεκτό το αίτημα για «ενισχυμένες μορφές αλληλεγγύης», το Ηνωμένο Βασίλειο διότι κατ’ επιλογήν – a la carte – μπορεί να επιλέγει αν θα προχωρήσει σε «ευέλικτη συνεργασία» διατηρώντας το δικαίωμα βέτο κατ’ αρχήν και, ταυτόχρονα, διευκολύνοντας την λήψη αποφάσεων με ενισχυμένη πλειοψηφία για το δεύτερο στάδιο, αυτό της εφαρμογής των ομόφωνων αποφάσεων. Κατά το ίδιο τρόπο τα μικρότερα κράτη θα μπορούν να σχηματίζουν μεταβαλλόμενες συμμαχίες, να αλλάζουν πολιτική, να μην συμμετέχουν σε πρωτοβουλίες που δεν επιθυμούν αλλά ούτε και να τις εμποδίζουν ή, εντέλει, αν διαφωνούν σε καίρια ζητήματα να «μπλοκάρουν» τις αποφάσεις,
γ) επιλύθηκε το ζήτημα της «αναστέλλουσας» μειοψηφίας και της «διπλής πλειοψηφίας».
 Πιο συγκεκριμένα η Σύνοδος Κορυφής των Βρυξελλών καθόρισε ότι 4 κράτη της Ε.Ε. μπορούν να «μπλοκάρουν» την λήψη αποφάσεων. 



69 Για τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής των Βρυξελλών στις 18/06/2004 βλ. ειδικότερα «Ελευθεροτυπία» 21/06/2004 σελ. 13 – 15 αλλά και το σύνολο του ημερήσιου τύπου των ημερών ο οποίος αναφέρεται στα αποτελέσματα της ΔΚΔ.


Ακόμη, η Σύνοδος των Βρυξελλών προέβη σε μια σημαντική αλλαγή έναντι των προτάσεων της Συντακτικής Συνέλευσης και ύστερα από τη μεταβολή των αρχικών διαπραγματευτικών θέσεων της Ισπανίας και της Πολωνίας : ενώ το σχέδιο Συντάγματος της Συντακτικής Συνέλευσης προέβλεπε τη λήψη αποφάσεων με βάση το διπλό κριτήριο του 50% των κρατών συν του 60% του πληθυσμού (δίνοντας την δυνατότητα σε Γερμανία, Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο που είχαν πληθυσμό 44% συνολικά – να μπλοκάρουν τις αποφάσεις) τελικά έκανε δεκτή την ρύθμιση για λήψη αποφάσεων με το 55% των κρατών συν το 65% του πληθυσμού της Ε.Ε..
Οι λόγοι αυτής της συμβιβαστικής λύσης ήταν η κυβερνητική αλλαγή στην Ισπανία με τη εναντίωση στις Η.Π.Α. καθώς και η προσέλκυση της Πολωνίας στο Γαλλογερμανικό άξονα μέσω της ένταξής της στις άτυπες συναντήσεις του λεγόμενου «Τριγώνου της Βαϊμάρης» με την συμμετοχή Γερμανίας, Γαλλίας και Πολωνίας.70
Οι εξελίξεις αυτές επέτρεψαν στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών να κάνει αποδεκτό το σχέδιο των Γερανών Ευρωβουλευτών Έλμαρ Μπροκ και Κλάους Χάενς για να αρθεί το αδιέξοδο επί του θέματος του συστήματος ψηφοφοριών, το οποίο είχε αναγκάσει την Ε.Ε. να διχαστεί και να «κολλήσει» στις ρυθμίσεις της Νίκαιας που παρεμπόδιζαν την ομαλή θεσμική της λειτουργία μετά την διεύρυνση,
δ) μετέτρεψε τις προτάσεις της Συντακτικής Συνέλευσης όσον αφορά την σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ειδικότερα, η Σύνοδος Κορυφής των Βρυξελλών δεν δέχθηκε να μείνει σταθερός ο αριθμός των Επιτρόπων μετά το 2009 αλλά έκανε την εξής αλλαγή : δέχθηκε να έχει ως το 2014 κάθε κράτος της Ε.Ε. αντιστοίχως από 1 Επίτροπο αλλά, κατόπιν, ο αριθμός των Επιτρόπων να ισοδυναμεί με τα 2/3 των κρατών (δηλαδή σε μια Ε.Ε. 27 κρατών να υπάρχουν 18 Επίτροποι στην Commission) και να αλλάζουν εκ περιτροπής.



70 Βλ. εφημερίδα «Καθημερινή» 16/01/2004 και «Ελευθεροτυπία» 10/03/2004.

Πρόκειται, κατά τη γνώμη μας, για μια λογική κατάληξη δεδομένου ότι θα ήταν απρόσφορο να αποτελείται ένα τόσο σημαντικό όργανο της Ε.Ε. από 20 και πλέον μέλη διότι δε θα μπορούσε να λειτουργήσει αποδοτικά. Παράλληλα, θα υπάρχει περίοδος όπου και τα ισχυρά κράτη δε θα διαθέτουν Επίτροπο. Εκείνο, πάντως, που πρωτεύει είναι η ανάδειξη της Commission σε ενιαία, κεντρική κυβέρνηση της Ε.Ε., η ενίσχυση της ανεξαρτησίας των μελών της έναντι των κρατικών κυβερνήσεων και η απευθείας εκλογή των μελών της σε γενικές πανευρωπαϊκές εκλογές δίχως την υποστήριξη εθνικών κομμάτων,
ε) άλλαξε την ρύθμιση της Συντακτικής Συνέλευσης για κατάργηση της εναλλασσόμενης κυκλικής προεδρίας της Ε.Ε. ανά εξάμηνο. 
Πιο συγκεκριμένα η Σύνοδος Κορυφής των Βρυξελλών αποφάσισε να διαρκεί πλέον η προεδρία της Ε.Ε. 18 μήνες αλλά να ασκείται όχι από μια αλλά από 3 χώρες ταυτόχρονα «με βάση την πληθυσμιακή και γεωγραφική πολυμορφία της Ε.Ε.».
Κάθε κράτος θα ασκεί από μόνο του την προεδρία μόνο στα Συμβούλια Υπουργών και όχι για 6 μήνες αλλά στο εξής για 12 μήνες. Οι ρυθμίσεις αυτές στο ζήτημα της εναλλασσόμενης προεδρίας κινούνται σαφώς σε διακυβερνητική κατεύθυνση και, κατά την γνώμη μας θα προκαλέσουν χάος στον διοικητικό μηχανισμό της Ε.Ε.. Αποτελούν, ωστόσο, ένα δείγμα για τον τρόπο με τον οποίο οι προβαλλόμενοι ως απαραίτητη ικανοποίηση των μικρότερων κρατών για εθνικούς λόγους έχει ως αποτέλεσμα να παρακωλύονται οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις προς φεντεραλιστική  κατεύθυνση με άλλοθι την επίσης υπαρκτή προσπάθεια των ισχυρών κρατών να αποκτήσουν την πολιτική και οικονομική ηγεμονία στην Ε.Ε..
Οι διαστρεβλώσεις με τις οποίες εφαρμόζονται στην πράξη τα ιδεατά μοντέλα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, οι εσωτερικές διασπάσεις στο ομοσπονδιακό στρατόπεδο (όπου την «ορθοδοξία» διεκδικεί ο φεντεραλισμός) και στο ευρωσκεπτικιστικό στρατόπεδο (όπου αποσιωπείται δημοσίως η ύπαρξη φιλοευρωπαϊκής πτέρυγας που ασκεί κριτική στην Ε.Ε. ζητώντας περισσότερη διαφάνεια) αλλά και το ρήγμα μεταξύ ευρωπαϊστών – ατλαντιστών προκαλούν μια σειρά ζητημάτων που συνδέονται με την δημοκρατία, την λαϊκή νομιμοποίηση και τον ρόλο των κρατικών κυβερνήσεων και της γραφειοκρατίας στην Ε.Ε.. Ακολούθως, στον επίλογο, θα συνοψίσουμε τα βασικά συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ


     Το κείμενο του πρώτου Ευρωπαϊκού Συντάγματος διαπνέεται από το – Γερμανικής  εμπνεύσεως – μοντέλο της «μεταβλητής γεωμετρίας» : το μοντέλο αυτό κυριαρχείται από την ομοσπονδιακή λογική  αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνεται σύζευξη αυτής της προσέγγισης με την διακυβερνητική τάση.
     Αποτελεί, επομένως, ένα ακόμα στάδιο στο ιστορικό λειτουργίας της Ε.Ε. και αποδεικνύει ότι η λεγόμενη «κοινοτική μέθοδος» σέβεται απόλυτα την διακυβερνητική τάση αν και παραμένει κατά κύριο λόγο σε ομοσπονδιακή τροχιά.
     Ήδη, άλλωστε, αποδείχθηκε στη μελέτη αυτή ότι το πιο ολοκληρωμένο (και θεσμικά αναγνωρισμένο) ομοσπονδιακό όργανο της Ε.Ε. – το Eurogroup – λειτουργεί στη βάση της διακρατικής λήψης αποφάσεων καθώς αποφασίζουν οι εκπρόσωποι των κρατικών κυβερνήσεων. Επιπλέον, από το νέο Σύνταγμα της Ε.Ε. βγαίνει ενισχυμένο το ύψιστο διακρατικό όργανο – το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο – το οποίο συγκεντρώνει το σύνολο των εξουσιών των κρατικών κυβερνήσεων (απευθείας δια των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων). Τρίτη απόδειξη, σε θεσμικό - συνταγματικό επίπεδο, υπήρξε το γεγονός ότι τελικά η συζήτηση και οι προτάσεις για το μέλλον της Ε.Ε. καθορίζονται στον μέγιστο βαθμό από τα εσωτερικά πολιτικά συστήματα Γερμανίας, Γαλλίας και Ηνωμένου Βασιλείου.
      Ενώ, δηλαδή, αρχικά το ιδεώδες μιας Ευρωπαϊκής Κοινότητας με βάση τον φεντεραλισμό απέβλεπε στην προστασία της δημοκρατίας από την εκτροπή της προς το ολοκληρωτικό, κυβερνητικό, εθνικό κράτος τελικά οι πολιτικές και οι οικονομικές εξελίξεις μεταπολεμικά έχουν οδηγήσει την Ε.Ε. στην ιδιαίτερη μορφή της συνένωσης του ομοσπονδιακού και του διακυβερνητικού μοντέλου.
      Το ζήτημα της εθνικής ισχύος, του έθνους – κράτους, της δημοκρατικής νομιμοποίησης δεν είναι ασύνδετο από την μελλοντική οργάνωση της Ε.Ε. αλλά άμεσα συνδεδεμένο με την θεσμική της δομή. Το θέμα της υπερεθνικότητας, στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης, έχει κυρίως ποιοτική διάσταση : σήμερα η Ε.Ε. δεν κυβερνάται από μια υπερεθνική ανώτατη αρχή υπεράνω των κρατικών κυβερνήσεων ούτε υπάρχει απευθείας λαϊκή νομιμοποίηση των μελών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που να διασφαλίζει την ανεξαρτησία τους. Το ερώτημα είναι : αν υπήρχε τέτοιου είδους φεντεραλιστική εξουσία στην Ε.Ε., προς ποια κατεύθυνση θα λάμβανε αποφάσεις; Οι έννοιες της Δημοκρατίας, του Έθνους, του Λαού, του Ατόμου αλλά και οι πραγματικές αρχές των ιδεολογιών και των κινημάτων πολύ εύκολα διαστρεβλώνονται. Ως απόδειξη ας αναφερθεί ότι π. χ πίσω από τον τίτλο «ευρωσκεπτικισμός» συγκεντρώνονται ταυτόχρονα εθνικιστές και πατριώτες, ευρωπαϊστές και αντιευρωπαϊστές, ευρωπαϊστές και ατλαντιστές, οπαδοί του εθνικού κράτους και οπαδοί της παγκόσμιας κυβέρνησης κ.ο.κ..
      Επομένως, είναι πολύ δύσκολο να διακρίνει κανείς καθαρά, ιδιαίτερα όταν τα «στρατόπεδα» που διαμορφώνονται δεν είναι αυστηρώς περιχαρακωμένα αλλά, αντιθέτως, υπάρχουν επιπλέον ιδεολογικοί διαχωρισμοί (όπως π.χ στην διαφορά φεντεραλισμού – ομοσπονδίας – κοινοτικής μεθόδου – διακυβερνητισμού).
      Το ίδιο ισχύει και για τις χώρες που ανήκουν στην Ε.Ε., όπως με την Ελλάδα της οποίας το παράδειγμα είναι εξαιρετικά διδακτικό για αυτήν την εισπήδηση συμφερόντων : σύμμαχος και φίλη των Η.Π.Α. τάσσεται υπέρ του Γαλλογερμανικού  άξονα, ανέκαθεν επιδιώκει το ομοσπονδιακό μοντέλο, επιχειρεί παράλληλα να αποτρέψει την δημιουργία Διευθυντηρίου και ως μικρή χώρα – που θέλει να αντιπροσωπεύεται στα θεσμικά όργανα – ζητά την ενίσχυση της «κοινοτικής μεθόδου». Η ίδια η κοινή γνώμη είναι σε πολλές περιπτώσεις πραγματικά ανενημέρωτη και ζητά ταυτόχρονα πράγματα αντιφατικά μεταξύ τους (π.χ εθνική ανεξαρτησία και, την ίδια στιγμή, κοινή εξωτερική πολιτική).
       Στην διάρκεια της εργασίας αυτής το πιο ενδιαφέρον στοιχείο υπήρξε η ανακάλυψη της «πνευματικής» Ευρώπης πίσω από την οποία στρατεύθηκαν συγγραφείς όπως οι Albert Camus, George Orwell, Ignazio Silone, Denis de Rougemont αλλά και η ύπαρξη «αιρετικών» προτάσεων από πολιτικούς, συνταγματολόγους και διανοούμενους.
      Ξεχωρίζει η εκτίμηση71 του ευρωβουλευτή Δημ. Τσάτσου, ο οποίος χαρακτηρίζει ως ψευδές το δίλημμα μεταξύ ομοσπονδίας και διακυβερνητισμού και προτείνει μια υπέρβαση αυτής της αντίθεσης. Για τον σκοπό αυτό, προτείνει να βρεθεί ένα «νέο μέτρο σύνθεσης» το οποίο να αποτελεί την χρυσή τομή ανάμεσα στα δύο άκρα, δεδομένου ότι ο πλήρης φεντεραλισμός κρίνεται ως ανέφικτος.
      Ξεχωρίζει, ακόμη, η τοποθέτηση του πρώην προέδρου της Commission Jacques Delors ο οποίος έχει λάβει θέση72 υπέρ μιας «Ομοσπονδίας Κρατών – Εθνών» με διπλή διάσταση (ομοσπονδιακή και εθνική) που θα σέβεται την εθνική κυριαρχία και τις διακυβερνητικές δομές. Τάσσεται, ακόμη, υπέρ της «κοινοτικής μεθόδου» και ζητά να αξιοποιηθεί η «ανοιχτή πρωτοπορία» στον θεσμό των «ενισχυμένων συνεργασιών».
     Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει και η δημόσια παρέμβαση 5 σημαντικών Ευρωπαίων διανοούμεων73, οι οποίοι ζήτησαν από μια ομάδα κρατών που αποτελούν τον πυρήνα της Ε.Ε. να προχωρήσουν σε «ενισχυμένη συνεργασία» στον τομέα της ΚΕΠΠΑ και να δεχθούν μια Ευρώπη διαφορετικών ταχυτήτων υπό τους όρους :
α) Η αρχιτεκτονική της Ε.Ε. να διαμορφωθεί σύμφωνα με το Ελβετικό  ομοσπονδιακό πρότυπο,
β)  ο ευρωπαϊκός πυρήνας να έχει «ανοιχτές θύρες» προς τα υπόλοιπα μέλη ώστε να μην γίνει  μια κλειστή λέσχη και
γ)   να αποκτήσει η Ε.Ε. μια μορφή διακυβέρνησης πέραν του Εθνικού κράτους.
      Από την άλλη πλευρά, στην διάρκεια συγκέντρωσης των τεκμηρίων της εργασίας αυτής, έγινε αντιληπτό ότι οι πολιτικοί που επεξεργάστηκαν το κείμενο του νέου Συντάγματος της Ε.Ε. έχουν επίγνωση ότι η Ε.Ε. δεν πρόκειται να μετεξελιχθεί σε ενιαίο κράτος : από την Συντακτική Συνέλευση, την Διακυβερνητική Διάσκεψη και την Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών προέκυψε ότι υπάρχει μια ομόφωνη άρνηση να γίνει η Ε.Ε. ένα ενοποιημένο σύνολο με ένα μοναδικό σύστημα εξουσίας, είτε αυτό λέγεται Δημοκρατία είτε αποκαλείται Συγκεντρωτισμός.
    Το μεγάλο ζητούμενο, κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι να υπάρξει μια σύνθεση μεταξύ του ομοσπονδιακού γερμανικού προτύπου, του γαλλικού στόχου της δυναμικής και ανεξάρτητης Ευρώπης στο διεθνές πεδίο, και  του αγγλικού πλαφόν της διακυβερνητικής συνεργασίας και των ισχυρών εθνικών ταυτοτήτων.
      Το γεγονός ότι θα πρέπει και τα 3 ισχυρά κράτη της Ε.Ε. να μείνουν ικανοποιημένα αποτελεί, βεβαίως, επιβεβαίωση της ισχύος του διακυβερνητισμού στην Ε.Ε. αλλά, σε κάθε περίπτωση, επιβεβαιώνεται και η ισχύς του ομοσπονδιακού προτύπου παράλληλα, εφόσον δεν θεσμοποιείται κάποιου είδους «Διευθυντήριο» ή, αν νομιμοποιείται, δεν είναι κλειστό αλλά μπορεί αυτόματα να δέχεται οποιοδήποτε κράτος. Ρεαλιστικά, λοιπόν, η Ε.Ε. με το μοντέλο της «μεταβλητής γεωμετρίας» βρίσκεται πλέον στο μεταίχμιο και κινείται στις συμπληγάδες μεταξύ των γνωστών ομοσπονδιακών υποδειγμάτων, της δημοκρατίας των Η.Π.Α. και του ιδεατού φεντεραλισμού και όλα αυτά μέσα σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης.
      Είδαμε, ακόμη, ότι η Ε.Ε. αποτελεί ένα μόρφωμα πρωτόγνωρο στις διεθνείς σχέσεις ( «Sui Generis», κατά την έκφραση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου). Η κρατική εξουσία που σχεδιάζεται για την Ευρώπη οπωσδήποτε δε θα είναι απόλυτα ομοσπονδιακή όπως στο εσωτερικό των Η.Π.Α. ή της Γερμανίας και η συνταγματική της δομή θα βρίσκεται λίγο πιο κάτω από το επίπεδο ενός Προεδρικού Πολιτεύματος όπως στις Η.Π.Α.. Στις Η.Π.Α. υπάρχει κοινή εθνικότητα (βρετανική καταγωγή), κοινή γλώσσα, κοινή θρησκεία, κοινός πολιτισμός, αντιπροσωπευτικοί θεσμοί, ενιαίο νόμισμα ενώ αντίθετα, στην Ευρώπη υπάρχουν διαφορετικοί γλωσσικοί κώδικες, πολλαπλές πολιτισμικές ιδιαιτερότητες καθώς και διαφορετικά θρησκευτικά σχήματα. Επιπλέον, δεν υπάρχει κοινή νομοθετική και κοινοβουλευτική παράδοση.
     Επομένως, η Ευρωπαϊκή Ένωση δε μπορεί να λειτουργήσει ως κλίβανος μέσα στον οποίο θα ισοπεδώνονται οι διαφορετικές πολιτισμικές ταυτότητες (melting pot) και θα εξαφανίζεται πλήρως η κυριαρχία των κρατών που την αποτελούν. Το πρόβλημα εστιάζεται κατά τη γνώμη μας, στην συνύπαρξη της εθνικής δημοκρατίας και της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και στον τρόπο με τον οποίο διαφορετικοί ευρωπαϊκοί λαοί, οι οποίοι σήμερα είναι οργανωμένοι πολιτικά εντός των εθνικών τους κρατών, θα συμμετάσχουν στην διαδικασία οικοδόμησης μιας ευρωπαϊκής υπερεθνικής εξουσίας.
     Το ερώτημα απαντάται μόνο αν γίνει αντιληπτό ότι κανείς ευρωπαϊκός  λαός δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την εθνική του ασφάλεια (ακόμη και τα κράτη του πρώην κομμουνιστικού μπλοκ που πρόσφατα απέκτησαν υποτυπώδης θεσμούς δημοκρατίας) προκειμένου να συμμετάσχει σε ένα ασαφές και απροσδιόριστο κρατικό μόρφωμα, έστω και ομοσπονδιακό.
     Η άρση του ερωτήματος αυτού γίνεται έμμεσα εάν γίνει κατανοητό ότι οι λαοί της Ευρώπης δεν πρόκειται ποτέ να εκποιήσουν την εθνική τους ταυτότητα ενόψει της μελλοντικής οραματικής – ουτοπικής δημιουργίας ενός ομοσπονδιακού κράτους. Άρα η εθνική δημοκρατία και η ευρωπαϊκή δημοκρατία θα πρέπει να βρουν κινούμενες παράλληλα ένα κοινό πεδίο και αυτό το κοινό πεδίο να αποτελεί την Ε.Ε. λαών και εθνών. Το βασικότερο είναι να υπάρχει στην Ε.Ε. αυτή ουσιαστικός δημοκρατικός, λαϊκός έλεγχος. Οι οικονομικές κυρίως δομές, οι οποίες υιοθετούνται αυτή τη στιγμή από την Ε.Ε. δεν λύνουν προβλήματα δημοκρατίας,  κυριαρχίας και – εν τέλει – νομιμοποίησης. Απαιτούνται επιπλέον εξισορροποιητικοί θεσμοί πολιτικής ολοκλήρωσης. Αν θεωρηθεί ότι η Ο.Ν.Ε. και η οικονομία της αγοράς μπορούν να υποκαταστήσουν την δημοκρατία, τότε τίθεται σε κίνδυνο και η δημοκρατία και η ευρωπαϊκή ενοποίηση.
     Σήμερα η δημοκρατική νομιμοποίηση εκφράζεται μέσω των εθνικών κυβερνήσεων. Είναι, όμως, αδιευκρίνιστα ακόμη  τα όρια μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων, Ευρωπαϊκή Επιτροπής και Συμβουλίου Υπουργών. Είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς με ποιόν τρόπο και για ποια θέματα αντλούν την νομιμοποίηση τους οι θεσμοί και τα όργανα της Ε.Ε. προς το παρόν, η δημοκρατική νομιμότητα και η διαφάνεια με την λήψη κατά πλειοψηφία αποφάσεων δεν είναι εύκολο να υπάρξει. Και σήμερα στην Ε.Ε. αναπτύσσεται ένα κίνημα74 υπέρ της διαφάνειας που έχει ως κύρια αιτήματα να μην αποκτήσει η γραφειοκρατία της Ε.Ε. την δυνατότητα μιας ολοκληρωτικής συγκέντρωσης εξουσιών και, παράλληλα, να μην μειωθεί η ισχύς της εθνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
     Το κίνημα υπέρ της διαφάνειας επικρίνει την υπάρχουσα γραφειοκρατική ομάδα στελεχών της Ε.Ε., χαρακτηρίζει την Ε.Ε. με την μορφή αυτή ως «Σοβιετική Ένωση της Δύσης», αντιπαραβάλλει τους κοινοτικούς Επιτρόπους με «Κομισσάριους» και ζητά να καλυφθεί το δημοκρατικό έλλειμμα της Ε.Ε.. Ξεχωρίζει, σε αυτήν την κατεύθυνση, η κριτική που ασκεί στην διαδικασία ψήφισης του νέου Συντάγματος της Ε.Ε. ο συνταγματολόγος Αντώνης Μανιτάκης75 : αναφέρει πως δεν μπορεί να οριστεί ως «συντακτική εξουσία» ο διορισμός από τις κυβερνήσεις εκπροσώπων τους που συζητούν διαβουλευόμενοι με την «κοινωνία των πολιτών» και προσθέτει πως αυτή είναι μια διακυβερνητική λειτουργία με μείζονα προβλήματα λαϊκής νομιμοποίησης και σφετερίζεται τον τίτλο του «Συντάγματος» της Ε.Ε..
     Κατά την γνώμη μας, το πιο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να προσεχθεί στο μέλλον από την Ε.Ε. είναι οι σχέσεις της, αμφίδρομα, τόσο με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και με τα εθνικά κοινοβούλια. Για να υπάρχει πραγματική λαϊκή νομιμοποίηση, θα πρέπει όσοι υπηρετούν στην Ε.Ε. να έχουν πάντα την πλήρη στήριξη όχι από τις 25 κυβερνήσεις αλλά από το σώμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όπως σε ένα εθνικό κράτος η κυβέρνηση είναι η εκτελεστική εξουσία και η βουλή ασκεί την νομοθετική εξουσία, κατά τον ίδιο τρόπο σε μια υπερεθνική ένωση - όπως η Ε.Ε. - η Commission θα πρέπει να έχει το ρόλο της Ευρωπαϊκής Κυβέρνησης ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - και βέβαια ο θεσμός της συναπόφασης δεν αρκεί – θα πρέπει κατά αντιπαραβολή να έχει το ρόλο και τα πλήρη δικαιώματα μιας εθνικής βουλής για να υπάρχει δημοκρατικός έλεγχος και να τηρείται το ισοζύγιο των εξουσιών (checks and balances). Οι αποφάσεις στην Ε.Ε. θα πρέπει να λαμβάνονται από υπερεθνικά πρόσωπα, ανεξάρτητα έναντι των κρατικών κυβερνήσεων, και οι θεσμοί και τα όργανα να τηρούν την θεσμική ισότητα και ισορροπία.
       Επιπλέον, δεν θα πρέπει να ενισχυθούν τα ισχυρά κράτη υπό το πρόσχημα της προώθησης θεσμικών αλλαγών (πράγματι, αυτό φαίνεται να επιτυγχάνεται διότι και τα μικρότερα κράτη - αν θέλουν – μπορούν να προχωρούν σε ενισχυμένες συνεργασίες ενώ και με την μεταβλητή γεωμετρία ο ρόλος του διαπραγματευτικά αναβαθμίζεται).
       Όσον αφορά στην γενικότερη θεσμική δομή της Ε.Ε. για τα επόμενα χρόνια, φαίνεται πως θα χαρακτηρίζεται από ασυμμετρίες, αποκλίσεις και ετερογένειες καθώς θα λειτουργεί σε 2 τουλάχιστον κύκλους : στον εσωτερικό κύκλο θα υπάρχουν τα κράτη της πολιτικά ενοποιημένης, ομοσπονδιακής Ευρώπης με ενιαία εξωτερική πολιτική, ενιαίο νόμισμα, κοινά σύνορα και βαθύτερες μορφές ενοποίησης ενώ στον εξωτερικό θα υπάρχουν τα κράτη μιας διακυβερνητικής Ευρώπης που δε θα συμμετέχουν πλήρως στην Ευρωπαϊκή πολιτική, που θα έχουν άνισα επίπεδα ανάπτυξης και που θα χαρακτηρίζονται από μια ανισοσκελή ολοκλήρωση.
       Ξεχωρίζει, σε αυτό το σημείο, η εκτίμηση76 του εμπειρογνώμονα Παναγιώτη Ιωακειμίδη ο οποίος εκτιμά ότι η Ε.Ε. τελικά θα διαρθρωθεί σε ένα σχήμα ομόκεντρων κύκλων δίχως αυστηρό στεγανό χαρακτήρα : α) Πολιτική Ένωση με τα 9 κράτη που συμμετέχουν σε όλες τις διαδικασίες της Ε.Ε. όπως Ο.Ν.Ε., ΚΕΠΠΑ, Σένγκεν, β) Νομισματική Ένωση με τα κράτη του Ευρώ, γ) Εμπορική Ένωση με τα κράτη εκτός Ευρώ που συμμετέχουν σε κοινές πολιτικές, δ) Εξωενωσιακή Ευρώπη με τα κράτη εκτός Ε.Ε..
       Σε αυτό το είδος Ευρώπης που προωθείται για το μέλλον, κεντρικό ζήτημα θα είναι ασφαλώς η γεωστρατηγικές πτυχές : οι σχέσεις Παλαιάς και Νέας Ευρώπης, οι σχέσεις με την Ρωσία, οι άξονες μεταξύ των πρωτευουσών των ισχυρών και των μικρότερων κρατών, οι σταθερές και οι περιστασιακές συμμαχίες. Κατά την δική μας εκτίμηση, ωστόσο, η εθνική ισχύς των ευρωπαϊκών κρατών δεν βρίσκεται στην στρατιωτική και οικονομική ισχύ αλλά επεκτείνεται κυρίως στο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο.
       Η πολιτισμική προσέγγιση77 είναι αυτή που οικοδομεί την κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα για το σύνολο των κρατών της Ε.Ε. και δίνει στους Ευρωπαίους το αίσθημα της «κοινότητας» με τους άλλους λαούς. Για τον λόγο αυτό, οι ρίζες και η απήχηση του ευρωπαϊκού φεντεραλιστικού κινήματος ήταν σε διανοητές, συγγραφείς, ανθρώπους των τεχνών και αυτή η διάσταση ενώνει και συνδέει σήμερα τους πολίτες της Ε.Ε.



71 Για την μετα – ομοσπονδιακή λογική που προτείνει στον διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης ο συνταγματολόγος Δημ. Τσάτσος βλ. το βιβλίο «Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία» εκδ. Καστανιώτη 2003. Για το σύνολο της επιχειρηματολογίας του ευρωβουλευτή διαχρονικά, βλ. «Η διαφοροποιημένη ολοκλήρωση της Ε.Ε.» στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» 09/02/1995 – «Η Νίκαια δε θα είναι γιορτή» στα «Νέα» 21/11/2000 – Συνέντευξη του ίδιου στην «Ελευθεροτυπία» 04/12/2000 – «Ευρωπαϊκή Ένωση με ισχυρές πατρίδες» στα «Νέα» 02/06/2001 – Συνέντευξη στο «Έθνος» 14/01/2001 – Συνέντευξη στην «Καθημερινή» 13/05/2001. Βλ. ακόμα το άρθρο του Δημ. Τσάτσου με τίτλο «Η συνταγματοποίηση της Ευρωπαϊκής Ενωσιακής Τάξης» στον « Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 01/01/2004 και τη συνέντευξη του με τίτλο «Αρχίζει η συνταγματική ιστορία της Ευρώπης» στο «Βήμα» της 21/09/2003.
72 Για μια θεώρηση των πλέον πρόσφατων τοποθετήσεων του Ζακ Ντελόρ βλ. συνέντευξη στα «Νέα» 15/07/2000, συνέντευξη στην ιταλική εφημερίδα «La Repupplica» 22/10/2000, συνέντευξη στην «Αυγή» 11/02/2001.
73 Βλ. την συντονισμένη δημοσίευση άρθρων των Jurgen HabermasJacques DerridaUmberto EcoGianni VattimoFernando Savater σε πολλές εφημερίδες της Ευρώπης και στο «Βήμα» 14/06/2003, σελ.54.
74 Για ανάλυση των θέσεων του ευρωσκεπτικισμού βλ. το άρθρο του Χρύσανθου Λαζαρίδη με τίτλο «Ο ευρωσκεπτικισμός κερδίζει έδαφος» στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 17/04/1997. Για αντίλογο στους ευρωσκεπτικιστές, βλ. το εκτενές άρθρο του ευρωβουλευτή Ντανιέλ Κον – Μπεντίτ με τίτλο «Η Θεσμική ολοκλήρωση θα έρθει μόνο με Σύνταγμα και κυβέρνηση», εφημερίδα «Die Zeit» 07/12/2000, όπου διατυπώνεται αντίλογος στην Ευρώπη «alacarte». 
75 Για μια πλήρως τεκμηριωμένη ανάλυση του Συντάγματος της Ε.Ε. βλ. το βιβλίο του Αντώνη Μανιτάκη «Το Σύνταγμα της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία», εκδ. Παπαζήση 2004 καθώς και το άρθρο του ιδίου «Ευρωσκεπτικιστές και Ομοσπονδιακοί» στην εφημερίδα «Αυγή» 08/12/2002, σελ. 1 και 21.
76  Για την λειτουργία της Ε.Ε. με βάση τους ομόκεντρους κύκλους, βλ. τα άρθρα του προέδρου του ΕΚΕΜ, καθηγητή Π. Κ. Ιωακειμίδη « Οι προοπτικές της Ε.Ε. το 2004» στον « Οικονομικό Ταχυδρόμο » 01/01/2004 και « Προς Ένωση των Ομόκεντρων Κύκλων» στον « Οικονομικό Ταχυδρόμο » 04/01/2003.
77 Για την κατανόηση της πολιτισμικής προσέγγισης, με έμφαση στην Τέχνη, απέναντι στις προτάσεις της Συντακτικής Συνέλευσης βλ. την «Ανοιχτή Επιστολή στον Ζισκάρ Ντ’ Εστέν» του Γάλλου σκηνοθέτη Ροζέ Πλανσόν στην εφημερίδα «Le Monde» 06/02/2003 και στο «Βήμα» 15/03/2003, σελ. 32 – 33.



 Η φιλοσοφία της Ε.Ε., επομένως, δεν συνδέεται με την άσκηση στρατιωτικής ισχύος και οικονομικής ηγεμονίας αλλά με την κατάργηση της χρήσης βίας. Στην καταπολέμηση του πολεμικού και οικονομικού εθνικισμού πρέπει να στοχεύει μια ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, ώστε να διατηρήσει την ειρήνη εντός των ευρωπαϊκών συνόρων  και να εμποδίσει την εκτροπή των ευρωπαϊκών δημοκρατιών προς τον ολοκληρωτισμό.
     Άρα, κατά την γνώμη μας, η ευρωπαϊκή ενοποίηση θα πρέπει να βασίζεται στην Παράδοση, στον Πολιτισμό και στις Τέχνες και να εμπλουτίζεται προς αυτή την κατεύθυνση όχι υπό τον έλεγχο των κρατικών κυβερνήσεων αλλά από την συνολική κοινή συνεισφορά των ελεύθερων Ευρωπαίων Πολιτών.    


  

                           ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΞΕΝΗ
Bakvis Herman (1987), Federalism And The Role Of The State,
εκδ. Toronto University Press.
Billion Jean – Francois (1997), Mondialism, European
Federalism And International Democracy, εκδ. Federop.
Bosco Andrea (1991), The Federal Idea, εκδ. Lothian Foundation
Press.
Brugmans Henry (1970), L’ Idee Europeene 1920 –  1970,
Βρυξέλλες : εκδ.  De Tempel.
Cardis Francois (1963), Federalism And European Integration, Λωζάννη :
εκδ. European Research Center.
Chiti – Batelli Andrea (1989), L’ Idea Del Europa Nel Pensiero Di Altiero
Spinelli, εκδ. Lacaita Editore.
Croisat Maurice (1995), Europe Et Federalisme, εκδ. Mont Chrestien.
Deurlein Ernst (1972), Fonderalismus, εκδ. Paul Listverlag.
Dubrulle Marc (1997), Regionalisme, Federalisme, Ecologisme, εκδ. Esed.
Pie.
Elazar Daniel (1979), Federalism And Political Integration, εκδ. Turrtledove
Publishing.
Esterbauer Fried (1992), Regionalismo e Federalismo Nella Costruzione
Della Nuova Europa, εκδ. Trento.
Franck Thomas (1968), Why Federations Fall, εκδ. New York University
Press.
Frenkel Max (1986), Federal Theory, εκδ. Centre of Research on Federal
Financial Relations.
Friedrich Carl (1968), Trends of Federalism in Theory and Practice, εκδ.
Praeger.
Geay Myrian (1992), Federalisme and Europe, εκδ. Impressions Libartaires
De Limoges.
Gress Franz (1993), Europa – Ende Des Foderalismus, εκδ. Hessischer
Landag.
Hart Norman (1949), Basis of Federalism, εκδ. World Student Federalists.
Haas Ernest (1958), The Uniting Of Europe : Political, Economic And Social
Forces 1950 – 1957.
Heraud Guy (1968), Lesprincipes Du Federalisme Et La Federation
Europeene, εκδ. Predded D’ Europe.
Keohane R. – Hoffmann S. (1991), The European Community : Decision
Making And Institutional Change, εκδ. Westiew Press.


Laursen Finn (1972), Federalism And Word Order, Κοπεγχάγη : εκδ. World
Federalist Youth.
Marc Alexandre (1993), Le Federalisme : Pour Quoi Faire, εκδ. Presses d’
Europe.
Marc Alexandre (1996), Europa e Federalismo Globale, εκδ. Il Ventilabro.
Marc Alexandre (1997), Fondements Du Federalisme, εκδ. L’ Harmattan.
Mayne Richard (1990), Federal Union : The Pioneers, εκδ. Macmillan.
Monnet Jean (1995), Les Etats – Unis D’ Europe Communautaire, Παρίσι
εκδ. Lafford.
Sidjanski Dusan (1992), L’ Avenir Federaliste Del’ Europe, εκδ. IUEE,
Geneve – Puf.
Sidajanski Dusan (1991), Union ou Desunion de L’ Europe, εκδ. Institut
Universitaire d’ Etudes Europeenes.
Spinelli Altiero (1966), The Eurocrats : Conflict And Crisis in the European
Community, Βαλτιμόρη, εκδ. John Hopkins.
Steward William (1984), Concepts of Federalism, εκδ. University Press of
America.
Voyenne Bernard (1976), Historie De L’ Idee Federalidte, εκδ. Presses D’
Europe.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Βαϊτσος Κωνσταντίνος (1986), Η Ε.Ο.Κ. των Δύο Ταχυτήτων, εκδ.
Παπαζήσης.
Ήφαιστος Παναγιώτης (1994), Ευρωπαϊκή Άμυνα και Ευρωπαϊκή Ολοκλή-
ρωση, εκδ. Οδυσσέας.
Ιωακειμίδης Παναγιώτης (1995), Το Μέλλον της Ε.Ε. και η Ελλάδα, εκδ. Ε-
πίκαιρα Θέματα ΙΟΒΕ.
Ιωακειμίδης Παναγιώτης (1995), Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση, εκδ. Θεμέλιο.
Ιωακειμίδης Παναγιώτης (1994), Η Πόλη και η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, εκδ.
Θεμέλιο.
Καζάκος Πάνος (1978), Ε.Ο.Κ. : Παρουσίαση και Κριτική της Οικονομικής Ο-
λοκλήρωσης στην Δυτική Ευρώπη, εκδ. Παπαζήσης.
Μαραβέγιας Ν. – Τσινισιζέλης Μ. (1991), Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση. Θεωρία
και Πολιτική, εκδ. Θεμέλιο.
Παπαστάμκος Γεώργιος (1991), Η Ελλειπτική Θεσμογένεση της Ένωσης,
εκδ. Σάκκουλα.
Σκανδάμης Ν. (1994), Ευρωπαϊκό Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα.
Τσινισιζέλης Μ. – Χρυσοχόου Δ. (1995), Ευρωπαϊκή Ένωση και Δημο-
κρατία, εκδ. Σίδερης.
Τσούκαλης Λουκάς (1993), Η Νέα Ευρωπαϊκή  Οικονομία : Η Πολιτική
και Οικονομική Διάσταση της Ολοκλήρωσης, εκδ. Παπαζήση.
Τσάτσος Δημ. (1995), «Η Διαφοροποιημένη Ολοκλήρωση της Ε.Ε.»,
Σχέδιο Εγγράφου Εργασίας για Εισήγηση του Ευρωβουλευτή Δ. Τσά-
τσου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Οικονομικός Ταχυδρόμος, 09/02/95.



ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

Οικονομικός Ταχυδρόμος.
Ευρωπαϊκή Έκφραση.


ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ


Το Βήμα & το Βήμα της Κυριακής.
Ελευθεροτυπία & Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.
Τα Νέα.
Καθημερινή.
Αυγή.
Ο Κόσμος του Επενδυτή.
Νέα Μεσημβρινή.



ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ


www.euro-sceptic.ogr
www.federal europe.org
http//orwell.ru/library/articles/European-unity/e/-teu.htm
http//piz.supereva.it/proted
www.avgi.gr











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου