*όπου ''Ενός'' στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ''άνθρωπος''. Έν=Ένα=One=Ο.Ν.Ε.=Ο.Η.Ε=UN=Γυνή=Οίνος=Venus/Αφροδίτη.

Η ''Πλειοψηφία του Ενός'' δεν αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι στην ζυγαριά της οικονομίας οι πολλοί βουλιάζουν και ο ένας διασώζεται αλλά, επιπροσθέτως, σημαίνει ότι αυτός ο ένας (1) άνθρωπος διασώζει κυρία και έλκει το πλοίο της κυβέρνησης, τον κύβο που ερρίφθη και βυθίζεται (όπως ακριβώς σε μιαν ζυγαριά όπου η μάζα των πολλών χάνεται λόγω του βάρους). Η βάση της ερευνητικής μεθόδου στηρίζεται στην διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά πλειοψηφία και την έκδοση αποτελεσμάτων μετρήσεων, ερευνών, ψηφοφορίας, εκλογής στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Κ. που διασώζουν μιαν χώρα -άνευ δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο)- από την ανισορροπία του Δημοσίου και από το “φούντο” του ταμείου της, δηλ. το Δ.Ν.Τ., με βάση τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και το εσωτερικό δίκτυο INNERNET πληρωμής της εργασίας των Ελλήνων κατ' οίκον: είναι το μοναδικό οικονομικό και τραπεζικό σύστημα στον κόσμο που λειτουργεί ως ραδιο-τηλεοπτικό κανάλι θετικών ειδήσεων και νέων μέσω προγραμμάτων και ταινιών με σκοπό την επικοινωνία με το κοινό. Αφενός χρησιμεύει ως Τράπεζα (Data Bank) πληροφοριών, δεδομένων και αίματος με προσωπική περιουσία 300 τρις Φοινίκων και αφετέρου βασίζεται στους θεσμούς της Ελεύθερης Οικονομίας ("Free Market"), στην απόλυτη τραπεζική πίστη, στο επιτόκιο Labor και στο ελληνικό νόμισμα οίκου (I.Q., συμβολική ονομασία για τον Φοίνικα, ο οποίος είναι το νόμισμα των Ελλήνων που αγαπούν την πατρίδα τους, που γνωρίζουν επαρκώς αρχαία και νέα Ελληνικά, Λατινικά, Αγγλικά, Γαλλικά κ.τ.λ., αγαπούν την έντεχνη μουσική, ελληνική και ξένη, και την ίδια την Τέχνη ενώ, με βάση την κατά κεφαλήν καλλιέργεια του Α.Ε.Π. αποτελεί την πλέον ανθούσα οικονομία στην Ευρώπη). Πρόκειται για μιαν νομισματική μονάδα που χαμηλότερη από αυτήν στον κόσμο σε αξία πλούτου δεν υπάρχει διότι πρωτίστως η νοημοσύνη και το νόμισμα των πολιτών που την χρησιμοποιούν δεν υποτιμάται ΠΟΤΕ: ειδικότερα, στηρίζεται στο νόμισμα της Αναγέννησης -ο Φοίνιξ- με βάση την ρήτρα E.C.U., δηλαδή 1 Φοίνιξ=3 Δολλάρια ενώ το Ευρώ υπολογίζεται με βάση τις συναλλαγματικές ισοτιμίες των υπολοίπων νομισμάτων με βάση το E.C.U., το E.C.U. όμως υπολογίζεται ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!

ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΑ ΠΟΡΤΑΛ ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΜΠΛΕΤ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ:

Μπείτε στα Νέα Tablets: ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ www.my-insense.blogspot.com ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΣΤΟ PORTAL www.propagenda.blogspot.com

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΑΡΧ.ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ wwwmetafrasths.blogspot.com ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ TYΠΟ www.prothexousia.blogspot.com MY-INSENSE wwwmiss-insense.blogspot.com



Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

H ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΕΩΡΙΑ: ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΜΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΟΝΕΤΑΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ


ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα Επικοινωνίας και Μαζικών Μέσων Ενημέρωσης



Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΕΩΡΙΑ: 
οι θεωρητικοί της οικονομικής ανάλυσης  (HayekBuchananStinklerBeckerFriedman)
                     με σύγκριση του μονεταρισμού και του νεοφιλελευθερισμού                                                                
Η μελέτη αποτελεί εισαγωγή στην φιλελεύθερη σχολή του Μάντσεστερ
και αποτελεί τμήμα της Φιλελεύθερης Τριλογίας





ΧΡΗΣΤΟΣ Π. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
1993

Στην εκκίνηση αυτής της προσπάθειας για κατανόηση της βασικής δομής της φιλελεύθερης πολιτικής σκέψης, κρίνουμε απαραίτητο (διότι πρέπει να αποφευχθούν                                                                οι τρομερά επιζήμιες συγχύσεις) να υϊοθετήσουμε την άποψη του Φρανσουά Σατελέ                                  και της Εβελύν Πιζιέ-Κουσνέρ ότι ο οικονομικός φιλελευθερισμός έχει υποστεί πράγματι πλήγματα στα καθεστώτα της Δύσης, δηλ. στον δημοκρατικό συνασπισμό                                                        –αν και αυτά τα ίδια τα καθεστώτα είναι, από πολιτική άποψη φιλελεύθερα.
Αυτό το γεγονός, ωστόσο, δεν μας επιτρέπει λογικά να συναγάγουμε ότι τα καθεστώτα                     της Δύσης επειδή καταδικάζουν τον ολοκληρωτισμό είναι και τα καθεστώτα                                          της πραγματοποιημένης και θριαμβεύουσας δημοκρατίας: ό,τι δημοκρατικό έχουν απειλείται στην πράξη διαρκώς αλλά καθιστά δυνατή την πολιτική πάλη για την ίση πρόσβαση όλων στην ελευθερία (Πηγή: ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ, Francois Chatelet και Evelyne Pisier-Couchner, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 1992, σελ. 80-90).
Επιπλέον, η φιλελεύθερη θεωρία χαρακτηρίζεται και αυτή από ιδεαλισμό                                                      και οικουμενικότητα, επιδιώκοντας την ισχύ, την δόξα και την ευημερία του κοινωνικού συνόλου ενώ, για την προστασία του συνόλου των πολιτών, θεσπίζει το Κράτος Δικαίου. Αντιπαρατίθεται στον φασισμό και εξομοιώνεται με την δημοκρατία                                                     (Πηγή: A HISTORY OF POLITICAL THEORY/ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ, George Sabine και Thomas Thorson 1937, σελ. 668-680).                                         Μεγαλύτερος εχθρός της είναι η αναρχία και η ασυδοσία.
Η λογική του φιλελευθερισμού  οδηγεί στην δημοκρατία μέσω της αρχής της ισότητας μπροστά στον νόμο (Πηγή: ESSAI SUR LES LIBERTES/ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ, Raymond Aron 1978, σελ. 138).
Πρέπει, ταυτόχρονα, να γίνει κατανοητό ότι οι έννοιες «Συντηρητισμός»                                                       και «Δημοκρατία» παραπέμπουν σε διαφορετικές και αντιθετικές πολιτικές θεωρίες                   απ’ ό,τι ο «Φιλελευθερισμός».
Μέρος της ευθύνης για την άγνοια αυτή βαρύνει και την ίδια την φιλελεύθερη σκέψη.                         Για να γίνουμε πιο κατανοητοί: Στα κείμενα την θεωρίας του «Ωφελιμισμού» διακρίνουμε                 τις εξής απόψεις που δεν θα πρέπει να ασπάζεται ο φιλελεύθερος πολίτης:                                                      α) αλάνθαστος δείκτης ευημερίας μιας κοινωνίας είναι το άθροισμα των ευτυχών μελών της,
β) πρέπει να δοθεί μέγιστη ελευθερία,
γ) ο φυσικός νόμος και τα φυσικά δικαιώματα αποτελούν επινόηση,
δ) μέτρο ικανοποίησης αποτελεί η κατοχή υλικού πλούτου και επιδίωξη του ατόμου                             είναι η αύξηση της περιουσίας του με σκοπό την αυτοσυντήρηση και την αφθονία.
ε) σκοπός, επίσης, είναι η ικανοποίηση του ατομικού συμφέροντος,
στ) η πείνα είναι το κίνητρο της εργασίας και όχι το κέρδος,
ζ) ναι στην ταξική διαίρεση,
η) ο Jeremy Bentham, εξάλλου, δεν ήταν ενθουσιώδης υπέρμαχος του δημοκρατικού δικαιώματος της ψήφου αλλά το υποστήριξε διότι αυτό απαιτούσε η λογική και ο λαός                    (Πηγή: PRINCIPLES OF THE CIVIL CODE/ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ,                    Jeremy Bentham).

Προσοχή, όμως: δεν πρέπει να εννοούνται περισσότερα απ’ όσα γράφουμε. Σε αυτά εδώ                     τα 8, κατ’ αρχήν, σημεία υπάρχει η διαφοροποίηση, όχι όμως και η ευθεία αντίθεση:                                 ο φιλελευθερισμός δέχεται και αρκετές απόψεις του Μπένθαμ (περί συμβολής στην ευημερία, την ασφάλεια και την ισότητα/απόψεις για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων και για κατάργηση των προνομίων/την αποδοχή του καπιταλισμού και της ελεύθερης κοινωνίας της αγοράς).
Απαιτείται, επομένως, η επισκευή των θεμελίων της φιλελεύθερης σκέψης.
Π.χ., το θεώρημα του Μπένθαμ ότι ο άνθρωπος στην πολιτική πρέπει να υπολογίζεται                            ως άτομο που σκέπτεται μόνο το ίδιον συμφέρον αποτελεί διαστροφή των θεμελιωδών φιλελεύθερων συλλήψεων (Πηγή: ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ, C.BMac Pherson,                         εκδ. ΓΝΩΣΗ, 1988, σελ. 17).
Εποικοδομητική κριτική, η οποία στρέφει τον μελετητή τον καλόπιστο προς την ορθή κατεύθυνση ασκεί ο C.BMac Pherson στα έργα του «ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ» και «Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ».
Μεγαλύτερη ακόμα είναι η διαφοροποίηση από τον συντηρητισμό.

Ο Edmund Burke, ο κυριώτερος εκφραστής των συντηρητικών τάσεων                                                        μετά το 1789, θεμελίωσε στην Ευρώπη την συντήρηση έχοντας ως λάβαρο:                                                                                α) την προσήλωση στην παράδοση, β) την πίστη στην κοινωνική ιεραρχία,                                                  γ) την αφοσίωση στην θρησκεία, δ) την διαφοροποίηση κράτους-κοινωνίας,                                                   ε) την στήριξη σε μικρές κοινωνικές ομάδες (δεν χρειάζεται φαντασία για να γίνει σαφές                  ποιες θα ήταν αυτές…).
Ο συντηρητισμός θεωρεί, επιπλέον, ότι υπάρχει ηθική τάξη στην ιστορία (Πηγή: ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 1789-1945, Ι.Σ. Κολιόπουλου, εκδ. ΒΑΝΙΑΣ, 1990, σελ. 172).              

Ένας φιλελεύθερος, ο οποίος αντιμετωπίζει τις πολιτικές αντιλήψεις χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς να έχει να κερδίσει τίποτα και ξεχνώντας την καταγωγή του, ασφαλώς θα διαφωνούσε –κάθετα– με τέτοιες απόψεις. Πολύ κοντά σε αυτές, αντίθετα, είναι οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται στον φιλελευθερισμό να στηριχτεί      στα θετικά στοιχεία (με την υποψία ότι αυτά μπορεί να αποτελούν σοφίσματα ή επινοήσεις που, συμβιβαστικά, καλύπτουν την συντήρηση): την ανάγκη για ειρηνική αλλαγή                                    της κοινωνίας, για δικαιοσύνη, για τάξη, για επέκταση των ήδη υπαρχόντων αξιών                                   με στόχο την μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα.
Ο φιλελευθερισμός δεν είναι μια μονολιθική ιδεολογία αλλά αποτελεί ένα πολύμορφο φαινόμενο, αν τον εξετάζει κανείς μέσα από τις παραδόσεις εκατοντάδων ετών.                                       Δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί σε έναν μόνο ορισμό ή σε ένα κομματικό πρόγραμμα                          ή μόνο σε μια χώρα. Σε αντίθεση με τους συντηρητικούς, η αφετηρία και το τέλος                                   για τους φιλελεύθερους είναι το άτομο, το οποίο –επιπλέον– δεν πιστεύει                                                   στην «μαγική δύναμη» του κράτους σε όλα τα επίπεδα της ζωής.                                                                         Και ο φιλελευθερισμός ήταν πάντα και παραμένει προοδευτικός, κοιτάζει εμπρός                          –ούτε αριστερά, ούτε δεξιά: μπροστά προς την πρόοδο, τον εκσυγχρονισμό                                      και την μεταρρύθμιση. Οι άνθρωποι που συνηγορούν υπέρ του ισχυρού κράτους                                       και της τάξεως είναι οι συντηρητικοί ενώ οι φιλελεύθεροι τοποθετούν την ελευθερία                           στο επίκεντρο όλων των πολιτικών επιδιώξεών τους (Πηγή: Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ,                          άρθρο του Ronald Meinardus, διευθυντή του ιδρύματος Friedrich Naumann, 23/2/1992).

Για να δικαιούται, όμως, κανείς να εκφέρει λόγο αξιόπιστο, οφείλει να μην συνδέει                                   τα αποτελέσματα όσων υποστηρίζει με το προσωπικό του όφελος (όπως ακριβώς                              πολλοί θεωρητικοί του κομμουνισμού προέρχονταν από την ανώτερη τάξη, την αστική,                            αυτήν ακριβώς που αντιμάχονταν). Το σημειώνουμε και πάλι για να μην ταυτιστεί                                      η γνήσια ιδεολογία με τον «φιλελευθερισμό» όσων, θέλοντας να καθησυχάσουν τις μεσαίες και κατώτερες τάξεις, υποχωρούν στις διεκδικήσεις τους ενώ ταυτόχρονα απεχθάνονται                   τον διάλογο και τα δικαιώματα του διπλανού τους αλλά εξωραΐζουν τις προθέσεις τους                       με σχήματα όπως «τάξη, πρόοδος, ελευθερία». Από τέτοιου είδους και διάφορες άλλες                  –που πραγματικά διαστρέφουν τον φιλελευθερισμό– περιπτώσεις, δικαιολογείται η κριτική στα φιλελεύθερα κράτη και τους ηγέτες τους ότι δεν κατορθώνουν να εξαλείψουν                                τον πειρασμό της κρατικής ισχύος [άλλωστε, χωρίς καμία αμφιβολία, δεν υπάρχει πεδίο                    για εξομοίωση του φιλελευθερισμού με την καταπίεση, τον ρατσισμό, τον φασισμό]. Δικαιολογείται, επίσης, και η κριτική για την κοινωνική αδικία, η δυσπιστία απέναντι                       στο κατασταλτικό κράτος και οι φόβοι για την αλόγιστη ιδιωτικοποίηση.
Εκείνο που στερείται βάσης είναι η κατηγορία ότι ο φιλελευθερισμός εξοβελίζει                                   την δημοκρατία: διότι η δημοκρατία, ιστορικά, είναι επίτευγμα των φιλελευθέρων.
Η δημοκρατία είναι η οργάνωση του κράτους που εκφράζει την φιλελεύθερη σκέψη.                                Ο θρίαμβος της δημοκρατίας στην Ανατολική Ευρώπη είναι νίκη του φιλελευθερισμού                          –όχι του άκρατου καπιταλισμού.
Με αυτό το δεδομένο, μπορούμε τώρα να προχωρήσουμε πιο πέρα, χωρίς τον κίνδυνο                          να κατηγορηθούμε ότι είμαστε μονομερείς. 
1.     Από την πρώτη στιγμή, ο φιλελευθερισμός υπήρξε μια πολιτική θεωρία της προστασίας                     των δικαιωμάτων του ατόμου από την «τυραννία της πλειοψηφίας».
2.     Ο φιλελευθερισμός αποτελεί μια πολιτική θεωρία που διαμορφώνεται σε αντίθεση                         με εκείνες τις θεωρίες που θέτουν στο επίκεντρο την δημοκρατία.
Πώς συμβιβάζονται αυτά τα 2;

Ο φιλελευθερισμός, σε αντίθεση με τις τελοκρατικές ιδεολογίες, δεν προσφέρει έτοιμες λύσεις και δεν συνάγει τελικά συμπεράσματα από αξιωματικές θεωρίες και αρχές.
Η απάντηση που δίνει επηρεάζεται από την «πολιτική αρετή» των αρχαίων:                                                      η φύση αναπαράγει ακατάπαυστα ανισότητες, οι οποίες τείνουν να μετατρέψουν                                    τους τυπικά ίσους (ενώπιον του νόμου) σε ουσιαστικά άνισους (στην κοινωνία).                                        Οι προνομιούχοι θα ανατρέψουν τότε τους δημοκρατικούς θεσμούς και θα επιβάλλουν προσωπική εξουσία. Η δύσκολη τέχνη της δημοκρατικής αγωγής είναι η συνεχής λειτουργία αξιοκρατικών μηχανισμών που θα αναδεικνύουν τους αρίστους (τους άξιους, τους πραγματικά ικανούς) αλλά και θα τους εμποδίζουν να κάνουν κατάχρηση της δύναμής τους.
Τίποτε, υποστηρίζει ο Alexis de Toqueville, δεν πρέπει να γίνεται εναντίον της λαϊκής θελήσεως ή εις βάρος του λαού (Πηγή: ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟ,                     Μάρκος Δραγούμης, Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών, εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΡΩΕΚΔΟΤΙΚΗ 1992, σελ. 132, 133) και, μάλιστα, εδώ είναι κατηγορηματικότατος                            –αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιθυμίες του λαού θα πρέπει να ικανοποιούνται αυτοστιγμεί γιατί χρειάζεται συζήτηση, περίσκεψη και, εν τέλει, ενημέρωση.
Ο Τοκβίλλ διατυπώνει μιαν συγκροτημένη επιφύλαξη για την απεριόριστη δημοκρατία: «Τρέφω για τους δημοκρατικούς θεσμούς μιαν εγκεφαλική προτίμηση, [από ένστικτο, όμως, είμαι αριστοκράτης· περιφρονώ και φοβούμαιτον όχλο. Αγαπώ με πάθος την ελευθερία,                την ισότητα, τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όχι όμως την δημοκρατία».                          
Δεν είναι δογματικός ούτε αριστοκρατικός ο φιλελευθερισμός. Η εντός των αγκυλών προσωπική άποψη δεν δεσμεύει την φιλελεύθερη σκέψη. Δεν είναι κατ’ ανάγκην σωστή                      κάθε άποψή του.
Ουσιαστικά, ο Τοκβίλ προβληματίζεται μπροστά στην εμφάνιση των κοινωνιών                                     της μαζικής δημοκρατίας. Θεωρεί ότι η παντοδυναμία της πλειοψηφίας αποτελεί κίνδυνο                     για την ελευθερία διότι τείνει να επιδρά ισοπεδωτικά, να καλλιεργεί την λατρεία                                    της μετριότητας, τον λαϊκισμό, την δημαγωγία καθώς και τον κομφορμισμό.                             Ισοπεδώνεται τότε ο άξιος, ο ταλαντούχος, ο ιδιοφυής καθώς τα ήθη εξημερώνονται                           εις βάρος των αρετών του ηρωϊσμού. Υπαρκτός θα είναι ο κίνδυνος να αναχθεί σε καθολικό στόχο της κοινωνίας η υλική ευημερία (Πηγή: ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΤΕΣ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ, Πασχάλη Κιτρομηλίδη, εκδ. ΓΝΩΣΗ 1992, σελ. 187-194).
Πρόκειται για τον κίνδυνο που συνιστά η τυραννία της πλειοψηφίας, να δημιουργηθεί δηλαδή μια απεριόριστη πεποίθηση στην κρίση της πλειονότητας (την οποία, συχνότατα,                               όλες οι πολιτικές παρατάξεις επικαλούνται για να δείξουν ότι εγκρίνει τις πράξεις τους,                    χωρίς όμως αυτό το μέγεθος να είναι μετρήσιμο). Μια πεποίθηση ότι οι κάθε φορά περισσότεροι δεν έχουν απλώς αυξημένα δικαιώματα στην λήψη αποφάσεων –πεποίθηση                      η οποία αποτελεί επίτευγμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας– αλλά ότι έχουν και δίκιο!
Για την καλύτερη κατανόηση της αντίληψης αυτής των φιλελεύθερων για την δημοκρατία αξίζει η μνεία των αντιλήψεων του Πλάτωνος: «Η δημοκρατία απολήγει σε ένα και μόνο τύπο, την τυραννίδα, το έσχατον νόσημα. Οδηγεί σε άρση της ίδιας της δημοκρατίας».                        Συμπληρώνει, ωστόσο: «Η ελευθερία σε μια Δημοκρατία είναι η δόξα της Πολιτείας.                         Και μόνο μέσα στη Δημοκρατία μπορεί να κατοικήσει ο ελεύθερος άνθρωπος»                        (Πηγή: Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, άρθρο του Εμμανουήλ Μικρογιαννάκη με την ευκαιρία                                    του εορτασμού 2500 ετών από την Αθηναϊκή Δημοκρατία).
Ο Αριστοτέλης, παρά τα λεγόμενα συνήθως, θέτει την δημοκρατία όχι στα ορθά είδη πολιτειών αλλά στις παρεκβάσεις [η ορθή Δημοκρατία είναι η αρχαία δημοκρατία                             –και όχι τυραννία– των σοφών του Πλάτωνος, η Δημοκρατία ως παρέκβαση είναι                           η νυν Λαοκρατία ενώ η Λαοκρατία της εποχής του Αριστοτέλη είναι η σημερινή Τυραννία].                    Κατά τον Αριστοτέλη, η δημοκρατία φθείρεται όταν οι δημαγωγοί εξωθούν τον δήμο                            να ζητήσει περισσότερα, κατασκευάζοντας έναν εχθρό. Απαγορεύεται, τότε, το «μη»                               –επικρατεί αναρχία και αταξία. Αδικία αποτελεί η ισότητα μεταξύ ανίσων και η ανισότητα μεταξύ ίσων, πίστευε ο Αριστοτέλης.

Επιστρέφοντας στον σύγχρονο φιλελευθερισμό, συναντούμε τον John Stuart Mill ο οποίος τονίζει την σημασία της πολιτικής συμμετοχής για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, ο οποίος μισεί την λογοκρισία και αναπτύσσει ένα νέο μοντέλο: την αναπτυξιακή δημοκρατία, αντιτιθέμενος με τον James Mill που θεωρούσε την διακυβέρνηση υπόθεση των πλουσίων                  (Πηγή: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,                                          C.BMac Pherson, εκδ. ΓΝΩΣΗ 1992, σελ. 41-100).
Ο νεότερος J.SMill θεωρεί, επίσης, ότι η εξουσία της πλειοψηφίας μπορεί να αποβεί τυραννική. Στο μανιφέστο «Περί Ελευθερίας» επιχειρηματολογεί διαρκώς για την αξία                       της μειοψηφίας του ενός και προειδοποιεί ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον φιλελευθερισμό (νοούμενον ως θεωρία υπέρ του πρωτείου του ατόμου) είναι η δημοκρατία.
Στο ίδιο πνεύμα με τον Τζων Στιούαρτ Μιλλ κινείται και η πολιτική σκέψη του Benjamin Constant. Στην διάλεξη «Περί της ελευθερίας των αρχαίων εν συγκρίσει προς                                   εκείνην των νεοτέρων» (1819), ο Μπενζαμίν Κονστάν διακρίνει 2 είδη ελευθερίας:                                                  α) αυτήν που νοείται ως το δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά –και υπήρχε στην κλασσική Ελλάδα και Ρώμη (ο Κονστάν επικροτεί εδώ την συμμετοχή όλων των πολιτών                                       στην διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων αλλά απορρίπτει την πλήρη υπαγωγή του ατόμου στις επιταγές του συνόλου, χάριν της ατομικής ανεξαρτησίας και αυτονομίας                                           που τον ενδιαφέρει), β) αυτήν που συνίσταται στην ειρηνική απόλαυση της ιδιωτικής ανεξαρτησίας και αναφέρεται στο απαραβίαστο του ιδιωτικού χώρου.
Ανάλογοι είναι και οι προβληματισμοί που βρίσκει κανείς στους σύγχρονους φιλελεύθερους, όπως οι JBuchananRNozick και De Jasay (Πηγή: περιοδικό ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, άρθρο Τάκη Μίχα, 17/9/1992). Πέρα από τις συνταγματικές διακηρύξεις, υπάρχει ανάγκη εγγυήσεων των δικαιωμάτων που παρέχει στο άτομο η δικαιοσύνη.
Και το πιο σημαντικό στην σκέψη του Κονστάν –στο οποίο θέλουμε να καταλήξουμε:                        το ενδεδειγμένο θεσμικό πλαίσιο που θα διασφαλίσει την ελευθερία είναι                                                      το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Οι προϋποθέσεις που θέτει, με την διατυπωμένη άποψη                     ότι ο φιλελευθερισμός αντίκειται στην μαζική δημοκρατία, είναι οι εξής:
Οι αρμοδιότητες των πολιτειακών θεσμών –δηλ. η κατάχρηση εξουσίας– πρέπει                                          να εξισορροπούνται από την ανάπτυξη μιας αδέσμευτης κοινωνίας των πολιτών [σημειώνουμε την συμβολή του Μοντεσκιέ και του Αριστοτέλους, πρώτου, στην διατύπωση της διάκρισης των εξουσιών]. Απαιτείται η συνεχής εγρήγορση, διότι οι πολίτες                                   έχουν καθήκον να ελέγχουν την εξουσία και να ελέγχουν το έργο των αντιπροσώπων τους.                          Για να επιβιώσει, ακόμα, η ελευθερία [και εδώ δίδεται ένα επιχείρημα για να πειστούν                         όσοι κλονίζονται από τον υπαρκτό κίνδυνο οι πολίτες να απορροφηθούν από την απόλαυση των ιδιωτικών συμφερόντων και να απαρνηθούν πολύ εύκολα το δικαίωμα                                    συμμετοχής τους στην πολιτική εξουσία], επιβάλλεται ο πολίτης να αποκτήσει συνείδηση                                                      του δημόσιου χρέους του.
«Η εξουσία» –προειδοποιεί ο Κονστάν– «πολύ συχνά προσφέρεται να μας κάνει ευτυχείς. Εκείνο που πρέπει να απαιτούμε από αυτήν είναι να αυτοπεριορίζεται στα νόμιμα όριά της» [άλλο ένα επιχείρημα που θα χρησιμεύσει στους φιλελεύθερους στην σύγχρονη εποχή                          για να αντικρούσουν την κατηγορία ότι εκμεταλλεύονται την εξουσία                                                             για να αυτοπροβληθεί το Κράτος ως υπέρμαχος της Ασφάλειας, την κατηγορία                                        ότι εκτρέπονται σε έναν απροσχημάτιστο αυταρχικό ελιτισμό, την κατηγορία                                              ότι δεν κατορθώνουν να αντισταθούν στον πειρασμό της κρατικής ισχύος].
Η πολιτική ελευθερία, άρα, διευρύνει το πνεύμα, εξευγενίζει την σκέψη των πολιτών, εγκαθιδρύει μεταξύ όλων ένα είδος διανοητικής ισότητας. Ταυτόχρονα, δεν εξαντλείται       στην ιδιοτέλεια και στην αδιαφορία για τα κοινά [«πολιτικόν ζώον φύσει»]                                      αλλά –δια της πολιτικής πράξης– η ελευθερία οδηγεί στην κατάκτηση της πιο υψηλής στάθμης ηθικής αξιοπρέπειας (Πηγή: Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, άρθρο Πασχάλη Κιτρομηλίδη,, 19/1/1992).

Η τύχη των εννοιών «δημοκρατία» και «λαϊκή κυριαρχία» στην Ελλάδα προβληματίζει                  κάθε φιλελεύθερο αλλά και κάθε πολίτη, καθώς αυτές οι 2 έννοιες έχουν διασυρθεί όσο λίγες στον τόπο μας. Ο απλός πολίτης τελεί εν πλήρει (ιδεολογικά πάντα) συγχύσει                                              σε σχέση με το ακριβές νόημα θεμελιωδών εννοιών της πολιτικής σκέψης: διευκολύνονται, με αυτήν την μέθοδο, όσοι σκοπίμως [ή, βέβαια, λόγω έλλειψης πολιτικής παιδείας,                       καθώς έχει ακουστεί από ανώτατο κυβερνητικό παράγοντα ο όρος «Φιλευθερισμός)!] αναφέρονται σε «δημοκρατικό φιλελευθερισμό» και όσοι θέλουν στο μέλλον να στηριχτούν ιδεολογικά σε κάποια μορφή φιλελευθερισμού που θα την ονομάσουν «εθνικοφιλελευθερισμό».
Ήδη, με το όρο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» οι παλαιοσυντηρητικοί διασώζουν                                      το μεγάλο κράτος –με τον όρο να το νέμονται οι ίδιοι.
Οι τελευταίες εξελίξεις στον πνευματικό προβληματισμό που προκαλούν οι πηγές                                 της φιλελεύθερης σκέψης έχουν παραμείνει ξένες προς τις εμπειρίες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και έχουν προκαλέσει όλες αυτές τις ιδεολογικές καπηλείες, σε συνδυασμό                              με την διάχυτη καχεξία της θεωρητικής παιδείας. Ιδίως για την φιλελεύθερη πολιτική σκέψη, την ιστορία και τις πηγές της υπήρξε παντελής σχεδόν απουσία οποιασδήποτε συστηματικής ενασχόλησης.
Ο στόχος των φιλελευθέρων για την προώθηση και την αναχαίτιση κάθε μορφής                                   ξένης χειραγώγησης και κηδεμονίας, π.χ., είναι άγνωστος (Πηγή: ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ, ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ, ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ, κείμενο του Ronald Meinardus, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 1992, σελ. 17).
Ταυτόχρονα, οι πολέμιοι του φιλελευθερισμού αγνοούν πως η σύγχρονη ιδεολογία                                του φιλελευθερισμού εντάσσει τα θεμελιώδη δικαιώματα στο πλαίσιο το Κράτους Δικαίου και Προνοίας, οριοθετώντας την άσκησή τους και απαγορεύοντας την κατάχρησή τους  (Πηγή: ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ, ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ, ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ, κείμενο                                    του Προκόπη Παυλόπουλου, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 1992, σελ. 143),                                        κάτι που ανακαλεί στην μνήμη τις διαπιστώσεις του Αριστοτέλη και τον Karl Popper.
Καταλογίζουν, λοιπόν, οι φιλελεύθεροι στους επικριτές τους ότι συγκεντρώνουν                                        τα πυρά τους κατά του αναρχοκαπιταλισμού, όπου το κράτος βρίσκεται έξω                                              από κάθε τομέα δραστηριότητας –πλην άμυνας και εξωτερικής πολιτικής–                                               παρά εναντίον του μοντέλου που κυριαρχεί στην Δύση, όπου το κράτος παρεμβαίνει                                και δεν εξοβελίζεται από την πολιτική ζωή (περιοριζόμενο στις κοινωνικές λειτουργίες). Καταλογίζουν, επίσης, στους πολέμιούς τους ότι συγχέουν τους συντηρητικούς –οι οποίοι ενδιαφέρονται για την διαχείριση της εξουσίας– με τους πραγματικά ιδεολόγους φιλελεύθερους για τους οποίους δεν υπάρχει ελευθερία που να θίγει την ελευθερία του άλλου (Πηγή: ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ, Ανδρέα Ανδριανόπουλου,                                         εκδ. LIBRO 1988, σελ. 17-22). Η ελευθερία δεν είναι απεριόριστη αλλά συνδέεται                            με την ευθύνη απέναντι στα δικαιώματα του πλησίον.
Συνεπώς, και τα έθνη έχουν δικαίωμα αυτοδιάθεσης, να έχουν δικό τους κράτος.
Όμως, και οι μειονότητες έχουν τα δικαιώματά τους, η προστασία των οποίων                                                είναι βασική αρχή του φιλελευθερισμού.
Ο πλουραλισμός, η υποστήριξη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η διασφάλιση της ιδιωτικής περιουσίας (βάθρο της ελεύθερης οικονομίας) καθώς και η πίστη στις ίσες ευκαιρίες χαρακτηρίζουν την σύγχρονη φιλελεύθερη πολιτική σκέψη.
Η απάντηση στην κριτική για έλλειψη κοινωνικής συνείδησης είναι επιθετική:                                            «Η καλύτερη βάση για μια ευημερούσα κοινωνία με ελάχιστα κοινωνικά προβλήματα                                είναι μια επιτυχημένη οικονομία –η φιλελεύθερη. Δεν πιστεύουμε στη σπατάλη δημοσίων χρημάτων. Το κράτος οφείλει να εγγυηθεί υψηλό επίπεδο στο εκπαιδευτικό σύστημα,                            να εμποδίσει τη δημιουργία μονοπωλίων στην οικονομία. Οι φιλελεύθεροι αποσκοπούν                     σε ίσες ευκαιρίες –equal chances– ενώ οι σοσιαλιστές θέλουν στο τέλος να είναι όλοι ίσοι» (Πηγή: TI ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, άρθρο του Ronald Meinardus                         στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ στις 23/2/1992).
Οι σοσιαλιστές, άλλωστε, έχουν και άλλες αυταπάτες, υποστηρίζει ο φιλελευθερισμός: πιστεύουν ότι υπάρχει μια τέλεια, αρμονική μορφή ζωής προς την οποία κινούμαστε αναπόφευκτα. Αυτή, κυρίως, είναι η θέση των μεσσιανιστών J.JRousseauKarl MarxMorelly οι οποίοι επιδιώκουν να καλύψουν με την σκέψη τους όλη την έκταση της ανθρώπινης ύπαρξης και συμπεριφοράς. Αναγνωρίζουν μόνο μία σφαίρα –την πολιτική–                                              αφού για αυτούς κάθε ανθρώπινη εκδήλωση έχει κοινωνική σημασία. Έτσι, διευρύνουν                          την έκταση της πολιτικής, αναγνωρίζουν την πρωταρχική σημασία της ελευθερίας                                                      αλλά θεωρούν ότι αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επίτευξη ενός απόλυτου                           συλλογικού σκοπού (Πηγή: THE ORIGINS OF TOTALITARIAN DEMOCRACY/                                             ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ του J.LTalmon                                            εκδ. SPHERE BOOKS 1970).
To Κέντρο Πολιτικής Έρευνας και Επιμόρφωσης Κ.Π.Ε.Ε. επαυξάνει: «Οι μεσσιανιστές θέτουν ως πρώτο στόχο όχι την ελευθερία αλλά την ισότητα και γι’ αυτό εκτρέπονται                         στην αντίληψη ότι η ριζική μεταμόρφωση της κοινωνίας πρέπει να επιδιώκεται                                   χωρίς ειρηνικά μέσα» (Πηγή: Η ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ, άρθρο του Ιωάννη Λούλη σε έντυπο του Κ.Π.Ε.Ε., σελ. 28-40).
Η φιλελεύθερη σκέψη, αντίθετα, δεν αποδέχεται ότι υπάρχει μόνο μία αλήθεια στην πολιτική αλλά θεωρεί ότι μέσα από την διαδικασία της αποδοχής του συστήματος, της συναίνεσης                        concessus– θα οδηγηθούμε στην σχετική αρμονία. Είναι πραγματιστική, με περιορισμένους στόχους, καθώς αναγνωρίζει ότι υπάρχουν διάφορα επίπεδα δραστηριότητας                                       εκτός της πολιτικής. Στηρίζεται στον αυθορμητισμό, στην απουσία καταναγκασμού                              που είναι η ουσία της αυθύπαρκτης ελευθερίας. Κατά την φιλελεύθερη αντίληψη,                                       η ύπαρξη απόλυτης, τέλειας ισότητας ευκαιριών είναι ανέφικτη.                                                                        Και το πιο σημαντικό: η βία γίνεται αποδεκτή μόνο ως ανάγκη αποκατάστασης                                         της καταλυθείσας νομιμότητας και πολιτικής ελευθερίας (John LockeJohn S. Mill).
Αντίθετα, η θεωρία του Jean-Jacques Rousseau περιέχει αυταρχικά στοιχεία                                            και ολοκληρωτικές τάσεις. Σύμφωνα με αυτήν, η γενική θέληση διαθέτει αντικειμενική ύπαρξη και ταυτίζεται με το συλλογικό συμφέρον (αν και υπάρχει διάκριση                                              μεταξύ volonté générale και volonté de tous). Η ταύτιση αυτή της γενικής βούλησης                   με το Δίκαιο και το Καλό (την οποία αποδοκιμάζει ο φιλελευθερισμός ως «τυραννία                              της πλειοψηφίας» που δεν είναι καν μετρήσιμη) καταδικάζει την οποιαδήποτε έκφραση                     της ατομικής θέλησης που συγκρούεται με την γενική –και, ιστορικά, οδήγησε                                      στην Τρομοκρατία του Ροβεσπιέρου.
Χωρίς να επιμείνουμε στις γνωστές θέσεις του Ρουσσώ και χωρίς περαιτέρω αναφορά                      στην «δικτατορία του προλεταριάτου», θα σταθούμε σε έναν από τους πρώτους θεωρητικούς στον 18ο αιώνα που απέρριψε την πίστη στην δυνατότητα κοινωνικής απελευθέρωσης                           με την μέθοδο της ελεημοσύνης και της πειθούς. Ο Μορέλλυ κηρύττει την κοινωνική επανάσταση, σε σύνδεση με τις Ουτοπίες του More και του Campanella, του Bacon                      και του Abram Combe: τονίζει καθαρά πως η ατομική ιδιοκτησία είναι η βασική πηγή                       κάθε κοινωνικής αδικίας και εκφυλισμού του ανθρώπου (Πηγή: Η ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ, κείμενο του Δ. Δαούλα σε ενημερωτικό δελτίο της Επιτροπής Διαφώτισης                    του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο έντυπο ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ, αφιέρωμα Φεβρουαρίου 1985).
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο Malbly, ο οποίος πιστεύει πως νόμος της φύσης                             είναι η κοινοκτημοσύνη των αγαθών και καλεί, μαζί με τους Saint-SimonFourierOwen όλες τις κοινωνικές τάξεις στον αγώνα για την δραστήρια καταπολέμηση της βίας                                      και της αυθαιρεσίας, της κατάργησης των ταξικών διαφορών, της εξάλειψης της δυστυχίας αλλά και στον αγώνα της εμβάθυνσης και επέκτασης των ελευθεριών του πολίτη                                 (κάτι που επαγγέλλεται, όμως, και ο φιλελευθερισμός). 
O φιλελευθερισμός επικρίνεται σήμερα, σε συνέχεια των άνωθεν επαναστατικών αντιλήψεων, ότι θέλει τον άνισο πλουτισμό για τον καθένα μέσω της αγοράς. Ο Μάρκος Δραγούμης                        (Πηγή: ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟ, Γενική Γραμματεία Τύπου                                     και Πληροφοριών, εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΡΩΕΚΔΟΤΙΚΗ 1992, σελ. 15) αναλαμβάνει,                                               αν και πρώην αριστερός, την υπεράσπισή του: «Πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση                             μεταξύ του φιλελευθερισμού που κατοχυρώνει το πρωτείο του ατόμου                                                              και του καπιταλισμού που βασίζεται στο οικονομικώς ενεργό άτομο, θεσμοποιεί την επένδυση και επανεπένδυση κεφαλαίου, μίσθωση εργατικής δύναμης και την παραγωγή                                               με σκοπό την κερδοφορία».
Ο όρος «Νεοφιλελευθερισμός» απορρίπτεται ως όπλο συχνά στα χέρια αντιφιλελεύθερων                   οι οποίοι διστάζουν να επιτεθούν ευθέως και θέτουν στο στόχαστρό τους                                                   μιαν φανταστική, «άγρια, βάρβαρη, άκρατη» νέο-εκδοχή του.
Ο Στέλιος Γρηγορίου (Πηγή: ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ, Φλεβάρης 1985, κείμενο του Στέλιου Γρηγορίου, σελ. 148-154, διατίθεται από Χαριλάου Τρικούπη) μιλάει                                  για το προπέτασμα της ολομέτωπης επίθεσης του κεφαλαίου απέναντι στους εργαζόμενους: τον νεοφιλελευθερισμό. Τον χαρακτηρίζει ως αντιφατικό μόρφωμα της άρχουσας ιδεολογίας με 3 γνωρίσματα: α) ιρρασιοναλισμό, β) αυταρχισμό, γ) νέο συντηρητισμό και για ευρύτατη ιδεολογική καμπάνια της διεθνούς ολιγαρχίας, στρατηγικό εγχείρημα που αποσκοπεί                        στην αναδιάρθρωση των καπιταλιστικών κοινωνιών υπό ηγεμονικούς όρους.                              Για τους σοσιαλιστές, ο νέος συντηρητισμός έχει 3 εκφράσεις: νεοφιλελευθερισμός                           στην Μεγάλη Βρεττανία, νεοσυντηρητισμός στις Η.Π.Α., «Νέα Δεξιά» στην Γαλλία.              
Αποδίδεται, ακόμα, στους φιλελεύθερους ότι νομιμοποιούν τον αυταρχισμό                                         με την εξής μέθοδο: κάνουν διάκριση μεταξύ ολοκληρωτισμού (έλεγχος όλων των σφαιρών δραστηριότητας) και αυταρχισμού (έλεγχος μόνο των πολιτικών δραστηριοτήτων).
Τα περίφημα «Ρηγκανόμικς» ολοκληρώνουν το κτύπημα της ισότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, πρεσβεύοντας την αξιοκρατία μεν, στοχεύοντας όμως στον ρατσισμό απέναντι                                        στις μειονότητες και στον αντιφεμινισμό ενάντια στις γυναίκες.
Οι σοσιαλιστές επιμένουν: «Αν το κράτος πρόνοιας υποβασταζόταν ιδεολογικά από τις αξίες των κοινωνικών αγαθών και παροχών, ο νεοφιλελευθερισμός καλλιεργεί το κλίμα                                    για την αμαχητί συγκατάθεση των εργαζομένων στην αρχέγονη καπιταλιστική ιδεολογία                     και τραβάει συστηματικά το χαλί κάτω από τα πόδια τους. Πιο δίπλα, παραμονεύει                                   ο δεσποτισμός του κεφαλαίου και η απολυταρχία της κρατικής του έκφρασης».   
Πώς στοιχειοθετείται αυτή η κριτική;
«Το κεφάλαιο δεν καταγγέλει το κράτος, αλλά μόνο ορισμένες πλευρές του που αφορούν βασικές κατακτήσεις των εργαζομένων. Επιζητεί την κατάργηση των παροχών, αλλά καθαγιάζει                          τις κρατικές παροχές προς το κεφάλαιο. Επιζητεί ελεύθερη αγορά, αλλά επιδοτεί τις επενδύσεις στην πολεμική βιομηχανία. Το εισόδημα αναδιανέμεται, οι πτωχοί γίνονται πτωχότεροι                           και οι πλούσιοι πιο πλούσιοι».
Βασική κατηγορία, λοιπόν, κατά του νέο-φιλελευθερισμού ότι οι μονεταριστές συντονίζονται σε παγκόσμια κλίμακα για την αντεπίθεση του ιμπεριαλισμού, για την μεταφορά της κρίσης στον Νότο και στις πλάτες των εργαζομένων.

Αντιρρήσεις, ωστόσο, διατυπώνονται κατά του «οικονομιστικού», «χρηματικού» χαρακτήρα της σύγχρονης φιλελεύθερης θεωρίας και εκ των έσω.  
«Πραγματικά», υποστηρίζει σχετικά πιο πρόσφατα η Ο.Ν.ΝΕ.Δ. (Πηγή: «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ» Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, έκδοση της ΟΝΝΕΔ 1989, σελ. 75-80), «ο σύγχρονος φιλελευθερισμός παρουσιάζεται                            με έντονα εμφατική την οικονομική του διάσταση. 2 παράγοντες επιδρούν στην διαμόρφωση                    του έντονου οικονομικού χαρακτήρα: α) η σύγχρονη φιλελεύθερη θεωρία διαμορφώθηκε                    και προωθήθηκε από θεωρητικούς της οικονομικής ανάλυσης, β) διαπραγματεύεται                               τα μη οικονομικά φαινόμενα με την εφαρμογή μεθόδων που ανήκουν σχεδόν αποκλειστικά                    στην οικονομική επιστήμη. Δεν χωράει αμφιβολία ότι αυτή η οικονομική δομή εξειδικεύει                             και καθιστά δυσπρόσιτη την φιλελεύθερη αντίληψη σε όσους αναζητούν εύπεπτα δόγματα.                     Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να καταχωρηθεί στα μειονεκτήματα. Η κοινωνική διαδικασία είναι ένα σύνθετο φαινόμενο. Πολύπλοκη θα είναι και η θεωρητική του αντίληψη».
Για την αυταρχική συνείδηση που έχει, δυστυχώς, διαμορφωθεί στην εποχή μας, είναι λοιπόν δυσνόητη και αποκρουστική μια κοινωνική μορφή από την οποία απουσιάζει                                           μια προσωποπαγής υπέρτατη αρχή.

Αξίζει, πιστεύουμε, να σημειώσουμε τα βασικά ρεύματα της σύγχρονης φιλελεύθερης σκέψης, η οποία θέτει στο επίκεντρο την οικονομία, όπως ορίζονται από την ΟΝΝΕΔ                          και τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο (χωρίς να σημαίνει ότι συμφωνούμε ούτε ότι διαφωνούμε   π.χ. με όσα πρεσβεύει ο αναρχοκαπιταλισμός): στόχος μας η κατάδειξη των ορίων                              της φιλελεύθερης ανάλυσης.  

Σύμφωνα με τους εκπροσώπους της Σχολής της Δημόσιας Επιλογής ή Σχολής της Βιρτζίνια (SCHOOL OF VIRGINIAJames BuchananGordon Tullock και Mancur Olson                                              η συμπεριφορά, οι στόχοι και οι επιδιώξεις ενός κρατικού φορέα δεν διαφέρουν                                         από την συμπεριφορά ενός οποιουδήποτε ιδιωτικού φορέα. Η δημόσια γραφειοκρατία λειτουργεί ως ένα οποιοδήποτε άτομο που επιδιώκει την ικανοποίηση ατομικών συμφερόντων. Οι δημόσιοι φορείς –αντί για το κοινωνικό συμφέρον– αγωνιούν                                        για την δική τους μακροημέρευση, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων                                                 όσων απασχολούνται σε αυτούς καθώς και του πολιτικού μηχανισμού που είναι υπεύθυνος για την διαχείριση/διοίκηση. Οι επικλήσεις του δημόσιου συμφέροντος                                                        από τους κυβερνητικούς ηγέτες για την νομιμοποίηση διαφόρων αποφάσεων                                            είναι προπέτασμα καπνού που συγκαλύπτει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων συγκεκριμένων μειοψηφιών, της γραφειοκρατίας ή των ιδιωτών.
Σε ακόμα πιο συστηματική χρησιμοποίηση των αναλυτικών εργαλείων της οικονομικής επιστήμης στηρίζεται η σχολή που επανεξετάζει συνολικά την λειτουργία των θεμελιωδών θεσμών της κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης. Πρωτότυπη, αυστηρά επιστημονική                    η σχολή αυτή εξετάζει την ιστορική εξέλιξη των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας της ελεύθερης ιδιωτικής επιχείρησης, τον ρόλο της νομοθεσίας.
Σύμφωνα με τις παραδοσιακές αντιλήψεις που είχε εισάγει ο J.MKeynes, σε περιόδους οικονομικής στασιμότητας και επενδυτικής ατονίας, το κράτος έπρεπε να επεμβαίνει                       στην οικονομία λαμβάνοντας μέτρα που αυξάνουν την ζήτηση. Η τρίτη σχολή,                              αυτή των οικονομολόγων της προσφοράς (George GilderJude WanniskyPaul Craig RobertsJack Kemp), εισάγει μιαν διαφορετική προοπτική που δεν κάνει τελικό επικαρπωτή                             της ανάκαμψης το          Δημόσιο. H νέα αυτή πρόταση στηρίζεται στην μείωση των φορολογικών συντελεστών που θα επιτρέψει την δημιουργία κέρδους και την επανεπένδυσή του.                                    Η αγορά θα αναζωογονηθεί, οι τιμές θα πέσουν, η ανεργία θα απορροφηθεί                                                   και, μακροπρόθεσμα, θα αυξηθούν τα έσοδα του Δημοσίου.
Αντίθετα, οι αναρχοφιλελευθεριστές (Murray RothbardDavid FriedmanRobert Nozick                  και Ayn Rand) θεωρούν το κράτος ως εμπόδιο στην ευτυχία, ως στοιχοίο που διαστρεβλώνει την προσωπικότητα –και υποστηρίζουν την πλήρη σχεδόν κατάργησή του.                                             Κάθε κρατική παρεμβολή σημαίνει ανατροπή της φυσικής τάξης                                                                        και ανήθικη παραβίαση  της ανθρώπινης προσωπικότητας.
«Η φορολογία είναι κλοπή» είναι η πιο χαρακτηριστική τους άποψη.                                                 Επιπλέον, ζητούν την υπαγωγή ακόμα και της αστυνομίας ή των φυλακών στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η διόγκωση του κράτους είναι και ηθικά απορριπτέα από τον Nozick                                ενώ η Rand θεωρεί τον εγωϊσμό ως αρετή, ως ηθική αξία που οδηγεί στην επιτυχία                                 και υποδηλώνει το ανθρώπινο μεγαλείο. Και κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό: Ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει τεράστιες γραφειοκρατίες που συμμαχούν με τους οικονομικά ισχυρούς, πνίγοντας τις πρωτοβουλίες των τολμηρών νέων επιχειρηματιών και επιστημόνων.                         Σύστημα πραγματικής ελευθερίας είναι ένας καπιταλισμός απαλλαγμένος                                                       από το ευνοιοκρατικό δημόσιο και τους …καπιταλιστές!
Με την επιμονή τους στην ανάλυση των μηχανισμών της υποδούλωσης                                                         και την εναντίωσή τους σε κάθε μορφή συγκεντρωτικού σχεδιασμού, οι Αυστριακοί οικονομολόγοι πιστεύουν πως η οικονομία μπορεί να επιτύχει αυθόρμητα την αναγκαία ισορροπία. Μιλούν για συνάντηση προσφοράς και ζήτησης στο οικονομικό πεδίο                                αλλά πολιτικά επισήμαναν τους κινδύνους που επιφυλάσσει για την ελευθερία η επέκταση            της κρατικής παρέμβασης.

Αρκεί το κράτος να μην υπερβαίνει τους όρους που θέτουν οι κανόνες του δικαίου, γι’ αυτούς.

Θεωρούν, όμως, ότι το κράτος οφείλει να εξασφαλίζει την άμυνα καθώς και ένα αναγκαίο δίκτυο κοινωνικής εξασφάλισης για όσους πολίτες το έχουν πραγματικά ανάγκη.                           Ωστόσο, κάθε απόπειρα αντικατάστασης της ελεύθερης ατομικής δράσης συμπιέζει                               τις πολιτικές ελευθερίες∙ όμως, η Αυστριακή Σχολή (Friedrich HayekLudwig Mises,                         Israel KirznerFritz Machlup) επικρίνει και τους δογματικούς του “laissez-faire”                                    που υποστήριζαν ότι το κράτος πρέπει να αποβληθεί ολοσχερώς από την ζωή των κοινωνιών, διότι καθιστούσαν ευάλωτη την φιλελεύθερη θεωρία στις επιθέσεις των αντιπάλων                                ότι αδιαφορεί για τα κοινωνικά προβλήματα, για την μέριμνα υπέρ των αδυνάτων μελών                   της κοινωνίας.
Ο φιλελευθερισμός, βέβαια, δεν εξαντλείται στον έλεγχο της προσφοράς χρήματος                        για να μειωθεί δραστικά ο πληθωρισμός, κάτι το οποίο είναι η ουσία των αντιλήψεων                            για την οικονομία της μονεταριστικής σχολής του Σικάγο, σχολή που θα εξετάσουμε αναλυτικότερα στα πρόσωπα των George StinklerGary Becker και Milton Friedman.

Πρώτα, όμως, θα γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις στις απόψεις του Friedrich von Hayek                     και του Ludwig von Mises –εκτός οικονομικής ανάλυσης, η οποία ανήκει σε άλλο τμήμα                  της μελέτης.

Ο Λούντβιχ φον Μίζες υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός είναι συνάρτηση                                                            της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ότι είναι φαινόμενο πρωταρχικά διανοητικό                                     (Πηγή: περιοδικό ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ 11/6/1992, απάντηση του Αθανασίου Παπανδρόπουλου με τίτλο ΓΙΑΤΙ Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΗΘΙΚΟΣ                                                    ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ προς τον Σπήλιο Παπασπηλιόπουλο).  Αναγνωρίζει ότι η οικονομική επιστήμη είναι μέρος μιας ευρύτερης επιστήμης, με αντικείμενο την ανθρώπινη δράση,                    που ο ίδιος την ονόμασε «πραξεολογία» (Πηγή: HUMAN ACTION/Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΡΑΣΗ, 1949). To ερώτημα που τον απασχολούσε ήταν κατά πόσο μπορούσε να υπάρξει πολιτική δημοκρατία χωρίς την ταυτόχρονη λειτουργία ενός ελεύθερου οικονομικού συστήματος: για τον λόγο αυτό, καταδικάζει τον σοσιαλισμό σε αποτυχία.
Για την περαιτέρω εξέταση των απόψεων του Μίζες, συνιστούμε το βιβλίο του «ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ» (Πηγή: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ, Ludwig von Mises, εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΡΩΕΚΔΟΤΙΚΗ 1988), όπου –χωρίς να απορρίπτει την ύπαρξη κρατικών θεσμών– επιχειρηματολογεί για να δείξει πού απαιτείται η παρέμβαση του κράτους.                                           Κύριο επιχείρημά του ότι η τάση προς την γραφειοκρατική δυσκαμψία δεν ενυπάρχει                          στην οικονομική δράση αλλά προκαλείται από την απογοήτευση των πολιτών                                       λόγω της κερδοσκοπικής διαχείρισης των δημοσίων υποθέσεων. Ο Μίζες δεν θεωρεί                               ότι ο κρατικός έλεγχος είναι πανάκεια γιατί τότε δεν λειτουργούν σωστά                                                              οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες και το Σύνταγμα. Αναφερόμενους στους κεφαλαιούχους                                                                και στους επιχειρηματίες, τονίζει ότι αυτοί δεν είναι οι εξουσιαστές αλλά οι τιμονιέρηδες                   που υποτάσσονται στον καπετάνιο-καταναλωτή.

Εξετάζοντας τον Νομπελίστα μαθητή του Μίζες, τον Φρήντριχ φον Χάγιεκ, θα σταθούμε                            σε απόψεις που μάλλον δεν τις εννοεί όπως ακριβώς τις καταγράφει. Πιο συγκεκριμένα,                      ο Χάγιεκ γράφει: «Ακόμα και ήπια κρατική παρέμβαση μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή της ελευθερίας και στην γένεση του ολοκληρωτισμού» (Πηγή: THE ROAD TO SERFDOM/                           O ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ, Friedrich von Hayek, εκδ. K.Π.Ε.Ε. 1985).                                        «Η κοινωνική δικαιοσύνη νοθεύει τον αυτοματισμό της οικονομικής αγοράς, απειλεί                              την αποτελεσματικότητα της φυσικής τάξης, καλύπτει τις καταχρήσεις της γραφειοκρατίας. Κοινωνική Δικαιοσύνη είναι το γνώρισμα της Δημαγωγίας ή της φτηνής δημοσιογραφίας» (Πηγή: LAWLEGISLATION AND LIBERTY/ΝΟΜΟΣ, ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ                                                  ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, Friedrich von Hayek, 1973). 
O Χάγιεκ απορρίπτει, επίσης, την άποψη των οπαδών της συμμετοχικής δημοκρατίας                          (Πηγή: Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 5/4/1992, άρθρο Ανδρέα Ανδριανόπουλου) που επιζητούν                   τον προσδιορισμό κοινωνικών στόχων μέσα από τον διάλογο, διότι –υποστηρίζει– ο διάλογος δεν είναι ποτέ ουδέτερος αλλά από την αρχή κλίνει υπέρ των οργανωμένων ομάδων                                και των συντεχνιών (Πηγή: THE POLITICAL ORDER OF A FREE PEOPLE/                                              Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΕΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΛΑΟΥ, Friedrich von Hayek, σελ. 97).                          Αυτό συμβαίνει διότι η λήψη συλλογικών αποφάσεων έχει κομματικοποιηθεί.
Ο Χάγιεκ προτείνει την ενίσχυση των κοινωνικών (και όχι πολιτικών) θεσμών                                              οι οποίοι επιτρέπουν την ύπαρξη ποικιλομορφίας στόχων και, μάλιστα, την ενίσχυση                          της αγοράς όπου όλοι είναι ελεύθεροι.
Στις απόλυτες –όντως – αυτές απόψεις του Χάγιεκ [αντιφιλελεύθερες τουλάχιστον,                              στην πράξη, κατά την γνώμη μας, αν θυμηθούμε τον τρόπο που γράφει:                                             «…ακόμα και ήπια… φυσική τάξη…ποτέ…». Οι απόψεις αυτές ενδέχεται πολλές φορές                      να είναι σωστές, ο Χάγιεκ ωστόσο δεν κάνει καμία εξαίρεση και εδώ κάνει λάθος]                                απαντά ο …ίδιος ο Χάγιεκ!
Ασκεί κριτική στον Καρτεσιανό ορθολογισμό με το επιχείρημα ότι πιστεύει                                               σε μια μόνο μορφή αλήθειας, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν του την ηθική ή το δίκαιο.
Στον Χάγιεκ (που ίσως έκανε το ίδιο σφάλμα με τον Μαρξ: δικτατορία του προλεταριάτου,              ο Χάγιεκ δεν άκουγε από το αριστερό αυτί ενώ ο Μαρξ δεν άκουγε από το δεξί αυτί)                          ασκεί έντονη κριτική ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος (Πήγή: άρθρο του Αθ. Κανελλόπουλου, ως «Δαίδαλος», στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, 25/3/1992)                                                          αλλά και οι Γερμανοί κοινωνιοφιλελεύθεροι NaumannEuckenMuller-ArmackFlack (Πηγή: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, άρθρο του Ronald Meinardus προ 2/11/1992),                  όπως και ο θεωρητικός του κοινωνικού φιλελευθερισμού Ralf Dahrendorf ο οποίος προτείνει την απόδοση από το κράτος προς τους πολίτες ενός εγγυημένου βασικού εισοδήματος                           και αναγνωρίζει «κεκτημένα δικαιώματα» στον κάθε πολίτη (Πηγή: ΤΗΕ MODERN SOCIAL CONFLICT/H ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ και CLASS AND CLASS CONFLICT IN THE INDUSTRIAL SOCIETY/ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ                                      ΣΤΗΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, Ralf Dahrendorf, εκδ. STANFORD UNIVERSITY PRESS, 1959) ενώ ψήφισμα του Φιλελεύθερου κόμματος της Γερμανίας επισημαίνει: «Ελευθερία σημαίνει πάντα και την απελευθέρωση από την ανάγκη και την αδικία».
Κι άλλο ένα δείγμα τώρα από την …αυτοκριτική του Χάγιεκ (Πηγή: LAWLEGISLATION AND LIBERTY/ΝΟΜΟΣ, ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, Friedrich von Hayek, τόμος 2, σελ. 110) : «Ο φιλελεύθερος πολίτης ευνοεί την εξέλιξη και την αλλαγή, θέλει την βελτίωση                     των θεσμών, απέχει από τον τραχύ ορθολογισμό των σοσιαλιστών που θέλουν                                             να αναδιοργανώσουν την κοινωνία σύμφωνα με την ατομική τους λογική                                      [ερώτημα: ατομική –άρα, και σεβαστή;], δυσπιστεί, δεν επικαλείται                                                                      το κύρος υπερφυσικών πηγών  γνώσης, είναι ένας ανεκτικός σκεπτικιστής»                                                             [δεύτερο ερώτημα: πώς μπορεί, λοιπόν, ως ανεκτικός σκεπτικιστής ο Χάγιεκ να εκφέρει απόψεις ακραίες, όπως οι παραπάνω, για τον διάλογο και την κοινωνική δικαιοσύνη;].
Αυτά τα χαρακτηριστικά του φιλελεύθερου αντιπαραθέτει ο Χάγιεκ (στο κείμενο                            ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΣ) με τα χαρακτηριστικά των συντηρητικών:                                 «Οι συντηρητικοί αδυνατούν να προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις, αντιδρούν στις σύγχρονες τάσεις, φοβούνται την αλλαγή, δεν θέλουν την ελεύθερη ανάπτυξη, παρασύρονται                                      σε μονοπάτια που κάποιος άλλος έχει διαλέξει χωρίς να μπορούν να εμποδίσουν την αλλαγή.             Οι συντηρητικοί χρησιμοποιούν την κυβέρνηση για να εμποδίσουν τις νέες ιδέες,                                     δεν αντιδρούν στην απολυταρχική εξουσία όταν θεωρούν ότι αυτή έχει ορθούς σκοπούς. Καταφεύγουν σε στατική, εξ αποκαλύψεως γνώση. Είναι άνθρωποι με ακλόνητες ηθικές πεποιθήσεις αλλά στερούνται πολιτικών αρχών: δεν μπορούν να ανεχθούν εκείνους                                     που τους δυσαρεστούν, εκείνους των οποίων οι ηθικές αξίες διαφέρουν από τις δικές τους»                            (Πηγή: ΤΗΕ CONSTITUTION OF LIBERTY/ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, Friedrich von Hayek, 1960, επίλογος).  
Γιατί ο Χάγιεκ δεν αρκείται σε αυτό το καταπληκτικό κείμενο που αποκαλύπτει την διαφορά συντηρητικών και φιλελεύθερων; Εφόσον –και ορθά– έχει τέτοιες απόψεις, γιατί κατηγορεί ως δημαγωγούς ή ως φτηνούς τους δημοσιογράφους, όσους διαφωνούν με την άποψή του                    για την κοινωνική δικαιοσύνη;
Πέρα από αυτά, θεωρούμε αυτό το κείμενο ως πολύ σπουδαίο για τον ορισμό                                της φιλελεύθερης σκέψης.
Άλλωστε, ο Hayek καταδικάζει την προκατάληψη και αλαζονεία εκείνου που νομίζει                           ότι μόνον ο ίδιος κατέχει, την σοφή συνταγή για να φτιάξει μιαν καλύτερη κοινωνία                                             –και είναι υπέρμαχος της πολυφωνίας (γνήσιο γνώρισμα ενός φιλελεύθερου).
Ο Α. Ανδριανόπουλος, ωστόσο, θεωρεί ότι η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή του έργου του Χάγιεκ είναι η προσθήκη στον φιλελευθερισμό της κοινωνικής του διάστασης                                                               που, ως τότε, είτε απουσίαζε είτε είχε υποβαθμιστεί. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί                      είναι τα εξής: Για τον Χάγιεκ, η κοινωνική διάσταση της αγοράς εντοπίζεται πρωτίστως                        στο γεγονός ότι αποτελεί τον κατ’ εξοχήν θεσμό που διασφαλίζει το ειρηνικό modus vivendi μεταξύ ατόμων και ομάδων με διαφορετικές ιεραρχήσεις. Ο άνθρωπος του Χάγιεκ                                        δεν είναι ο Homo Economicus της Σχολής του Σικάγο αλλά ένα ον που ακολουθεί                   κοινωνικούς θεσμούς (ασυνείδητα, όπως χρησιμοποιεί π.χ. την γλώσσα) και κανόνες                                                        που απλώς προσδιορίζουν το πλαίσιο δράσης του, αναγκαίους για την διατήρηση                                      και προαγωγή της ελευθερίας του πλησίων (Πηγή: STUDIES IN PHILOSOPHY/ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Φρήντριχ φον Χάγιεκ). Ο Χάγιεκ θεωρεί αναγκαία                                              την ύπαρξη Κράτους Δικαίου που θα αναγνωρίζει στα άτομα δικαιώματα και υποχρεώσεις βάσει κανόνων ΠΟΥ ΘΑ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΙΣΑ ΕΝΑΝΤΙ ΟΛΩΝ,                                             κυβερνώντων και κυβερνωμένων.
Τέλος, ο Χάγιεκ θεωρεί ότι δεν μπορεί να υπάρχει πολιτική ελευθερία χωρίς οικονομική ελευθερία και πιστεύει πως ο κρατικοσοσιαλισμός είναι μια διανοητική αταξία από όπου πηγάζουν όλα τα απολυταρχικά δόγματα (Πηγή: ΤΗΕ ROAD TO SERFDOM/O ΔΡΟΜΟΣ                              ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ, Friedrich von Hayek). Απαιτείται επομένως, αδιάκοπος αγώνας εναντίον «τελοκρατικών» θεωριών που επιχειρούν να επιβάλουν δοτούς σκοπούς, εξωγενείς «νομοτέλειες» και αγελαίες συμπεριφορές στο άτομο.
O John Maynard Keynes αναγκάζεται να δηλώσει: «Κατά την άποψή μου, ο Δρόμος                              προς την Δουλεία είναι ένα μεγαλειώδες έργο… Ηθικά και φιλοσοφικά βρίσκομαι                                      σε έντονη συμφωνία με σχεδόν όλες τις θέσεις του» (Πηγή: Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ,                         κείμενο του Ορέστη Βιδάλη, 3/5/1992).
Εποικοδομητική κριτική στον Χάγιεκ, ιδρυτή της διεθνούς ένωσης φιλελευθέρων επιστημόνων και διανοουμένων «Mont Pelerin Society» (Πηγή: Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/3/1992, άρθρο του νομικού και οικονομολόγου Κώστα Χριστίδη, ιδρυτικού μέλους                                 του Φιλελεύθερου κινήματος στην Ελλάδα) ασκεί ο Guy Sorman, ο οποίος                                                       –αντίθετα με άλλους συγγραφείς που εξυμνούν τον φιλελευθερισμό– έκανε επιτόπιες έρευνες για να διαπιστώσει πώς ο φιλελευθερισμός εφαρμόζεται στην πράξη.                                                                  Ο Σορμάν επαγγέλλεται έναν φιλελευθερισμό που δεν έχει καμίαν απολύτως σχέση                               με το αδέσποτο “laissez-fairelaissez-passer” του παρελθόντος αλλά είναι βασισμένος                           σε νέες αρχές που κηρύσσουν την απελευθέρωση του ατόμου από την κρατική δεσποτεία                      σε συνδυασμό με τον κοινωνικό φιλελευθερισμό που στηρίζεται στην συμμετοχή                                       και την «αρχή της αρμονίας» (Πηγή: Η ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΛΥΣΗ, Guy Sorman                                        εκδ. ΡΟΕΣ 1986).  

Η τεκμηρίωση παρόμοιας διαπίστωσης υπήρξε έργο του οικονομολόγου Ronald Coase (Νόμπελ Οικονομικών 1991) της σχολής του Σικάγο, ο οποίος πιστεύει πως η παρέμβαση τρίτων στην αγορά είναι εφικτή όταν γίνεται μέσω των κυρίαρχων καταναλωτών                                        –όχι εν αγνοία τους και, βεβαίως, ποτέ εναντίον τους.
Ένα άλλο μέλος της ίδιας [«νεοφιλελεύθερης» όπως χαρακτηρίζεται, ίσως όχι                                               με την κυριολεκτική έννοια αλλά από συνήθεια] σχολής, ο George Stinkler άρχισε                                 την καριέρα του ως θερμός υπέρμαχος των κρατικών ρυθμίσεων που στόχευαν στον έλεγχο των μονοπωλίων. Οι έρευνές του, ωστόσο, έδειξαν ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν είχαν πάντοτε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Ταχύτατα άρχισε να μεταβάλει απόψεις: υπήρξε                                    από τους πρώτους που υποστήριξαν με στοιχεία ότι τα προγράμματα κοινωνικής αρωγής,                         αντί να βελτιώνουν την κατάσταση των φτωχών, ευνοούν τις μεσαίες τάξεις.                                             Ο Stinkler (Νόμπελ 1962) θεώρησε, κατόπιν, πως η αποτυχία των κρατικών ρυθμίσεων οφείλεται στο γεγονός ότι ο κρατικός παρεμβατισμός δεν είναι –ούτε μπορεί να είναι– «αντικειμενικός» διότι πάντοτε εκφράζει τα συμφέροντα των ισχυρότερων ομάδων                          πίεσης που επιτυγχάνουν να «ελέγχουν» τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων                                                                   προς όφελός τους.
Μαζί με τον Gary Becker,  ανέλυσαν τα ήθη και τα έθιμα –γενικότερα, τους θεσμούς.
Ο Στίνκλερ υποστηρίζει πως ο χρόνος κοστίζει, πως κάθε απόφαση συνεπάγεται πια                            ένα κόστος για να συλλέξουμε την πληροφόρηση που είναι αναγκαία ώστε να είναι η απόφαση αυτή (οποιαδήποτε, από τον πιο απλό ως τον πλέον σύνθετο τομέα) ορθολογική και ωφέλιμη. Τα ήθη και τα έθιμα προσφέρουν στο άτομο, χωρίς επιπτώσεις, την ευκαιρία να εξοικονομήσει χρόνο και να λάβει την απόφαση αυτόματα –απόφαση προκαθορισμένη.
Συνδέοντας αυτήν την σκέψη με τον εκσυγχρονισμό, ο Στίνκλερ συμπεραίνει                                             ότι η απελευθέρωση από τις καθιερωμένες συνήθειες, η πρόοδος, ο εξορθολογισμός αργεί διότι η απόρριψη των παλαιών συνηθειών από τους ηλικιωμένους συνεπάγεται διττά έξοδα (Πηγή: Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, άρθρο του Τάκη Μίχα, 3/5/1992).
Ο Γκάρυ Μπέκερ (Νόμπελ 1992) συμπληρώνει: «Το άτομο λειτουργεί πάντα με οικονομικά κριτήρια, Σε όλες τις περιπτώσεις, επιλέγει λύσεις που ελαχιστοποιούν το κόστος                                    των αποφάσεών του και μεγιστοποιούν την ωφελιμότητα. Η ανθρώπινη “καταναλωτική” συμπεριφορά είναι μια ορθολογική αντίδραση στην αύξηση της τιμής του χρόνου».
Ο Μπέκερ θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως «ο Μαρξ του νεοφιλελευθερισμού» (Πηγή: περιοδικό ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, άρθρο Τάκη Μίχα, 22/10/1992)                         καθώς προσπάθησε να εφαρμόσει την οικονομική ανάλυση σε όλους τους τομείς                                        της ανθρώπινης συμπεριφοράς όπως στην εγκληματικότητα, στον γάμο, στον αλτρουϊσμό,                                                 στον καταναλωτισμό, στις μεταναστεύσεις, στις φυλετικές διακρίσεις κ.ο.κ. 

O Milton Friedman πάει ακόμα πιο μακριά: θεωρεί ότι η μεγαλύτερη απειλή                                 για την ανθρώπινη ελευθερία είναι η συγκέντρωση των εξουσιών, η ενίσχυση της εξουσίας    με την δικαιολογία ότι η κατάχρησή της γίνεται για αγαθούς σκοπούς.                                                    Πιστεύει ότι οι αγαθοί αυτοί σκοποί μπορούν εύκολα να εκφυλιστούν και να διαφθαρούν.                   Για τον Φρήντμαν (Νόμπελ επειδή διέγνωσε την νόσο του πληθωρισμού, την περίσσεια χρήματος), ο πιο ασφαλής δρόμος για την επίτευξη της μέγιστης δυναμικότητας                                      είναι η εμπιστοσύνη στην ελευθερία των ανθρώπων να ελέγχουν την ζωή τους                                σύμφωνα με τις προσωπικές τους αξίες.
Ο Μίλλτον Φρήντμαν –ιδρυτής της νεοφιλελεύθερης, μονεταριστικής Σχολής του Σικάγο– θεωρεί το 1979 πως η ελεύθερη κοινωνία των ΗΠΑ κινδυνεύει, πως η ελευθερία                     διαβρώνεται και πως η ευημερία υποσκάπτεται (Πηγή: FREE TO CHOOSE/ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ                                           ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ, Milton και Rose Friedman, εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΡΩΕΚΔΟΤΙΚΗ 1980). Πιστεύει, επίσης, ότι ο ανταγωνιστικός καπιταλισμός είναι ένα κίνημα οικονομικής ελευθερίας και μια αναγκαία κατάσταση για πολιτική ελευθερία.
Ο Φρήντμαν πραγματεύεται, όμως, ισόρροπα το πολιτικό και το οικονομικό σύστημα:                           τα θεωρεί –όπως ο Χάγιεκ– ως αγορές όπου το αποτέλεσμα καθορίζεται                                      περισσότερο από την αλληλεπίδραση ατόμων που επιδιώκουν το προσωπικό κέρδος                         παρά από τους κοινωνικούς στόχους. Προτείνει (και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό)                              να προστατεύουν οι πολίτες την ελευθερία όταν οι σκοποί της κυβέρνησης είναι κερδοσκοπικοί, όταν η ελευθερία κινδυνεύει από πονηρά καλυμμένους, σημαίνοντες ηγέτες που την σφετερίζονται, Παρατηρεί, επιπλέον, ότι συχνά οι καλές προθέσεις οδηγούν                             σε θλιβερά αποτελέσματα και κατακρίνει τα αρνητικά του προτεινόμενου παρεμβατισμού                       –δεν τον αρνείται αλλά υποστηρίζει ότι, σε οποιαδήποτε περίπτωση παρέμβασης,                                  πρέπει να γίνει υπολογισμός των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων κάθε φορά                             ώστε να επιτευχθεί ισορροπία.
Επικροτεί τον Adam Smith; Ασφαλώς.
Ο Άνταμ Σμιθ έγραφε στον «Πλούτο των Εθνών»: «Σε κάθε χώρα πρέπει πάντοτε να επικρατεί το συμφέρον της μεγάλης μάζας των πολιτών» [Καμιά σύνδεση, βέβαια, δεν γίνεται                                   με την «τυραννία της πλειοψηφίας». Εδώ, έχουν αλλιώς τα πράγματα. Δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει το αντίθετο, για έναν φιλελεύθερο]. «Οι σοφιστείες των εμπόρων                                                      και των κατασκευαστών προκαλούν σύγχυση, γιατί το δικό τους όφελος                                                        είναι εντελώς αντίθετο με εκείνο των πολιτών» (Πηγή: THE WEALTH OF NATIONS/                            O ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ, Adam Smith, εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΡΩΕΚΔΟΤΙΚΗ 1991).                     Ο Φρήντμαν συμπληρώνει: «Οι σοφιστείες έχουν οδηγήσει στους περιορισμούς».                                      Είναι, όμως, και ρεαλιστής: «Ξιφουλκούμε σήμερα εναντίον των μεγάλων συμφερόντων,                    εκτός αν αυτά μας ευνοούν» και κατακρίνει τον συμβιβασμό αυτόν.
Για τον Μίλλτον Φρήντμαν, πραγματικός στόχος είναι οι παραγωγικές δουλειές                                       που θα αποφέρουν περισσότερα αγαθά στην κατανάλωση και όχι απλά η δημιουργία θέσεων εργασίας. Θυμίζει την αρχή του συγκριτικού πλεονεκτήματος, αν και παραδέχεται                                    ότι η αλληλεξάρτηση είναι ένα τρωτό χαρακτηριστικό του σύγχρονου κόσμου                                      όπου οι συναλλαγές γίνονται για τον εναρμονισμό των συμφερόντων.                                               Για να αποδείξει ότι προκύπτουν διαμάχες όταν η κυβέρνηση παρεμβαίνει, επικαλείται                            τα πιο ειρηνικά χρόνια –από το 1815 ως το 1915, εποχή ελευθέρου εμπορίου–                                         καθώς και τα δασμολόγια, τον Χίτλερ, τον Μουσολίνι, τον Φράνκο και την Ρωσσία θεωρώντας ότι έγιναν πηγές προστριβών διότι οι πολιτικές θεωρήσεις                                                              των κυβερνητικών αξιωματούχων ήταν αναπόφευκτες στις συναλλαγές.                                                         Τα μονοπώλια καλύπτονται από τις παρεμβάσεις των κυβερνήσεων.
Ο Φρήντμαν πιστεύει πως σε έναν κόσμο ελεύθερου εμπορίου τα διεθνή                                                καρτέλς θα εξαφανίζονταν –και προτείνει στην ηγεσία των Η.Π.Α. (εν έτει 1979)                                   να προσφέρει στα άλλα κράτη πλήρη συνεργασία επί ίσοις όροις, χωρίς δασμούς                                    και περιορισμούς.
Εκφράζει, μάλιστα, την απορία του επειδή οι άνθρωποι του πνεύματος θεωρούν δεδομένο                             ότι ο ελεύθερος επιχειρηματικός καπιταλισμός αποτελεί επινόηση για την εκμετάλλευση                             των μαζών (Πηγή: δηλώσεις Milton Friedman στο περιοδικό FORBES, δημοσίευση 5/11/1992 στον ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ).
Το επιχείρημα που αναπτύσσει στο βιβλίο «ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»                           είναι ότι όπου υπάρχει κάποιο μικρό –έστω– στοιχείο ατομικής ελευθερίας και προόδου,                  εκεί ακριβώς επικρατεί η ελεύθερη αγορά. Όπου το κράτος ελέγχει λεπτομερώς                                      τις δραστηριότητες των πολιτών, εκεί οι πολίτες βρίσκονται σε πολιτικό περιορισμό,                         εκεί οι πολίτες έχουν χαμηλό βιοτικό επίπεδο, εκεί το κράτος κατασκευάζει εντυπωσιακά μνημεία, εκεί οι προνομιούχοι απολαμβάνουν υλικές ανέσεις ενώ οι πολίτες ζουν απλώς με όσα χρειάζεται για να μείνουν πειθήνιοι και παραγωγικοί.
Προβαίνει, λοιπόν, στην σύγκριση της Ανατολικής με την Δυτική Γερμανία,                                          διότι έχουν κοινά στοιχεία: ίδιο αίμα, πολιτισμό, επίπεδο μόρφωσης και γνώσης.                                    Και ρωτά, εύστοχα και εύλογα: «Ποιά χώρα από τις 2 έχει ευημερήσει;                                                    Ποιά σήκωσε τείχος και χρησιμοποιεί σκυλιά, ναρκοπέδια και ηλεκτροφόρα σύρματα                                   για να αποθαρρύνει γενναίους πολίτες που εγκαταλείπουν τον παράδεισο (της Ανατ. Γερμανίας) για την καπιταλιστική κόλαση; Από τη μια μεριά οι ολόφωτοι δρόμοι, από την άλλη η ερημιά. Εμείς, ως αθεράπευτα αισιόδοξοι, δεν αποκλείουμε εντελώς την κατάρρευση του κομμουνισμού, αν και φαίνεται πολύ απίθανη, Παρόμοια, τώρα που ο Τίτο πέθανε,                                                                           η Γιουγκοσλαβία θα δοκιμάσει μια πολιτική αστάθεια, η αυταρχικότητα θα αυξηθεί                                                                              και πιθανώς το υπάρχον κολλεκτιβιστικό σύστημα θα καταρρεύσει» (Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ                              ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ,  Μίλλτον Φρήντμαν, σελ. 75-80).
Αναφερόμενος και πάλι στις ΗΠΑ, ο Φρήντμαν υποστηρίζει ότι η κρατική παρέμβαση                             έχει κοστίσει πολύ καθώς όλα επηρεάζονται από το status quo (που τείνει να γίνει αποδεκτό). «Είμαστε σήμερα κατά 46% σοσιαλιστές», προειδοποιεί.
Αξίζει να μείνουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής λίγο πιο πολύ, καθώς θεωρείται ότι –παρά τα προβλήματα– αποτελεί την καλύτερα λειτουργούσα φιλελεύθερη δημοκρατία.

Ο Milton Friedman ξεκινά από την σκέψη ότι η ιστορία των Η.Π.Α. επιτεύχθηκε                                        χάρη στην ερμηνεία και μεταφορά στην πράξη 2 ομάδων ιδεών από το 1776:
Α) Η μια ομάδα ιδεών ενσωματώθηκε στον «ΠΛΟΥΤΟ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ» του Σμιθ:                                    «Για να προκύψει συνεργασία ανάμεσα σε άτομα όταν όλα μπορούν να ωφεληθούν                                          δεν είναι αναγκαία καμιά πίεση, δύναμη ή περιορισμός. Ένα άτομο που αποσκοπεί                                     μόνο στο προσωπικό όφελος έχει οδηγηθεί από ένα Αόρατο Χέρι, την «Αθέατη Χείρα»                          που θέλει να θέσει τέρμα. Επιδιώκοντας το προσωπικό του όφελος, το άτομο συχνά                             προωθεί και το κοινωνικό όφελος περισσότερο αποτελεσματικά απ’ ό,τι πράγματι                                  θέλει να το προωθήσει. Ποτέ δεν είδα κάτι καλό από όσους προσπάθησαν να εμπορευτούν                                για το δημόσιο συμφέρον» (Πηγή: Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ, Άνταμ Σμιθ, σελ. 195).
Β) Η δεύτερη ομάδα ιδεών ενσωματώθηκε στην «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας»                                     του Thomas Jefferson: «Κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να προωθήσει τις δικές του αξίες.                        Όλοι οι άνθρωποι έχουν πλαστεί ίσοι. Είναι πλασμένοι από το Δημιουργό                                                               με αναμφισβήτητα δικαιώματα ζωής, ελευθερίας, ευτυχίας» (Πηγή: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, C.BMac Pherson, σελ. 31-37), αν και είναι καίριο το ερώτημα αν η Ελευθερία είναι δεδομένο ή ζητούμενο.
«Πιο ακραία και ακατάλληλη» [δεν δικαιολογεί την άποψή του ή, πολύ πιθανόν,                                     δεν μπορέσαμε να την εντοπίσουμε στο έργο του], κρίνει ο Φρήντμαν                                                             την διατύπωση του Τζων Στιούαρτ Μιλλ, 1 αιώνα μετά, ότι: «Η μόνη ακρότητα για την οποία η ανθρωπότητα δικαιολογείται να παρεμβαίνει, μεμονωμένα ή συλλογικά, στην ελευθερία                  της δράσης κάθε μονάδος είναι η αυτοπροστασία της καθώς και για να προληφθεί η ζημία                              σε άλλους ανεξάρτητα από το ατομικό καλό. Το άτομο είναι κυρίαρχο στον εαυτό του»                               (Πηγή: ON LIBERTY/ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, John Stuart Mill, εκδ. PEOPLE, σελ. 6).
Ο Μίλλτον Φρήμαν συμπεραίνει ότι η οικονομική ελευθερία αποτελεί βασική προϋπόθεση                              για την πολιτική ελευθερία, αντιστάθμισμα απέναντι στον συγκεντρωτισμό.                                               «Η συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής εξουσίας στα ίδια χέρια                                                           αποτελεί αλάνθαστη συνταγή για την τυραννία». Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληγαν                                          και οι ίδιοι οι Σμιθ και Τζέφφερσον: ότι η συγκεντρωτική κυβερνητική εξουσία                                αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για τον μέσο άνθρωπο. «Σύμφωνα με το σύστημα                                                      της φυσικής ελευθερίας» έγραφε ο Σμιθ, «ο ηγεμόνας έχει τρία                                                                            μόνο καθήκοντα να επιτελέσει: να προστατεύσει την κοινωνία από άλλες κοινωνίες                                     που την επιβουλεύονται και θέλουν να εισβάλουν σε αυτή,  να προστατεύσει                                                     κάθε άτομο από την αδικία και την καταπίεση του ισχυρότερου και να εφαρμόσει                                         σωστά την δικαιοσύνη, να ιδρύσει δημόσια και κοινωφελή έργα». Για το τρίτο                                                              καθήκον, ο Φρήντμαν συμπληρώνει: «Δεν μπορείς να χρεώσεις με κόστος                                                άτομα που υφίστανται επιπτώσεις για αίτια που βρίσκονται εκτός του πλαισίου ευθύνης τους. Υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει η κυβέρνηση μέσο εκμετάλλευσης. Πρέπει, επιπλέον,                                            να αποφευχθεί η κατάχρηση του τρίτου καθήκοντος και να μην θεωρούμε                                                           ως ελεύθερα, υπεύθυνα άτομα τους τρελούς ή τα παιδιά και γι’ αυτό σε αυτή την περίπτωση                                                     να είμαστε προσεκτικοί με την παρέμβασή μας». Η κατάχρηση της δύναμης του Κράτους απαγορεύεται.
Η Ρωσσία, πιστεύει ο Φρήντμαν, ήταν μια μεγάλη οικονομία η οποία                                          φαινομενικά μόνο λειτουργούσε δι’ εντολών –μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία.                             Σε κάθε επίπεδο υπεισερχόταν εθελοντική (νόμιμη ή όχι) συνεργασία.                                                        Και αναφέρονται τα  εξής στοιχεία: Στον ελεύθερο χρόνο των γεωργών επιτρεπόταν                                      η παραγωγή τροφίμων σε μικρές ιδιωτικές εκτάσεις (1% του εδάφους της Ε.Σ.Σ.Δ.)                                  για  ἰδίᾳ χρήσει. Πόση ήταν η παραγωγή; 33% της συνολικής της Ε.Σ.Σ.Δ.!                                      Υπάρχουν, επίσης, ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως π.χ. γραφεία επισκευών.                                                    Ο Φρήντμαν το 1979 θεωρεί ότι η λαθραία εθελοντική συναλλαγή είχε αποτρέψει                                    την κατάρρευση της φυσικής οικονομίας. Το κόστος της εξαφάνισής της θα είχε υψηλότατο κόστος.
Η απάντηση που δίνει στις κατηγορίες ότι στον καπιταλισμό η εργασία γίνεται                                      αντικείμενο εκμετάλλευσης και ότι ανώτερη είναι η κοινωνία όπου ισχύει το ρητό                                                        «στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του, από τον καθένα σύμφωνα με την ικανότητά του» είναι η εξής: Όταν όλοι κατέχουν κάτι, στην ουσία δεν το έχει κανείς και δεν ενδιαφέρεται κανείς να το διατηρήσει ή βελτιώσει. Στον κεντρικό προγραμματισμό επιβάλλονται προτεραιότητες εκ των άνω.
Ο Φρήντμαν υποστηρίζει, ακόμα, ότι σε κάθε κοινωνία υπάρχει πάντοτε μια δυσαρέσκεια                    με την κατανομή του εισοδήματος, ότι όλοι στρέφονται εναντίον του συστήματος                                     και ότι, σε μιαν ελεύθερη αγορά, η δυσαρέσκεια στρέφεται κατά της αγοράς.                                                Και καταλήγει: Πρέπει να περιορίσουμε την κυβέρνηση στα καθήκοντά της,                                                να μας υπηρετεί χωρίς ποτέ να γίνει το αφεντικό μας.
Στην «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΕΤΑΡΙΣΜΟΥ» (σε συνεργασία με την Anna Schwartz),                              ο Milton Friedman αναπτύσσει μιαν σειρά από επιχειρήματα κατά του παρεμβατισμού:                             ξεκινά με την διαπίστωση ότι η ύφεση του 1929 έπεισε τους πολίτες                                                                              για την αστάθεια του καπιταλισμού και ότι η θεωρία του Κέϋνς πρόσφερε                                                 μιαν συνηγορητική δικαιολογία για την εκτεταμένη παρέμβαση στους συμβούλους                               του Ρούζβελτ, καθώς η κοινή γνώμη είχε χάσει την εμπιστοσύνη της                                                                προς την ιδιωτική επιχείρηση. Ο Φρήντμαν ξεσπαθώνει: η ύφεση προκλήθηκε από σφάλματα της κυβέρνησης η οποία, αντί να διορθώσει αυτά τα λάθη, διογκώθηκε                                                              (με αγνές, ωστόσο, προθέσεις), στράφηκε προς τις ρυθμιστικές δραστηριότητες, χρησιμοποίησε την ισχύ της και ...απέτυχε!  
Μια θέση του Μίλλτον Φρήντμαν που πρέπει να σημειωθεί: το κράτος οφείλει να δίνει βοήθεια στους αναξιοπαθούντες, να παρέχει κίνητρα για δουλειά –ακόμα κι αν αυτό κοστίζει. Ταυτόχρονα, όμως, τα άτομα αυτά να περνούν στους καταλόγους πληρωμών.                                    «Αυτό, όμως, μοιάζει ουτοπικό, διότι τεράστια συμφέροντα αποτελούν εμπόδιο».
Ο μύθος του ‘29 για αποτυχία του καπιταλισμού, κατά τον Φρήντμαν,                                             ανέστρεψε την λειτουργία της «αθεάτου χειρός», δημιούργησε μια νέα τάξη                                       δημόσιων υπαλλήλων, στο όνομα της ασφάλειας και της ισότητας. «Χρειάζεται τώρα πια                                                                     ένα σύνθετα οργανωμένο και ήπια χρησιμοποιούμενο σύστημα που να μπορεί να αναπτυχθεί        και να ακμάσει χωρίς κεντρική καθοδήγηση».  
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον καταναλωτή είναι το ιδιωτικό ή το κρατικό μονοπώλιο:                          με τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ο καταναλωτής προστατεύεται από έναν πωλητή                                        που θέλει να τον εκμεταλλευτεί διότι υπάρχει ένας άλλος πωλητής που είναι πρόθυμος                           να του πουλήσει.
Επίσης, τα ισχυρά συνδικάτα που εξασφαλίζουν προνόμια εις βάρος των μισθωτών εξαναγκάζονται από την ελεύθερη αγορά σε αύξηση της παραγωγικότητας                                                 ενώ αξιοποιείται το λογικά αμειβόμενο πια προσωπικό.
Όπως χαρακτηριστικά διακηρύττει ο Φρήντμαν: «Δεν υπάρχει πουθενά αυτό που λέμε                      δωρεάν γεύμα ή τα λεφτά δεν φυτρώνουν στα δέντρα». Η απόπειρα προώθησης της ερμηνείας της ισότητας ως ισότητας στο αποτέλεσμα –στο εισόδημα – και όχι ως ισότητας ευκαιριών αντιτίθεται στην ελευθερία.
Ο Τζέφφερσον πίστευε ότι κάθε άτομο είναι πολύτιμο, έχει αναφαίρετα δικαιώματα                             που κανείς δεν δικαιούται να καταπατήσει. Και κάτι ακόμα: ο Τοκβίλλ κατέκρινε                                   την αριστοκρατία και επιβράβευε το γεγονός ότι στην Αμερική οι άνθρωποι θεωρούνταν ίσοι στην τύχη και στην διανόηση. Διέκρινε, ωστόσο, σε αυτούς μιαν ακόρεστη επιθυμία                                να γίνουν όλοι ισχυροί και τιμημένοι, κάτι που κατέστρεφε τους ταπεινούς                                           (Πηγή: DEMOCRACY IN AMERICA/H ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ,                                  Alexis de Toqueville, εκδ. FRANCIS BOWEN, τόμος 1, σελ. 65-70).
Ο Φρήντμαν και ο φιλελευθερισμός αντιμετωπίζουν την ισότητα ευκαιριών ως σταδιοδρομία ανοιχτή στα ταλέντα, ώστε να μην εμποδίζονται στην επιτυχία τους όσοι έχουν τις ικανότητες. Αποδοκιμάζουν το σλόγκαν «Ίσα μερίδια για όλους» διότι περιορίζει την ελευθερία.                      - Ποιός θα δώσει το βραβείο;  
- Ποιός θα αποφασίσει για τα ίσα μερίδια;
- Είναι οι κριτές ίσοι με όσους αποφασίζουν;
- Δεν βρισκόμαστε, τότε, στην «ΦΑΡΜΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ» του Όργουελλ όπου όλα τα ζώα είναι ίσα αλλά κάποια είναι περισσότερο ίσα από τα άλλα;
Εξετάζοντας την εφαρμογή αυτής της θεώρησης στην Αγγλία μετά το 1945, όπου φορολογήθηκαν οι πλούσιοι και υπήρξε τεράστια (αλλά όχι ισότιμη) αναδιανομή πλούτου,                  ο Φρήντμαν γράφει πως ξεπήδησαν νέες τάξεις προνομιούχων: γραφειοκράτες,                               εργατικά συνδικάτα, νέοι εκατομμυριούχοι.
Και πιστεύει ότι η κοινωνία που θα θέσει την ισότητα του αποτελέσματος                                                πάνω από την ελευθερία, θα χάσει και τα 2.
Αντίθετα, με την ισότητα ευκαιριών (και την ενίσχυση, ασφαλώς, των ατόμων                                             που έχουν αδικηθεί από την φύση) το επίπεδο ζωής θα είναι υψηλότατο. Για τον Φρήντμαν, πρότυπο ήταν το Χονγκ-Κονγκ.
Όσον αφορά το πρόβλημα του πληθωρισμού, ο Φρήντμαν γράφει:                                                                    «Ο πληθωρισμός δεν αποτελεί ούτε καπιταλιστικό ούτε κομμουνιστικό φαινόμενο.                                       Η Γιουγκοσλαβία έχει τον πιο υψηλό πληθωρισμό στην Ευρώπη. Η Ελβετία, το προπύργιο του καπιταλισμού, τον πιο χαμηλό. Αλλά και η Κίνα του Μάο είχε χαμηλό πληθωρισμό                    Οι αγρότες παραπονούνται για τον υψηλό πληθωρισμό, αλλά κάθε φορά συγκεντρώνονται                     στο Υπουργείο Γεωργίας για να ζητήσουν υψηλότερες τιμές στα προϊόντα τους…                                         Η επιλογή πληθωρισμός ή ανεργία είναι μια αυταπάτη. Η λύση είναι η ανεργία, ως εποχιακή παρενέργεια της θεραπείας του πληθωρισμού [σύμπλευση με τον Τσάρο της οικονομίας Στέφανο Μάνο]… Αν θέλεις να μειώσεις τα ελλείμματα, δεν θεσπίζεις κατώτατες τιμές»                     [ποιά να είναι, άραγε, η θέση του Ανδρέα Ανδριανόπουλου;].
Ορίστε και μερικές απόψεις του Φρήντμαν που τον καθιστούν στόχο,                                                         ακόμα και για τους φιλελεύθερους [ορθά]:
Η κάλπη, επειδή παράγει συμφωνία χωρίς ομοφωνία, πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο                               όταν είναι αναγκαία η ομοφωνία.
Η ελευθερία δεν μπορεί να είναι πλήρης, διότι η κοινωνία που ζούμε είναι αλληλεξαρτώμενη. Είναι αναγκαίοι μερικοί περιορισμοί (αλλά υπάρχει και η αντίθετη άποψη,                                                από τον ίδιο τον Φρήντμαν: Η ελευθερία είναι μια οντότητα. Ο,τιδήποτε την ελαττώνει τώρα, θα την επηρεάσει και αργότερα) [αυτή η σύγχυση προφανώς σημαίνει                                                             ότι δεν είναι κανείς ελεύθερος να δολοφονήσει αλλά και ότι δεν επιτρέπεται η λογοκρισία].
Η ζωή δεν είναι δίκαιη, Ωφελούμαστε από την αδικία για την οποία παραπονιόμαστε,                     αφού όμως πρώτα αποδεχτούμε τους κανόνες. Αυτό το σύστημα έδωσε                                                    στον Φορντ και στον Ροκφέλλερ κίνητρα για να διαμορφώσουν την κοινωνία,                                                 η οποία ωφελήθηκε από αυτούς.
Ο Φρήντμαν θα μπορούσε, βέβαια, να επικαλεστεί την ρήση του Καρλ Πόππερ                                         πως «Το σφάλμα διορθωνόμενο γεννά γνώση», πώς να το κάνει όμως όταν ο Νίκος Μουζέλης παραδέχεται ότι «όπως έδειξε η πολιτική της βρεττανικής συντηρητικής κυβέρνησης,                       ακόμα και για επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, είναι συχνά πιο αποδοτικό                                                          το κράτος απλώς να ελέγχει αποτελεσματικά την ιδιωτική πρωτοβουλία                                                    παρά να την αντικαθιστά με κρατικοποιήσεις. Η συμβολή της θατσερικής επανάστασης έγκειται σ’ αυτό ακριβώς το σημείο» (Πηγή: Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/2/1990).  

ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ

Οι αντιφιλελεύθερες ιδεολογίες που βασίζονται στο πρωτείο κάποιου συνόλου                              (Κοινότητας, Πόλης, Λαού, Έθνους, Φυλής. Κόμματος, Προλεταριάτου) διώκουν                             εκείνα τα άτομα που, ενώ «θα έπρεπε» να συμμερίζονται τους σκοπούς τους,                                    τολμούν να επιμένουν να μην το κάνουν. Για τον Μαρξ, οι εργάτες που απέρριπταν                                  τις θεωρίες του συνιστούσαν «κουρελοπρολεταριάτο». Ο Χίτλερ έλεγε «Ό,τι είναι γερμανικό είναι απλώς φυσικό».
Ο Σοβιετικός κοινωνιολόγος ZZaichenko στα ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ                          (Πηγή: άρθρο στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, δημοσιεύθηκε την 13/4/1990                             από το περιοδικό ARGUMENTI I FACTI) αποκαλύπτει ότι στην Ε.Σ.Σ.Δ. η αναλογία πλουσίων, μεσαίων εισοδημάτων και φτωχών είναι 2,5%, 11,3% και 86%.                                                 Στις Η.Π.Α. το αντίστοιχο ποσοστό είναι 20%, 60% και 20%.
Και στην είσοδο του λιμανιού της [όχι τέλειας] δημοκρατίας, της πρωτεύουσας                                      του φιλελευθερισμού (αν και εκεί υπάρχουν δικαιολογημένες αντιρρήσεις για το εάν υπάρχει η καλύτερη δυνατή εφαρμογή του, φιλελεύθερες αντιρρήσεις), στο άγαλμα της Ελευθερίας αναγράφονται τα εξής λόγια:

«Δώσε μου τις κουρασμένες και φτωχιές σου,
τις συνωστισμένες μάζες που επιθυμούν,
που λαχταρούν να αναπνεύσουν ελεύθερες
την άθλια άρνηση της γόνιμης παραλίας.
Στείλε αυτούς τους ξεσπιτωμένους
και θυελλοδαρμένους σε μένα:
Υψώνω την δάδα μου δίπλα στην χρυσή πύλη».

Υπάρχουν, όντως, ανισότητες στον κόσμο που προσβάλλουν τον άνθρωπο.                                                 Οι ίδιοι οι φιλελεύθεροι συγκινούνται από την αντίθεση χλιδής-φτώχειας.                                           Τίποτα, ωστόσο, δεν είναι πιο βέβαιο από το γεγονός ότι για να συναντήσεις ανθρώπους                         με απαρχαιωμένα εργαλεία θα πρέπει να πας στον μη φιλελεύθερο κόσμο.
Οπουδήποτε επιτράπηκε η λειτουργία της ισότητας ευκαιριών, της πολυφωνίας,                                      της δημοκρατικής παιδείας –εκεί ο άνθρωπος απέκτησε βιοτικό επίπεδο                                                         που ούτε καν είχε ονειρευτεί.  
Το χάσμα πλουσίων-φτωχών μεγάλωσε σε κοινωνίες αντιφιλελεύθερες.
Από την (βάσιμη) κριτική στον φιλελευθερισμό για έλλειψη ηθικής, οι αντίπαλοι                                    του φιλελευθερισμού επιτίθενται εκ νέου για να του καταλογίσουν αυταρχισμό                                     [όχι απαραίτητα με άσχημες προθέσεις].
Από την μελέτη αυτή, προκύπτει το δικαίωμα της ατομικής επιλογής του κάθε πολίτη να κρίνει ανεμπόδιστα και ανεπηρέαστα, δικαίωμα που του παρέχουν –όχι γιατί τους ανήκει                              αλλά γιατί μόνον αυτοί το αισθάνονται, ακόμα κι αν ονομάζουν τον εαυτό τους                                          ως αντικαπιταλιστή– οι αγνοί φιλελεύθεροι στην καρδιά (και ίσως όχι όλοι                                                    οι θεωρητικοί των μορφών του φιλελευθερισμού).
Από την αρχή έγινε σαφές ότι οι θεωρητικοί αυτοί –κλασσικοί ή αναρχικοί–                                     παρέχουν όχι καινούργιες κάθε φορά ιδέες αλλά ιδέες που προϋπάρχουν και περιμένουν                     την δοκιμασία της επιστημονικής κριτικής ώστε να καλύψουν τις αδυναμίες τους,                                        να αποκρυσταλλωθούν και να αναδειχθούν.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου