*όπου ''Ενός'' στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ''άνθρωπος''. Έν=Ένα=One=Ο.Ν.Ε.=Ο.Η.Ε=UN=Γυνή=Οίνος=Venus/Αφροδίτη.

Η ''Πλειοψηφία του Ενός'' δεν αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι στην ζυγαριά της οικονομίας οι πολλοί βουλιάζουν και ο ένας διασώζεται αλλά, επιπροσθέτως, σημαίνει ότι αυτός ο ένας (1) άνθρωπος διασώζει κυρία και έλκει το πλοίο της κυβέρνησης, τον κύβο που ερρίφθη και βυθίζεται (όπως ακριβώς σε μιαν ζυγαριά όπου η μάζα των πολλών χάνεται λόγω του βάρους). Η βάση της ερευνητικής μεθόδου στηρίζεται στην διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία και την έκδοση αποτελεσμάτων μετρήσεων, ερευνών, ψηφοφορίας, εκλογής στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Κ. που διασώζουν μιαν χώρα -άνευ δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο)- από την ανισορροπία του Δημοσίου και από το “φούντο” του ταμείου της, δηλ. το Δ.Ν.Τ., με βάση τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και το εσωτερικό δίκτυο INNERNET πληρωμής της εργασίας των Ελλήνων κατ' οίκον: είναι το μοναδικό οικονομικό και τραπεζικό σύστημα στον κόσμο που λειτουργεί ως ραδιο-τηλεοπτικό κανάλι θετικών ειδήσεων και νέων μέσω προγραμμάτων και ταινιών με σκοπό την επικοινωνία με το κοινό. Αφενός χρησιμεύει ως Τράπεζα (Data Bank) πληροφοριών, δεδομένων και αίματος με προσωπική περιουσία 300 τρις Φοινίκων και αφετέρου βασίζεται στους θεσμούς της Ελεύθερης Οικονομίας ("Free Market"), στην απόλυτη τραπεζική πίστη, στο επιτόκιο Labor και στο ελληνικό νόμισμα οίκου (I.Q., συμβολική ονομασία για τον Φοίνικα, ο οποίος είναι το νόμισμα των Ελλήνων που αγαπούν την πατρίδα τους, που γνωρίζουν επαρκώς αρχαία και νέα Ελληνικά, Λατινικά, Αγγλικά, Γαλλικά κ.τ.λ., αγαπούν την έντεχνη μουσική, ελληνική και ξένη, και την ίδια την Τέχνη ενώ, με βάση την κατά κεφαλήν καλλιέργεια του Α.Ε.Π. αποτελεί την πλέον ανθούσα οικονομία στην Ευρώπη). Πρόκειται για μιαν νομισματική μονάδα που χαμηλότερη από αυτήν στον κόσμο σε αξία πλούτου δεν υπάρχει διότι πρωτίστως η νοημοσύνη και το νόμισμα των πολιτών που την χρησιμοποιούν δεν υποτιμάται ΠΟΤΕ: ειδικότερα, στηρίζεται στο νόμισμα της Αναγέννησης -ο Φοίνιξ- με βάση την ρήτρα E.C.U., δηλαδή 1 Φοίνιξ=3 Δολλάρια ενώ το Ευρώ υπολογίζεται με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των υπολοίπων νομισμάτων με βάση το E.C.U., το E.C.U. όμως υπολογίζεται ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!

ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΑ ΠΟΡΤΑΛ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΜΠΛΕΤ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ:

Μπείτε στα Νέα Tablets: ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ www.my-insense.blogspot.com ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΣΤΟ PORTAL www.propagenda.blogspot.com

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΡΧ.ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ wwwmetafrasths.blogspot.com ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ TYΠΟ www.prothexousia.blogspot.com MY-INSENSE wwwmiss-insense.blogspot.com



Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

"ΙΔΟΥ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΝΤΟΣ ΗΜΩΝ ΕΣΤΙΝ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6" - ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΫ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΡΗΣΤΟΥ Π. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΣΗΜΕΡΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Ο ανταγωνισμός μεταξύ της ζωής και της συνείδησης μπορεί να σταματήσει με 2 μεθόδους: μέσω αλλαγής ζωής ή μέσω αλλαγής συνειδήσεως.
Θα φαινόταν, κατ’ αρχάς, πως δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ως προς αυτές τις εναλλακτικές.
Ένας άνθρωπος μπορεί να πάψει να κάνει αυτό που βλέπει ως λάθος αλλά δεν μπορεί να πάψει να θεωρεί λάθος αυτό που είναι λάθος. Κατά τον ίδιον τρόπο, ολόκληρη η ανθρωπότητα μπορεί να πάψει να πράττει ό,τι βλέπει ως λάθος αλλά –πολύ μακράν του να μπορέσει να αλλάξει– δεν μπορεί ούτε για μιαν στιγμή να καθυστερήσει την συνεχόμενη άνοδο της καθαρής αναγνώρισης για το τι είναι λάθος και, άρα, δεν πρέπει να υπάρχει.
Επομένως, θα φαινόταν κατ’ αρχάς αναπόφευκτο για τους Χριστιανούς να εγκαταλείψουν τις παγανιστικές μορφές κοινωνίας που καταδικάζουν και να ανασυνθέσουν την κοινωνική τους ύπαρξη επί της βάσεως των Χριστιανικών αρχών που διακηρύσσουν.
Αυτό θα συνέβαινε –αν δεν υπήρχε ο νόμος της αδράνειας, μια δύναμη τόσο παγιωμένη σε ανθρώπους και σε έθνη όσο και σε ακίνητα. άψυχα σώματα. Στους ανθρώπους παίρνει την μορφή της ψυχολογικής αρχής που βρίσκει την πιο αληθινή της μορφή στις λέξεις του Ευαγγελίου: «ΗΓΑΠΗΣΑΝ ΜΑΛΛΟΝ ΤΟ ΣΚΟΤΟΣ Ή ΤΟ ΦΩΣ ΗΝ ΓΑΡ ΠΟΝΗΡΑ ΑΥΤΩΝ ΤΑ ΕΡΓΑ». Αυτή η αρχή αποδεικνύεται αφ’ εαυτής σε ανθρώπους που δεν αναγνωρίζουν την αλήθεια αλλά πείθουν, μέσω αυτής, τον εαυτό τους ότι είναι μια ζωή τέλεια συνεπής με την αλήθεια η ζωή που κάνουν, η οποία έγκειται στο να κάνουν ό,τι τους αρέσει και ό,τι έχουν συνηθίσει.
Η δουλεία ήταν αντίθετη σε όλες τις ηθικές αρχές τις οποίες υποστήριζαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης: ωστόσο, κανείς εξ αυτών δεν το είδε αυτό διότι, αν καταδίκαζαν την δουλεία, αυτό θα σήμαινε την διάλυση της ζωής που ζούσαν. Βλέπουμε το ίδιο στον σύγχρονο κόσμο μας.
Η διαίρεση των ανθρώπων σε 2 κάστες –όπως επίσης και η χρήση βίας στην διακυβέρνηση και στον πόλεμο– αντιτίθενται σε κάθε ηθική αρχή που διακηρύσσεται από την σύγχρονη κοινωνία μας. Ωστόσο, οι καλλιεργημένοι και προοδευμένοι άνθρωποι του σήμερα μοιάζουν να μην το βλέπουν.
Η πλειοψηφία –αν όχι όλοι– των καλλιεργημένων ανθρώπων των χρόνων μας προσπαθούν ασυνείδητα να συντηρήσουν την παλαιά νοοτροπία περί της ζωής (η οποία δικαιολογεί/δικαιώνει την θέση τους) και να κρύψουν από τον ίδιο τον εαυτό τους και άλλους την ανεπάρκειά της: και, πάνω απ’ όλα, την αναγκαιότητα υϊοθέτησης της Χριστιανικής σύλληψης της ζωής που θα σημαίνει την διάλυση ολόκληρης της υπάρχουσας κοινωνικής τάξεως. Αγωνίζονται να κρατήσουν την οργάνωσή τους ώστε να συνεχίζει αυτή να βασίζεται στην κοινωνική αντίληψη περί της ζωής –αλλά δεν την πιστεύουν οι ίδιοι, διότι είναι εκλείπουσα και είναι, άρα, απίθανη για να πιστεύει κανείς σε αυτήν.
Όλη η μοντέρνα λογοτεχνία –φιλοσοφική, πολιτική και καλλιτεχνική– είναι εκπληκτική από την σεβαστή αυτή οπτική γωνία. Πόσος πλούτος ιδεών, μορφών, χρωμάτων, πόση μελέτη σοφίας, τί τέχνη! Μα και πόση έλλειψη σοβαρού υλικού, πόσος τρόμος έναντι σε οιαδήποτε ακρίβεια στην σκέψη ή στην έκφραση! Λεπτότητα πνεύματος, αλληγορίες, χιουμοριστικές φαντασιοπληξίες, οι ευρύτερες δυνατές γενικότητες αλλά τίποτε απλό και καθαρό, τίποτε που να πηγαίνει κατευθείαν στην καρδιά του ζητουμένου, δηλαδή στο πρόβλημα της ζωής. Και δεν είναι μόνον αυτό!
Εκτός αυτών των χαριτωμένων και άμυαλων επιπολαιοτήτων, η φιλολογία μας είναι πλήρης αχρειοτήτων και βιαιότητας, επιχειρημάτων που θα γύριζαν τους ανθρώπους πίσω στον αρχέγονο βαρβαρισμό μέσω της πλέον ραφινάτης οδού, στις αρχές όχι μόνο του παγανιστή και της παγανιστικής μορφής αλλά ακόμη και της ζωώδους μορφής της ζωής που έχουμε αφήσει πίσω μας προ 5000 χρόνων.
Και δεν θα μπορούσε να γίνει ειδάλλως.
Μέσα στον τρόμο τους για την Χριστιανική σύλληψη της ζωής που θα καταστρέψει την κοινωνική τάξη, στην οποία ορισμένοι προσκολλώνται μόνον εξ έξεως και άλλοι από ενδιαφέρον, οι άνθρωποι δεν μπορούν παρά να γυρίσουν πίσω στην παγανιστική αντιμετώπιση της ζωής και στις αρχές που βασίζονται σε αυτήν. Σήμερα βλέπουμε να υπερασπίζονται όχι μόνο τον πατριωτισμό και τις αριστοκρατικές αρχές (ακριβώς όπως τις υπερασπίζονταν ως παράκλητοι συνήγοροι προ 2000 χρόνων) αλλά και την πιο ακατέργαστη φιλοσοφία των Επη-κουρείων καθώς και την μετεμψύχωση με πνοή της ζωγραφικής των ζώων. Μόνο, με αυτήν την διαφορά: ότι οι άνθρωποι που τότε κήρυσσαν αυτές τις απόψεις τις πίστευαν.
Σήμερα, ακόμα και οι υπερασπιστές αυτών των θεωρητικών απόψεων δεν τις πιστεύουν –διότι δεν έχουν καν μείνει, δεν έχουν νόημα και σημασία για εμάς και για χάρη μας στην σημερινή εποχή.
Κανείς δεν μπορεί να μείνει ακίνητος την ίδιαν ώρα που η γη τρέμει κάτω από τα πόδια του.
Αν δεν πάμε μπροστά, πρέπει να γυρίσουμε πίσω.
Και, όσο περίεργο και τρομερό είναι να το λέει κανείς, οι καλλιεργημένοι άνθρωποι των ημερών μας –οι ηγέτες της σκέψεως– στην πραγματικότητα έλκουν την κοινωνία προς τα πίσω με την πανούργα και λεπτεπίλεπτη λογική τους, όχι στον παγανισμό καν αλλά σε ένα κράτος πρωτόγονου βαρβαρισμού.
Η τάση αυτή εκ μέρους των ηγετικών στοχαστών των ημερών μας δεν είναι πουθενά πιο εμφανής παρά στην στάση τους προς το φαινόμενο αυτό στο οποίο παρουσιάζεται –με την πιο συγκεντρωμένη της μορφή– ολόκληρη η ανεπάρκεια της κοινωνικής αντίληψης περί της ζωής, δηλαδή στην στάση τους προς τον πόλεμο, τον γενικότερο εξοπλισμό των εθνών και την οικουμενική, παγκόσμια υποχρεωτική υπηρεσία.
Η μη ορισμένη και ανειλικρινής, αν όχι ύπουλη, στάση των σύγχρονων στοχαστών προς αυτό το φαινόμενο είναι εντυπωσιακή.
Παίρνει 3 μορφές εντός της καλλιεργημένης κοινωνίας.
Ένα κομμάτι την βλέπει ως ένα τυχαίο φαινόμενο, λες και προκύπτει από την ειδική πολιτική κατάσταση της Ευρώπης και θεωρώντας πως αυτό το κράτος πραγμάτων μπορεί να μεταρρυθμιστεί ή να αναμορφωθεί χωρίς μιαν επανάσταση σε ολόκληρη την εσωτερική κοινωνική τάξη των εθνών, μέσω εξωτερικών μέτρων διεθνούς διπλωματίας.
Ένα άλλο κομμάτι την βλέπει να εγείρεται με μιαν μορφή αυταρχική και αηδιαστική αλλά, την ίδιαν ώρα, μοιραία και αναπόφευκτη λες και έχει προβλεφθεί, όπως μια ασθένεια ή ο θάνατος.
Ένα τρίτο κομμάτι, αυτό της παγωμένης αδιαφορίας, είναι αυτό που βλέπει τον πόλεμο ως ένα φαινόμενο αναπόφευκτο, ευεργετικό στα αποτελέσματά του και, συνεπώς, επιθυμητό.
Οι άνθρωποι βλέπουν το ζήτημα από διαφορετικές οπτικές γωνίες και απόψεις αλλά –όλοι, ομοίως– μιλούν για την πολεμική αναμέτρηση λες και ήταν κάτι απολύτως ανεξάρτητο από την βούληση αυτών που συμμετέχουν σε αυτήν. Συνεπώς, δεν δέχονται καν ούτε την φυσική ερώτηση που παρουσιάζεται από μόνη της σε κάθε απλόν άνθρωπο: «Τί γίνεται με εμένα; Πρέπει εγώ να πάρω μέρος σε αυτήν;» Κατά την άποψή τους, δεν υπάρχει καν ερώτηση που να τίθεται με την μορφή αυτή και κάθε άνθρωπος –όπως κι αν βλέπει τον πόλεμο από μιαν προσωπική γωνία θέασης– πρέπει δουλικά να υποταχθεί στις απαιτήσεις των αρχών επί του θέματος.
Η στάση του πρώτου «κόμματος» των στοχαστών, αυτών που βλέπουν μιαν οδό εκτός (του) πολέμου στην λήψη διεθνών διπλωματικών μέτρων εκφράζεται κάλλιστα στην έκθεση της τελευταίας συνόδου του Κογκρέσσου Ειρήνης στο Λονδίνο και στα άρθρα και γράμματα για τον πόλεμο: η εμφάνιση έγινε στο Νο. 8 της ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΕΩΝ (REVUE DES REVUES) του 1891. Η συνέλευση, αφού συγκέντρωσε από διάφορα εδάφια συλλήβδην τα ρητά και γραπτά με τα οποία οι μορφωμένοι εξέφρασαν γνώμη, άνοιξε τις συνομιλίες με την απόδοση τιμών με μιαν θρησκευτική λειτουργία-υπηρεσία και, αφού άκουσε τα κείμενα για 5 ολόκληρες ημέρες, τα ολοκλήρωσε με ένα δημόσιο συμπόσιο και ομιλίες. Υϊοθέτησαν τις ακόλουθες 19 αποφάσεις: 1. «Η συνέλευση επιβεβαιώνει την πίστη της ότι η αδελφοσύνη του ανθρώπου εμπεριέχει ως μιαν αναγκαία συνέπεια μιαν αδελφότητα των εθνών.
2. «Η συνέλευση αναγνωρίζει την σημαντική επιρροή που εξασκεί ο Χριστιανισμός στην ηθική και πολιτική πρόοδο του ανθρωπίνου γένους και θέτει με τιμιότητα και ειλικρίνεια στους λειτουργούς του Ευαγγελίου και σε άλλους θρησκευτικούς διδασκάλους το επείγον καθήκον να εκδηλώσουν φανερά τις αρχές της ειρήνης και της καλής βούλησης προς τους ανθρώπους. ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΝΑ ΦΥΛΑΣΣΕΤΑΙ ΕΙΔΙΚΑ Η ΤΡΙΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΓΙΑ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ.
3. «Η συνέλευση εκφράζει την γνώμη ότι όλοι οι δάσκαλοι ιστορίας πρέπει με τις εκκλήσεις τους να επιστήσουν την προσοχή των νέων προς τις θανάσιμες αμαρτίες που επιβάλλονται στο ανθρώπινο γένος σε όλες τις εποχές από τον πόλεμο καθώς και προς το γεγονός ότι αυτή η μορφή πολέμου έχει εξαπολυθεί για τις πλέον ανεπαρκείς αιτίες.
4. Η συνέλευση διαμαρτύρεται κατά της χρήσεως στρατιωτικών γυμνασίων στα σχολεία με την μέθοδο της φυσικής ασκήσεως και προτείνει τον σχηματισμό ταξιαρχιών για την διάσωση της ζωής μάλλον παρά τον σχηματισμό τους για ασκήσεις οιονεί στρατιωτικού χαρακτήρα. Και θέτει επειγόντως το ζήτημα ότι είναι επιθυμητό να πιέζεται το Συμβούλιο Εξεταστών που διαμορφώνει τα ερωτήματα που τίθενται στις εξετάσεις βάσει της οδηγίας περί διεύθυνσης των σκέψεων των παιδιών προς τις αρχές της ειρήνης.
5. Η συνέλευση θεωρεί ότι το δόγμα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απαιτεί ώστε οι γηγενείς, αυτόχθονες και πιο αδύνατες φυλές, οι επικράτειές τους και οι ελευθερίες τους, να φυλάσσονται από την αδικία και την απάτη και οι φυλές αυτές να θωρακίζονται ενάντια στις φαυλότητες που είναι τόσο κυρίαρχες εν μέσω των λεγομένων προοδευμένων φυλών των ανθρώπων. Περαιτέρω, εκφράζει την πεποίθησή του ότι θα πρέπει να υπάρξει μια συγχορδία πράξεων μεταξύ των εθνών για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Η συνέλευση εκφράζει την εγκάρδια εκτίμησή του για τις αποφάσεις της Συνόδου κατά της Δουλείας που διεξήχθη προσφάτως στις Βρυξέλλες για την βελτίωση των συνθηκών των λαών της Αφρικής.
6. Η συνέλευση πιστεύει ότι οι πολεμοχαρείς προκαταλήψεις και παραδόσεις που εξακολουθούν να υποδαυλίζονται σε διάφορες εθνικότητες καθώς και οι παρερμηνείες από ηγέτες της κοινής γνώμης στις νομοθετικές συνεδριάσεις ή δια μέσου του Τύπου είναι συχνά έμμεσες αιτίες πολέμου και, άρα, αυτά τα κακώς κείμενα πρέπει να αντιμετωπιστούν προληπτικά από ορθή πληροφόρηση που να τείνει στην άρση των παρεξηγήσεων μεταξύ εθνών. Προτείνει την σημασία της εξέτασης του ερωτήματος για την εκκίνηση δημοσίευσης μιας διεθνούς εφημερίδας με αυτόν τον σκοπό.
7. Η συνέλευση προτείνει στην Δια-Κοινοβουλευτική Σύνοδο να δοθεί η απόλυτη στήριξη προς κάθε σχέδιο προβολής έργων για την ενοποίηση βαρών και μέτρων, κοπής νομίσματος, δασμολόγησης, καταβολής τελών και δημοσιεύσεων καθώς και τηλεγραφικών ρυθμίσεων κ.τ.λ. που θα συνέδραμαν για την δημιουργία και ίδρυση μιας εμπορικής, βιομηχανικής και επιστημονικής ένωσης των λαών.
8. Η συνέλευση, ενώπιον της αβυσσαλέας κοινωνικής και ηθικής επιρροής της γυναίκας, καλεί επειγόντως κάθε γυναίκα να στηρίξει τα πράγματα που τείνουν προς την ειρήνη ειδάλλως επέχει αυτή μιαν ευθύνη θανάσιμη για την συνέχιση των συστημάτων του μιλιταρισμού.
9. Η συνέλευση εκφράζει την ελπίδα ότι η Οικονομική Ένωση Μεταρρύθμισης και άλλες όμοιες κοινωνίες στην Ευρώπη και στην Αμερική θα ενωθούν για να εξετάσουν μέσα για την καθιέρωση ακριβοδίκαιων εμπορικών σχέσεων μεταξύ κρατών, δια της μειώσεως των καθηκόντων εισαγωγών. Η συνέλευση αισθάνεται πως μπορεί να επιβεβαιώσει ότι ολόκληρη η Ευρώπη επιθυμεί ειρήνη και προσδοκά με ανυπομονησία την καταστολή των εξοπλισμών οι οποίοι –υπό το δικαστικό πρόσχημα της αμύνης– γίνονται με την σειρά τους κίνδυνος εφόσον κρατούν ζωντανή την αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης και συνιστούν, κατά την ίδιαν ώρα, την αιτία αυτής της γενικότερης οικονομικής αναταραχής που εμποδίζει τον δρόμο για την διευθέτηση κατά ικανοποιητικό τρόπο των προβλημάτων της εργασίας και της φτώχειας που θα όφειλαν να προηγούνται έναντι όλων των άλλων.
10. Η συνέλευση, αναγνωρίζοντας ότι ένας γενικός αφοπλισμός θα αποτελούσε την καλύτερη εγγύηση της ειρήνης, και θα οδηγούσε στην επίλυση των ερωτημάτων που τώρα κυρίως διαιρούν τα κράτη, εκφράζει την ευχή να συγκληθεί μια σύνοδος με την μορφή Κογκρέσσου των αντιπροσώπων όλων των κρατών της Ευρώπης όσο το δυνατόν γρηγορότερα ώστε να εξετάσουν τα μέσα με τα οποία θα επιφέρουν έναν βαθμιαία γενικό αφοπλισμό.
11. Η συνέλευση, εξετάζοντας το γεγονός ότι η δειλία και ο φόβος μιας μόνο δύναμης θα μπορούσε να καθυστερήσει την σύγκληση της άνωθεν αναφερομένης συνόδου ως ενός Κογκρέσσου έχει την γνώμη ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε πρώτα να απολύσει έναν οποιονδήποτε σημαντικό αριθμό στρατιωτών και να προσφέρει, με αυτόν τον τρόπο, ένα συμβολικό σύνθημα προς όφελος της Ευρώπης και του ανθρωπίνου γένους επειδή, έτσι, θα υποχρέωνε –δια της κοινής γνώμης– τις υπόλοιπες κυβερνήσεις να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Δια της ηθικής ισχύος αυτού του συντελεσμένου γεγονότος, θα ηύξανε μάλλον –και δεν θα συρρίκνωνε– τις συνθήκες της εθνικής της αμύνης.
12. Η συνέλευση, ως προς το ερώτημα του αφοπλισμού, ως προς το ερώτημα της ειρήνης γενικότερα –καθώς εξαρτάται από την κοινή γνώμη– προτείνει στις κοινωνίες ειρήνης όπως και σε όλους τους φίλους της ειρήνης να είναι ενεργοί στην προπαγάνδα της (ειδικότερα σε καιρούς κοινοβουλευτικών εκλογών) προκειμένου να δώσουν οι εκλέκτορες τις ψήφους τους σε υποψηφίους που έχουν υποσχεθεί και δεσμευθεί να υποστηρίζουν την Ειρήνη, τον Αφοπλισμό και την Επιδιαιτησία.
13. Η συνέλευση συγχαίρει τους φίλους της ειρήνης για την απόφαση η οποία υϊοθετήθηκε από την Διεθνή Αμερικανική Σύνοδο που διεξήχθη στην Ουάσιγκτον τον Απρίλιο και μέσω της οποίας προτάθηκε ώστε η επιδαιτησία να είναι υποχρεωτική σε όλες τις αμφιλεγόμενες διαφορές, οποιαδήποτε η πηγή προέλευσής τους –πλην αυτών μόνο που μπορεί να διακινδυνεύσουν την ανεξαρτησία ενός εκ των συνδεομένων με αυτές εθνών.
14. Η συνέλευση υποβάλλει αυτήν την πρόταση υπ’ όψιν των Ευρωπαίων αρχηγών κρατών και προσωπικοτήτων και εκφράζει τον διακαή πόθο να τεθούν ταχύτατα και άλλες όμοιες συνθήκες υπό την προσεκτική ματιά τους –μεταξύ και των άλλων εθνών του κόσμου.
15. Η συνέλευση εκφράζει την ικανοποίησή της για την υϊοθέτηση της Ισπανικής Συγκλήτου της αποφάσεως της 16ης Ιουνίου σχεδίου νομολογίας η οποία επιτρέπει και εξουσιοδοτεί την κυβέρνηση που διαπραγματεύεται γενικότερες ή ειδικότερες συνθήκες επιδιαιτησίας ή μελέτες για την διευθέτηση όλων των διαφωνιών –πλην αυτών που συνδέονται με την ανεξαρτησία ή την εσωτερική διακυβέρνηση των επηρεαζομένων κρατών– καθώς και για την υϊοθέτηση αποφάσεων με όμοια πορίσματα από την Νορβηγική Βουλή Storthing και από τον Ιταλικό Οίκο.
16. Η συνέλευση αποφασίζει τον διορισμό μιας επιτροπής η οποία θα απευθύνει επικοινωνιακά κείμενα προς τις ανώτατες ηγεμονικές πολιτικές, θρησκευτικές, εμπορικές, εργατικές και ειρηνευτικές οργανώσεις ή οργανισμούς για να απαιτεί εξ αυτών να αποστέλλουν παρακλητικές αναφορές προς τις κυβερνητικές αρχές με την ευχή να λαμβάνονται μέτρα για την διαμόρφωση και σχηματισμό κατάλληλων και ταιριαστών δικαστηρίων για την επιδικαστική απόφανση επί διεθνών ζητημάτων ώστε να αποφεύγεται η καταφυγή σε πόλεμο.
17. Βλέποντας α) ότι το αντικείμενο που επιδιώκεται από όλες τις κοινωνίες ειρήνης είναι η εγκαθίδρυση της δικαστικής και αμερόληπτης τάξεως μεταξύ εθνών και β) ότι η ουδετερότητα μέσω διεθνών συνθηκών συνιστά ένα περαιτέρω βήμα προς αυτό το κράτος της δικαστικής αμεροληψίας και ελαχιστοποιεί τον αριθμό των περιφερειών όπου μπορεί να συνεχίζεται ο πόλεμος, η συνέλευση προτείνει μιαν μεγαλύτερη επέκταση του κανόνα της ουδετερότητας. Εκφράζει την ευχή i) όλες οι συνθήκες που εξασφαλίζουν κατά το παρόν σε ορισμένα κράτη το πλεονέκτημα της ουδετερότητας να παραμείνουν εν ισχύϊ ή, εάν παραστεί ανάγκη, να αναθεωρηθούν κατά τρόπο που να καθιστά την ουδετερότητα πιο αποτελεσματική, είτε με την επέκταση της ουδετερότητας στο σύνολο του κράτους είτε με την διαταγή της κατεδάφισης των τειχών που συνθέτουν μάλλον ένα διακύβευμα παρά μιαν εγγύηση για την ουδετερότητα, ii) οι νέες συνθήκες που βρίσκονται σε αρμονία με τις ευχές των σχετικών αναφερομένων πληθυσμών να ολοκληρωθούν με σκοπό την στερέωση της ουδετερότητας των άλλων κρατών.
18. H υπο-επιτροπή προτείνει α) το ετήσιο Κογκρέσσο Ειρήνης να διεξάγεται είτε άμεσα πριν την συνάντηση της ετήσιας Υπο-κοινοβουλευτικής Συνόδου είτε άμεσα μετά την ολοκλήρωσή της στην ίδια πόλη, β) το ερώτημα περί ενός διεθνούς εμβλήματος ειρήνης να αναβληθεί SINE DIE,[1] γ) να υϊοθετηθούν οι ακόλουθες αποφάσεις: i) να εκφραστεί ικανοποίηση για τα επίσημα προοίμια εισαγωγών κειμένων συμφωνιών της Πρεσβυτεριανής Εκκλησίας στις Ηνωμένες Πολιτείες που απευθύνονται στους υψηλούς αντιπροσώπους κάθε εκκλησιαστικής οργάνωσης στην Χριστιανοσύνη για να ενωθούν σε μιαν γενική συνέλευση για την προώθηση της διεθνούς επιδιαιτησίας για τον πόλεμο, ii) να εκφραστεί εν ονόματι του Συνεδρίου η προφανώς βαθύτατη εκτίμηση και σεβασμός της μνήμης του Aurelio Saffi, του περίφημου Ιταλού νομικού, μέλους της επιτροπής του Διεθνούς Συνασπισμού για την Ειρήνη και την Ελευθερία, δ) να παρουσιαστεί αμέσως μόλις καταστεί πρακτικά δυνατό– ενώπιον κάθε πρεσβευτικής δύναμης με εξουσία επιρροής το αναμνηστικό μνημείο που υϊοθετήθηκε από αυτό το Συνέδριο και υπεγράφη από τον Πρόεδρο των επί κεφαλής των κυβερνήσεων, ε) να υϊοθετηθούν οι ακόλουθες αποφάσεις: i) Μια απόφαση ευχαριστηρίων προς τους προέδρους των διαφόρων θέσεων του Κογκρέσσου, ii) Μια απόφαση ευχαριστηρίων προς τον πρόεδρο, την γραμματεία και τα μέλη του γραφείου του Κογκρέσσου, iii) Μια απόφαση ευχαριστηρίων ευχαριστηρίων προς τους συγκληθέντες και τα μέλη των κομματικών επιτροπών, iv) Μια απόφαση ευχαριστηρίων προς τον Αιδεσιμώτατο Canon Scott Holland, τον Αιδεσιμώτατο Δόκτωρα Reuen Thomas και τον Αιδεσιμώτατο J. Morgan Gibbon για τις εξ άμβωνος ομιλίες τους προ του Κογκρέσσου και, επίσης, προς τις αρχές του Καθεδρικού του Αγ. Παύλου, του Ναού της Πόλεως και της Κονγκρεγκασιοναλιστικής Εκκλησίας του Όρους Stamford για την χρήση αυτών των κτιρίων για τις υπηρεσίες προς το κοινό, v) Μιαν επιστολή ευχαριστηρίων προς την Αυτού Βασιλική Μεγαλειότητα για την άδεια επίσκεψης του Κάστρου Windsor, vi) Μιαν απόφαση ευχαριστηρίων προς τον Κύριο και την Κυρία Δήμαρχο, τον κύριο Passmore Edwards και άλλους φίλους που έχουν προεκτείνει την φιλοξενία τους στα μέλη του Κογκρέσσου.
19. Το Κογκρέσσο καταγράφει για το αρχείο την εγκάρδιο έκφραση ευγνωμοσύνης προς τον Παντοδύναμο Κύριο για την αξιοθαύμαστη αρμονία και ομόνοια που έχουν χαρακτηρίσει τις συναντήσεις αυτής της συγκεντρώσεως, στην οποία τόσο πολλοί άνδρες και γυναίκες διαφόρων εθνών, πιστεύω, γλωσσών και φυλών έχουν συναχθεί σε στενότατη συνεργασία καθώς και για την ολοκλήρωση των εργασιών και των κόπων του Κογκρέσσου. Εκφράζει την σταθερή και ακλόνητη πίστη του στον απόλυτο και έσχατο θρίαμβο του σκοπού της ειρήνης και των αρχών υπέρ των οποίων συνηγορήσαμε σε αυτές τις συναντήσεις».
H θεμελιακή ιδέα του Κογκρέσσου είναι η ανάγκη Α) να διαχυθεί με όλα τα μέσα προς όλους τους λαούς η πεποίθηση περί των μειονεκτημάτων του πολέμου καθώς και η μεγάλη ευλογία της ειρήνης, Β) να εγερθούν οι κυβερνήσεις υπό την αίσθηση της έννοιας της ανωτερότητας της διεθνούς επιδιαιτησίας επί του πολέμου και της συνεπακόλουθης σκοπιμότητας και αναγκαιότητας αφοπλισμού. Για την επίτευξη του πρώτου σκοπού, το Κογκρέσσο πραγματοποιεί αναφορές ως αναδρομή σε δασκάλους της ιστορίας, σε γυναίκες καθώς και στον κλήρο, με την συμβουλή προς αυτόν να διακηρύξει περί των κακών του πολέμου και της ευλογίας της ειρήνης κάθε τρίτη Κυριακή του Δεκεμβρίου. Για την επίτευξη του δεύτερου αντικειμένου, το Κογκρέσσο πραγματοποιεί εκκλήσεις προς τις κυβερνήσεις βάσει της υποθέσεως ότι θα διαλύσουν τους στρατούς τους και θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο από την επιδιαιτησία.
Να διακηρύξει περί των κακών του πολέμου και της ευλογίας της ειρήνης! Μα, η ευλογία της ειρήνης είναι κάλλιστα πασίγνωστη στους ανθρώπους, τόσο πολύ που –από τότε κιόλας που υπήρξαν άνθρωποι για πρώτη φορά– η καλύτερη ευχή τους είχε εκφραστεί με τον χαιρετισμό «ΕΙΡΗΝΗ ΥΜΙΝ». Άρα, γιατί να διακηρύξουν;
Όχι μόνον οι Χριστιανοί αλλά οι παγανιστές επίσης, των χιλιάδων χρόνων πριν, όλοι αναγνώριζαν το κακό του πολέμου και την ευλογία της ειρήνης. Ώστε, η σύσταση να κηρύξουν οι λειτουργοί του Ευαγγελίου επί του κακού του πολέμου και την ευλογία της ειρήνης κάθε τρίτη Κυριακή του Δεκεμβρίου είναι μάλλον πλεονασμός, άχρηστη.
Ο Χριστιανός δεν μπορεί ειδάλλως παρά να κηρύττει επ’ αυτού του ζητήματος κάθε μέρα της ζωής του. Αν οι Χριστιανοί και οι κήρυκες του Χριστιανισμού δεν το κάνουν, πρέπει να υπάρχουν λόγοι για αυτό. Ώσπου να έχουν αφαιρεθεί αυτοί, καμία σύσταση δεν θα είναι αποτελεσματική.
Ακόμα λιγότερο αποτελεσματικές θα είναι οι συστάσεις κυβερνήσεων! Συστάσεις περί διάλυσης των στρατιών τους –και αντικατάστασής τους από διεθνή συμβούλια επιδιαιτησίας. Οι κυβερνήσεις γνωρίζουν κάλλιστα κι αυτές την δυσκολία και την φορτική πίεση για την έγερση και διατήρηση δυνάμεων, οπότε –ακόμα κι αν παρά την γνώση τους αυτή– εγείρονται και παίρνουν δυνάμεις (ακόμα και με κόστος τρομερής προσπάθειας για στροφή πολιτικής), είναι εμφανές πως δεν μπορούν να πράξουν διαφορετικά. Η σύσταση του Κογκρέσσου δεν μπορεί ποτέ να τις αλλάξει. Οι πολυμαθείς τζέντλεμεν, όμως, είναι απρόθυμοι να το δουν αυτό και συνεχίζουν να ελπίζουν πως θα βρουν έναν πολιτικό συνδυασμό δια μέσου του οποίου οι κυβερνήσεις θα κινηθούν ώστε να περιορίσουν από μόνες τους τις εξουσίες τους.
«Μπορούμε να απαλλαχθούμε από την πολεμική τέχνη;» ρωτά ο σοφός συγγραφεύς της ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΕΩΝ. «Είμαστε όλοι σύμφωνοι ότι εάν επρόκειτο να κάνει εκ νέου την εμφάνισή της στην Ευρώπη, οι συνέπειές της θα έμοιαζαν με αυτές των μεγάλων εισβολών των βαρβάρων. Η ύπαρξη ολόκληρων εθνικοτήτων θα διακυβευόταν στην πυρά και, άρα, ο πόλεμος θα ήταν απεγνωσμένος, αιματηρός, ανατριχιαστικός. Αυτή η σκέψη, μαζί με τις τρομερές μηχανές της καταστροφής που εφηύρε η σύγχρονη επιστήμη, καθυστερεί την στιγμή της προκήρυξης του πολέμου και συντηρεί την παρούσα προσωρινή κατάσταση που θα μπορούσε να συνεχιστεί για μιαν άπειρη περίοδο, συν το φοβερό κόστος της διατήρησης των εξοπλισμών που εξουθενώνουν τα Ευρωπαϊκά κράτη και απειλούν να υποβαθμίσουν και να συρρικνώσουν τα έθνη σε ένα κράτος με καταστάσεις δυστυχίας που δεν απέχουν πολύ από τις επιπτώσεις του ιδίου του πολέμου. Έκπληκτοι από την αποκρυστάλλωση αυτής της σκέψεως, άνθρωποι διαφόρων χωρών έχουν προσπαθήσει να βρουν μέσα για την αποτροπή ή, τουλάχιστον, για τον κατευνασμό των αποτελεσμάτων της τρομερής σφαγής με την οποία απειλούμαστε. Τα ερωτήματα αυτά τέθηκαν μπροστά στο Κογκρέσσο Ειρήνης που θα διεξαχθεί σύντομα στην Ρώμη –καθώς και η δημοσίευση ενός φυλλαδίου με τον τίτλο «Επί του Αφοπλισμού» («Sur le Disarmement»). Είναι δυστυχώς πέραν αμφιβολίας ότι με την παρούσα οργάνωση της πλειοψηφίας των Ευρωπαϊκών κρατών, απομονωμένων εκατέρωθεν και οδηγημένων από διακριτά συμφέροντα, η απόλυτος απαγόρευση του πολέμου είναι μια ψευδαίσθηση με την οποία θα ήταν επικίνδυνο να απατώμαστε. Σοφώτεροι κανόνες επιβαλλόμενοι σε αυτές τις μονομαχίες μεταξύ εθνών θα μπορούσε, όμως, να περιορίσει τουλάχιστον τον τρόμο που σκορπούν. Είναι εξίσου χιμαιρικό να στηριζόμαστε σε σχέδια αφοπλισμού, η εκτέλεση των οποίων καθίσταται σχεδόν απίθανη από συλλογισμούς μιας μορφής λαϊκού χαρακτήρα παρόντος στον νου όλων των αναγνωστών μας. Η κοινή γνώμη δεν είναι προετοιμασμένη να τους δεχθεί και, επιπλέον, οι διεθνείς σχέσεις μεταξύ διαφορετικών λαών δεν είναι της μορφής αυτής ώστε να κάνουν την αποδοχή τους πιθανή. Αφοπλισμός που επιβάλλεται από ένα έθνος σε ένα άλλο σε περιρρέουσες συνθήκες που απειλούν την ασφάλειά του θα ισοδυναμούσαν με μιαν κήρυξη πολέμου. Ωστόσο, πρέπει κανείς να παραδεχθεί ότι μιαν ανταλλαγή ιδεών μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών θα μπορούσε, σε έναν ορισμένο βαθμό, να δώσει χείρα βοηθείας, να επιφέρει την θετική κατανόηση που είναι άκρως απαραίτητα σε όλες τις συνομιλίες ενώ θα έκανε εφικτή μιαν αξιόλογη μείωση των στρατιωτικών δαπανών που συντρίβει τα έθνη της Ευρώπης και εμποδίζει σημαντικά την επίλυση του κοινωνικού ζητήματος το οποίο πρέπει ο καθένας ατομικά να λύσει με την απειλή να αποκομίσει εσωτερικό πόλεμο ως το αντίτιμο της αποφυγής του εξωτερικώς. Θα μπορούσαμε τουλάχιστον να απαιτήσουμε την μείωση των τεραστίων εξόδων του οργανωμένου πολέμου όπως διεξάγεται τώρα, έχοντας υπ’ όψιν ότι μια εισβολή μπορεί να γίνει εντός 24 ωρών και μια αποφασιστική μάχη εντός 1 εβδομάδας από την κήρυξη του πολέμου. Πρέπει να καταφέρουμε τα κράτη να μην μπορούν να κάνουν επίθεση ξαφνικά και να διεισδύουν στις περιοχές των άλλων εντός 24 ωρών». Αυτή η πρακτική αντίληψη εκδηλώθηκε ανοιχτά, βγήκε μπροστά και εκτέθηκε από τον Maxime du Camp και το άρθρο του ολοκληρώνει με αυτήν. Οι προτάσεις του κ. du Camp έχουν ως ακολούθως: 1. Να διοργανώνεται κάθε χρόνο ένα Κογκρέσσο παρουσίασης διπλωματικών εργασιών. 2. Να μην κηρύσσεται κανένας πόλεμος ώσπου να περάσουν δύο μήνες από το γεγονός που τον προκάλεσε (η δυσκολία εδώ θα ήταν να αποφασιστεί ακριβώς ποιο γεγονός προκάλεσε τον πόλεμο, αφού –όποτε κηρύσσεται πόλεμος– υπάρχουν πολλά όμοια συμβάντα και θα πρέπει κανείς να αποφασίσει αυτό με βάση το οποίο θα υπολογίσει την αναβολή των δύο μηνών). 3. Να μην κηρύσσεται κανένας πόλεμος πριν υποβληθεί σε δημοψήφισμα των εθνών που προετοιμάζονται να συμμετάσχουν σε αυτόν. 4. Να μην αρχίζουν οι εχθροπραξίες ώσπου να περάσει ένας μήνας μετά την επίσημη προκήρυξη του πολέμου.
«Να μην κηρύσσεται κανένας πόλεμος. Να μην αρχίζουν οι εχθροπραξίες», κ.τ.λ. Ποιός, όμως, θα κρίνει ότι δεν θα κηρύσσεται κανένας πόλεμος;
Ποιός είναι αυτός που θα υποχρεώνει τους λαούς να κάνουν αυτό ή το άλλο; Ποιός θα εξαναγκάζει τα κράτη να καθυστερούν την έναρξη των επιχειρήσεών τους για ένα ορισμένο και σταθερό χρονικό διάστημα;
Όλα τα υπόλοιπα κράτη.
Μα, όλα αυτά είναι επίσης κράτη που θέλουν να ασκούν έλεγχο, να έχουν σφαίρες επιρροής με καθορισμό ζωνών, ορίων και συνόρων αλλά και να έχουν ισχύ εξαναγκασμού. Ποιός είναι αυτός που θα τα αναγκάσει όλα αυτά;
Η κοινή γνώμη.
Μα, εάν υπάρχει μια κοινή γνώμη η οποία μπορεί να εξασκεί πίεση και να αναγκάζει τις κυβερνήσεις να καθυστερούν τις επιχειρήσεις τους για μιαν ορισμένη περίοδο, τότε η ίδια κοινή γνώμη μπορεί να ασκήσει πίεση και να εξαναγκάσει τις κυβερνήσεις να μην κηρύξουν καν τον πόλεμο!
Θα απαντηθεί και πάλι πως μπορεί να υπάρξει ένα ισοζύγιο δυνάμεων αυτής της μορφής, μια ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΔΥΝΑΜΕΩΝ (PONDIRATION DE FORCES) υπολογισμένη κατάλληλα ώστε να οδηγήσει τα κράτη να κάνουν πίσω με την δική τους συμφωνία. Ε λοιπόν, αυτό έχει δοκιμαστεί και επιχειρηθεί και επιχειρείται ακόμα και τώρα. Η Ιερή Συμμαχία δεν ήταν τίποτε άλλο από αυτό, ο Συνασπισμός της Ειρήνης ήταν μια άλλη προσπάθεια για το ίδιο, κ.ο.κ. Μα, θα απαντηθεί εκ νέου, υποτεθείστω πως όλοι ήταν σύμφωνοι. Εάν ήταν όλοι σύμφωνοι, σίγουρα δεν θα υπήρχε πλέον πόλεμος –και καμιά ανάγκη ούτε για επιδιαιτησία.
«Ένα δικαστήριο για επιδιαιτησία! Η επιδιαιτησία θα αντικαταστήσει τον πόλεμο. Τα ζητήματα θα αποφασίζονται από ένα δικαστήριο επιδιαιτησίας. Το ερώτημα της Αλαμπάμα κρίθηκε από ένα δικαστήριο επιδιαιτησίας ενώ το ερώτημα των Καρολινείων Νήσων υπεβλήθη[2] στην δικαιοδοσία του Πάπα. Η Ελβετία, το Βέλγιο, η Δανία και η Ολλανδία έχουν όλες ανακοινώσει ότι προτιμούν την επιδιαιτησία από τον πόλεμο».
Τολμώ να πω ότι ακόμα και το Μονακό έχει εκφράσει την ίδια προτίμηση. Η μοναδική ατυχία είναι ότι η Γερμανία, η Ρωσσία, η Αυστρία και η Γαλλία δεν έχουν ως τώρα δείξει την ίδια κλίση. Είναι θαυμάσιο πώς οι άνθρωποι μπορούν να αυταπατώνται όταν το θεωρούν αναγκαίο! Οι κυβερνήσεις συγκατατίθενται να κρίνουν τις διαφωνίες τους μέσω επιδιαιτησίας και να διαλύουν τους στρατούς τους! Να κατευναστούν οι διαφορές μεταξύ Ρωσσίας και Πολωνίας, μεταξύ Αγγλίας και Ιρλανδίας, μεταξύ Αυστρίας και Βοημίας, μεταξύ Τουρκίας και των χωρών της Σλαβονίας, μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας από μιαν αξιέραστη και αξιαγάπητη συμφιλίωση! Θα μπορούσε κανείς να προτείνει στους εμπόρους και στους τραπεζίτες να μην πουλούν τίποτε σε μεγαλύτερη τιμή από αυτήν που έδωσαν ήδη, να αναλάβουν την διανομή του πλούτου για κανένα κέρδος και να καταργήσουν το χρήμα λες και έτσι θα γινόταν μη αναγκαίο. Αφού, όμως, οι εμπορικές και τραπεζικές επιχειρήσεις δεν συνίστανται σε τίποτε άλλο παρά στην πώληση για περισσότερο από την τιμή κόστους, αυτό θα ισοδυναμούσε με μιαν πρόσκληση σε αυτούς ώστε να κλείσουν εντελώς. Το ίδιο λαμβάνει χώρα και στις κυβερνήσεις. Να προτείνει κανείς στις κυβερνήσεις να μην καταφεύγουν στην βία αλλά να κρίνουν τις παρεξηγήσεις τους σε συμφωνία με την ανάλογη ισότητα ή εξίσωση, σημαίνει να τις προσκαλείς να αυτοκαταργηθούν ως κυβερνώντες βάσει κανόνων –και καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να συναινέσει να το κάνει.
Συγκεντρώνονται σε Κογκρέσσες οι μορφωμένοι (Κογκρέσσες όπως αυτές που έγιναν πρόσφατα σε Λονδίνο και Παρίσι και οσονούπω στην Ρώμη) και σχηματίζουν κοινωνίες –υπάρχουν περισσότερες από 100 κοινωνίες με αυτήν την μορφή– και δίδουν ομιλίες, ανταλλάσσουν κάρτες, τρώνε σε δημόσια συμπόσια και βγάζουν λόγους, δημοσιεύουν εφημερίδες και αποδεικνύουν με κάθε δυνατό μέσο ότι τα έθνη που πιέζονται να υποστηρίζουν εκατομμύρια πληρώματα στρατού-ναυτικού εξαναγκάζονται να το κάνουν ως τα άκρα της αντοχής τους, ότι η διατήρηση αυτών των τεραστίων ενόπλων δυνάμεων είναι μια αντίθεση σε όλους τους σκοπούς, τα συμφέροντα και τις ευχές των λαών αλλά και ότι είναι εφικτό, επιπλέον (μέσω της συγγραφής πολυάριθμων κειμένων και της προφοράς πολλών λέξεων) να φέρουν όλους τους ανθρώπους σε συμφωνία και να κανονίσουν ώστε να μην έχουν ανταγωνιστικά συμφέροντα: και τότε, δεν θα υπάρχει πια πόλεμος.
Όταν ήμουν μικρό παιδί, μου είπαν πως αν ήθελα να πιάνω πουλιά στον αέρα, έπρεπε να βάζω αλάτι στην ουρά του. Έτρεχα πίσω απ’ τα πουλιά με το αλάτι στα χέρια μου αλλά σύντομα πείστηκα ότι αν μπορούσα να βάζω αλάτι στην ουρά ενός πουλιού στον αέρα, τότε θα μπορούσα να το/την πιάσω –και συνειδητοποίησα ότι μου έκαναν φάρσα.
Οι άνθρωποι θα όφειλαν να συνειδητοποιούν και να πραγματοποιούν αυτά τα ίδια τα συμβάντα –όταν διαβάζουν βιβλία και άρθρα– για ζητήματα διαπραγματεύσεων, επιδιαιτησίας και αφοπλισμού.
Αν μπορούσε κάποιος να βάλει αλάτι στην ουρά ενός πουλιού, αυτό θα συνέβαινε –επειδή δεν θα μπορούσε να πετάξει και επειδή (ή) όχι επειδή δεν θα μπορούσε να πετάξει αλλά επειδή– δεν θα υπήρχε καμιά δυσκολία να το/την πιάσει.
Αν το πουλί είχε φτερά και δεν ήθελε να πιαστεί, δεν θα τον άφηνε κάποιον (ή) κανέναν να βάλει αλάτι στην ουρά του –επειδή η ειδικότητα ενός πουλιού είναι να πετάει).
Ομοίως –και με ακριβώς τον ίδιο τρόπο– η ειδικότητα της κυβέρνησης δεν είναι να υπακούει αλλά να πιέζει και να εξαναγκάζει σε υπακοή. Και μια κυβέρνηση είναι κυβέρνηση μόνον όταν και εφόσον μπορεί να επιφέρει το αποτέλεσμα να την υπακούουν –και, άρα, προσπαθεί να κλίνει εσσαεί προς αυτήν την κατεύθυνση και ποτέ δεν θα εγκαταλείψει την ισχύ της εκουσίως. Αφού, όμως, είναι στον στρατό που εδράζεται η ισχύς της κυβερνήσεως, ποτέ δεν θα παραδώσει τον στρατό και την χρήση του στρατού– στον πόλεμο.
Το σφάλμα και η αδικία εμφανίζεται από τους πολυμαθείς νομικούς που αυτοαπατώνται και απατούν άλλους όταν ισχυρίζονται ότι κυβέρνηση δεν είναι αυτό που πραγματικά είναι –μια ομάδα ανθρώπων συνδεδεμένων μαζί ώστε να πιέζουν και να εξουσιάζουν μιαν άλλην ομάδα ανθρώπων– αλλά, όπως αποδεικνύεται από την επιστήμη, είναι η αναπαράσταση των πολιτών στην συλλογική τους απόδοση.
Έχουν επί τόσο μακρόν εξασκήσει την πειθώ επί ανθρώπων και λαών για αυτό που, τελικά, έχουν και οι ίδιοι πειστεί –κι έτσι, κάνουν συχνά την υπόθεση στα σοβαρά ότι η κυβέρνηση μπορεί να δεθεί και να υπόκειται (ή) να είναι υποκείμενη (ή) να υπακούει σε κρίσεις περί δικαιοσύνης.
Η ιστορία το δείχνει αυτό από τον Καίσαρα ως τον Ναπολέοντα (ή) Η ιστορία, όμως, δείχνει ότι, από τον Καίσαρα στον Ναπολέοντα και από τον Ναπολέοντα στον Βίσμαρκ, η κυβέρνηση είναι στην ουσία της εσσαεί μια δύναμη η οποία δρα παραβιάζοντας την δικαιοσύνη –και δεν μπορεί να είναι ειδάλλως.
Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να έχει καμίαν δεσμευτική ισχύ σε ένα ηγέτη ή ηγέτες που κρατούν τους ανθρώπους –παραπλανημένους και γυμνασμένους– πανέτοιμους για πράξεις βίας, στρατιώτες δηλαδή που μέσω αυτών ελέγχει/ελέγχουν άλλους. Ώστε, οι κυβερνήσεις δεν μπορεί ποτέ να φερθούν έτσι που να δεχθούν να μειώσουν σε ελάσσονα τον αριθμό αυτών των γυμνασμένων δούλων που αποτελούν ολόκληρη την ισχύ και μεταφορική σημασία τους.
Αυτή είναι η στάση ορισμένων μορφωμένων ως προς την αντίφαση και αντινομία υπό την οποία συντρίβεται και καταρρέει η κοινωνία μας, αυτές είναι και οι μέθοδοι επίλυσής των. Πες στους ανθρώπους αυτούς ότι το όλο ζήτημα στηρίζεται στην προσωπική στάση του κάθε ανθρώπου στο ηθικό και θρησκευτικό ερώτημα που τίθεται ως ζητούμενο σήμερα σε όλους (το ερώτημα, δηλαδή, εάν είναι νόμιμο ή παράνομο για αυτόν να πάρει τον μισθό του ως μερίδιο, μοίρα, της στρατιωτικής του υπηρεσίας) και αυτοί οι πολυμαθείς κύριοι θα σηκώσουν τους ώμους και δεν θα συμφωνήσουν να σε ακούσουν ή να σου απαντήσουν. Η λύση του ερωτήματος στην ιδέα τους είναι ότι πρέπει να βρεθεί στην ανάγνωση ομιλιών, στην συγγραφή βιβλίων, στην ανταλλαγή διευθύνσεων οικίας, στην εκλογή προέδρων, αντιπροέδρων και γραμματέων καθώς και στις συναντήσεις και αγορεύσεις πρώτα σε μιαν πόλη και μετά σε μιαν άλλη. Από όλες αυτές τις περικοπές ομιλιών και γραπτών θα επιτευχθεί να φερθούν –σε αναλογίες με τις ερμηνευτικές τους αντιλήψεις– οι κυβερνήσεις έτσι που να σταματήσουν να στρατολογούν στρατιώτες για λόγους φορολογίας (στρατιώτες από τους οποίους εξαρτάται όλη τους η ισχύ), να ακούσουν τα κηρύγματα και να διαλύσουν τις δυνάμεις τους μένοντας γυμνές, χωρίς καμίαν άμυναν όχι μόνον έναντι των πλησίον τους αλλά και έναντι των δικών τους υπηκόων/θεμάτων.
Μοιάζει λες έχει δέσει (ή) δεθεί μια σπείρα από ληστές από μερικούς άοπλους ταξιδιώτες και είναι έτοιμοι να τους γδύσουν –κυριολεκτικά– και να αγγίζονταν εξ αίφνης, ακούγοντας τα παράπονα του πόνου που τους προκαλείται για να τους ξαναφήσουν ελεύθερους, από τα ίδια τα σχοινιά με τα οποία δένονται. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που πιστεύουν σε αυτό, ασχολούνται επίπονα με Κογκρέσσες ειρήνης, διαβάζουν ομιλίες/διευθύνσεις και γράφουν βιβλία. Και οι κυβερνήσεις –μπορούμε να είμαστε σίγουροι για αυτό– εκφράζουν την συμπάθειά τους και οργανώνουν επιδείξεις και εκθέσεις ή σώου για να τους ενθαρρύνουν. Ομοίως και κατά τον ίδιο τρόπο, υποκρίνονται πως υποστηρίζουν τις κοινωνίες της μετριοπάθειας ενώ ζουν πρωταρχικώς στηριγμένες στις πλάτες της μέθης του λαού. Υποκρίνονται πως ενθαρρύνουν την παιδεία όταν όλη τους η δύναμη βασίζεται στην άγνοια. Υποκρίνονται πως υποστηρίζουν την συνταγματική ελευθερία όταν η δύναμή τους στηρίζεται στην απουσία της ελευθερίας. Υποκρίνονται πως ανησυχούν για την βελτίωση των συνθηκών των εργαζομένων τάξεων την ίδια στιγμή που η ίδια τους η ύπαρξη κατ’ εξοχήν εξαρτάται από την τυραννία τους και υποκρίνονται πως υποστηρίζουν τον Χριστιανισμό την ίδιαν ώρα που ο Χριστιανισμός καταστρέφει όλες τις μορφές κυβέρνησης.
Για να καταφέρει/καταφέρουν να το κάνει/κάνουν αυτό, έχουν επί μακρόν επεξεργαστεί μεθόδους που ενθαρρύνουν την μετριοπάθεια αλλά δεν μπορούν να καταστείλουν την μέθη, μεθόδους που υποστηρίζουν την εκπαίδευση αλλά όχι μόνο αποτυγχάνουν να αποτρέψουν την άγνοια αλλά την αυξάνουν κιόλας, μεθόδους στόχευσης της ελευθερίας και της συνταγματικότητας που δεν εμποδίζουν τον δεσποτισμό, μεθόδους προστάτευσης των εργαζομένων τάξεων που δεν θα τις απελευθερώσουν από την σκλαβιά: έχουν επεξεργαστεί ακόμα και μιαν μορφή Χριστιανισμού που δεν καταστρέφει αλλά στηρίζει κυβερνήσεις.
Τώρα –υπάρχει κάτι περισσότερο που μπορεί η κυβέρνηση να ενθαρρύνει: την ειρήνη. Οι κυρίαρχοι που σήμερα συνεδριάζουν σε κοινό συμβούλιο με τους λειτουργούς τους αποφασίζουν μόνο με βάση την βούλησή τους εάν το μακελειό εκατομμυρίων πρόκειται να ξεκινήσει φέτος ή του χρόνου. Ξέρουν πολύ καλά ότι όλες αυτές οι συνομιλίες για την ειρήνευση δεν θα τους εμποδίσουν να στείλουν εκατομμύρια ανθρώπων στο μακελειό όταν αυτό τους φαίνεται καλό. Ακούνε ακόμα και με ικανοποίηση αυτές τις συνομιλίες, τις ενθαρρύνουν και συμμετέχουν σε αυτές. Όλο αυτό, πολύ μακριά από το να είναι επιζήμιο, ακόμα και υπηρεσίες προσφέρει στις κυβερνήσεις, μεταστρέφοντας την προσοχή του λαού από το πιο σημαντικό και πιεστικό ερώτημα: Οφείλει ή δεν οφείλει κάθε άνθρωπος που καλείται για στρατιωτική υπηρεσία να υποταχθεί ώστε να υπηρετήσει στον στρατό;
«Το ζήτημα της ειρήνης θα κανονιστεί συντόμως, χάρη σε συμμαχίες και σε Κογκρέσσες, σε βιβλία και φυλλάδια. Στο εν τω μεταξύ, πήγαινε και φόρα την στολή σου και έσω έτοιμος να προκαλέσεις πόνο αλλά και να τον αντέξεις για δικό μας κέρδος», είναι το επιχείρημα της γραμμής της κυβέρνησης. Αυτή είναι η στάση μιας ομάδας στοχαστών (και, αφού αυτό είναι το πλέον επωφελές για τις κυβερνήσεις, είναι αυτό που ενθαρρύνεται από όλες τις ευφυείς εξ αυτών).
Μια άλλη στάση προς τον πόλεμο έχει κάτι τραγικό που εμπεριέχει μέσα της. Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ως στολή τους για τον πόλεμο την αγάπη για την ειρήνη και το αναπόφευκτον του πολέμου (παράγοντες που σχηματίζουν μιαν φρικιαστική αντίφαση και αντινομία) και πως αυτής της μορφής είναι η μοίρα του ανθρώπου. Αυτοί είναι κυρίως χαρισματικοί και ευαίσθητοι άνθρωποι που βλέπουν και συνειδητοποιούν όλον τον τρόμο και την ηλιθιότητα και την βιαιότητα του πολέμου αλλά οι οποίοι –μέσω κάποιας περίεργης και αλλόκοτης διαστροφής του μυαλού– ούτε βλέπουν ούτε αναζητούν να βρουν καμιάν οδό έξω από την θέση αυτή και φαίνονται να χαίρονται απολαυστικά για το ξύσιμο των πληγών μένοντας μόνιμα κατ’ οίκον και εμμένοντας συνεχώς στο ίδιο θέμα της απεγνωσμένης θέσεως όπου βρίσκεται η ανθρωπότητα/ανθρωπιά.
Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα αυτής της μορφής στάσεως στον πόλεμο πρόκειται να βρεθεί στον διάσημο και ένδοξο Γάλλο συγγραφέα Guy de Maupassant. Κοιτάζοντας από το γιωτ του την πρακτική γύμνασης και εξάσκησης στα πυρά των Γάλλων στρατιωτών σε συνδυασμό με την περιστροφική λειτουργία των μηχανών γεώτρησης και άντλησης σκέψεων, του έρχονται στον νου οι ακόλουθες: «Όταν σκέφτομαι αυτόν μόνο τον παγκόσμιο πόλεμο, μια μορφή τρόμου με καταλαμβάνει, λες και άκουγα ένα παραμύθι που προκύπτει από ξόρκια, ως εκ δια μαγείας, από την εποχή της Ιεράς Εξέτασης, από το παρελθόν, ένα μακρινό βδέλυγμα, κάτι τερατώδες και αφύσικο. Όταν γίνεται λεκτική αναφορά στον καννιβαλισμό, εμείς χαμογελούμε με υπερηφάνεια, διακηρύσσοντας της ανωτερότητά μας έναντι αυτών των αγρίων. Ποιοι είναι οι άγριοι, οι αληθινοί άγριοι; Αυτοί που πολεμούν για να καταβροχθίσουν τον κατεκτημένο ή αυτοί που πολεμούν να σκοτώσουν, για τίποτε άλλο παρά να σκοτώσουν; Οι νέοι, νεοσύλλεκτοι που στρατολογήθηκαν και κινούνται κατά τις γραμμές της κυβερνήσεως, είναι προορισμένοι από την μοίρα να βαδίζουν προς τον θάνατο όπως οι αγέλες των προβάτων που οδηγεί στην πορεία τους ο χασάπης. Θα πέσουν σε κάποιον κάμπο με μιαν σπαθιά κατά κεφαλήν ή με μιαν σφαίρα ανάμεσα στα στήθη. Και είναι νέοι όλοι αυτοί που θα μπορούσαν να εργάζονται, να είναι παραγωγικοί και χρήσιμοι. Οι πατέρες τους είναι γέροι και φτωχοί. Οι μητέρες τους είναι αυτές που τους αγαπούσαν για μιαν περίοδο 20 ετών, τους λάτρευαν όσο κανέναν άλλο με την δύναμη της μάνας και θα μάθουν μέσα σε 6 μήνες ή ίσως σε 1 χρόνο ότι ο γιος τους, το αγόρι τους, το παλικάρι που ανέστησαν με τόσον κόπο, τόσα έξοδα, τόσο πολλήν αγάπη, έχει ριχτεί σε μιαν τρύπα σαν ένα ψόφιο σκυλί αφού πρώτα του βγήκαν τα εντόσθια από έναν πυροβολισμό, τρέκλισε, κατέρρευσε και έγινε μια πολτοποιημένη μάζα –και τηρήθηκαν στην μονομαχία όλοι οι κανόνες του ιπποτισμού. Γιατί έχουν δολοφονήσει το αγόρι της, το όμορφο παιδίον της, την μοναδική της ελπίδα, το καμάρι της, την ζωή της; Δεν ξέρει. Αχ, γιατί; Πόλεμος! μάχη! σφαγή! θυσίες ανθρώπων! Και τώρα, κυρίες και κύριοι, παρουσιάζεται στον αιώνα μας, με τον πολιτισμό μας, με την εξάπλωση της επιστήμης και με τον βαθμό της φιλοσοφίας (ή ) και ο βαθμός της φιλοσοφίας που υποτίθεται ότι έχει επιτύχει η ιδιοφυΐα του ανθρώπου (ή) του ανθρώπου που έχει ανακαλύψει την ιδιοφυΐα –αλλά και οι σχολές εκπαιδεύσεως στον φόνο, στον φόνο εξ αποστάσεως, στην τελειοποίηση, στην επιτυχία μεγάλων αριθμών αμέσως, σε μιαν στιγμή, και στον φόνο φτωχών, αθώων ανθρώπων με οικογένειες και χωρίς καμιά διαδικασία δίκης. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΜΗΧΑΝΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΕΝ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΤΟΥΣ. ΔΙΟΤΙ, ΠΟΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΔΩ ΜΕΤΑΞΥ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑΣ; ΤΟ ΠΛΕΟΝ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΕ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. Aχ! θα ζούμε πάντοτε υπό το βάρος των αρχαίων και αηδιαστικών ηθών των εγκληματικών προ(κατά)λήψεων, των θηριωδεστέρων ιδεών των βάρβαρων προγόνων μας διότι είμαστε κτήνη και κτήνη θα μείνουμε, κυριαρχημένοι από το ένστικτο και σε τίποτε δεν θα αλλάξουμε. Ποιος άλλος άνθρωπος παρά μόνον ο Victor Hugo δεν θα εξοριζόταν για αυτήν την παντοδύναμο κραυγή σωτηρίας και αληθείας; Σήμερα η δύναμη καλείται βία και φέρνεται σε κρίση. Ο πόλεμος έχει τεθεί ήδη κι αυτός υπό την δική του κρίση. Στην έκκληση του ανθρωπίνου γένους, ο πολιτισμός κατηγορεί τον πόλεμο και φέρνει ως μάρτυρα την μεγάλη λίστα εγκλημάτων που έγιναν με ευθύνη των κατακτητών και των στρατηγών. Τα έθνη προσέρχονται για να κατανοήσουν ότι το μέγεθος ενός εγκλήματος δεν μπορεί να είναι το ελαφρυντικό του, ότι αν ο φόνος είναι ένα έγκλημα τότε η δολοφονία πολλών δεν μπορεί να αποτελεί προϋπόθεση παροχής ελαφρυντικών, ότι αν η ληστεία είναι άδοξη, η εισβολή δεν μπορεί να είναι ένδοξη. Αχ! ας δηλώσουμε αυτές τις απόλυτες αλήθειες. Ας ατιμάσουμε τον πόλεμο!» Συνεχίζει ο Maupassant: «Εις μάτην η οργή και αγανάκτηση ενός ποιητή. Ο πόλεμος φυλάσσεται και τηρείται σε περισσότερο σεβασμό από ποτέ. Ένας ειδικός εμπειρογνώμων σε αυτήν την γραμμή, προικισμένος και σφαγέας των ιδιοφυϊών –ο Von Moltke για να απαντήσει στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους για την αποκατάσταση της ειρήνης, πρόφερε κάποτε αυτά τα περίεργα λόγια: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΙΕΡΟΣ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΟΣ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΛΕΟΝ ΚΑΘΑΓΙΑΣΜΕΝΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΕΝ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΟΛΑ ΤΑ ΥΨΗΛΑ ΚΑΙ ΕΥΓΕΝΗ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ (ΤΙΜΗ, ΑΦΙΕΡΩΣΗ, ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΘΑΡΡΟΣ) ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΩΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ ΠΕΣΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΙΟ ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΟ ΥΛΙΣΜΟ –ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ. Ώστε, λοιπόν, να φέρνει κανείς εκατομμύρια ανθρώπους μαζί σε αγέλες, να βαδίζει μέρα-νύχτα χωρίς ανάπαυση, να μην σκέφτεται τίποτα, να μην μελετά τίποτα, να μην μαθαίνει τίποτα, να μην διαβάζει τίποτα, να μην είναι χρήσιμος σε κανέναν, να κυλιέται στην βρωμιά, να κοιμάται μέσα στην λάσπη, να ζει όπως οι βρούτοι σε ένα διαρκές κράτος αποβλάκωσης με το στόμα κλειστό από στουπιά, να αρπάζει πόλεις, να καίει χωριά, να ερειπώνει ολόκληρους πληθυσμούς και, κατόπιν, να συναντά μιαν ακόμα ανθρώπινη σάρκα με την μορφή πολτοποιημένων μαζών, να πέφτει επάνω τους, να τις ξεπλένει και να δημιουργεί λουτρά αίματος, να ισοπεδώνει σε ένα επίπεδο τις σάρκες αναμεμειγμένες με λάσπη κόκκινη από τις σωρούς των σωμάτων, να κατακτά τα χέρια ή τα πόδια σου την ώρα που τα μυαλά σου έχουν τιναχτεί στον αέρα και χωρίς αυτό να ωφελεί κανέναν και να πεθαίνεις σε κάποιαν γωνιά του πεδίου της μάχης ενώ οι παλιο-γονείς σου, η γυναίκα σου και τα παιδιά χάνονται από την πολλήν πείνα: αυτό σημαίνει να μην πέφτουν στον πιο φρικιαστικό υλισμό! Οι πολεμιστές είναι η μάστιγξ του κόσμου. Πολεμούμε ενάντια στην φύση και στην άγνοια και σε εμπόδια όλων των μορφών για να κάνουμε λιγότερο δύσκολη την άθλια ζωή μας. Οι μορφωμένοι –ευεργέτες όλων– ξοδεύουν τις ζωές τους στην εργασία, αναζητώντας ό,τι μπορούν να βοηθήσουν, τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί, σε τι μπορούν να ελαφρύνουν την μοίρα των φίλων και συνανθρώπων τους. Αφιερώνονται αλύπητα και γενναιόδωρα στο καθήκον τους να είναι χρήσιμοι, να κάνουν την μιαν ανακάλυψη μετά την άλλη, να μεγεθύνουν την σφαίρα της ανθρώπινης νόησης και ευφυΐας επεκτείνοντας τα όρια της επιστήμης, προσθέτοντας κάθε μέρα νέες προμήθειες στο συνολικό άθροισμα της αποθηκευμένης γνώσης, κερδίζοντας καθημερινά ευημερία, ευκολία, ισχύ για την χώρα τους. Ξεσπά ο πόλεμος. Σε 6 μήνες οι στρατηγοί έχουν καταστρέψει το έργο 20 ετών προσπάθειας, υπομονής και πνεύματος ιδιοφυΐας: αυτό σημαίνει να μην πέφτουν στον πιο φρικιαστικό υλισμό! Τον έχουμε δει, είναι ο πόλεμος. Έχουμε δει τους ανθρώπους να μεταλλάσσονται σε βρούτους, παράφρονες που σκοτώνουν για πλάκα, για πρόκληση τρόμου και δέους, για κατάκτηση ισπανικών μπράβο και φιγούρες χορευτικές. Όταν, όμως, δεν υπάρχει πια δίκαιο, ο νόμος είναι νεκρός, κάθε κίνηση δικαιοσύνης έχει χαθεί από τα μάτια. Έχουμε δει ανθρώπους να πυροβολούν αθώα πλάσματα που βρέθηκαν στον δρόμο –με αισθήματα υποψίας επειδή φοβούνταν. Τα έχουμε δει όλα αυτά, να σκοτώνουν σκυλιά δεμένα με αλυσίδες στην πόρτα του κυρίου τους για να δοκιμάσουν τα νέα τους ρεβόλβερ, να βάζουν φωτιά σε αγελάδες που είναι ξαπλωμένες σε έναν αγρό χωρίς κανέναν λόγο απολύτως, απλώς για την χάρη των πυρών, για αστείο: αυτό σημαίνει να μην πέφτουν στον πιο φρικιαστικό υλισμό! Μπαίνει κανείς σε μιαν χώρα, κόβει τον λαιμό του ανθρώπου που υπερασπίζεται τον οίκο του επειδή φορά μπλούζα και δεν φορά στρατιωτικό πηλίκιο στο κεφάλι του, καίει τις οικίες αθλίων υπάρξεων που δεν έχουν τίποτε να φάνε, σπάει έπιπλα και κλέβει αγαθά, πίνει το κρασί που βρίσκει στα κελλάρια, βιάζει τις γυναίκες στους δρόμους, καίει υλικό δυναμίτιδας αξίας χιλιάδων φράγκων και αφήνει δυστυχία και χολέρα στο διάβα του: αυτό σημαίνει να μην πέφτουν στον πιο φρικιαστικό υλισμό! Μα, τί έχουν κάνει, αυτοί οι πολεμιστές, που αποδεικνύει –τουλάχιστον, στον Λιστ– νοημοσύνη και ευφυΐα; Τίποτα. Τί έχουν εφεύρει; Κανόνια και μουσκέτα. Αυτά είναι όλα. Τί μας έχει μείνει από την Ελλάδα; Βιβλία και αγάλματα. Είναι η Ελλάδα μεγάλη χάρη στις κατακτήσεις της ή χάρη στις δημιουργίες της; Ήταν οι εισβολές των Περσών που έσωσαν την Ελλάδα από το να πέσει στον πιο φρικιαστικό υλισμό; Ήταν οι εισβολές των βαρβάρων που έσωσαν και αναγέννησαν την Ρώμη; Ήταν ο Ναπολέων ο 1ος που πήρε και μετέφερε προς τα εμπρός το μεγάλο διανοητικό και πνευματικό κίνημα που άρχισε από τους φιλοσόφους στα τέλη του περασμένου αιώνος; Ναι, πράγματι, αφού η κυβέρνηση σφετερίζεται το δικαίωμα να εκμηδενίζει λαούς κατά τον τρόπο αυτό, τότε δεν υπάρχει τίποτε το εκπληκτικό στο γεγονός ότι οι άνθρωποι σφετερίζονται το δικαίωμα να εκμηδενίζουν τις κυβερνήσεις. Υπερασπίζονται τους εαυτούς των: είναι στην πλευρά του ορθού και του σωστού. Κανείς δεν έχει ένα απόλυτο δικαίωμα να κυβερνά άλλους. Αυτό θα έπρεπε να γίνεται μόνο προς όφελος αυτών που κυβερνώνται. Είναι εξίσου καθήκον του οποιουδήποτε κυβερνά να αποφεύγει τον πόλεμο όσο είναι και καθήκον ενός καπετάνιου ενός πλοίου να αποφύγει το ναυάγιο. Όταν ένας καπετάνιος έχει αφήσει το πλοίο του να έλθει σε κατάσταση ερειπίων, κρίνεται και καταδικάζεται αν βρεθεί ένοχος αμέλειας ή, ακόμα, ανικανότητας. Γιατί να μην δικαστεί και η κυβέρνηση ύστερα από κάθε κήρυξη του πολέμου; ΕΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΛΑΟΙ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΑΝ ΑΥΤΟ, ΕΑΝ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΕΞΕΔΙΔΑΝ ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΟΝΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ, ΕΑΝ ΑΡΝΟΥΝΤΑΝ ΝΑ ΑΦΕΘΟΥΝ ΝΑ ΣΚΟΤΩΘΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ, ΕΑΝ ΑΠΛΩΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΕΣΤΡΕΦΑΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΤΑ ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΑΔΩΣΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ, ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΗΡΧΕ ΠΙΑ ΠΟΛΕΜΟΣ –ΜΑ, ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΘΑ ΕΛΘΕΙ ΠΟΤΕ.
«Επί των Υδάτων»-«Sur lEau», σελ. 71-80.
Ο συγγραφεύς βλέπει όλον τον τρόμο του πολέμου. Βλέπει ότι προκαλείται από κυβερνήσεις που καταπιέζουν τους ανθρώπους μέσω απάτης να βαδίσουν ως την σφαγή και να σκοτωθούν χωρίς κανένα πλεονέκτημα για τους ίδιους. Βλέπει, ακόμα, ότι οι άνθρωποι που δημιουργούν και συνθέτουν τους στρατούς θα μπορούσαν να στρέψουν τα ένοπλα χέρια τους κατά των κυβερνήσεων και να τις οδηγήσουν προς κρίσιν. Νομίζει, όμως, πως αυτό δεν θα συμβεί ποτέ και πως, άρα, δεν υπάρχει καμιά οδός διαφυγής από την παρούσα κατάσταση και θέση.
«Νομίζω πως ο πόλεμος είναι τρομερός αλλά αυτό είναι αναπόφευκτο∙ πως η υποχρεωτική στρατιωτική υπηρεσία είναι εξίσου αναπόφευκτη όσο και ο θάνατος και πως, εφόσον η κυβέρνηση εσσαεί θα τον επιθυμεί, ο πόλεμος θα υπάρχει εσσαεί»: αυτά γράφει αυτός ο ταλαντούχος και αφοσιωμένος συγγραφεύς ο οποίος είναι προικισμένος με εκείνη την δύναμη να διεισδύει ως την πιο ενδόμυχη κόρη οφθαλμού των θεμάτων/υπηκόων του και η οποία αποτελεί την ουσία της ποιητικής ικανότητας.
Φέρει ενώπιόν μας όλην την βιαιότητα της ασυνέπειας μεταξύ της αίσθησης ηθικής των ανθρώπων και των πράξεών τους (ή) και τις πράξεις τους, δίχως ωστόσο να προσπαθεί να την μεταβάλλει. Φαίνεται να δέχεται πως αυτή η ασυνέπεια πρέπει να υπάρχει και πως αυτή είναι η ποιητική τραγωδία της ζωής.
Ένας άλλος, όχι λιγότερο προικισμένος συγγραφεύς –ο Edouard Rod– ζωγραφίζει με ακόμη περισσότερο ζωντάνια χρωμάτων την βιαιότητα και την παράνοια της παρούσας κατάστασης υπό το κράτος της οποίας βρίσκονται τα πράγματα. Και αυτός, επίσης, σκοπεύει να παρουσιάσει τα τραγικά της χαρακτηριστικά, χωρίς να υποβάλλει ή να προβλέπει να προκύπτει κάποιο θέμα προς έκδοσιν από την θέση αυτή.
«Τί καλό υπάρχει στο να κάνει κάποιος ο,τιδήποτε; Ποιό το όφελος να αναλαμβάνει την οποιαδήποτε επιχείρηση; Και πώς υποτίθεται ότι πρόκειται να εκδηλώσουμε την αγάπη μας προς τους ανθρώπους σε αυτούς τους προβληματικούς καιρούς όπου κάθε φρέσκια μέρα είναι μια απειλή κινδύνου;… Όλα όσα έχουμε ξεκινήσει, τα σχέδια που αναπτύσσουμε, τα σχήματα της εργασίας μας, το μικρό καλό που πιθανόν έχουμε κατορθώσει να κάνουμε, δεν θα σαρωθούν όλα από την καταιγίδα που βρίσκεται υπό προετοιμασία;… Απανταχού η οικουμένη τρέμει κάτω από τα πόδια μας και οι νεφέλες της θύελλας συσσωρεύονται στον ορίζοντά μας ο οποίος δεν θα έχει έλεος επί ημών. Αχ! αν ήταν η επανάσταση που πλανάται ως φάντασμα για να μας τρομοκρατεί το μόνο που έπρεπε να φοβόμαστε! Αφού δεν μπορώ να φανταστώ μιαν κοινωνία περισσότερο απεχθή από την δική μας, αισθάνομαι περισσότερο σκεπτικός παρά κινητοποιημένος λαμβάνοντας υπ’ όψιν αυτήν η οποία θα την αντικαταστήσει. Εάν θα έπρεπε να υποφέρω από την μεταβολή, θα παρηγοριόμουν με την σκέψη ότι οι εκτελεστές της ημέρας αυτής ήταν τα θύματα των περασμένων χρόνων ενώ η ελπίδα για κάτι καλύτερο θα μας βοηθούσε να αντέξουμε τα χειρότερα. Δεν είναι, όμως, αυτός ο απόμακρος κίνδυνος που με φοβίζει. Βλέπω έναν άλλον κίνδυνο, πλησιέστερα αλλά και ακόμα πιο σκληρό, πιο σκληρό επειδή δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για αυτόν, επειδή είναι παράλογος, επειδή δεν μπορεί να οδηγήσει σε κανένα καλό. Κάθε μέρα ζυγίζει κανείς τις πιθανότητες να ξεσπάσει πόλεμος αύριο, κάθε μέρα αυτές γίνονται περισσότερο στερημένες ελέους. Η φαντασία εξεγείρεται προ της καταστροφής η οποία έρχεται στα τέλη του αιώνα μας ως το επίτευγμα της προόδου της εποχής μας –και όμως, πρέπει να συνηθίσουμε να την αντιμετωπίσουμε. Για την περίοδο αυτή των 20 ετών στο παρελθόν κάθε μέσο και κάθε πόρος της επιστήμης έχει εξαντληθεί, προς την κατεύθυνση της εφεύρεσης ή έμπνευσης με πνοή μηχανών καταστροφής. Σύντομα, λίγες γομώσεις κανονιών τηλεβόλων θα αρκούν για να εκμηδενίσουν έναν ολόκληρο στρατό. Δεν είναι πια οι λίγες χιλιάδες των φτωχών που πληρώνονταν με τον ορισμό μιας τιμής για κάθε ρανίδα του αίματός τους αυτοί που κρατώνται υποταγμένοι υπό τα όπλα αλλά ολόκληρα έθνη, για να αναγκαστούν να κόψουν το ένα τον λαιμό του άλλου. Ληστεύονται από τον χρόνο τους τώρα –από την υποχρεωτική υπηρεσία– για να μπορέσουν να ληστευθούν από τις ζωές τους αργότερα. Για να προετοιμαστούν για το έργο της σφαγής, το μίσος τους υποδαυλίζεται μέσω της πειθούς πως είναι αυτά που αποτελούν το αντικείμενο του μίσους. Ακόμα και οι φιλειρηνικοί άνθρωποι αφήνονται να εξαπατηθούν σε αυτό το παιχνίδι και πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον με την ορμητικότητα των αγρίων θηρίων, μανιασμένοι στρατοί ειρηνικών πολιτών που παίρνουν τα όπλα στο άκουσμα μιας μόνο εντολής, μιας –κενής περιεχομένου– λέξης (για κάποιο γελοίο ερώτημα περί συνόρων ή εμπορικών, κολωνιακών, δηλαδή αποικιακών συμφερόντων: ο Θεός μόνο ξέρει για ποιον λόγο… Θα βαδίσουν ως πρόβατα επί σφαγήν, γνωρίζοντας εν τω μεταξύ καθ’ όλην την διάρκεια πού πάνε και προς τα πού κατευθύνονται, γνωρίζοντας ότι αφήνουν τις γυναίκες τους, γνωρίζοντας ότι τα παιδιά τους θα ζητούν φαΐ, πλήρεις αμφιβολιών και προαισθημάτων αλλά και μεθυσμένοι από τα καλόηχα ψεύδη τους ξεκουφαίνουν με ισχυρό πάταγο. ΘΑ ΒΑΔΙΣΟΥΝ ΔΙΧΩΣ ΝΑ ΕΞΑΝΙΣΤΑΝΤΑΙ, ΠΑΘΗΤΙΚΟΙ, ΠΑΡΑΙΤΗΜΕΝΟΙ -ΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΘΑ ΜΠΟΡΟΎΣΑΝ ΑΥΤΟΙ, ΑΝ ΕΞΕΡΑΝ ΠΩΣ ΝΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΤΟΥΝ ΜΑΖΙ, ΝΑ ΙΔΡΥΣΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΘΕΣΠΙΣΟΥΝ ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ, ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗΣ αντί για την βάρβαρη ταχυδακτυλουργία της διπλωματίας. Θα βαδίσουν προς την μάχη τόσο παραπλανημένοι, τόσο ντοπαρισμένοι, που θα πιστεύουν πως η σφαγή είναι ένα εκ των καθηκόντων ενώ θα ζητούν την ευλογία του Θεού μέσα στην λαγνεία τους για αίμα. Θα βαδίσουν στην μάχη (με τον κρότο –υποποδίω των ποδών αυτών– των καρπών της συγκομιδής που έχουν θερίσει, καίγοντας τις πόλεις που έχουν χτίσει) με τραγούδια θριάμβου, φεστιβαλική μουσική και πανηγυρικές κραυγές. Και οι γιοί τους θα υψώσουν αγάλματα για αυτούς που έκαναν τα περισσότερα στην σφαγή τους. Η μοίρα μιας ολόκληρης γενιάς εξαρτάται από την ώρα στην οποία κάποιος πολιτικός με άτυχη μοίρα μπορεί να δώσει το σύνθημα της γραμμής που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Ξέρουμε ότι οι καλύτεροι εξ ημών θα χαθούμε και το έργο μας θα καταστραφεί σε εμβρυακή μορφή. ΤΟ ΞΕΡΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΡΕΜΟΥΜΕ ΑΠΟ ΟΡΓΗ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ. Μας κρατούν σφιχτά ο κόπος της γραφειοκρατίας και της λογοκρισίας και θα χρειαζόταν ένα σοκ πολύ βίαιο και απότομο για να μας απελευθερώσουν. Είμαστε σκλαβωμένοι από τους νόμους που έχουμε θεσπίσει για την προστασία μας, αυτοί έχουν γίνει η τυραννία μας. ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ ΕΚΤΟΣ ΤΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤ(ΟΡ)ΙΚΗΣ, ΔΕΣΠΟΤΙΚΗΣ ΑΦΑΙΡΕΣΕΩΣ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΥΛΩΝΕΙ ΚΑΘΕ ΑΤΟΜΟ ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΟΛΩΝ, ΔΗΛΑΔΗ ΟΛΩΝ ΑΥΤΩΝ ΠΟΥ –ΑΝ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΤΟΜΙΚΩΣ– ΕΠΙΘΥΜΟΥΝ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΑΓΚΑΣΤΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ. Αχ! αν ήταν μόνο μια γενιά που πρέπει να θυσιαστεί! Υπάρχουν, όμως, πιο σημαντικά και επίσημα συμφέροντα που διακυβεύονται. Οι πληρωμένοι πολιτικοί, οι φιλόδοξοι διπλωμάτες εκ προσωπικοτήτων που εκμεταλλεύονται τα κακά πάθη του πόπολου αλλά και οι βλάκες που τους πλανεύουν καλόηχες φράσεις –έχουν όλοι τόσο εξάψει τις φεουδαλικές βεντέτες που η ύπαρξη μιας ολόκληρης φυλής θα τεθεί στα φλέγοντα ζητήματα στον πόλεμο του αύριο. Απειλείται ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν τον σύγχρονο κόσμο. Οι κατακτημένοι λαοί θα σβηστούν εκτός του πεδίου ύπαρξης και θα δούμε μιαν ηθική δύναμη –όποια κι αν είναι αυτή– ισοπεδωμένη (λες και υπήρχαν τόσο πολλές δυνάμεις που να εργάζονται υπέρ του καλού) ενώ θα έχουμε μιαν νέαν Ευρώπη μορφοποιημένη σε σχήματα και βάσεις τόσο άδικα, τόσο βάναυσα, τόσο αιματηρά, κηλιδωμένα από ένα έγκλημα τόσο τερατώδες– που δεν μπορεί παρά να είναι χειρότερη από την Ευρώπη του σήμερα. Περισσότερο ιεροεξεταστική, βάρβαρη και βίαια.
Αισθάνεται έτσι κανείς συντετριμμένος υπό το φορτίο μιας αβυσσαλέας απογοήτευσης. Παλεύουμε σε ένα ΤΥΦΛΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ (CUL DE SAC) με μουσκέτα να μας σκοπεύουν απ’ όλες τις γωνίες. Η εργασία μας[3] είναι σαν αυτή των ναυτών που εκτελούν το τελευταίο τους έργο καθώς το πλοίο αρχίζει να βυθίζεται. Οι χαρές μας είναι αυτές του καταδικασμένου θύματος που του προσφέρεται μια επιλογή από γλυκές και ευγενείς νοστιμιές μιαν ώρα πριν την εκτέλεσή του. Η σκέψη παραλύεται από αγωνία και το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να υπολογίσει, να ερμηνεύσει τις vague φράσεις των ιερέων και των λειτουργών που παρίστανται, να συλλαβίζει την αίσθηση που προκαλούν οι ομιλίες των κυρίαρχων ηγεμόνων και να μηρυκάζει με συλλογισμό τις λέξεις που αποδίδονται σε διπλωματικούς κύκλους και αναφέρονται με βάση την αβέβαιο αυθεντία/αυθεντικότητα των εφημερίδων: θα εκτελεστούμε αύριο, μεθαύριο –αυτής της περιόδου ή της επόμενης; Ώστε, εις μάτην θα αναζητούσε κανείς στην ιστορία μιαν εποχή περισσότερο ανασφαλή, περισσότερο τεμαχισμένη υπό το φορτίο των ωδίνων».
«Le Sens de la Vie»-«Η Αίσθηση της Ζωής», σελ. 208-13
Εδώ υποσημειώνεται ότι η δύναμις βρίσκεται στα χέρια αυτών που εργάζονται την δική τους, ατομική καταστροφή, στα χέρια των ατομικών ανθρώπων που συνθέτουν τις μάζες. Υποσημειώνεται ότι η πηγή του πονηρού είναι η κυβέρνηση.
Θα φαινόταν τεκμηριωμένο πως η αντίφαση μεταξύ ζωής και συνειδήσεως είχε αγγίξει το άκρο πέραν του οποίου δεν μπορεί να προχωρήσει και πως, μετά το άγγιγμα αυτό του άκρου, πρέπει να βρεθεί κάποια λύση της.
Ο συγγραφεύς, όμως, δεν νομίζει! βλέπει σε αυτήν την τραγωδία της ανθρώπινης ζωής και, αφού απεικονίζει όλον τον τρόμο της συγκεκριμένης θέσεως, ολοκληρώνει με το ότι η ανθρώπινη ζωή πρέπει να σπαταληθεί εν μέσω αυτής της φρίκης.
Αυτά ισχύουν για την στάση προς τον πόλεμο αυτών που τον βλέπουν ως κάτι τραγικό και προ-ορισμένον από την μοίρα και το πεπρωμένο.
Η τρίτη κατηγορία αποτελείται από ανθρώπους που έχουν απωλέσει κάθε μορφή συνείδησης και, κατά συνέπεια, κάθε κοινήν αίσθηση και κάθε συναίσθημα ανθρωπιάς. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει ο Moltke, του οποίου η θέση έχει εκτεθεί άνωθεν από τον Maupassant καθώς και η πλειοψηφία των στρατιωτικών ανθρώπων που έχουν εκπαιδευθεί σε αυτήν την βάρβαρη πρό(κατά)ληψη/δεισιδαιμονία/υπεραίσθηση και που ζει μέσω αυτής και που, συνεπώς, είναι –συχνά, με ειλικρινή απλότητα– πεπεισμένος/οι πως ο πόλεμος δεν είναι μόνον ένα αναπόφευκτον αλλά ακόμα και αναγκαίο και επωφελές πράγμα. Αυτή είναι, εξάλλου, και η οπτική γωνία ορισμένων ιδιωτών, καλουμένων ως εκπαιδευμένων και καλλιεργημένων ανθρώπων.
Ιδού ο διάσημος ακαδημαϊκός Camille Doucet, γράφει σε απάντηση προς τον εκδότη της ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΕΩΝ, όπου δημοσιεύθηκαν μαζί, συλλήβδην, διάφορα γράμματα περί πολέμου: Αγαπητέ Κύριε,
Όταν ρωτάτε τον ελάχιστο φιλοπόλεμο των ακαδημαϊκών εάν είναι ή όχι ο Λιστ παρτιζάνος του κόμματος του πολέμου, η απόκρισή του είναι γνωστή εκ των προτέρων και μάλιστα –«χειροπιαστή». Ελλάς! Αλίμονο, κύριε: σεις ο ίδιος μιλάτε περί του ειρηνικού ιδεώδους –εμπνέοντας τους γενναίους συμπατριώτες σας– ως ένα όνειρο.
Κατά την διάρκεια της ζωής μου έχω ακούσει πολλούς καλούς ανθρώπους να διαμαρτύρονται ενάντια σε αυτήν την τρομακτική συνήθεια της διεθνούς χασάπικης τέχνης, την οποίαν όλοι παραδέχονται και για την οποία θρηνούν. Πώς, όμως, πρέπει να διορθωθεί; Συχνότατα, επίσης, έχουν εκδηλωθεί απόπειρες να κατασταλεί η μονομαχία. Θα φανταζόταν κανείς πως αυτό έμοιαζε με εύκολο έργο: Ολωσδιόλου!
Το μόνο που έχει γίνει ως τώρα με αυτό το ευγενές αντικείμενο ποτέ δεν υπήρξε στο παρελθόν –και ποτέ δεν θα είναι– άξιο χρήσης.
Οι Κογκρέσσες όλες και των 2 ημισφαιρίων μπορεί να ψηφίζουν αυτό[4] (ενάντια στον πόλεμο)-(και ενάντια στην μονομαχία, επιπλέον) αλλά, υπεράνω όλων των επιδιαιτησιών, συνθηκών και νομοθεσιών θα υπάρχει πάντοτε η προσωπική τιμή των ατομικών ανθρώπων, κάτι που έθετε εσσαεί αξιώματα για μονομαχία καθώς και τα συμφέροντα επιτοκίων των εθνών, κάτι που έθετε ανέκαθεν και αξιωματικά το θέμα του πολέμου.
Εύχομαι τίποτε το λιγότερο από αυτό, εν τούτοις –από τα βάθη της καρδιάς μου– ώστε το Κογκρέσσο της Οικουμενικής Ειρήνης να μπορέσει επιτέλους να επιτύχει στην αξιοσέβαστη και δύσκολη επιχείρησή του κατ’ εξοχήν.
Εγώ είμαι, αγαπητέ κύριε, ετσετερά,
CAMILLE DOUCET
Το καταπληκτικό αποτέλεσμα αυτής της βολής είναι ότι η προσωπική τιμή αξιώνει από τους άνδρες –και τους ανθρώπους– να πολεμούν ενώ τα συμφέροντα επιτοκίων των εθνών τα αξιώνουν να καταστρέφουν και να εξοντώνουν ο ένας τον άλλο. Ως προς τις απόπειρες να καταργηθεί ο πόλεμος, δεν πραγματοποιούν καμία κλήση για ο,τιδήποτε άλλο –παρά για ένα χαμόγελο. Η γνώμη ενός άλλου πασίγνωστου ακαδημαϊκού, του Jules Claretie, είναι της ίδιας μορφής:
Αγαπητέ Κύριε (γράφει)
Για έναν άνθρωπο των αισθήσεων δεν μπορεί να υπάρχει παρά μια μόνον άποψη επί του υποκειμένου, του θέματος του πολέμου και της ειρήνης.
Η ανθρωπότητα/ανθρωπιά δημιουργείται για να ζει, να ζει ελεύθερη, να τελειοποιεί και να βελτιώνει την μοίρα της μέσω της ειρηνικής εργασίας.
Η γενική αρμονία που διακηρύσσεται από το Οικουμενικό Κογκρέσσο Ειρήνης δεν είναι παρά ένα όνειρο –ίσως– αλλά κατά Λιστ είναι, τουλάχιστον, η πιο τίμια/ξανθιά/παραμυθένια χώρα. Ο άνθρωπος κοιτά ανέκαθεν προς την Χώρα της Επαγγελίας και ιδού οι καρποί, πρόκειται να ωριμάσουν χωρίς κανέναν ανατριχιαστικό φόβο μήπως η ύπαρξή τους κομματιαστεί από οβίδες ή συντριβεί από τροχούς κανονιών… Αφού, όμως, αχ! αφού, όμως, οι φιλόσοφοι και οι φιλάνθρωποι δεν είναι οι δυνάμεις που ασκούν τον έλεγχο της εξουσίας, κάλλιστα οι στρατιώτες μας θα έκαναν να φυλούν τα σύνορά μας και τους οίκους μας. Οι καρποί των χεριών τους, τα άρματα και τα όπλα –εάν χρησιμοποιηθούν αριστοτεχνικά– είναι ίσως η ασφαλέστερη εγγύηση της ειρήνης που όλοι αγαπούμε. Ειρήνη: είναι ένα δώρο που χαρίζεται μόνο στον δυνατό και το(ν) αποφασισμένο(ν).
Εγώ είμαι, αγαπητέ κύριε, ετσετερά,
JULES CLARETIE
H ευστοχία αυτού του γράμματος είναι ότι δεν προξενείται καμία ζημία εάν μιλά κανείς για ό,τι σχεδιάζει ή αισθάνεται χρεωμένος να κάνει. Όταν, όμως, το θέμα έρχεται στην πρακτική, πρέπει να πολεμούμε.
Ιδού τώρα η άποψη που εκφράσθηκε εσχάτως από τον πλέον δημοφιλή νοβελίστα στην Ευρώπη, Émile Zola: «Βλέπω τον πόλεμο ως μιαν μοιραία, αναγκαιότητα η οποία εμφανίζεται ως κάτι το αναπόφευκτον για εμάς από την στενή του σύνδεση με την ανθρώπινη φύση και με ολόκληρη την συντακτική-συνταγματική τάξη του κόσμου. Θα ευχόμουν να τεθεί εκτός ο πόλεμος, για το μακρύτερο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η ώρα θα έρθει που θα πιεστούμε να βαδίσουμε προς τον πόλεμο. Το εξετάζω συλλογιστικά αυτήν την στιγμή από την θέση της οπτικής γωνίας της οικουμενικής ανθρωπότητας και χωρίς να κάνω καμίαν αναφορά στην παρεξήγησή μας με την Γερμανία, ένα εξαιρετικά τετριμμένο συμβάν στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους. Λέω ότι ο πόλεμος είναι αναγκαίος εκ των ων ουκ άνευ και ευεργετικός επειδή φαίνεται αυτή να είναι μια εκ των συνθηκών ύπαρξης της ανθρωπότητας. Ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με τον πόλεμο: όχι μόνο πόλεμος μεταξύ διαφορετικών φυλών και λαών, αλλά επιπλέον, πόλεμος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή. Φαίνεται ως μια από τις πρωταρχικές συστατικές της προόδου ουσίες και, ως τώρα, κάθε ένα βήμα εμπρός που έχει πάρει (η) ανθρωπιά, έχει ακολουθηθεί από αιματοχυσία. Μίλησαν οι άνθρωποι –και εξακολουθούν να μιλούν– περί αφοπλισμού ενώ ο αφοπλισμός είναι κάτι απίθανο στο οποίο, ακόμα κι αν ήταν πιθανός, δεν θα έπρεπε να συναινέσουμε. Είμαι πεπεισμένος ότι ένας γενικός αφοπλισμός σε ολόκληρον τον κόσμο θα εμπεριείχε κάτι σαν ηθική παρακμή η οποία θα επιδεικνυόταν αφ’ εαυτής ως μιαν γενική αδυναμία και θα εμπόδιζε την προοδευτική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Ένα πολεμόμορφο έθνος υπήρξε πάντοτε ισχυρό και ανθηρό. Η τέχνη του πολέμου έχει οδηγήσει στην εξέλιξη όλων των άλλων τεχνών. Η Ιστορία φέρει την μαρτυρία της σε αυτό. Έτσι, στην Αθήνα και στην Ρώμη το εμπόριο, οι κατασκευές και η λογοτεχνία ποτέ δεν πέτυχαν ένα τόσο υψηλό σημείο ανάπτυξης όσο όταν οι πόλεις αυτές ήταν κυρίαρχοι ολόκληρου του κόσμου μέσω της βίας των χειρών και των όπλων. Για να πάρω ένα παράδειγμα από χρόνους πλησίον ημών, μπορούμε να ανακαλέσουμε την εποχή του Λουδοβίκου των 14. Οι πολέμοι του Μεγάλου Μονάρχη δεν αποτελούσαν μόνο τροχοπέδη στην πρόοδο των τεχνών και των επιστημών αλλά εμφανίζονται, σε αντίθεση, να έχουν προωθήσει και ευνοήσει την ανάπτυξή τους».
Ώστε, ο πόλεμος είναι ευεργετικός!
Η καλύτερη, όμως, έκφραση αυτής της στάσεως είναι η άποψη του πλέον χαρισματικού των συγγραφέων αυτής της σχολής, του ακαδημαϊκού de Vogái. Ιδού τι γράφει σε ένα άρθρο στον Στρατιωτικό Τόπο της Εκθέσεως των 1889: «Στην Σπιανάδα των Ακρωτηριασμένων τραυματιών πολέμου, εν μέσω των εξωτικών και κολωνιακών, αποικιακών καταυλισμών και σκηνών, ένα κτίριο με ένα στυλ περισσότερο αυστηρό, επιβλητικό και σιβηριακό θαυμάζεται στο γραφικό μπαζαάρ. Όλα αυτά τα σπαράγματα της υφηλίου έχουν κατορθωθεί να συγκεντρωθούν γύρω από το Παλάτι του Πολέμου και με την σειρά τους στην περιστροφή αυτή οι καλεσμένοι μας στο Όρος είναι αυτοί που περιβάλλουν κυκλικά και φρουρούν με πλήρη υποταγή την μητρική κατασκευή, άνευ του οποίου δεν θα βρίσκονταν εδώ. Εξαιρετικό θέμα ως υποκείμενο στην αντίθεση της ρητορικής (ανθρωπιστών οι οποίοι δεν θα βογγούσαν και με αναστεναγμούς κιόλας επί της αλλαγής θέσεως και να πουν ότι «ΑΥΤΟΣ ΘΑ ΤΗΝ ΣΚΟΤΩΣΕΙ ΑΥΤΗΝ»/«CECI TUERA CELA»),
Φράση η οποία έχει αναφερθεί από τον Victor Hugo, «Η Παναγία Ημών των Παρισίων».
εξαιρετικό/εξαιρετική επειδή η ένωση των εθνών μέσω επιστήμης και κοπιαστικής εργασίας θα υπερβεί το ένστικτο του πολέμου. Ας τους αφήσουμε να φυλούν την χίμαιρα και να την έχουν μέσα στην καρδιά τους, την χίμαιρα μιας χρυσής εποχής η οποία συντόμως θα γίνει –εάν μπορούσε να υλοποιηθεί– μια εποχή λάσπης. Ολόκληρη η ιστορία μας διδάσκει ότι αυτή η ηλικιακή εποχή, η μία έχει δημιουργηθεί για αυτόν, ότι αξιώνεται αίμα για να επιταχύνει και να συγκολλήσει την ένωση των εθνών. Η φυσική επιστήμη έχει επικυρώσει και έχει δώσει τις αναλογίες στην ημέρα μας του μυστηριώδους νόμου όπως αποκαλύφθηκε στον Joseph de Maistre από την διαίσθηση της ιδιοφυΐας του και μέσω της διαμεσολάβησης και του συλλογισμού επί θεμελιακών αληθειών. Έβλεπε τον κόσμο να λυτρώνεται μόνος του από τους κληρονομικούς εκφυλισμούς μέσω της θυσίας. Η επιστήμη τον δείχνει να προχωρά προς την τελειοποίηση δια του σκληρού αγώνα και της βίαιας επιλογής. Υπάρχει η ανακοίνωση του ίδιου νόμου και στα 2, εκπεφρασμένη με διαφορετικές φόρμουλες. Η ανακοίνωση είναι διϊστάμενη, αναμφιβόλως. Όμως, οι νόμοι του κόσμου δεν κατασκευάζονται για την ευχαρίστησή μας, γίνονται για την πρόοδό μας. Ας εισέλθουμε σε αυτό το αναπόφευκτον, εκ των ων ουκ άνευ αναγκαίο παλάτι του πολέμου. Θα είμαστε ικανοί να παρατηρήσουμε εκεί πώς το πλέον συνεκτικό εκ των ενστίκτων μας μεταμορφώνεται και προσαρμόζεται στις ποικίλες απαιτήσεις άσκησης κρίσης και εξήγησης των ιστορικών εποχών –χωρίς να χάνει καθόλου εκ της δόξης του».
Ο κ. de Vogái βρίκσει την ανάγκη για πόλεμο, συμφώνως προς τις απόψεις του, κάλλιστα εκπεφρασμένη εκ των 2 μεγάλων συγγραφέων, Joseph de Maistre και Darwin, των οποίων οι ανακοινώσεις του αρέσουν τόσο πολύ που τις εκθέτει εκ νέου.
Αγαπητέ Κύριε (γράφει προς τον εκδότη της ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ)
Ρωτάτε την άποψή μου ως προς την πιθανή επιτυχία του Οικουμενικού Κογκρέσσου Ειρήνης. Στηρίζω την άποψη, μαζί με τον Darwin, ότι η βίαια επιλογή είναι ένα νόμος της φύσεως ο οποίος εξουσιάζει ως ανώτερος, ανατρέπει και απορρίπτει όλους τους άλλους νόμους. Στηρίζω την άποψη, μαζί με τον Joseph de Maistre ότι αυτός είναι ένας νόμος θεϊκός. 2 διαφορετικοί οδοί περιγραφής του ιδίου πράγματος. Εάν –από κάποιαν απίθανη ευκαιρία και τύχη– ένα κομμάτι της ανθρώπινης κοινωνίας (ολόκληρη η πολιτισμένη Δύση, υποτεθείστω) επρόκειτο να επιτύχει να αφήσει να αιωρείται μετέωρος αυτός ο νόμος ως προς τις πράξεις του, ορισμένες φυλές νεανικότερων ενστίκτων θα αναλάμβαναν το καθήκον να τον θέσουν σε δράση εναντίον ημών. Αυτές οι φυλές θα υποστήριζαν στην βεντέτα αυτή την λογική της φύσεως ενάντια στην ανθρώπινη λογική (ή) στον ανθρώπινο λόγο. Θα το κατόρθωναν, διότι η σιγουριά της ειρήνης –δεν λέω ΕΙΡΗΝΗ, λέω η ΣΙΓΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ– σε ένα ήμισυ του αιώνος σχεδόν θα γεννούσε μιαν διαφθορά και μιαν ντεκαντάνς ακόμα πιο καταστροφική για το ανθρώπινο γένος απ’ ό,τι ο πιο άσχημος πόλεμος. Πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε με τον πόλεμο –τον εγκληματικό νόμο της ανθρωπότητας– ό,τι με όλους τους άλλους εγκληματικούς νόμους, δηλαδή: να τους μαλακώνουμε, να τους θέτουμε εν ισχύϊ όσο σπανιότερον όσον είναι αυτό εφικτό, να αξιοποιούμε κάθε προσπάθεια να κάνουμε την εφαρμογή τους μη αναγκαία. Ολόκληρη η εμπειρία της ιστορίας μας διδάσκει, ωστόσο, ότι δεν μπορούν συλλήβδην να καταργηθούν εφ’ όσον καιρό παραμένουν 2 άνθρωποι στην γη με άρτο, χρήμα –και μιαν γυναίκα ανάμεσά τους. Θα ήμουν άκρως ευτυχής εάν το Κογκρέσσο με αποδείκνυε ευρισκόμενον εν αδίκω.
Εγώ είμαι, αγαπητέ κύριε, ετσετερά.
E.M. DE VOGÁI
Αυτό ισοδυναμεί με το να λέει κανείς ότι ιστορία, ανθρώπινη φύση και Θεός μας δείχνουν ότι εφ’ όσον καιρό υπάρχουν 2 άνδρες & ψωμιά, χρήματα και 1 γυναίκα –θα υπάρχει πόλεμος. Αυτό σημαίνει και θέλει να πει, δηλαδή, ότι καμιά πρόοδος δεν θα οδηγεί τους ανθρώπους να εγείρονται άνω της άγριας και πρωτογόνου συλλήψεως της ζωής –αν αυτή δεν βλέπει καμιά συμμετοχή από ψωμάκια, χρήματα (τα χρήματα είναι κάλλιστα εντός αυτού του πλαισίου) & καμιά γυναίκα απίθανη, χωρίς κόπο.
Είναι οι Θεοί άνθρωποι περίεργοι, οι άνθρωποι αυτοί που συγκεντρώνονται στις Κογκρέσσες κατασκευάζοντας λόγους για να μας επιδείξουν πώς να πιάνουμε πουλιά βάζοντας αλάτι στις ουρές των –αν και πρέπει να ξέρουν ότι αυτή η πράξη είναι αδύνατη. Είναι και συναρπαστικοί, επιπλέον, καθώς –ομοιόμορφοι με τον Maupassant, τον Rod και αρκετούς άλλους– βλέπουν καθαρά όλην την ανατριχιαστική αηδία του πολέμου, όλην την ασυνέπεια των ανθρώπων που δεν κάνουν ό,τι είναι αναγκαίο, ορθό και επωφελές για αυτούς, που θρηνούν για την τραγωδία της ζωής και δεν βλέπουν πως ολόκληρη η τραγωδία έγκειται στο ότι οι άνθρωποι δεν σταματούν αμέσως να λαμβάνουν υπόψη όλες τις μη αναγκαίες εξετάσεις, ελέγχους και συλλογισμούς και δεν αρνούνται να κάνουν ό,τι είναι απεχθές και καταστροφικό. Είναι θαυμάσιοι τρούλοι –αληθινά: πλην εκείνων όπως ο de Vogái και άλλοι οι οποίοι, διακηρύσσοντας το δόγμα της εξέλιξης, βλέπουν τον πόλεμο ως όχι μόνον αναπόφευκτον αλλά και ευεργετικό και, άρα, επιθυμητό. Είναι τρομεροί, φρικώδεις, μέσα στην ηθική τους διαστροφή. Οι άλλοι, τουλάχιστον, λένε πως μισούν το κακό και αγαπούν το καλό αλλά αυτοί κηρύσσουν ανοιχτά ότι καλό και κακό δεν υπάρχουν.
Όλες οι συζητήσεις περί της πιθανότητας να επανιδρυθεί σε στέρεο έδαφος η ειρήνη αντί του αιωνίου πολέμου –αυτή είναι η ζημιογόνος συναισθηματικότητα των λογοκάπηλων.
Υπάρχει ένας νόμος της εξέλιξης με βάση τον οποίον έπεται ότι εγώ πρέπει να ζω και να πράττω κατά έναν τρόπο κακό, πονηρό, λάθος.
Τι πρέπει να γίνει;
Είμαι ένας άνθρωπος μορφωμένος, ξέρω τον νόμο της εξέλιξης και –συνεπώς– θα πράξω με έναν τρόπο λάθος.
«ΑΣ ΕΙΣΕΛΘΟΥΜΕ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ»- «ENTRONS AU PALAIS DE LA GUERRE».
Υπάρχει ο νόμος της εξέλιξης και –συνεπώς– δεν υπάρχει ούτε καλό ούτε κακό και πρέπει κανείς να ζει για χάρη της δικής του, προσωπικής ύπαρξης και να εγκαταλείπει όλα τα ρέστα στην δράση του νόμου της εξελίξεως.
Αυτή είναι η τελευταία λέξη της εκλεπτυσμένης κουλτούρας και –συν αυτής– και αυτής της επισκίασης της συνειδήσεως που έχει ριχτεί στις μορφωμένες τάξεις των καιρών μας. Η επιθυμία των μορφωμένων τάξεων να στηρίξουν τις ιδέες που προτιμούν –καθώς και η τάξη/εντολή (ή) την τάξη/την εντολή της υπάρξεως που βασίζεται πάνω τους– έχει αγγίξει τα ακραία της όρια. Αυτές ψεύδονται και απατώνται αφ’ εαυτών (αλλά και η μια την άλλη) με τις πιο λεπτεπίλεπτες και πονηρές μορφές απάτης για να δώσουν σκοτεινό χρώμα, απλώς για να νεκρώσουν την συνείδηση. Αντί να μεταμορφώνουν την ζωή τους σε αρμονία με την συνείδησή τους, προσπαθούν με κάθε μέσο να καταπνίξουν την φωνή της. Είναι στο σκοτάδι, όμως, που το φως αρχίζει να λάμπει
–κι έτσι, το φως ανατέλλει επί της εποχής μας.



[1] Σημείωμα του μεταφραστή: η έκφραση είναι λατινική και σημαίνει: χωρίς αναβολή, χωρίς ορισμό (ημερομηνίας), επ’ αόριστον. Ασφαλώς, ανάλογα με τα συμφραζόμενα, μεταφράζεται κυριολεκτικά και ως «αμαρτία Θεού». Βλ. και δηλώσεις στρατάρχη Πρωσσίας, Κόμη Helmuth Karl Berhard Von Moltke.
[2] Σημείωμα του μεταφραστή: από την προσωπική μου έρευνα προέκυψε ότι α) οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είχαν υποβάλει κατά της Αγγλίας τα λεγόμενα «αξιώματα της Αλαμπάμα» διεκδικώντας αποζημιώσεις για τις βλάβες στο Αμερικανικό Ναυτικό που επέφεραν κατά την διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου από μισθωμένα για πειρατεία και εισβολή πλοία της Ομοσπονδίας που αναχωρούσαν από την Αγγλία. Το πλοίο με την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ήταν το «ΑΛΑΜΠΑΜΑ». Το 1872 ένα δικαστήριο επιδιαιτησίας με έδρα την Γενεύη αποφάσισε την αποζημίωση των Η.Π.Α. με 15 εκατομμύρια δολλάρια. Ονομάστηκε «βραβείο της Γενεύης». Η Γενεύη είναι πόλη της Ελβετίας, κέντρο διεθνών συγκεντρώσεων όπου υπεγράφη για το ζήτημα της ουδετερότητας το 1864 η Συνθήκη της Γενεύης από όλα τα κράτη της Ευρώπης και όπου αυτή προσυπεγράφη το 1865 από την Αγγλία. Στην Γενεύη ο Καλβίνος ίδρυσε θεοκρατικό κράτος και η πόλη έχει ταυτιστεί με τους υπηκόους και ακολούθους του, β) πέραν της σύνδεσης με την ομώνυμη αμερικανική πολιτεία, Καρολίνεια ονομάζεται η εποχή βασιλείας του Καρόλου του 1ου και του Καρόλου του 2ου στην Αγγλία. Ο Κάρολος ο 1ος εξέδωσε το Αγγλικό χρυσό νόμισμα με την ονομασία «Κάρολος» (ισοδυναμεί με 20 σελλίνια). Το ίδιο όνομα έχει και ένα χρυσό νόμισμα της Σουηδίας.
[3] Σημείωμα του μεταφραστή: το σημείο αυτό του κειμένου εντός του συνόλου του έργου καθώς και το τέλος του κεφαλαίου 10– είναι ακριβώς όμοιο με σημεία της ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ του Νίκου Καζαντζάκη (ο οποίος έγραψε ότι είναι συνεχιστής του έργου του Τολστόϊ) και της ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΠΥΘΑΓΟΡΑ της Σιμόν Βέϊλ. Επίσης, άλλα σημεία που έχουν προηγηθεί είναι όμοια στα θεατρικά έργα ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΥΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ του Αλμπέρ Καμύ και ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ του Ευγένιου Ιονέσκο. Υπάρχουν αναφορές και στο Σπήλαιο του Σωκράτους. Συνδέονται με την βάπτιση των μαθητών του Χριστού στο ύδωρ, όπως αναφέρεται στην «Διδαχή των 12 Αποστόλων» στην μελέτη «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ»
[4] Σημείωμα του μεταφραστή: Αττική σύνταξη στο κείμενο με διαφορετικές –6 Χ 2 τουλάχιστον– μεθόδους ερμηνείας και με πολλαπλές εναλλαγές υποκειμένων-αντικειμένων και σύζευξη με προηγούμενες προτάσεις. Προφανώς, συνδέονται με τις αναφορές στην Ελλάδα και τα υπονοούμενα για έκδοση Νόμπελ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου