*όπου ''Ενός'' στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ''άνθρωπος''. Έν=Ένα=One=Ο.Ν.Ε.=Ο.Η.Ε=UN=Γυνή=Οίνος=Venus/Αφροδίτη.

Η ''Πλειοψηφία του Ενός'' δεν αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι στην ζυγαριά της οικονομίας οι πολλοί βουλιάζουν και ο ένας διασώζεται αλλά, επιπροσθέτως, σημαίνει ότι αυτός ο ένας (1) άνθρωπος διασώζει κυρία και έλκει το πλοίο της κυβέρνησης, τον κύβο που ερρίφθη και βυθίζεται (όπως ακριβώς σε μιαν ζυγαριά όπου η μάζα των πολλών χάνεται λόγω του βάρους). Η βάση της ερευνητικής μεθόδου στηρίζεται στην διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία και την έκδοση αποτελεσμάτων μετρήσεων, ερευνών, ψηφοφορίας, εκλογής στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Κ. που διασώζουν μιαν χώρα -άνευ δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο)- από την ανισορροπία του Δημοσίου και από το “φούντο” του ταμείου της, δηλ. το Δ.Ν.Τ., με βάση τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και το εσωτερικό δίκτυο INNERNET πληρωμής της εργασίας των Ελλήνων κατ' οίκον: είναι το μοναδικό οικονομικό και τραπεζικό σύστημα στον κόσμο που λειτουργεί ως ραδιο-τηλεοπτικό κανάλι θετικών ειδήσεων και νέων μέσω προγραμμάτων και ταινιών με σκοπό την επικοινωνία με το κοινό. Αφενός χρησιμεύει ως Τράπεζα (Data Bank) πληροφοριών, δεδομένων και αίματος με προσωπική περιουσία 300 τρις Φοινίκων και αφετέρου βασίζεται στους θεσμούς της Ελεύθερης Οικονομίας ("Free Market"), στην απόλυτη τραπεζική πίστη, στο επιτόκιο Labor και στο ελληνικό νόμισμα οίκου (I.Q., συμβολική ονομασία για τον Φοίνικα, ο οποίος είναι το νόμισμα των Ελλήνων που αγαπούν την πατρίδα τους, που γνωρίζουν επαρκώς αρχαία και νέα Ελληνικά, Λατινικά, Αγγλικά, Γαλλικά κ.τ.λ., αγαπούν την έντεχνη μουσική, ελληνική και ξένη, και την ίδια την Τέχνη ενώ, με βάση την κατά κεφαλήν καλλιέργεια του Α.Ε.Π. αποτελεί την πλέον ανθούσα οικονομία στην Ευρώπη). Πρόκειται για μιαν νομισματική μονάδα που χαμηλότερη από αυτήν στον κόσμο σε αξία πλούτου δεν υπάρχει διότι πρωτίστως η νοημοσύνη και το νόμισμα των πολιτών που την χρησιμοποιούν δεν υποτιμάται ΠΟΤΕ: ειδικότερα, στηρίζεται στο νόμισμα της Αναγέννησης -ο Φοίνιξ- με βάση την ρήτρα E.C.U., δηλαδή 1 Φοίνιξ=3 Δολλάρια ενώ το Ευρώ υπολογίζεται με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των υπολοίπων νομισμάτων με βάση το E.C.U., το E.C.U. όμως υπολογίζεται ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!

ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΑ ΠΟΡΤΑΛ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΜΠΛΕΤ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ:

Μπείτε στα Νέα Tablets: ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ www.my-insense.blogspot.com ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΣΤΟ PORTAL www.propagenda.blogspot.com

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΡΧ.ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ wwwmetafrasths.blogspot.com ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ TYΠΟ www.prothexousia.blogspot.com MY-INSENSE wwwmiss-insense.blogspot.com



Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ & ΤΡΕΧΟΥΣΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΘΗΚΗ ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ



Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ & ΤΡΕΧΟΥΣΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ
ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ
ΤΗΝ ΣΥΝΘΗΚΗ ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ
ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


ΧΡΗΣΤΟΥ Π. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ


Δίκαιο της Ε.Ε.
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
«ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ»
ΑΘΗΝΑ, 1996

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στο επίκεντρο της μελέτης αυτής θα τεθεί το πρόγραμμα που εκπονήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών με σκοπό να υπάρξει ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων και τρεχουσών πληρωμών εντός των συνόρων της.
Θα γίνει, εξάλλου, αναφορά στην ενσωμάτωση των κοινοτικών οδηγιών και στην εφαρμογή από το ελληνικό κράτος των διατάξεων που απορρέουν από αυτό το πρόγραμμα απελευθέρωσης.
Η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων, κατ’ αρχάς, ανήκει στις 4 θεμελιώδεις ελευθερίες της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς: μαζί με την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων αποτέλεσε συνθήκη εκ των ων ουκ άνευ για την δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου. Εάν δεν υπήρχε αυτή, δεν θα ήταν δυνατόν να εξασφαλιστεί μακροπρόθεσμα η ανεμπόδιστη ανταλλαγή εμπορευμάτων και υπηρεσιών.
Η επέκταση αυτής της λογικής οδηγεί στην σκέψη ότι τα κεφάλαια θα έπρεπε ανά πάσα στιγμή να μπορούν να διοχετεύονται προς την κατεύθυνση εκείνη που θα απέδιδε το μεγαλύτερο όφελος (η ελευθερία αυτή συνοδεύτηκε από την απελευθέρωση εγκατάστασης των τραπεζών προκειμένου να ενοποιηθούν οι εθνικές χρηματοπιστωτικές αγορές, δηλ. να έχουν οι αποταμιευτές την δυνατότητα να τοποθετούν ελεύθερα τα κεφάλαιά τους σε οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα κράτους-μέλους της Ε.Ε. με κριτήριο την βέλτιστη αποδοτικότητα).
Ωστόσο, το απαραίτητο συμπλήρωμα των 4 θεμελιωδών ελευθεριών υπήρξε η απελευθέρωση των πληρωμών. Η άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών θα ματαιωνόταν εάν κάποιο κράτος της Ε.Ε. ύψωνε εμπόδια στην καταβολή διαφόρων χρηματικών ποσών (π.χ. του τιμήματος για εμπορεύματα που αποστέλλονται στο εξωτερικό και της αμοιβής για την εργασία πολιτών που έχουν την ευρωπαϊκή ιθαγένεια και ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα εντός της επικράτειας της Ένωσης).
Η απελευθέρωση στην εκτέλεση τρεχουσών πληρωμών απέκτησε, επομένως, το νόημα ότι τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. υποχρεούνται να επιτρέπουν να γίνονται –όταν υπάρχουν τέτοιου είδους συναλλαγές– πληρωμές στο νόμισμα του κράτους στο οποίο έχει την μόνιμη κατοικία του ο ένας εκ των αντισυμβαλλομένων, είτε πιστωτής είτε δικαιούχος.
Σήμερα, βάσει των οδηγιών για την απελευθέρωση των διακινήσεων κεφαλαίων και των υπηρεσιών των τραπεζών, των ασφαλειών και των χρηματιστηρίων, έχει πλέον απελευθερωθεί πλήρως η χρηματαγορά της Κοινότητας. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και οι ιδιώτες έχουν πρόσβαση σε όλη την κλίμακα των διαθέσιμων στα κράτη μέλη επιλογών σε τραπεζικές υπηρεσίες, ενυπόθηκα δάνεια, τίτλους και ασφάλειες. Μπορούν να επιλέγουν ελεύθερα την προσφερόμενη υπηρεσία, η οποία ανταποκρίνεται καλύτερα στις ειδικές ανάγκες και απαιτήσεις τόσο του ιδιωτικού τους βίου όσο και των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους μέσα στην ενιαία αγορά. Η μεταβολή αυτή για χώρες με αδύναμη οικονομία και ισχυρή παράδοση συναλλαγματικών περιορισμών, όπως η Ελλάδα, δημιούργησε τον κίνδυνο μαζικής φυγής κεφαλαίων που αντιμετωπίστηκε με την ανάλογη νομοθεσία.
Αξίζει να εξεταστεί, λοιπόν, η εξέλιξη της Ευρωπαϊκής και Ελληνικής νομοθεσίας για την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων και τρεχουσών πληρωμών με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και την πλέον πρόσφατη βιβλιογραφία, αν και το δεύτερο σκέλος δεν καλύπτεται στον βαθμό που κανείς θα ενέμενε λόγω της αλληλεπικάλυψής του με καθαρά τεχνικά ζητήματα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΩΣ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΩΝ ‘80

Α. Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ έδινε έμφαση στην δημιουργία μεταξύ των μελών της τότε Ε.Ο.Κ. μιας κοινής αγοράς στην οποία προοδευτικά θα καταργούνταν τα εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών, των προσώπων και των κεφαλαίων.
Ήταν, όμως, επιφυλακτική ως προς τον 4ο στόχο. Η αρχή της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων τίθεται στο άρθρο 67 της Συνθήκης. Περιορίζεται, ωστόσο, στο «μέτρο που είναι αναγκαίο για την καλή λειτουργία της κοινής αγοράς». Η περιοριστική αυτή διατύπωση οφείλεται, σύμφωνα με τον Λ. Τσούκαλη, στον φόβο από τον οποίον διεκατέχοντο οι συντάκτες της Συνθήκης ότι πιθανόν να προκληθεί αστάθεια στις κεφαλαιαγορές και να διαταραχθεί η ισορροπία του ισοζυγίου πληρωμών καθώς και στην επιθυμία να διατηρηθεί το δικαίωμα των κρατών της Ε.Ο.Κ. να καθορίζουν τα ίδια την εθνική τους οικονομική πολιτική εφόσον οι μετακινήσεις κεφαλαίων (συντελεστή παραγωγής) επηρέαζαν την γενική ισορροπία της οικονομίας αποφασιστικά.
Οι κυβερνήσεις συνέχιζαν ως εκείνην την εποχή να δικαιολογούν την κρατική παρέμβαση και τις αυστηρές ρυθμιστικές διατάξεις για την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού με το επιχείρημα περί «αποτυχίας της αγοράς».
Με το άρθρο 68, καλούνται τα κράτη-μέλη της Ε.Ο.Κ. να μην προβαίνουν σε διακρίσεις, όταν εφαρμόζουν στην κυκλοφορία των κεφαλαίων εσωτερικές ρυθμίσεις του εθνικού τους δικαίου σε σχέση με την κεφαλαιαγορά και το πιστωτικό σύστημα.
«Στην συνέχεια, τα κράτη μέλη καλούνται να καταβάλουν προσπάθεια να μην εισάγουν στην Κοινότητα νέους συναλλαγματικούς περιορισμούς… που επηρεάζουν τις κινήσεις κεφαλαίων και τις σχετικές με τις κινήσεις αυτές τρέχουσες πληρωμές, όπως επίσης και να μην καθιστούν περισσότερο περιοριστικές τις υπάρχουσες ρυθμίσεις» (άρθρο 71). Παράλληλα, «παρέχονται και δικλείδες ασφαλείας για την λήψη μέτρων προστασίας της κεφαλαιαγοράς (άρθρο 73) και κυρίως προστασίας του ισοζυγίου πληρωμών των κρατών μελών που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες (άρθρο 103). Τα μέτρα δυνατόν να είναι όχι μόνο κατασταλτικά αλλά και προληπτικά, με την προϋπόθεση όμως της εκ των υστέρων έγκρισής τους από την Επιτροπή Ε.Κ. (άρθρο 109).
Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά την περιοριστική διατύπωση του άρθρου 67, η Συνθήκη της Ρώμης εξαρτούσε την περαιτέρω απελευθέρωση των τραπεζικών ασφαλιστικών υπηρεσιών από την προοδευτική απελευθέρωση της κυκλοφορίας κεφαλαίων: οι 2 στρατηγικές θα έπρεπε να βρίσκονται σε αρμονία (άρθρο 61). Η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων γίνεται με αυτόν τον τρόπο η κινητήρια δύναμη για την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και οι συντάκτες της Συνθήκης της Ρώμης καλούν τα κράτη μέλη να χορηγούν με την μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία εγκρίσεις συναλλάγματος κατά το μέτρο που είναι απαραίτητες.
Β. Σε εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. για την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων εκδόθηκαν δύο οδηγίες: η πρώτη στις 11 Μαΐου 1960 για την εφαρμογή του άρθρου 67 και η δεύτερη, τροποποιητική της πρώτης, δύο χρόνια αργότερα, στις 18 Δεκεμβρίου 1962.
Οι οδηγίες αυτές προχώρησαν ελάχιστα πέρα από το «αναγκαίο μέτρο για την καλή λειτουργία της αγοράς».
Εκτός αυτού, εκδόθηκε μεγάλος αριθμός οδηγιών και συστάσεων, οι οποίες προβλέπουν την εναρμόνιση νομοθετικών και διοικητικών διατάξεων για το καθεστώς της κεφαλαιαγοράς, π.χ. στον τομέα του δικαίου εποπτείας των τραπεζών, του δικαίου του ισολογισμού, των συναλλαγών με αξιόγραφα, των όρων χρηματιστηριακών αδειών εισαγωγής καθώς και του φορολογικού δικαίου.
Ξεχωρίζουν 3 οδηγίες του Συμβουλίου Υπουργών.
Με αυτές τις οδηγίες, το κοινοτικό δίκαιο εξασφαλίζει στους πολίτες των κρατών μελών το δικαίωμα να προβαίνουν σε πληρωμές σε όλη την Κοινότητα σχετιζόμενες με τις παροχές υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Το ίδιο ισχύει κατά μεγάλο μέρος για τις διακινήσεις κεφαλαίων τις σχετιζόμενες με την ελευθερία εγκατάστασης (άμεσες επενδύσεις, κινήσεις κεφαλαίων προσωπικού χαρακτήρα και κινήσεις σχετιζόμενες με τις ανταλλαγές εμπορευμάτων).
Η απελευθέρωση των συναλλαγών αυτών θεωρείται αμετάκλητη (άνευ όρων), με μόνη εξαίρεση την επίκληση της εφαρμογής των άρθρων 73, 108 και 109 της Συνθήκης Ε.Ο.Κ.
Αντίθετα, οι εκδόσεις τίτλων στις χρηματαγορές και οι βραχυπρόθεσμες κινήσεις κεφαλαίων μεταξύ τραπεζών «απελευθερώθηκαν» έτσι ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για πραγματική απελευθέρωση.
Γ. Θα ήταν χρήσιμο στο σημείο αυτό να στρέψουμε την προσοχή μας προς την πολιτική που ακολούθησαν τα κράτη-μέλη της Ε.Ο.Κ.
Από την μια πλευρά, η Μεγάλη Βρεττανία, η Γερμανία και η Ολλανδία ως το τέλος της δεκαετίας των ‘70 είχαν καταργήσει όλους τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων.
Από την άλλη πλευρά, τα διεθνή νομισματικά προβλήματα –τα οποία χαρακτήρισαν το τέλος της δεκαετίας ‘60 και τις αρχές της δεκαετίας ‘70– ανάγκασαν πολλά κράτη μέλη να αναστρέψουν την διαδικασία απελευθέρωσης των διακινήσεων κεφαλαίων παίρνοντας διάφορα προστατευτικά μέτρα. Χρησιμοποίησαν για αυτόν τον σκοπό την δυνατότητα, που προβλέπει το άρθρο 108 της Συνθήκης Ε.Ο.Κ. (περιορισμού της ελεύθερης διακίνησης των κεφαλαίων σε περιπτώσεις σοβαρών δυσχερειών του ισολογισμού πληρωμών).
Η Γαλλία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ελλάδα την ίδια περίοδο εξακολουθούσαν να θωρακίζονται εφαρμόζοντας πολυάριθμους ελέγχους, κυρίως στην κίνηση βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων. Οι έλεγχοι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο διατήρησης κάποιας σταθερότητας στις ενδοκοινοτικές συναλλαγματικές ισοτιμίες και ως μέσο διεύρυνσης των περιθωρίων για ανεξάρτητους ελιγμούς στην νομισματική πολιτική.
Ταυτόχρονα, έγινε κατάχρηση των ρητρών διασφάλισης που περιλαμβάνονταν στις κοινοτικές οδηγίες. Η εκτεταμένη αυτή χρήση ακύρωσε –ιδίως στα χρόνια της νομισματικής αστάθειας που ακολούθησαν την κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods και την έλευση της πετρελαϊκής κρίσης– τα θετικά αποτελέσματα που είχαν επιτευχθεί ως τότε. Εκτός, όμως, από αυτήν την οπισθοχώρηση, η πρόοδος στον τομέα της απελευθέρωσης της κυκλοφορίας κεφαλαίων ήταν ιδιαίτερα αργή ως το 1983.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΣΤΗΝ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ

Α. Το έτος 1983 θεωρείται ως ορόσημο για την έναρξη εκ νέου της διαδικασίας απορρύθμισης στον τραπεζικό αλλά και γενικότερα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Σε ανακοίνωση της Commission που εξετάζει την χρηματοπιστωτική ενοποίηση, τονίζεται ο θεμελιώδης ρόλος που διαδραματίζει η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και η ανάγκη επαναδραστηριοποίησης των προσπαθειών για την ολοκλήρωσή της μετά από μιαν μακρόχρονη περίοδο συναλλαγματικών περιορισμών.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα που ανακοινώθηκε, η απελευθέρωση στην κίνηση κεφαλαίων θα επιτευχθεί σε 2 φάσεις.
Στην πρώτη θα επιδιωχθεί η απελευθέρωση στην Κοινότητα των πράξεων σε κεφάλαιο που συνδέονται αμεσότερα με την λειτουργία της κοινής αγοράς και την σύνδεση των εθνικών κεφαλαιαγορών.
Στην δεύτερη φάση θα καταργηθούν όλοι οι περιορισμοί που υπάρχουν σχετικά με την κίνηση κεφαλαίων, οι πράξεις επί τίτλων και οι πράξεις σχετικές με χρηματοδοτικές πιστώσεις, καθώς και αυτές που αφορούν τα μέσα της χρηματαγοράς.
Αναγνωρίζεται ακόμη η διαφορετική θέση που βρίσκονται τα κράτη μέλη σε ό,τι αφορά τα προβλήματα που δημιουργούνται από την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων. Οι αναμενόμενες διαφοροποιήσεις στις επιπτώσεις οφείλονται σε μια σειρά από αιτίες, όπως είναι η διάρθρωση του ισοζυγίου πληρωμών, η διαφορετική θέση του νομίσματος κάθε χώρας διεθνώς και ο διαφορετικός βαθμός ανάπτυξης του τραπεζικού της συστήματος.
Παράλληλα με την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωρεί το 1984 στην θέσπιση νέων και πιο αυστηρών κριτηρίων παρέκκλισης από τους γενικούς κανόνες αναφορικά με την επίκληση των ρητρών διαφυγής εκ μέρους των κρατών μελών, με την αναθεώρηση των αποφάσεών της και της ακολουθούμενης μέχρι τότε πολιτικής.
Με τις αποφάσεις αυτές τίθενται τα θεμέλια για την δημιουργία της εσωτερικής αγοράς του 1992.
Προς επίρρωσιν των διαδικασιών απελευθέρωσης, που είχαν πλέον δρομολογηθεί, ακολουθούν 2 ιδιαίτερα σημαντικές κοινοτικές πράξεις.
Β. Με τις 2 αυτές πράξεις επιχειρήθηκε η μετάβαση από την μέθοδο των αποσπασματικών και βαθμιαία κλιμακούμενων στον χρόνο προσπαθειών συντονισμού των ρυθμίσεων για την οικοδόμηση της εσωτερικής αγοράς στην μέθοδο της «συνολικής προσέγγισης», σε τρόπο δηλ. που να συνδέονται οι ενέργειες σε διάφορους τομείς, όπως επιβάλλεται από την φύση των προβλημάτων που έθετε η εσωτερική αγορά μέχρι το τέλος του 1992.
Η «συνολική προσέγγιση» στο θέμα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών συνεπάγεται προφανώς την άρση των συναλλαγματικών περιορισμών, των διοικητικών, νομοθετικών και φορολογικών εμποδίων στην κίνηση κεφαλαίων, το δικαίωμα εγκατάστασης και την παροχή υπηρεσιών.
—Η πρώτη, λοιπόν, από αυτές τις ενέργειες που συμπύκνωναν την νέα κοινοτική στρατηγική με πρώτο στόχο την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων ήταν το πρόγραμμα δράσης που η Επιτροπή ανακοίνωσε στο Συμβούλιο της Ε.Κ. τον Ιούνιο του 1985 με τίτλο «Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς» και έγινε γνωστό σαν «Λευκή Βίβλος».
Η «Λευκή Βίβλος» αφορούσε βασικά τα εμπόδια και τις στρεβλώσεις των συναλλαγών που προκαλούνται από τις ποικίλες παρεμβάσεις των κυβερνήσεων των κρατών-μελών. Αφορούσε κυρίως τις υπηρεσίες και τους συντελεστές παραγωγής, τομείς στους οποίους ως τότε η ολοκλήρωση είχε σημειώσει πολύ μικρή πρόοδο.
Ο κατάλογος των υπολειπομένων εμποδίων στην ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων, υπηρεσιών, προσώπων και κεφαλαίων –όπως παρουσιάζεται στην «Λευκή Βίβλο»– ήταν πράγματι πολύ μακρύς και αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ένδειξη της μη εκπλήρωσης των βασικών στόχων της Συνθήκης της Ρώμης.
—Η δεύτερη από τις ενέργειες ήταν η Ενιαία Ευρωπαϊκή πράξη (Ε.Ε.Π.) η οποία υπεγράφη τον Φεβρουάριο του 1986, ετέθη σε ισχύ την 1/7/1987 και περιλαμβάνει την διαδικασία για την υλοποίηση του προγράμματος δράσης ενώ, παράλληλα, τροποποιεί και συμπληρώνει την Συνθήκη της Ρώμης του 1957.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Ε.Ε.Π. συμπληρώνει το περιεχόμενο της Λευκής Βίβλο σε αποφασιστικά σημεία.
Με γνώμονα την «συνολική προσέγγιση» και με βάση τις επιταγές του νέου άρθρου 8Α παρ. 2 της Συνθήκης της Ρώμης που πρόσθεσε η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την ολοκλήρωση της Ενιαίας Εσωτερικής Αγοράς και του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών μέχρι το 1992. Συγκεκριμένα, το νέο άρθρο όριζε ότι «Η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συνθήκης»
Η Ενιαία Εσωτερική Αγορά κάλυπτε, επομένως, το σύνολο του κοινοτικού χώρου, του χώρου που αποτελείτο από τις οικονομίες των 12 χωρών-μελών και απέβλεπε στην «ενιαιοποίηση» του χώρου αυτού με την κατάργηση όλων των φραγμών και εμποδίων στην ελεύθερη διακίνηση (εμπορευμάτων, προσώπων, κεφαλαίων, υπηρεσιών).
Από οικονομικής πλευράς, δηλαδή, ο χώρος αυτός δεν θα πρέπει να διασπάται από «σύνορα». Θα πρέπει να είναι και να λειτουργεί «ως χώρος χωρίς εσωτερικά σύνορα». Το θεμέλιο της Εσωτερικής Αγοράς είναι η απολύτως ελεύθερη διακίνηση.
Γ. Οι εξελίξεις τα επόμενα έτη υπήρξαν θεαματικές.
Με την οδηγία 583/85 η απελευθέρωση στην κίνηση κεφαλαίων διευρύνθηκε, ώστε να συμπεριλάβει «την ελεύθερη κυκλοφορία των μεριδίων των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ομοιόμορφες εγγυήσεις για την αποτελεσματικότερη προστασία των αποταμιευτών» (Ε.Ε. L372, 31/12/85).
Kατόπιν, στις 16 Νοεμβρίου 1986, το Συμβούλιο της Ε.Κ. με την υϊοθέτηση της οδηγίας 86/566/ΕΟΚ (Ε.Ε. L332, 26/11/86) επέκτεινε την διαδικασία απελευθέρωσης σε τρεις ακόμη κατηγορίες κινήσεων κεφαλαίων, επιπλέον εκείνων που προβλέπονταν από τις οδηγίες του 1960 και 1962, και οι οποίες αφορούν: α) τις μακροπρόθεσμες εμπορικές πιστώσεις ή τις πιστώσεις που συνδέονται με την παροχή των υπηρεσιών όπου μετέχει κάτοικος, β) τις συναλλαγές σε τίτλους (μετοχές, ομολογίες ή μερίδια Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες) που δεν είναι διαπραγματεύσιμοι σε χρηματιστήριο αξιών, γ) τις πράξεις εισαγωγής τίτλων (μετοχές ή ομολογίες) επιχείρησης κράτους μέλους στην κεφαλαιαγορά άλλου κράτους μέλους, εφόσον είναι ήδη διαπραγματεύσιμοι ή πρόκειται να εισαχθούν σε χρηματιστήριο αξιών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δ) την κατάργηση ως το 1992 της διπλής αγοράς συναλλάγματος που ίσχυε στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο.
Δ. Μιαν ευρεία στοχοθέτηση για την δημιουργία ενιαίας κεφαλαιαγοράς περιλαμβάνει για πρώτη φορά το πρόγραμμα που παρουσίασε η Commission το έτος 1986: «Πρόγραμμα για την απελευθέρωση της κυκλοφορίας κεφαλαίων στην Κοινότητα», το οποίο προέβλεπε –εκτός από την αλληλεξάρτηση των χρηματαγορών– και εκτεταμένη απελευθέρωση όλων των χρηματο-οικονομικών ροών.
Ήδη, δύο χρόνια αργότερα, δηλαδή το 1988, το πρόγραμμα αυτό απέφερε τους πρώτους καρπούς του με την έκδοση της οδηγίας που χαρακτηρίσθηκε και ως «χάρτης της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων» (Ε.Ε. L178, 8/7/88).
Αυτή η οδηγία χρησίμευσε σαν καταλύτης στις ενέργειες σε άλλα πεδία της κοινοτικής οικοδόμησης, την οικονομική και νομισματική ένωση και την ελεύθερη παροχή χρηματο-οικονομικών υπηρεσιών.
Η θέσπιση της οδηγίας αυτής οδήγησε στην κατάργηση όλων των υπολειπόμενων ελέγχων στην κυκλοφορία κεφαλαίων για 8 κράτη της Ε.Ο.Κ. (πλην Ισπανίας, Ιρλανδίας, Πορτογαλίας και Ελλάδας) και προέβλεπε την κατάργηση των περιορισμών των κινήσεων κεφαλαίου που πραγματοποιούνται μεταξύ κατοίκων των κρατών-μελών, υπό τις ίδιες συναλλαγματικές προϋποθέσεις που ισχύουν στις τρέχουσες συναλλαγές και άλλες προϋποθέσεις που καθορίζονται στο κείμενό της.
Σε περίπτωση που αντιμετωπίζονται από ένα κράτος-μέλος προβλήματα στην νομισματική και συναλλαγματική πολιτική, το κράτος αυτό δικαιούται να λάβει μέτρα διασφαλίσεως, επικαλούμενο επείγουσα ανάγκη –με ισχύ όμως μόνο 6 μηνών και με απαραίτητη την έστω και εκ των υστέρων έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η οδηγία περιέχει και διατάξεις ως προς τις σχέσεις με τρίτα κράτη στο πεδίο των διακινήσεων κεφαλαίων.
Προβλέπει την αρχή της απελευθέρωσης «έναντι πάντων».
Τα κράτη μέλη οφείλουν να επιδιώκουν να πετύχουν με τα τρίτα κράτη τον ίδιο βαθμό απελευθέρωσης που εφαρμόζουν μέσα στην Κοινότητα.
Η οδηγία του 1988 περιέχει, τέλος, ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα σχετικά με συναφείς διατάξεις που μπορεί να κριθούν αναγκαίες για την καταπολέμηση των κινδύνων διαστροφών του ανταγωνισμού, φοροδιαφυγής και φορολογικής απάτης, οι οποίοι μπορεί να ακολουθήσουν την πλήρη απελευθέρωση των διακινήσεων των κεφαλαίων λόγω της διαφοράς των εθνικών καθεστώτων στα πεδία της φορολογίας και της αποταμίευσης.
Πράγματι, ο στόχος της ολοκληρωτικής, καθολικής απελευθέρωσης στην κυκλοφορία κεφαλαίων επιτεύχθηκε, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα της οδηγίας, ως την 1/7/90, διότι τα 8 κράτη τήρησαν τις προθεσμίες (ουσιαστικά επρόκειτο για την Γαλλία, την Ιταλία, την Δανία και το Βέλγιο).
Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι το χρονοδιάγραμμα για την κατάργηση των ελέγχων προεκτάθηκε ως το τέλος του 1992 για την Ισπανία και την Ιρλανδία ενώ η Ελλάδα και η Πορτογαλία απέκτησαν το δικαίωμα να ζητήσουν τριετή παράταση υποδεικνύει την νέα, περισσότερο ευέλικτη στάση του Συμβουλίου Υπουργών απέναντι στην διαδικασία ολοκλήρωσης.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Η Ο.Ν.Ε., Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ ΚΑΙ Η ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ


Συμβολική υπήρξε η σύμπτωση της ημερομηνίας που ετέθη σε ισχύ η πλήρης απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων σε 8 κράτη της Ε.Ο.Κ. με την ημερομηνία έναρξης του πρώτου σταδίου της Ο.Ν.Ε., την 1η Ιουλίου 1990.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Μαδρίτης (Ιούνιος 1989) κατέφυγε συνειδητά στην επιλογή της διασύνδεσης αυτής έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι η απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων και τρεχουσών πληρωμών ήταν η πλέον σημαντική πτυχή του προγράμματος «1992» για την εσωτερική αγορά καθώς και για την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (Ε.ΝΟ.Σ.)
Η λογική που στηρίζει αυτήν την επιλογή αντλεί επιχειρήματα από την αντίληψη ότι πλήρης συμμετοχή στον Μηχανισμό Ισοτιμιών Συναλλαγματικών (Μ.Ι.Σ.) του Ε.ΝΟ.Σ. και απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων είναι συμπληρωματικές πολιτικές διότι η απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων αυξάνει την ανάγκη συντονισμού των οικονομικών και νομισματικών πολιτικών που ακολουθούνται από τα κράτη μέλη –και συνεπώς ενισχύει το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα– ενώ η σταθερότητα των ισοτιμιών που προσφέρει το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων.
Παρ’ όλα αυτά, ως εκείνη την περίοδο διατηρούνταν ακόμη κατάλοιπα περιορισμών, οι οποίοι δεν επέτρεπαν στους μόνιμα εγκατεστημένους σε μιαν χώρα να διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς σε ξένα νομίσματα και να πραγματοποιούν νομισματικές συναλλαγές με το εξωτερικό.
Την διέξοδο και σε αυτό το ζήτημα αποτέλεσε η επιλογή των 12 κρατών της Ε.Ο.Κ. να συμφωνήσουν στις ρυθμίσεις για την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων και πληρωμών που περιέχονται στην Συνθήκη της Ε.Ε.
Πρόκειται για ένα πλέγμα κανόνων(άρθρα 67-74 της Συνθήκης του Μάαστριχτ) που επιτρέπουν στους πολίτες της Ένωσης και τις επιχειρήσεις να ανοίγουν τραπεζικό λογαριασμό οπουδήποτε στην Κοινότητα και να εμβάζουν απεριόριστα χρηματικά ποσά από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Εκτός αυτού, μπορούν πλέον να χρησιμοποιήσουν όλες τις δυνατότητες κεφαλαιουχικών επενδύσεων και χρηματοδότησης στον κοινό ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο, να επωφελούνται από τις δυνατότητες μετακίνησης ή επενδυτικών ευκαιριών, να πραγματοποιούν ελεύθερα αγορές, πληρωμές, επενδύσεις και να χρησιμοποιούν υπηρεσίες σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.
Επιπλέον, παρέχεται η δυνατότητα σε όλους τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να επενδύουν τα ρευστά διαθέσιμά τους και τις αποταμιεύσεις τους (ή να δανείζονται) σε οποιαδήποτε τράπεζα ενός άλλου κράτους μέλους της Κοινότητας στο εγχώριο ή σε ξένο νόμισμα.
Ταυτόχρονα με την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, ένα σύστημα προστασίας του πολίτη και επίβλεψης σε κοινοτικό επίπεδο τίθεται σε λειτουργία για τον εντοπισμό και την καταστολή της κυκλοφορίας του «βρώμικου χρήματος», το οποίο επωφελείται από τον περιορισμό των ελέγχων και την απλούστευση των διαδικασιών.
Το πλέον σημαντικό είναι ότι –στο εξής– επεμβάσεις όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων επιτρέπονται στα κράτη μέλη μόνον υπό ειδικά καθορισμένες εξαιρετικές συνθήκες και μόνον κατόπιν ειδικής εξουσιοδότησης από την Commission –ενώ, όταν τεθεί σε ισχύ το γ’ στάδιο της Ο.Ν.Ε., προβλέπεται πως το δικαίωμα αυτό (άρθρο 73Ζ) θα μεταβιβαστεί στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Η Συνθήκη, εξάλλου, δίνει έμφαση στην ελεύθερη εκτέλεση των πληρωμών ως απαραίτητο συμπλήρωμα της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων.
Ας ληφθεί υπ’ όψιν ότι στην Ευρώπη οι συνθήκες της διεθνούς τραπεζικής αγοράς μετεβλήθησαν ριζικά στην εξεταζόμενη περίοδο. Υπήρξαν σοβαρές αλλαγές αντιλήψεων της τραπεζικής πρακτικής. Υπήρξε, επίσης, μια ραγδαία αλλαγή στην ποικιλία των προσφερόμενων υπηρεσιών που επέφερε σοβαρές ποιοτικές αλλαγές στην τραπεζική αγορά, μετέβαλε σημαντικά τις ανάγκες χρηματοδοτικών κεφαλαίων σε ολόκληρο τον κόσμο, οδήγησε τις τράπεζες σε οργανωτικές αλλαγές.
Η κατάληξη αυτών των σημαντικών και συνεχών εξελίξεων ήταν η έναρξη διαδικασιών απελευθέρωσης που αναλύθηκαν εδώ: δηλαδή, μείωσης της επιρροής της κυβέρνησης στην λειτουργία της τραπεζικής αγοράς. Οι εξελίξεις αυτές έλαβαν χώρα και στην Ελλάδα.
Με αυτόν τον τρόπο, με ιδιαίτερα ταχύ ρυθμό, προωθήθηκε στην ελληνική αγορά ένα σύνολο νέων κανόνων, το οποίο απλοποίησε και βελτίωσε σημαντικά τους υπάρχοντες κανόνες λειτουργίας του συστήματος.
Πάντως, ενώ και στα 11 κράτη της Ε.Ε. η πλήρης ελευθερία στην κυκλοφορία των κεφαλαίων ετέθη σε ισχύ σε πιστή εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης του Μάαστριχτ από την 1/1/93, στην Ελλάδα παραχωρήθηκε επιπλέον προθεσμία ως τις 30 Ιουνίου 1994, προθεσμία η οποία δεν χρειάστηκε να εκπνεύσει καθώς η πλήρης απελευθέρωση επιτεύχθηκε τον Μάϊο του ιδίου έτους.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Όπως θα ανέμενε κανείς, οι επιπτώσεις της απελευθέρωσης στην κυκλοφορία κεφαλαίων έγιναν πιο αισθητές στις χώρες της Νοτίου Ευρώπης, οι οποίες διέθεταν πλούσια εμπειρία ρυθμιστικών παρεμβάσεων του κράτους.
Η Ελλάδα, παρομοίως, η οποία εντάχθηκε το 1981 στην Ε.Ο.Κ. ήταν η τελευταία χώρα η οποία προχώρησε στην εναρμόνισή της εσωτερικής νομοθεσίας για αυτό το ζήτημα με την νομοθεσία σε κοινοτικό επίπεδο, εκμεταλλευόμενη την ευέλικτη προσέγγιση της Ε.Ε. που γνώριζε τα υφιστάμενα προβλήματα.
Όπως είναι γνωστό, μεταπολεμικά και ως τα τέλη της δεκαετίας των ‘80, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα χαρακτηριζόταν από ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο ρυθμιστικό πλέγμα, ένα πλέγμα πιστωτικών κανόνων, ελέγχων και περιορισμών συναλλαγματικών.
Ενδιαφέρον για μια μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα εκδηλώθηκε αρχικά με την σύσταση της επιτροπής Χαρισσόπουλου το έτος 1978, η οποία είχε ως αποστολή την εισήγηση μέτρων πολιτικής με στόχο την ομαλή προσαρμογή στις νέες συνθήκες που διαφαίνονταν ότι θα επικρατήσουν από την επικείμενη ένταξη της χώρας στην Ε.Ο.Κ. Την αρμοδιότητα για όλες τις αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένης και της κυκλοφορίας κεφαλαίων, είχε εκείνην την περίοδο η Νομισματική Επιτροπή, η οποία λειτουργούσε ως κυβερνητικό όργανο.
Ύστερα από την ένταξη της Ελλάδας στην Ε.Ο.Κ., ωστόσο, η Νομισματική Επιτροπή καταργήθηκε και οι αρμοδιότητές της μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Η Τ.τ.Ε. ως υπεύθυνη για τον έλεγχο της χρήσης και της διασυνοριακής κίνησης κεφαλαίων έμελλε να αναδειχθεί σε καταλυτικό παράγοντα για την ενσωμάτωση από το ελληνικό κράτος των σχετικών οδηγιών της Ε.Ε., ιδιαίτερα μάλιστα μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή πράξη.
Η χρηματο-οικονομική απελευθέρωση στην Ελλάδα μεθοδεύτηκε σταδιακά, σε διαδοχικά και αλλεπάλληλα βήματα από το 1987 και εντεύθεν. Η απελευθέρωση ακολούθησε, έστω και με καθυστερήσεις ή παλινδρομήσεις, τις γενικότερες κατευθύνσεις και τάσεις που παρατηρήθηκαν προηγουμένως στον Ευρωπαϊκό χώρο. Η πορεία απελευθέρωσης επιταχύνθηκε ουσιαστικά από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Τόσο η Πολιτεία όσο και η Τράπεζα της Ελλάδος, ανταποκρινόμενες στην ανάγκη προσαρμογής του ελληνικού χρηματο-πιστωτικού συστήματος προς τις κοινοτικές και διεθνείς προδιαγραφές, προχώρησαν με αποφασιστικά πλέον βήματα στην διαμόρφωση ενός θεσμικού πλαισίου με βασικά χαρακτηριστικά την άρση των πάσης φύσεως περιορισμών στην κίνηση των κεφαλαίων.
Εκείνος ο παράγοντας που έκανε αναπόφευκτη την μεταρρύθμιση του ελληνικού πιστωτικού συστήματος υπήρξε η προώθηση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς και της νομισματικής ολοκλήρωσης.
Υπενθυμίζεται ότι υποχρέωση απελευθέρωσης στην κίνηση κεφαλαίων ως την 1/7/90 δεν υφίστατο για την Ελλάδα.
Τα πράγματα άλλαξαν λόγω της υποχρέωσης απελευθέρωσης της κίνησης κεφαλαίων στα πλαίσια της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς. Η υποχρέωση αυτή απέρρεε, ειδικότερα, από την συμμετοχή της Ελλάδας στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (Ο.Ν.Ε.) της Ευρώπης.
Ακόμη και μετά την Συνθήκη του Μάαστριχτ, δόθηκε στην Ελλάδα το δικαίωμα, με βάση την οδηγία 192 (15/12/92) να διατηρήσει προσωρινά –ως τις 30 Ιουνίου 1994– περιορισμούς στις ακόλουθες κινήσεις κεφαλαίων:
1) Πράξεις σε τρεχούμενους λογαριασμούς και καταθέσεις σε χρηματο-πιστωτικά ιδρύματα ή πράξεις που πραγματοποιούνται από κατοίκους σε αλλοδαπά χρηματο-πιστωτικά ιδρύματα και έχουν διάρκεια μικρότερη του 1 έτους,
2) Χρηματοδοτικά δάνεια και πιστώσεις που έχουν διάρκεια μικρότερη του 1 έτους,
3) Κινήσεις κεφαλαίων προσωπικού χαρακτήρα ή δάνεια που έχουν διάρκεια μικρότερη του 1 έτους,
4) Εισαγωγή και εξαγωγή εγγράφων που ενσωματώνουν αξίες.
Βέβαια, οι διοικητικοί περιορισμοί καταργήθηκαν σταδιακά (με ελάχιστες και ασήμαντες εξαιρέσεις) ενώ στην διάρκεια του 1994 υπήρξε η απελευθέρωση της καταναλωτικής πίστης με αύξηση των σχετικών ατομικών ανωτάτων ορίων δανεισμού (Ιανουάριος 1994) και ολοκληρωτικά άρση των συναλλαγματικών περιορισμών που απέμεναν στις βραχυπρόθεσμες κινήσεις κεφαλαίων (Μάϊος 1994).
Συμπερασματικά, αν και οι αγορές χρήματος και κεφαλαίου έχουν απελευθερωθεί από τους περιοριστικούς κανόνες, υπάρχουν ακόμα ανάγκες προσαρμογής των ελληνικών θεσμών του νομισματο-πιστωτικού περιβάλλοντος στις οδηγίες της Ε.Ε. με στόχο την απαραίτητη πραγματική ενοποίηση των αγορών σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Όπως είναι φυσικό, οι μεταβολές σε κοινοτικό επίπεδο έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην λειτουργία και στην θέση των ελληνικών τραπεζών. Η ελεύθερη εγκατάσταση των ευρωπαϊκών τραπεζικών ιδρυμάτων στην χώρα οδηγεί ήδη σε όξυνση του ανταγωνισμού με τις ελληνικές τράπεζες, στον οποίον αυτές θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν μόνο με την κατάλληλη προετοιμασία και συνέπεια, διότι η χρηματο-πιστωτική ολοκλήρωση δεν μπορεί να επιτευχθεί με απλή απελευθέρωση στην παροχή υπηρεσιών και στην κίνηση κεφαλαίων.
Η πλήρης απελευθέρωση προϋποθέτει την βαθμιαία μείωση των αποκλίσεων σε πόρους, παραγωγικότητα, ανταγωνιστική ικανότητα καθώς και την σύγκλιση των μακρο-οικονομικών επιδόσεων.
Θα πρέπει να αναμένεται, ακόμα, ο περιορισμός της παράνομης εξαγωγής κεφαλαίων που αποτελεί σήμερα μια από τις βασικότερες παθογόνες καταστάσεις στην ελληνική οικονομία.



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

«Η ΝΕΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» Λουκά Τσούκαλη, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1993, σελ. 158-162.
i) Ε.Ε. Ρ43 (12.7.60), σελ. 921 ii) Ε.Ε. Ρ9 (22.1.63), σελ. 62 iii) Ε.Ε. 125 (17.8.63), σελ. 2240.
Πρόκειται για τον επαναπροσδιορισμό των λόγων που οδήγησαν στην έγκριση εφαρμογής των ρητρών διαφυγής και στον καθορισμό της χρονικής διάρκειας για την διατήρησή τους. Συγκεκριμένα, ενώ επιτράπηκε στην Γαλλία, την Ιρλανδία και την Ιταλία να διατηρήσουν την εφαρμογή ορισμένων προστατευτικών μέτρων, ανακλήθηκε σχετική άδεια που είχε χορηγηθεί στην Δανία, τέθηκε τριετής χρονικός περιορισμός για την Ελλάδα με την λήψη του κοινοτικού δανείου το 1985 και ορίστηκε το τέλος του 1990 για την Ισπανία και του 1992 για την Πορτογαλία για την άρση των συναλλαγματικών περιορισμών.
Πρόκειται για την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής –COM (85), 310 τελικό, με ημερομηνία 14 Ιουνίου 1985– που καθόρισε το σύνολο των μέτρων για την εγκαθίδρυση της Εσωτερικής Αγοράς. Η Λευκή Βίβλος περιείχε αρχικά 300 προτάσεις (μέτρα) μαζί με ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της Εσωτερικής Αγοράς μέχρι τέλους του 1992. Στην πορεία, το σύνολο των μέτρων περιορίστηκε σε 284.
Το δεύτερο σκέλος της στρατηγικής αφορούσε την εναρμόνιση των ρυθμιστικών πλαισίων. Η γενικότερη εναρμόνιση στηριζόταν στην εναρμόνιση των βασικών μόνο κανόνων, σε συνδυασμό με την εφαρμογή της αμοιβαίας αναγνώρισης (αξιοποιώντας την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Cassis de Dijon). Αργότερα, προστέθηκε και τρίτο σκέλος που αντιπροσώπευε την καθυστερημένη αναγνώριση των κινδύνων εκτεταμένης φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής σε έναν κόσμο όπου τα κεφάλαια θα κινούνται χωρίς περιορισμούς. Στόχος ήταν τώρα η εναρμόνιση των φορολογικών συντελεστών στους τόκους των καταθέσεων και στα εισοδήματα από χρηματοπιστωτικές τοποθετήσεις. Η Λευκή Βίβλος δεν περιείχε καμιά αναφορά στο θέμα αυτό.
Πράξη Διοικητικού Τραπέζης της Ελλάδος 2303 (16/5/1994). Δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Α’ 80 (16/5/1994).


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

«ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟ-ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ», μελέτη σε επιμέλεια Ν. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, εκδ. Ε.Ε.Τ./Σάκκουλα, 1989.
«ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ», μελέτη σε επιμέλεια ΑΝ. ΓΙΑΝΝΙΤΣΗ, Βιβλιοθήκη Τ.τ.Ε.
«Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ Ε.Ο.Κ. ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΟΥ 1992», Γ. ΖΑΒΒΟΥ, εκδ. Ε.Ε.Τ./Σάκκουλα, 1989.
«ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΙΝΗΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ» του Π. ΜΠΕΡΝΙΤΣΑ, κείμενο στην μελέτη «1992: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ» σε επιμέλεια Π. Καζάκου, εκδ. ΙΟΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, 1989.
«Η ΝΕΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΗ, εκδ. Παπαζήση, 1993.
«COM (85), 310 TΕΛΙΚΟ (14/6/85)»
«ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΟ-ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ» Γ. ΠΡΟΒΟΠΟΥΛΟΥ, εκδ. ΙΟΒΕ
«ΧΡΗΜΑΤΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ» Φ. ΣΠΑΘΟΠΟΥΛΟΥ, κείμενα έρευνας του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, Θεσσαλονίκη 1990.
«ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 96 (23/3/93)» και «Φ.Ε.Κ. 42 Α’»
«ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 104 (14/5/94)» και «Φ.Ε.Κ. Α’ 79»
«ΠΡΑΞΕΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»
—2199, 2200, 2201 (7/5/93) και Φ.Ε.Κ. Α’ 76
—2227 (30/6/93) και Φ.Ε.Κ. Α’ 112
—2303 (16/5/94) και Φ.Ε.Κ. Α’ 80
«ΣΥΝΘΗΚΗ Ε.Ε. (άρθρα 67-74)»






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου